Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΣ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ




Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία της γονιμότητας, η οικογένεια θεωρείται ως μία αυτοτελής-αυτόνομη οντότητα, με δικές της φιλοδοξίες και σκοπιμότητες, προς τις οποίες ευθυγραμμίζονται τελικά οι βουλήσεις, οι αντιλήψεις και οι συμπεριφορές των μελών της. Υποτίθεται ότι δρα σαν άτομο και αποφασίζει ελεύθερα για τον τρόπο που κάθε μέλος της θα κατανείμει το χρόνο του σε δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται με την αγορά εργασίας και με τις ανάγκες του σπιτιού.

Ειδικότερα, ο G. Becker (1960) ήταν ο πρώτος που προέβη στην παραδοχή ότι οι γονείς αποφασίζουν να κάνουν ένα ή περισσότερα παιδιά σταθμίζοντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα σε σχέση με άλλες δραστηριότητες στις οποίες θα μπορούσαν να επιδοθούν και πιθανόν να παρεμποδίζονται από την απόκτηση των παιδιών. Συνήθως, οι οικογένειες με σχετικά υψηλότερα εισοδήματα επιλέγουν να αποκτήσουν λίγα παιδιά,8 σύμφωνα με τις απόψεις του Becker, αλλά με υψηλότερη «ποιότητα».9 Αντίστοιχα, οι οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα αποκτούν πολλά παιδιά, διότι αφ’ ενός δεν έχουν επαρκή γνώση των μέσων ελέγχου και περιορισμού τους, εφ’ ετέρου τα παιδιά αποτελούν το κεφάλαιό τους.10

Η αρχική προσέγγιση του G. Becker (1960) έδινε έμφαση στο άμεσο υψηλό κόστος (για διατροφή, ρουχισμό, εκπαίδευση κ.λπ.), ενώ σε νεότερες εκδοχές η έμφαση δινόταν στο υψηλό κόστος ευκοαρίας, δηλαδή στο εισόδημα που χάνεται όταν η μητέρα δεν μπορεί να εργασθεί λόγω της απόκτησης, φροντίδας και ανατροφής παιδιών11 (Shultz, 1974· Willis, 1987). Το κόστος αυτό αποτιμάται ως ιδιαίτερα υψηλό στις περιπτώσεις των ζευγαριών, όπου το ένα μέλος, και κυρίως η σύζυγος, αποκόπτεται ολοκληρωτικά ή ευκαιριακά από την αγορά εργασίας, εφ’ όσον το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της διατίθεται για να προσέχει και να φροντίζει το παιδί (ή τα παιδιά).

Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η διαχείριση του οικογενειακού χρόνου, κατά τη νεοκλασική θεωρία, αποτελεί συνάρτηση του οικογενειακού προϋπολογισμού και επομένως εκλαμβάνεται ως παράγοντας ορθολογικών διαδικασιών και εκλογικεύσεων. Αυτό φαίνεται να το αναγνωρίζουν τα μέλη του οικογενειακού πυρήνα, όταν λαμβάνουν αποφάσεις και συντονίζουν την προσφορά και τη διάθεση της εργατικής τους δύναμης στην αγορά εργασίας. Ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους ανισότητα, το άμεσο και το έμμεσο κόστος, δηλαδή το συνολικό κόστος, είναι αυτό που σε τελευταία ανάλυση έχει καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του ζευγαριού για την απόκτηση ενός ή περισσότερων παιδιών.

Πάνω στο νεοκλασικό υπόδειγμα ανάλυσης της γονιμότητας δεν έχουν διατυπωθεί κάποιες εκτεταμένες εναλλακτικές θεωρήσεις, ενώ έχουν αναπτυχθεί έντονες κριτικές απόψεις και αμφισβητήσεις (Μπα- λούρδος, 1988· Μπαλούρδος, 1997).

Ωστόσο, στην παρούσα εργασία, η εξ ορισμού ατομοκεντρική12 νεοκλασική προσέγγιση της οικονομικής-αναπαραγωγικής συμπεριφοράς δεν θεωρείται το μοναδικό και το πιο έγκυρο πλαίσιο ανάλυσης. Αντίθετα, υποτίθεται ότι η οικογένεια λειτουργεί ως οικογενειακή οιονεί επιχείρηση, «στους κόλπους της οποίας προγραμματίζεται συλλογικά η άριστη δυνατή χρησιμοποίηση της διαθέσιμης οικογενειακής εργατικής δύναμης, σε συνδυασμό με όλα τα άλλα υφιστάμενα ή προσδοκώμενα κυκλώματα πρόσκτησης εισοδήματος. 

Στον συνολικό στρατηγικό υπολογισμό της κατανάλωσης χρόνου ή ενέργειας εντάσσονται σαφώς τόσο το σύνολο των προσδοκώμενων κρατικών επιδοτήσεων, ασφαλιστικών παροχών ή πόρων από την οποιαδήποτε επίσημη ή μη δραστηριότητα, όσο και οι οποιεσδήποτε ενδεχομένως διέξοδοι των παραοικονομικών κυκλωμάτων όλων των τύπων. Και μονολότι τα φαινόμενα αυτά αφορούν κυρίως τους φορείς-υποκείμενα, που συγκεντρώνονται στη λεγόμενη “δευτερογενή” αγορά εργασίας, η “πρωτογενής” σταθεροποιημένη εργατική τάξη δεν παραμένει ανεπηρέαστη από τη δυνάμει πολυσθένεια. Και γι’ αυτούς η οικογενειακή κοινότητα παρέχει συχνά την ευρύτερη μονάδα, στους κόλπους της οποίας αποφασίζεται και υλοποιείται η στρατηγική της προσφοράς εργασίας» (Τσουκαλάς, 1987, σ. 191).

Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η οικογένεια δεν αποτελεί ένα ομοιογενές, αδιαίρετο και συμπαγές σύνολο, του οποίου η οικονομική και αναπαραγωγική συμπεριφορά αναλύεται ατομοκεντρικά. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από μια δομική ετερογένεια με διαφορετική δυναμική και διαφορετικές προοπτικές άσκησης οικονομικών δραστηριοτήτων. Ανάλογα δε με τα ατομικά του χαρακτηριστικά, το ζευγάρι ρυθμίζει όχι μόνον την παραγωγική-οικονομική συμπεριφορά αλλά και την οικονομική-αναπα- ραγωγική συμπεριφορά, κάτω από ένα γενικότερο υπολογισμό κόστους- ωφέλειας και με συγκεκριμένο ρόλο για το κάθε μέλος της.13

Με βάση τη διάκριση της αγοράς εργασίας σε δύο «μη τεμνόμενα» υποσύνολα ή υποαγορές, την πρωτεύουσα και τη δευτερεύουσα αγορά, οι γυναίκες ή/και τα ζευγάρια με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ασταθή εργασία, χαμηλό εισόδημα κ.λπ. αποκτούν περισσότερα παιδιά, όχι απλά διότι δεν γνωρίζουν πώς να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τα σύγχρονα μέσα αντισύλληψης, αλλά διότι πιθανόν (και) να μην επηρεάζονται από τους παράγοντες ή τα αίτια που ωθούν τα άλλα ζευγάρια, που κατά κανόνα απασχολούνται στην πρωτεύουσα αγορά, να αποκτήσουν λιγότερα παιδιά.

Ειδικότερα, όσον αφορά το κόστος ευκαιρίας το οποίο αποτελεί και τον καθοριστικότερο παράγοντα μείωσης των γεννήσεων κατά τους νεοκλασικούς, φαίνεται ότι η επίδρασή του ή η ισχύς του στη δευτερεύουσα αγορά εργασίας είναι ασήμαντη ή μηδενική, εφ’ όσον οι κανόνες λειτουργίας και η συμμετοχή των γυναικών (ή /και των ανδρών) σ’ αυτήν σε πολύ ελάχιστες περιπτώσεις παρεμποδίζεται από την ύπαρξη παιδιών. Διότι απασχολούνται σε θέσεις προσωρινές, ρευστές και με χαμηλότερες απολαβές (εργασία στο σπίτι, προσωρινή και «μαύρη» εργασία). Άλλωστε, σε μια πολυμελή παραδοσιακή οικογένεια έχει παρατηρηθεί ότι το μεγαλύτερο παιδί φροντίζει τα μικρότερα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα παιδιά, ύστερα από κάποια ηλικία, αφήνονται μόνα τους ή εισέρχονται νωρίς στη δευτερεύουσα αγορά εργασίας (Χρυσάκης, 1993).

Εξάλλου, με τη χρήση οικονομετρικών υποδειγμάτων, έχει διαπιστωθεί ότι οι παράγοντες προσδιορισμού της γονιμότητας διαφοροποιούνται σε κάθε υποσύνολο της αγοράς εργασίας με άμεσο επακόλουθο το κόστος ευκαιρίας, το οποίο αποτελεί τη σημαντικότερη συμβολή της νεοκλασικής θεωρίας στην ερμηνεία των διακυμάνσεων της γονιμότητας, να είναι μηδενικό στην περίπτωση των ζευγαριών που κύρια απασχολούνται στη δευτερεύουσα-εξωτερική αγορά εργασίας (Μπαλούρδος, 1997).

Φαίνεται επομένως ότι ο αναλυτικός μηχανισμός της νεοκλασικής θεωρίας δεν μπορεί να ερμηνεύσει ικανοποιητικά τις διαφοροποιήσεις και τα πρότυπα της γονιμότητας ενδοχωρικά. Άλλωστε, συχνά οι δημο- γραφικές (επιδοματικές) πολιτικές, που εφαρμόζονται, καταλήγουν σε αποτυχία, διότι κατά κανόνα απευθύνονται στα ζευγάρια που ήδη έχουν αποκτήσει πολλά παιδιά, είναι φτωχά ή/και απασχολούνται στη δευτερεύουσα αγορά εργασίας, ενώ ίσως δεν γνωρίζουν να κάνουν χρήση των επιδομάτων που έχουν δικαίωμα να απολαύουν (Μπαλούρδος, 1995· Σούλης, Μπαλούρδος, Χρυσάκης, 1994- Μπαλούρδος, 1997). Εκτός αυτού, το αποτέλεσμα που επέρχεται στη συνολική γονιμότητα από την αύξηση της (μερικής) γονιμότητας των επί μέρους αυτών ζευγαριών είναι επουσιώδες και ασήμαντο, λόγω της περιορισμένης αναλογίας των ζευγαριών στο συνολικό πληθυσμό.

Συχνά τα πολλά παιδιά συμβάλλουν στη διαμόρφωση της σωρευτικής αιτιότητας του κύκλου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, και για το λόγο αυτόν η οικογένεια μειώνει το μέγεθος της. Η τάση αυτή είναι χαρακτηριστική σε περιπτώσεις που έχει ολοκληρωθεί η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση μιας κοινωνίας, ενώ υποτίθεται ότι οι κοινωνικοί κανόνες και οι κοινωνικές αξίες έχουν διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβάλλουν και να «επιτρέπουν» το χαμηλό μέγεθος της γονιμότητας και επί πλέον η τάση αυτή να μην μεταβάλλεται, τουλάχιστον βραχυχρόνια. Εννοείται ότι η μείωση αυτή γίνεται σταδιακά και συνήθως επηρεάζεται επιπρόσθετα από το μορφωτικό επίπεδο του ζευγαριού και τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας.14 Παρ’ όλες τις εξελίξεις αυτές, υπάρχει μια ομάδα οικογενειών που διατηρεί το παραδοσιακά υψηλό πρότυπο της γονιμότητας είτε λόγω πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, είτε λόγω άλλων δυσκολιών οι οποίες συμβάλλουν στην καθυστέρηση της υιοθέτησης του προτύπου της χαμηλής γονιμότητας.15

Με άλλα λόγια, αν και το πρότυπο της απόκτησης λίγων παιδιών είναι «οικονομικά ωφέλιμο» και υιοθετείται από την πλειονότητα, εντούτοις υπάρχουν ζευγάρια που, υπό την επίδραση πολιτισμικών, κοινωνικών, ψυχολογικών και οικονομικών παραγόντων,16 εξακολουθούν να αποκτούν πολλά παιδιά, με άμεσο αποτέλεσμα να υπόκεινται σε υψηλό κίνδυνο φτώχειας.

Είναι προφανές ότι η οικογένεια στην Ελλάδα διέρχεται, αναμφισβήτητα, ένα στάδιο μετάβασης και ουσιαστικών αλλαγών όσον αφορά τις σχέσεις, τους ρόλους και τις προσδοκίες των μελών της. Νέοι τύποι και σχήματα οικογενειών διαμορφώνονται. Τη στιγμή που ο δείκτης γονιμότητας επιμένει να διατηρείται χαμηλός, η αύξηση των διαζυγίων οδήγησε στην αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών, που κύρια έχουν τη γυναίκα ως υπεύθυνο. Στην ουσία, πρόκειται για μια τάση, η οποία, κατά τη δική μας άποψη, θα γίνει κυρίαρχη κατά τις επόμενες δεκαετίες, αν και προς το παρόν η αύξηση της αναλογίας των μονογο- νεϊκών οικογενειών οδηγεί συχνά σε φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό (π.χ., αν δεν υπάρχει θέση με ευέλικτο ωράριο, αν η μητέρα δεν διαθέτει υψηλή μόρφωση, την απαραίτητη επαγγελματική εμπειρία, αν δεν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος φύλαξης των παιδιών κ.λπ.).

Άλλωστε, οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν και τις μεταβολές που πρέπει να ακολουθήσουν τα υφιστάμενα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία είναι σχεδιασμένα στη βάση της υποστήριξης των παραδοσιακών οικογενειών.

Εξάλλου, από τη στιγμή που έχει στοιχειοθετηθεί ο σαφής διαχωρισμός στα δύο υποσύνολα της αγοράς εργασίας και υπό την προϋπόθεση ότι η αύξουσα κρατική παρεμβατικότητα, το υψηλό κόστος των ασφαλίσεων, η συμπίεση και ο περιορισμός των δυνατοτήτων (υψηλού) κέρδους στρέφουν το ενδιαφέρον των εργοδοτών στην αναζήτηση νέων, λιγότερο απαιτητικών και πολύ φθηνότερων απασχολήσεων (εργασία στο σπίτι, «μαύρη» προσωρινή εργασία κ.λπ.), η οικογένεια για να αντεπεξέλθει και να «επιβιώσει» στις συνθήκες αυτές πρέπει να αναπτύσσει στρατηγικές πρόσκτησης εισοδήματος από οιποιαδήποτε πηγή. Για το λόγο αυτόν, διαμορφώνονται σχέσεις βαθιάς οικονομικής εξάρτησης και εκμετάλλευσης ανάμεσα στα μέλη της. 
Δηλαδή, πολλοί γονείςπου οικονομικά είναι ευκατάστατοι επενδύουν - δηλαδή, δαπανούν χρήματα για τα παιδιά τους - με την προσδοκία να έχουν αυτά στο μέλλον καλή σταδιοδρομία, επαγγελματική καταξίωση και αποκατάσταση κ.λπ.. Ως εκ τούτου, η «απολαβή» τους στο μέλλον από την επένδυση αυτή είναι καθαρά ψυχική, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το οικονομικό κόστος της επένδυσης αυτής είναι ιδιαίτερα υψηλό, εφ’ όσον τα οικογενειακά επιδόματα, από το σύστημα κοινωνικής προστασίας, δεν αντισταθμίζουν το κόστος της επένδυσης ούτε κατά το ελάχιστο.

Επιπρόσθετα, η (οικονομική) εξάρτηση των παιδιών από τους γονείς συνήθως είναι σχετικά μεγάλης χρονικής διάρκειας (π.χ., λόγω σπουδών). Επομένως, έχουμε μια «εκμετάλλευση-εξάρτηση» των παιδιών από τους γονείς, ενώ οι χρηματικές ροές που δημιουργούνται είναι καθοριστικές για τη διαμόρφωση του μεγέθους της οικογένειας, εφ’ όσον ουσιαστική βαρύτητα και «συντονιστικό ρόλο» φαίνεται να έχει το κόστος της εξάρτησης αυτής. Σε πολλές περιπτώσεις, αποφασιστικής σημασίας θεωρούνται τα επιδόματα και οι παροχές που ενισχύουν τις δυνατότητες των οικονομικά ασθενέστερων οικογενειών. Άλλωστε, με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με την άντληση κρατικών παροχών και ωφελημάτων και σε συνδυασμό με το εισόδημα από απασχόληση, πολλα- πλασιάζονται οι εισοδηματικές δραστηριότητες της οικογένειας.

Από την άλλη πλευρά, πέραν της χρήσης ή της μη χρήσης των οποιωνδήποτε επιδομάτων, παρατηρείται η εκμετάλλευση των παιδιών που εργάζονται από πολύ μικρή ηλικία. Πρόκειται για «επένδυση», η οποία αναμένεται να είναι αποδοτική, σε επόμενες, σχετικά σύντομες χρονικές στιγμές, ενώ μακροχρόνια τα παιδιά θα φροντίζουν τους γονείς στα γεράματά τους. Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχουμε μια αντίστροφη ροή της εξάρτησης η οποία κατευθύνεται από τους γονείς προς τα παιδιά, τα οποία αποτελούν «το κεφάλαιό τους». Επί πλέον, σε πολλές περιπτώσεις, όταν ο ένας μισθός ή ακόμη και ο δεύτερος δεν επαρκούν, τότε η βοήθεια προέρχεται κυρίως από τη σύνταξη των κοντινότερων ηλικιωμένων συγγενών.

Σημειώσεις:


  1. Διότι από μικρά μπορούν να εργασθούν, να φροντίσουν το σπίτι, να αποφέρουν κάποιο χρηματικό όφελος από την απολαβή επιδομάτων και σε τελευταία ανάλυση να φροντίζουν τους γονείς όταν είναι σε μεγάλη ηλικία.
  2. Προς την κατεύθυνση αυτή, σημαντική ήταν η συνεισφορά του Becker (1965), ο οποίος ενασχολήθηκε έντονα με το διαχωρισμό-τριχοτόμηση του χρόνου σε «χρόνο απασχόλησης», «χρόνο οικιακής ενασχόλησης» και «χρόνο σχόλης».
  1. Που άλλοτε έχει το άτομο ως μονάδα ανάλυσης και άλλοτε την οικογένεια ή το νοικοκυριό που δρα σαν άτομο.
  1. Στο σημείο αυτό, ο Κ. Τσουκαλάς (1987, σ. 190) αναφέρει: «Βέβαια, οι “εσωτερικές” κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στα άτομα που συγκροτούν τον οικογενειακό πυρήνα και ο κοινωνικός ρόλος του τελευταίου είναι προβλήματα που παρουσιάζουν εξαιρετικές θεωρητικές και μεθοδολογικές δυσκολίες».
  2. .Σε περιπτώσεις που διευκολύνεται η είσοδος των γυναικών ή /και μεγαλώνουν οι δυνατότητες πρόσβασής τους στις υψηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, η γονιμότητα μειώνεται, υπό την προϋπόθεση ότι η αντισύλληψη χρησιμοποιείται αποτελεσματικά
  3. Ως γνωστόν, ο δείκτης γονιμότητας από το 1981 και μετά έχει πέσει κάτω του 2,11 παιδιά/ γυναίκα, που απαιτείται για την αναπαραγωγή των γενεών.
  4. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η περίπτωση της μικροοικονομικής θεωρίας της γονιμότητας, η οποία στηρίζεται στην υπόθεση ότι το κόστος για τα παιδιά και τα εισοδήματα του ζευγαριού επηρεάζουν τον αριθμό και τη χρονική στιγμή που αποκτώνται τα παιδιά (Μπαλούρδος, 1988).

Πηγή:

Οικογένεια, ανισότητα και φτώχεια στην Ελλάδα

Λιονύσης Μπαλονρδος
Οικονομολόγος, Δημογράφος Διευθυντής ερευνών
Γιάννης Υφαντόπουλος
Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
    Επιθεώρηση. Κοινωνικών. Ερευνών, 98-99, 1999, 137-181

    πίνακας: Adam NIDZGORSKI

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Η τρέλα είναι μια κοινωνική κατασκευή



Τα άτομα από πολύ μικρά εκτίθενται σε κοινωνικές συνθήκες οι οποίες προκαλούν φόβο, στέρηση, άγχος, σύγχυση, αναστολή των επιθυμιών. Από πολύ μικρά είναι αναγκασμένα να αποποιηθούν τον εαυτό τους και να προσαρμοστούν σε συνθήκες του κοινωνικού συνόλου για την αποφυγή της απόρριψης και του στιγματισμού. Η αποποίηση αυτή δεν είναι παρά η συνκατασκευή τους σύμφωνα με τα δεδομένα της κοινωνικής ομάδας που ανήκουν, τα οποία τις περισσότερες φορές, δεν υπολογίζουν την επιθυμία τους ή την γνώμη τους πάνω στην εξέλιξη των καταστάσεων που τα αφορούν. Αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι οικογενειακή, εκπαιδευτική, κοινωνική και τέλος πολιτική.
Έτσι κάθε φορά που το κοινωνικό σύνολο, δηλαδή οι κοινωνικοί μηχανισμοί, έρχονται να οριοθετήσουν το άτομο μέσα από την λειτουργία τους η οποία θεωρείται “φυσιολογική”, απαιτούν από αυτό την υποταγή και την προσαρμογή. Για οποιαδήποτε άτομο που εκφράζει τις αντιρρήσεις του σε αυτόν τον εξαναγκασμό, οι αντιρρήσεις αυτές, η άρνηση να δεχτεί αυτό που έχει προαποφασιστεί, μπορεί πολύ εύκολα να θεωρηθεί σαν “μη φυσιολογική”. Τότε η άρνηση, ορίζεται από την κοινωνική ομάδα σαν “ψυχική ασθένεια” η οποία, πρέπει να ξέρουμε, ότι παίρνει πολλές μορφές που ξεκινάνε από την καταστροφική παθητικότητα μέχρι την καταστροφική επιθετικότητα. 
Με αυτό τον τρόπο η εκάστοτε κοινωνική ομάδα κατασκευάζει το “φυσιολογικό” αλλά και συγχρόνως ορίζει και το “μη φυσιολογικό”. Η παρουσία λοιπόν της “ ψυχικής ασθένειας” δεν είναι απόρροια της ατομικής νοσηρότητας αλλά της κοινωνικής.
Εάν η τρέλα θεωρείται το “μη φυσιολογικό” τότε (η τρέλα) είναι μια κοινωνική κατασκευή που στοχεύει το άτομο που αρνείται την αποδοχή όρων οι οποίοι, όπως είπα και πάρα πάνω, το απομακρύνουν από τις επιθυμίες του και από τον έλεγχο της ζωής του.
Κατά τον Ackermann “ Οι σχέσεις της κάθε ξεχωριστής προσωπικότητας και οι διαδικασίες της δυναμικής των ομάδων στην οικογενειακή ζωή αποτελούν ένα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα των αιτιών της ψυχικής υγείας και νοσηρότητας” 
 Η ψυχική ασθένεια, η τρέλα λοιπόν, είναι μια κοινωνική κατασκευή. Ο “ασθενής” καθώς και η ασθένεια του έρχονται να εκφράσουν μια δυσλειτουργία του κοινωνικού συνόλου, εφόσον η γέννησή και η ανάπτυξή της συνέβησαν “μέσα” στο κοινωνική ομάδα που ανήκε.
Η κοινωνική τακτική της διαπόμπευσης του "τρελού" προσπαθεί να τον παρουσιάσει σαν μια κλειστή στον εαυτό της οντότητα, χωρίς να το συνδέει με το κοινωνικό σύνολο από το οποίο προέρχεται. Δηλαδή με τους εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι το καθορίζουν και διαμορφώνουν τις αντιδράσεις του καθώς και την προσωπικότητα του.
Η προσπάθεια στιγματισμού του “ασθενή” σαν φορέα της αρρώστιας, έρχεται να αθωώσει κοινωνικές τακτικές οι οποίες δημιουργούν απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και οι οποίες ευθύνονται για την δημιουργία της “ τρέλας”.
Με αυτό τον τρόπο, ακόμα μια φορά το κοινωνικό σύστημα και οι διάφορες εκφράσεις του, όπως οικογένεια, εκπαίδευση, κοινωνία ενοχοποιεί το άτομο μεταβιβάζοντας του μια ευθύνη που του ανήκει.

Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας: http://www.syti.net/Schizophrenia.html

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

“Ο μύθος της οικογένειας”


Ο μύθος, λένε μερικοί ερευνητές, ήταν η γλώσσα της παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας. Ο μύθος αποτελεί την πρωταρχική δημιουργία ενός ψυχό - διανοητικού και κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο γινόταν η προσπάθεια να εξηγήσουν, να ερμηνεύσουν και να οργανώσουν οι άνθρωποι την ζωή τους. Με την δύναμη της μεταφοράς και της παρομοίωσης δημιουργήθηκε ένα σύστημα αξιών και κανόνων. Γύρω από αυτό έγινε η οργάνωση των σχέσεων των μελών μιας ομάδας, ενός πληθυσμού, μιας χώρας.
Από τις απαρχές της ανθρωπότητας λοιπόν ο μύθος είχε την δύναμη να προσφέρει νόημα στο άτομο για τις καταστάσεις που συναντούσε ώστε να δημιουργήσει ένα πλαίσιο αναφοράς που το προστάτευε απέναντι στο φόβο του αγνώστου. Μέσα από αυτόν ο άνθρωπος προσπάθησε να εξηγήσει την απαρχή των πραγμάτων, και τη καταγωγή, τόσο του φυσικού περιβάλλοντος, όπως του ήλιου, των άστρων, και εν γένει του σύμπαντος, όσο και των των ίδιων των ανθρώπων, της ζωής και του θανάτου τους. Ο μύθος κινείται ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, ανάμεσα στο κρυφό και το φανερό. 
Όπως και η κοινωνία έτσι και η οικογένεια είναι μια ομάδα ανθρώπων η οποία, μεταφέροντας διαχρονικά τις ιδέες, τις αξίες και τις δοξασίες που την καθορίζουν, αναπτύσσεται από γενεά σε γενεά, και δημιουργεί το δικό της μύθο τον “οικογενειακό μύθο”. Δηλαδή τα μέλη της οικογένειας δεν τα συνδέει μόνο μια βιολογική συγγένεια, αλλά και η ψυχοκοινωνική διάσταση αυτής της συγγένειας η οποία τα “ντύνει” με νοήματα, με τέτοιο τρόπο ώστε οριοθετεί το “έξω” και το “μέσα” από αυτή.
Αυτή η οριοθέτηση στηρίζεται στην καταγωγή και την ιστορία της εκάστοτε οικογένειας. Στηρίζεται επίσης στο τρόπο που σκέπτεται και επικοινωνεί, καθώς και σε εσωτερικές τελετουργίες που ενδυναμώνουν τις δοξασίες και τα πιστεύω της. Έτσι η οικογένεια δημιουργεί τρόπους συμπεριφοράς και μορφές σχέσεων, των οποίων η σταθερότητα και η αναπαραγωγής τους εξασφαλίζει την επιβίωση της. Αυτό το επιτυγχάνει με την απαίτηση μιας “πίστης” των μελών της σε αυτή, καθορίζοντας τι θεωρείται “φυσιολογικό” και τι όχι.
Όλα τα πάρα πάνω κατασκευάζουν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της οικογένειας, τον ”μύθο” της οικογένειας. Ο “οικογενειακός μύθος” δημιουργεί ένα όριο ασφαλείας ανάμεσα στα μέλη της και το κοινωνικό περιβάλλον. Λειτουργεί αμυντικά απέναντι σε εξωτερικά γεγονότα που την απειλούν, αλλά και εσωτερικά όταν κάποιο από τα μέλη της με την συμπεριφορά του απειλεί την συνοχή της. Ο “οικογενειακός μύθος” στόχο έχει την επαναφορά της ηρεμίας του εξωτερικά, ή εσωτερικά “διαταραγμένου” συστήματος δηλαδή επαναφέρει την κατάσταση ομοιόσταση του.
Ο όρος “'Οικογενειακός μύθος” δημιουργήθηκε από τον Φερέιρα, Αμερικάνο θεραπευτή του Πάολο Άλτο το 1963 σαν αμυντικό μηχανισμό της οικογενειακής ομάδας. Καλλιεργεί μια ιδέα της οικογένειας την οποία τα μέλη της πρέπει να εσωτερικεύσουν, να διατηρήσουν και να αναπαράγουν. Αυτή η ιδέα, τις περισσότερες φορές, αντιστέκεται σε οποιαδήποτε αλλαγή, επηρεάζοντας την ελευθερία των αποφάσεων, αλλά και την εν γένει συμπεριφορά των μελών της.
Όπως λέει και ο Alberto Eiguer ο “οικογενειακός μύθος” είναι ένα σύνολο από πιστεύω που μοιράζονται τα μέλη της οικογένειας χωρίς να γνωρίζουν τον δημιουργό τους, ούτε και από που ξεκίνησε αυτή η πίστη.
Ο R. Neuburger στο βιβλίο του ο “μύθος της οικογένειας” το 1995 θεωρεί ότι προσφέρει στην οικογενειακή ομάδα μια ταυτότητα η οποία την διαφοροποιεί από τον εξωτερικό κόσμο προβάλλοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, τα οποία ανήκουν μόνο σε αυτή κατασκευάζοντας, με λίγα λόγια, την “προσωπικότητα” της οικογένειας
Για να κατανοήσουμε τον όρο “οικογενειακός μύθος” μπορούμε να αντλήσουμε πολλά παραδείγματα από τον παλιό Ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και από τα σημερινά σήριαλ, όπου όλα σχεδόν τα σενάρια άλλο δεν κάνουν παρά να μιλάνε για αυτόν. Έτσι στις περισσότερες παλιές ταινίες προβάλλεται η στήριξη του “οικογενειακού μύθου” προσπαθώντας να προβάλλουν την εικόνα της “καλής οικογένειας” αυτής που είχε ένα όνομα ηχηρό στην κοινωνία, το οποίο στηρίζεται στις αιώνιες κοινωνικές και θρησκευτικές αξίες και πιστεύω. Ενώ στα σημερινά σήριαλ βλέπουμε την δήθεν καταστροφή του “μύθου” της οικογένειας παρουσιάζοντας την έλλειψη αξιών και κανόνων και την εκ νέου αναζήτηση τους.
Απλά πράγματα...

Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας 
:http://medinasaludo.blogspot.gr/2013/05/ma-object-exposition-internationale.html


Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Τα σπλάχνα

Ας αρχίσουμε από τα εσωτερικά όργανα. Ο πλέον γενικός όρος για να δηλωθούν τα εσωτερικά όργανα ενός ανθρώπου είναι τα σπλάχνα. Η λέξη αποκτά την πλήρη σημασία της μόνο αν λάβουμε υπ΄ όψιν αυτό που τα σπλάχνα αντιπροσωπεύουν στο τελετουργικό της αιματηρής θυσίας Ευθύς ως σφαγιασθεί το ζώο, πρέπει να σχίσουν την κοιλιά του για να αποκαλυφθούν τα σπλάχνα του΄, να αποσπασθούν και να εξετασθούν προσεκτικά.
Αόρατα και κρυμμένα, τα σπλάχνα δηλώνουν, στο σώμα του θύματος, όχι μόνο την ζωή που τα κινεί, αλλά, από τα σημάδια που είναι εγγεγραμμένα επάνω τους σαν πινακίδα, αυτό που θα πρέπει ο θύτης να γνωρίζει σε σχέση με το θείον.
Τα σπλάχνα αντιστοιχούν σε μια αληθινή προφητεία΄. Κρυμμένα καθώς είναι στο εσωτερικό του σώματος, τα σπλάχνα χαράζουν και φωτίζουν, αλάθητα και απροκάλυπτα, τους δρόμους επικοινωνίας των θνητών με τους θεούς. Ακόμα και στους ίδιους τους ανθρώπους, ο εσωτερικός κόσμος είναι σκοτεινός και κρυμμένος. Για να γνωρίσουμε αυτό που είναι ο άνθρωπος, τον χαρακτήρα του, τα πραγματικά του συναισθήματα για τους άλλους, θα πρέπει να ανοίξουμε το στήθος του και να παρατηρήσουμε τα σπλάχνα του, που μπορεί να αποδειχθούν, ανάλογα με τις περιστάσεις, σκληρά η μαλακωμένα, φλογερά, ή ψυχρά, σφιγμένα ή χαλαρά. Θα ξέρουμε τότε πως να τον αντιμετωπίσουμε.
Το συναίσθημα ή οι διαθέσεις δεν εντοπίζονται ούτε κρύβονται απλώς στα σπλάχνα: είναι η ίδια η κατάσταση των σπλάχνων Ο Θυμός είναι μια υπερβολική διάταση των σπλάχνων. Τα σπλάχνα στο σύνολό τους γίνονται αντικείμενο μια περιγραφής και μιας κωδικοποίησης που χρησιμοποιούν μια πληθώρα όρων, οι οποίοι εξετάζονται συχνά και οι οποίοι σίγουρα αποπροσανατολίζουν τον σύγχρονο μελετητή: καρδιά, ήτορ, ήπαρ, φρένες, πραπίδες, μένος, θυμός, ψυχή, νους.
H Ruth Padel ξανανοίγει τον φάκελο χωρίς να αγνοεί καμιά από τις προγενέστερες έρευνες. Τα ιατρικά κείμενα που χρησιμοποιεί βεβαιώνουν πλήρως και διευκρινίζουν παραιτέρω αυτό που ο Όμηρος και οι τραγικοί έχουν ήδη διαπιστώσει. Επειδή οι όροι αυτοί δηλώνουν αδιακρίτως ψυχικά φαινόμενα και οργανικές πραγματικότητες, επειδή τα περισσότερα από αυτά έχουν μια αξία συναισθηματική και ταυτόχρονα πνευματική, επειδή συχνά είναι δύσκολο να διακρίνεις τις λειτουργίες καθενός από αυτά και να περιγράψεις ακριβώς την ανατομική λεπτομέρεια στην οποία αναφέρονται, επειδή,΄τέλος, οι ίδιες λέξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν πότε για τα υγρά που κυκλοφορούν στο σώμα -΄όπως είναι το αίμα και η χολή - και πότε για τον αέρα που συγκεντρώνεται στο εσωτερικό του οργανισμού ή διαφεύγει προς τα έξω, φαίνεται εντελώς μάταιο να επιδιώξεις να αποδώσεις το ποικίλο και ρευστό αυτό λεξιλόγιο με τους αυστηρά καθορισμένους όρους των ψυχολογικών μας κατηγοριών ή της επιστήμης της αντομο-φυσιολογίας.
Κανείς όρος δεν έχει το μονοπώλιο στην σκέψη και το συναίσθημα. Συγκεκριμένα εσωτερικά όργανα συνδέονται με συγκεκριμένες κατηγορίες ιδεών και ψυχολογικών αντιδράσεων. Πνευματική και συναισθηματική δραστηριότητα δεν μπορούν να διαχωριστούν”.
Από το βιβλίο του
Jean-Pierre Vernant
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΥΘΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
πίνακας: Igor Moski

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Οι Διανοούμενοι...




«...Διανοούμενο δεν αποκαλώ το άτομο που χρησιμοποιεί το κεφάλι περισσότερο από τα χέρια, αλλά οποιονδήποτε εργάζεται για την απώθηση των επιθυμιών της ζωής... Η διανοητικότητα βρίσκεται μέσα στον καθένα μας, [είναι] το αγκυροβόλημα της οικονομίας μέσα στο άτομο...

Ο διανοούμενος δεν αντιλαμβάνεται τίποτα χωρίς αναγκαιότητα, χωρίς καταναγκασμό, εξωτερικό αίτιο [ετερονομία]... Όποιος θεμελιώνει τον εαυτό του πάνω στη διανοητική λειτουργία τοποθετείται αναγκαστικά πάνω στον αντίποδα των επιθυμιών, καταστέλλει τη θέληση για ζωή προς όφελος της θέλησης της δύναμης... Όποιος αποδέχεται τη διανοητική λειτουργία ως μοναδική μορφή νοημοσύνης, εργάζεται για την απώθηση των επιθυμιών της ζωής, για την αύξηση της καταπίεσης...

Η διανοητικότητα ολοκληρώνει το φιλτράρισμα της γλωσσάς από την οικονομία...Ο μετασχηματισμός της ζωής σε παραγωγική δύναμη εκφράζεται... με τις αφηρημένες μορφές που μας στραγγίζουν από την ανθρωπιά μας... Η κοινωνία ανάγεται σε αγορά, οι απολαύσεις... γίνονται εργασία, η εργασία τείνει να διανοητικοποιείται...

Επειδή ο καταμερισμός της εργασίας αναπαράγεται μέσα στον καταμερισμό του σώματος, ο διαχωρισμός σε αφέντες και σκλάβους έκανε το κεφάλι δοχείο της διαχωρισμένης σκέψης. Η εμφάνιση μιας διανοητικής τάξης και μιας χειρωνακτικής τάξης μετέτρεψε το κεφάλι σε έδρα μιας εξουσίας που ελέγχει και απωθεί τη σεξουαλικότητα του υπολοίπου σώματος...

Ανάμεσα στο κεφάλι,που ελέγχει, κυβερνά, οργανώνει, και το υπόλοιπο σώμα, που εκτελεί τις διαταγές και [καταπνίγει τις επιθυμίες] , η "ταξική πάλη" ... κυριαρχείται από την οικονομία...σπάνια αποφεύγει την παγίδα της ανταλλαγής [της εμπορευματοποίησης των ανθρώπων] ...


Όταν το προλεταριάτο προσπαθεί να καταλάβει την εξουσία αντί να την καταστρέψει, η διανοητική λειτουργιά μετατρέπεται σε αφηρημένη ταξική συνείδηση που η ερμηνεία της ανήκει στους γραφειοκράτες, στους μεγάλους τιμονιέρηδες της προλεταριακής απελευθέρωσης... Δίχως την ατομική χειραφέτηση, η ταξική πάλη είναι ο κινητήρας της εμπορευματικής αυτοκαταστροφής...

Η γραφειοκρατικό-αστικη τάξη και το προλεταριάτο είναι οι δυο αντικειμενικές αφαιρέσεις της ίδιας αλλοτρίωσης, που βιώνεται διαφορετικά...»[σ.65-75]
του
Ραούλ Βανέιγκεμ
Από την “Βίβλο των ηδονών”
πίνακας: Μάξ Έρνεστ

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Οι Μέσα Μου Φωνές.

Δεν είμαι μόνος, φωνές με περιτριγυρίζουν, διάλογοι εσωτερικοί με κατακλύζουν. Διάλογοι, από φωνές τις οποίες τις περισσότερες φορές δεν τις αντιλαμβάνομαι, εκτυλίσσονται μέσα στο κεφάλι μου και όταν τις παίρνω χαμπάρι, εξαφανίζονται. Τρέχουν να κρυφτούν στα ανήλια λημέρια τους και με αφήνω να τις ψάχνω. Μάταια προσπαθώ να τις αποφύγω, να τις καταπνίξω, να τις ξεχάσω και να μην τους δώσω σημασία. Μάταια επίσης προσπαθώ να τις συλλάβω, να τις αιχμαλωτίσω. Να τις ακινητοποιήσω και να δω την ταυτότητα τους, από που προέρχονται και ταξιδεύουν μαζί μου χωρίς να το ξέρω;
Ξεπετάγονται χωρίς να το καταλάβω, χωρίς να αντιλαμβάνομαι ότι είναι εκεί και κλέβουν λέξεις, φτιάχνουν προτάσεις, δημιουργούν ατελείωτα αποσπασματικά κείμενα τα οποία αναφέρονται σε μένα και στις σχέσεις μου με τους άλλους. Αναρτούν το καθημερινό του ανακοινωθέν στην οθόνη του μυαλού που σπάνια το αντιλαμβάνομαι και του δίνω σημασία.
Φωνές που έρχονται από μακριά, φωνές που έρχονται από κοντά, φωνές που θρυμματίζουν τον χρόνο και μένουν αιωνόβιες μέσα στο πεπερασμένο μου μυαλό. Φωνές από το παρελθόν, ναι παρελθοντικές φωνές που βαπτίζονται στο σήμερα και γίνονται νεανικές τόσο που να μην μπορώ να τις ξεχωρίσω και να νομίζω ότι έρχονται από το μέλλον. Βρίσκονται εκεί για να δημιουργήσουν ένα διάλογο που ανεξάρτητα από εμένα απλώνει καταφάσεις και αρνήσεις μέσα μου την ώρα που κρέμομαι από την άκρη της αναπνοής μου.
Από την μια, με συγκρατούν, και από την άλλη με ωθούν, Με ορμηνεύουν, με συμβουλεύουν, μου απαγορεύουν, άλλοτε φιλικά, μητρικά θα μπορούσα να πω και άλλοτε αυστηρά, πατρικά.
Τελικά, μάταια προσπαθώ να τις διώξω, το καλύτερο νομίζω ότι είναι να τις καταλάβω. Να καταλάβω ότι είναι κομμάτια δικά μου, κομμάτια του εαυτού μου, που μαζί συνεργαστήκαμε για να είμαι αυτός που είμαι. Είναι οι κρυφοί σύντροφοι στην κατασκευή αυτού που βλέπω στον καθρέφτη, που σπάνια μαρτυράν την ταυτότητα τους, αλλά που ανήκουν πλέον σε μένα.
Τελικά πόσο ανάγκη τις έχω!
Κερεντζής Λάμπρος
Πίνακας: Jan Toorop


Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Το κοινωνικό στίγμα






�� Συνήθως το στίγμα αναφέρεται σε κάποιο εμφανές, κυρίαρχο
γνώρισμα μιας ομάδας. Όμως ο στιγματισμός είναι καθαρά
κοινωνική διεργασία.

�� Ο στιγματισμός βασίζεται στις κυρίαρχες πεποιθήσεις για το
γνώρισμα-στίγμα και όχι στο ίδιο το γνώρισμα.

�� Η αξιολόγηση του γνωρίσματος εξαρτάται από το πλαίσιο. Δεν
είναι απλώς απόκλιση, είναι αρνητική απόκλιση.

�� Επομένως, δεν ενδιαφέρει το αντικείμενο του στίγματος, αλλά η
ίδια η διαδικασία του στιγματισμού και οι επιπτώσεις της.

Τύποι ή διαστάσεις του κοινωνικού στίγματος;

�� Τύποι: φυλετικό, σωματικό, χαρακτηριολογικό στίγμα.

�� Διαστάσεις: ευλογοφάνεια, ικανότητα ελέγχου.

��Ευλογοφάνεια: το στίγμα είναι εξωτερικά ορατό ή μπορεί να
παραμείνει κρυφό;

��Ικανότητα ελέγχου: (θεωρείται ότι) το άτομο είναι υπεύθυνο
για την κατάστασή του;

�� Οι επιπτώσεις και οι στρατηγικές αντιμετώπισης διαφέρουν
ανάλογα με τον συνδυασμό των παραπάνω διαστάσεων.


Ποιες ατομικές και κοινωνικές λειτουργίες
υπηρετεί ο κοινωνικός στιγματισμός;

�� Βελτίωση της αυτοεικόνας: η απειλή κατά της αυτοεικόνας αλλά
και η υψηλή αυτοεκτίμηση συνδέονται με τον στιγματισμό.

�� Βελτίωση της κοινωνικής ταυτότητας: στιγματισμός και ενδο-
ομαδική εύνοια, ιδιαίτερα σε συνθήκες ανταγωνισμού.

�� Νομιμοποίηση του κοινωνικού συστήματος και μείωση της
διομαδικής σύγκρουσης: η θεωρία της κοινωνικής ισχύος.

�� Διαχείριση του υπαρξιακού άγχους: ο στιγματισμός αποδίδει
αξία στους θύτες και νόημα σε ένα τυχαίο σύμπαν, όπου οι
μόνες σταθερές είναι ο πόνος και ο θάνατος.


Το στίγμα από τη σκοπιά των θυτών

�� Διεισδυτικότητα: τα στερεότυπα ενεργοποιούνται αυτόματα,
ακόμα και όταν (σσ. ιδιαίτερα τότε!) τα άτομα προσπαθούν με
συνειδητό τρόπο να τα αποφύγουν.

�� Αμφιθυμία προς τα θύματα λόγω αντικρουόμενων αξιών, π.χ. η
αρχή της ισότητας έναντι της αξίας του ατομικισμού.

�� Άγχος επαφής με τα θύματα από φόβο ταύτισης, από αμφιθυμία
ή στην προσπάθεια αποφυγής του στερεοτύπου.

�� Ασυμφωνία στάσεων-συμπεριφοράς: ψευδείς αυτοαναφορές,
«μοντέρνος» ρατσισμός, αντικρουόμενες αξίες, υποσυνείδητη
επιλογή, ή κοινωνικό άγχος;


και η δυσχερής θέση των στιγματισμένων

�� Η εμπειρία του στιγματισμού: συνεχής απειλή, εμποδίζει την
πρόσβαση σε σημαντικούς πόρους επιβίωσης (π.χ. εργασία),
πλήττει την ατομική και συλλογική αυτοεκτίμηση.

�� Επίγνωση της απαξίωσης της κοινωνικής ταυτότητας: όμως
η υποβάθμιση της αυτοαξίας ΔΕΝ είναι αναπόφευκτη.

�� Στερεοτυπική απειλή: ο φόβος του θύματος ότι η ατομική
συμπεριφορά του θα ερμηνευτεί με βάση το στερεότυπο κι έτσι
θα το επιβεβαιώσει.

�� Η απόδοση των αιτίων της συμπεριφοράς είναι εξαιρετικά
αμφίβολη ακόμα και από τα ίδια τα στιγματισμένα άτομα.


Στρατηγικές αντιμετώπισης του στίγματος

�� Αιτιακές αποδόσεις: Το στιγματισμένο άτομο αποκτά εξωτερική
έδρα ελέγχου ώστε να αποδώσει τις αρνητικές εμπειρίες του.
Επίσης, αναγνωρίζει ευκολότερα την προκατάληψη απέναντι
στην ομάδα του, παρά απέναντι στο ίδιο προσωπικά.

�� Οι ευνοϊκές κοινωνικές συγκρίσεις ανυψώνουν την κοινωνική
ταυτότητα. Οι συγκρίσεις αυτές γίνονται, σε ατομικό επίπεδο
ε μέλη της εσω-ομάδας ή της εξω-ομάδας) είτε σε ομαδικό
επίπεδο.

��Ακόμα και οι μη ευνοϊκές συγκρίσεις μπορεί να λειτουργήσουν
θετικά για την κοινωνική ταυτότητα χάρη στον επιλεκτικό και,
γενικά, δημιουργικό χαρακτήρα τους.

�� Ψυχολογική αποδέσμευση και αποπροσδιορισμός, δηλ.
προσωρινή ή μαρκοπρόθεσμη αποσύνδεση της αυτοεκτίμησης
από τις αρνητικές επιπτώσεις του στιγματισμού. Το τίμημα για
αυτή την, κατά τα άλλα αποτελεσματική, στρατηγική είναι ότι
υποσκάπτει τα κίνητρα επίδοσης.

�� Σχόλιο: οι παραπάνω στρατηγικές είναι οι ίδιες με αυτές που
χρησιμοποιούν και τα μη στιγματισμένα άτομα σε περίπτωση
που η ταυτότητά τους απειλείται. Επομένως, είναι φυσιολογικές
και έχουν προσαρμοστικό χαρακτήρα. Η αποτελεσματικότητά
τους ποικίλει ανάλογα με την κοινωνική περίσταση που τις
ενεργοποιεί.


Οι επιπτώσεις του στίγματος

�� Επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής: δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι ο
στιγματισμός συνδέεται συστηματικά με χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Επισημαίνονται οι ατομικές διαφορές στην ευαλωτότητα στο
στρες, καθώς και η διάκριση μεταξύ γενικής και ειδικής (κατά
τομέα και κοινωνική περίσταση) αυτοεκτίμησης.

�� Επιπτώσεις στη σχολική επίδοση: τα στιγματισμένα άτομα
μπορεί να αποσυνδέσουν τη σχολική επιτυχία από το επίπεδο
αυτοεκτίμησής τους λόγω στερεοτυπικής απειλής.

�� Αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική αλληλεπίδραση: όχι
μόνο για τους στιγματισμένους, όχι μόνο ατομικές

πηγή:
Θέματα Κοινωνικής Ψυχολογίας
Πανεπιστήμιο Αθηνών
ΠΜΣ Προαγωγής
και Αγωγής Υγείας

Βασίλης Παυλόπουλος
vpavlop@psych.uoa.gr

Πίνακας: Francis Bacon