Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Η ισχύς στις διαπροσωπικές σχέσεις




Το υποκείμενο

Το υποκείμενο καθορίζεται γενετικά και επίκτητα από την οικογένεια καταγωγής του. Καθορίζεται επίσης από την εκπαίδευση καθώς και την κοινωνία μέσω της αλληλεπίδρασής του με το περιβάλλον.
Η παρουσία του δηλώνει μια ενότητα από ένα σύνολο χαρακτηριστικών που απαρτίζουν την ύπαρξή του και το καταστούν διαφορετικό από τους άλλους. Είναι ένα υποκείμενο εξόριστο μέσα στην μοναδικότητα του και η μοναδικότητα του εξόριστη μέσα στην συλλογικότητα. Σαν κάτι ξεχωριστό, ανόμοιο ψάχνει την ομοιότητα του, θέλοντας να διατηρήσει την διαφορετικότητα του.

Πρώτον το υποκείμενο βρίσκεται στο μεταίχμιο της σταθερότητας σαν οργανισμός και της συνεχούς αλλαγής του. Όπως επίσης βρίσκεται στο μεταίχμιο της διατήρησης της ατομικότητας του και της ανάγκης αποδοχής και συμμετοχής του στην ομάδα.
Στο μεταίχμιο της σταθερότητας σαν οργανισμός και της αλλαγής, όπως λέει ο Francisco Barela1 το υποκείμενο διακρίνεται από δύο καταγραφές. Η πρώτη περιλαμβάνει τα στοιχεία τα οποία παραμένουν αμετάβλητα με το πέρασμα του χρόνου και η δεύτερη τα στοιχεία που αλλάζουν. Η πρώτη έχει σχέση με την οργάνωση του συστήματος σαν οργανισμός και η δεύτερη με την δομή του. Έτσι στο υποκείμενο ξεχωρίζουμε τα οργανωτικά και τα δομικά χαρακτηριστικά. Τα οργανωτικά χαρακτηριστικά διατηρούν αναλλοίωτη την οργάνωσή τους σε σχέση με το περιβάλλον ενώ τα δομικά διαφοροποιούνται. Δηλαδή εγώ δεν είμαι ο ίδιος πριν από τρία χρόνια, πολλά δομικά στοιχεία του οργανισμού μου έχουν αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου, όπως έχω μεγαλώσει, έχω βάλει γυαλιά, κ.λ.π., αλλά παραμένω ο ίδιος, Παραμένω ο ίδιος διότι σε κοινωνικό και ψυχολογικό επίπεδο διατηρώ την οργάνωσή μου, σαν πατέρας, σαν σύζυγος, σαν επαγγελματίας.

Το άτομο, βρίσκεται επίσης στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ανάγκη της διατήρησης της ατομικότητας του αλλά και την ανάγκη να ανήκει σε μια ομάδα. Αυτό σημαίνει την ανάγκη της μοναχικότητας αλλά και της συντροφικότητας, την ανάγκη της διαφορετικότητας αλλά και της ομοιότητας. Σε αυτή την περίπτωση δοκιμάζεται συνεχώς η διάσταση της υποκειμενικότητας του που το διαμορφώνει σαν αυτόνομη οντότητα, απέναντι στην αντικειμενικότητα της συλλογικότητας, που πολλές φορές απαιτεί την εγκατάλειψη της αυτονομίας του και την υποταγή σε αυτή.

Το στοιχείο που διακυβεύεται ανάμεσα, πρώτον, στην οργάνωση σαν στοιχείο του ατόμου που μένει αναλλοίωτη και την δομή που αλλάζει,και δεύτερον, ανάμεσα στην κοινωνικότητα και την ατομικότητα, δεν είναι άλλο παρά αυτό της αυτονομίας.
Στην μεν πρώτη περίπτωση ο Francisco Barela μιλάει για την “αυτοποίηση” του υποκειμένου αντλώντας τα παραδείγματά του από το βιολογικό κόσμο των οργανισμών, ο οποίος μπορεί να αναπαράγει τα βασικά χαρακτηριστικά της οργάνωσής του από μόνος του ώστε να επιβιώσει, δηλώνοντας σαν σύστημα, μια αυτονόμηση από το περιβάλλον.

Στην δεύτερη περίπτωση μιλάμε για την υποκείμενο και τα όρια τα οποία δηλώνουν την θέση και το ρόλο του μέσα στην ομάδα, δηλαδή καθορίζουν την αυτονομία του ανάμεσα στην κοινωνικότητα και την ατομικότητα. Καθορίζουν την αυτονομία τόσο της σκέψης, του λόγου όσο και της συμπεριφοράς. Δηλαδή ένα υποκείμενο θεωρείται αυτόνομο μόνο μέσα από την αποδοχής της υποκειμενικότητας του, την αποδοχής της ελευθερίας του. Η έλλειψη ελευθερίας, δεν δηλώνει μόνο την απουσία του ατομικού σαν στοιχείο βιολογικό, αλλά και την απουσία λόγου και της πράξης σαν στοιχείο υπαρξιακό.

Η ατομικότητα από μόνη της δεν υφίσταται παρά μόνο σε αντιπαράθεση με την συλλογικότητα μέσα στην οποία εντάσσεται. Άρα η ατομικότητα διαμορφώνεται από το λόγο όσο και την πράξη του υποκειμένου μέσα στην συλλογικότητα που ανήκει. Από την άλλη η μορφή της συλλογικότητας σαν κοινωνική λειτουργία που στοχεύει στην αυτονόμηση θα πρέπει να επιτρέπει την εκδήλωση της υποκειμενικότητας. Υπάρχουν συλλογικότητες που η στόχευση του είναι περισσότερο η ταυτοποίηση και ομογενοποίηση του υποκειμένου παρά η καλλιέργεια της διαφορετικότητας και της αυτονομίας του.

Ο άλλος

Οποιαδήποτε η ενέργεια απέναντι στον άλλον εκφράζει την ύπαρξη μιας σχέσης μαζί του. Η σχέση αυτή μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, οι οποίες περιλαμβάνουν καταστάσεις ομοιότητας, διαφορών, διαδοχής, συνύπαρξης, αντίθεσης, αντιπαλότητας κ.λ.π. Οι μορφές της σχέση δηλώνει τρόπους συν-ύπαρξης, άρα στην ουσία η ύπαρξη δεν είναι παρά συν-ύπαρξη. Δηλαδή πάντα υπάρχουμε σε σχέση με τον άλλον και ποτέ μόνοι μας. Πάντα στην αναστοχαστική σκέψη, τον εαυτό μας, δεν τον συναντάμε ποτέ μόνο του. Ακόμα και η μοναχικότητα έχει σχέση με τον απομεμακρυσμένο “άλλο”.

Πάντα λοιπόν, ο εαυτός είναι μέρος μιας σχέσης, και πάντα προσδιορίζεται σε σχέση με κάποιους άλλους, είτε είναι μέλος μια οικογένειας, είτε μέλος μια εκπαιδευτικής, πολιτικής, ή επαγγελματικής ομάδας. Άρα όπως λέει πρώτα η φιλοσοφία και μετά η ψυχανάλυση: η υποκειμενικότητα μας συγκροτείται γύρω από την παρουσία του “άλλου”.

Οι άλλοι είναι εδώ να προσδιορίσουν το υποκείμενο και να καθορίσουν την μορφή της σχέσης μαζί του. Η διάφοροι βαθμοί ποιότητας μιας σχέσης εκφράζονται από τα συνώνυμά της της λέξης “σχέση” όπως σύνδεσμος, δεσμός, δέσιμο, συμφωνία, αρμονία, ή από την αρνητική της παρουσία όπως από την αδιαφορία, το χειρισμό, την επιβολή, την εξουσία... Όλες αυτές οι λέξεις εκφράζουν επίσης τις μορφές συναισθήματος και συμπεριφοράς που αναπτύσσεται στους κόλπους της.

Το συναίσθημα, με την σειρά του πηγάζει από την μορφή των αλληλεπιδράσεων των μελών της σχέσης. Οι αλληλεπιδράσεις ορίζονται σαν πράξεις της σχέσης. Η σχέση σαν πράξη όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης, διαμορφώνεται σαν χώρος γνώσης και διαύγασης. Διαύγασης του εαυτού αλλά και του “άλλου” μέσα στην σχέση. Του εαυτού σαν μέρος της πράξης κατασκευής της σχέσης, σαν συνακατασκευαστή, από την οποία απορρέει η γνώση της ύπαρξης σαν κομμάτι της συν-ύπαρξης με τον “άλλον”. Και του άλλου σαν προσπάθεια γνώσης και κατανόησης αυτού που είναι “έξω” από το υποκείμενο και ο οποίος “εισβάλλει” μέσω της αλληλεπίδρασης “μέσα” και συν κατασκευάζει την σχέση καθορίζοντας την σκέψη, το συναίσθημα και την συμπεριφορά του.

Η Ισχύς

Σύμφωνα με τούς κοινωνιολόγους CROZIER M. και FRIEDBERG E2 . Το υποκείμενο όπως λένε, σε σχέση με το σύστημα ορίζεται σαν ένας “παίχτης”. Ένας “παίχτης” δεν υπάρχει εκτός του συστήματος και καλείται να υπερασπίσει την θέση του μέσα σε αυτό για να “κερδίσει” την ελευθερία του. Το σύστημα λοιπόν καθορίζει την ελευθερία του παίχτη καθώς και την δράση του, αλλά το σύστημα υπάρχει μόνο μέσα από τον “παίχτη” και είναι ο μόνος που μπορεί να το αλλάξει.

Μιλώντας λοιπόν για την ισχύ εννοούμε ότι κάθε παίχτης έχει μια ισχύ μέσα στο σύστημα η οποία του επιτρέπει να κινηθεί και να το επηρεάσει. Η ισχύς αυτή προασπίζει την ελευθερία του μέσα σε αυτό και η προσπάθεια έγκειται από την μια να την υπερασπιστεί και από την άλλη να την επεκτείνει σε σχέση με τους άλλους.

Ένας άλλος βασικός όρος στην κοινωνιολογική ανάλυση των CROZIER M. και FRIEDBERG E είναι η “αβεβαιότητα”. Η “αβεβαιότητα” δηλώνει το ποσοστό ανασφάλεια που πηγάζει από την απρόσμενη συμπεριφορά του άλλου. Όσο ο “παίχτης” δεν γνωρίζει τι συμπεριφορά, ή τι στάση θα κρατήσει ο άλλος “ παίχτης” τόσο μειώνεται η ισχύ του μέσα στο σύστημα και το αντίθετο. Άρα η ισχύς έχει σχέση με την γνώση του “παίχτη” για την συμπεριφορά του “άλλου”

Κάθε πράξη συνιστά ένα ειδικό παιχνίδι γύρω από το οποίο οργανώνεται μια ειδική σχέση ισχύος. Έτσι όταν μέσα στην σχέση, ο Α αναπτύσσει μια ισχύ απέναντι στον Β, στο βαθμό να τον αναγκάσει να κάνει κάτι που δεν θέλει, τότε έχουμε να κάνουμε με μια σχέση εξουσίας.

Η εξουσία είναι μια μορφή σχέσης και εκφράζεται μόνο μέσω αυτής. Άρα η εξουσία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μια σχέσης και όχι ένα χαρακτηριστικό του ατόμου.

Η σχέση

Η διαπροσωπική σχέση είναι ένα ζωντανός οργανισμός που ζει και ανασαίνει. Που ανθίζει, αναπτύσσεται, εξελίσσεται, αλλάζει και πεθαίνει. Που διαμορφώνεται από τα μέλη της διαμορφώνοντάς τα.

Η σχέση με τον “άλλον” δεν είναι κάτι απλό όσο και αν φαίνεται. Αποτελεί το χωρόχρονο της ύπαρξης του υποκειμένου και το διαμορφώνει καθώς εκείνο προσπαθεί να την διαμορφώσει. Η σχέση είναι ο χώρος έκφρασης και διαμέσου αυτής της έκφρασης “παρουσιάζεται” το υποκειμένου σαν τέτοιο. Είναι μια θεατρική σκηνή, θα λέγαμε, όπου το υποκείμενο καλείται να “παίξει” τον ρόλο που έχει διαλέξει. Ένα θέατρο του οποίου πρωταγωνιστής είναι το ίδιο, το σενάριο όμως το γραφεί με άλλους. Μπορεί το θέατρο αυτό να το διακρίνει ένας αυθορμητισμός, αλλά οι ρόλοι έχουν γραφεί και ξαναγραφεί στο πέρασμα του χρόνου, με τέτοιο τρόπο ώστε η αυθορμησία της στιγμής να κρύβει μια ιστορικότητα που χρειάζεται έρευνα σε βάθος για να αποκαλυφθεί. Αυτό όμως δεν μειώνει την σημασία του αυθόρμητου της σχέσης.

Η σχέση επίσης ενώ φαίνεται ότι είναι ένας χώρος εξωτερικός στην ουσία καλύπτει ένα “εσωτερικό” χώρο που είναι δύσκολο να τον συνειδητοποιήσουμε. Καλύπτει ένα πεδίο “εσωτερικό” που πολλές φορές είναι μεγαλύτερο από αυτό που φανταζόμαστε. Δεν μπορούμε να την φανταστούμε διότι συνεχώς, όπως η σχέση “εξωτερικά” παίρνει πάντα νέες διαστάσεις και επεκτείνει, ή περιορίζει τα όρια της, με τον ίδιο τρόπο η εσωτερικότητα της αλλάζει και μεταμορφώνεται ανάλογα με τις εξωτερικές της αλλαγές.

Για να δώσει δική του τροπή στη σχέση το υποκείμενο καλείται να εκφράσει μέσα στα πλαίσια της την δική του εσωτερικότητα. Τον δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται και να ορίζει τα πράγματα, δηλώνοντας την ενεργητική παρουσία του μέσα από τον λόγο και την πράξη. Η ικανότητα αυτή ορίζει την ισχύ που έχει αποκτήσει μέσα στην σχέση και δηλώνει το δικαίωμα να καταλάβει τον χώρο τον οποίον θεωρεί ότι του ανήκει μέσα σε αυτή. Για να αποκτήσει αυτή την ικανότητα λοιπόν πρέπει να τολμήσει, να διεκδικήσει, ώστε η σχέση να του παράσχει την δυνατότητα έκφρασης.

Η σχέση όπως έχουμε αναφέρει είναι μια συνκατασκευή, μια συνεργασία με τον “άλλον” και χωρίς τον άλλον δεν μπορεί να υπάρξει. Σε αυτή την συνεργασία ο καθένα καλείται να προσφέρει την δυνατότητα εξέλιξής της. Η δυνατότητα αυτή εκφράζεται μέσα από την ενεργητική του, όπως αναφέραμε, παρουσία, μέσα από την πρωτοβουλία, καθώς και την διεκδίκηση της ελευθερίας να ενεργήσει μέσα σε αυτή και να την καθορίσει. Η δυνατότητα αυτή λοιπόν, έχει σχέση με τις ικανότητες του. Η ικανότητα ορίζει την ισχύ που έχει μέσα στην σχέση. Η ισχύς θέτει, αλλά και εκφράζει τα όρια της ανάπτυξης του υποκειμένου και αναπτύσσεται μαζί με αυτό.

Τόσο σε οργανικό επίπεδο, όσο σε ψυχολογικό, ή κοινωνικό, η ισχύς έρχεται σαν φυσιολογική εξέλιξη του υποκειμένου να ορίσει μέσα από την ανάπτυξή του, τις όλο και μεγαλύτερες ικανότητες του να επηρεάσει το περιβάλλον του και να το διαμορφώσει, σύμφωνα με τις ανάγκες του, δημιουργώντας, κατασκευάζοντας τον χώρο/χρόνο της ύπαρξής του στην σχέση με τον άλλον.

Η σχέση σαν χώρος/χρόνος ισχύος

Όπως αναφέραμε πάρα πάνω η εξουσία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας σχέσης και όχι ένα χαρακτηριστικό του ατόμου. Το θέμα λοιπόν της ισχύος (εξουσία) του υποκειμένου τίθεται στην συναναστροφή με τον άλλον και μέσα από αυτή αναπτύσσει της παρουσία ή την απουσία της.

Υπάρχω, σημαίνει ύπαρξη σχέσης με τον άλλον. Εφόσον όμως η σχέση με τον άλλο εκφράζει μια μορφή ισχύος, δεν μπορώ να υπάρξω, να επιζήσω, παρά μόνο, παζαρεύοντας με τους άλλους την θέληση μου να κάνω αυτό που μου ζητάνε, ή όχι. Να απαντήσω ή όχι στις προσδοκίες που έχουν για μένα. Αυτή η διαπραγμάτευση αποτελεί το ουσιαστικό περιεχόμενο της σχέσης.
Η σχέση λοιπόν, σαν χώρος/χρόνος ισχύος είναι χώρος/χρόνος διαπραγμάτευσης και συνεχούς επαναπροσδιορισμού της θέσης μου μέσα σε αυτή. Η προσέγγιση στις πηγές της εξουσίας, δηλαδή η δυνατότητα εναλλακτικής συμπεριφοράς και η συναισθηματική χρησιμοποίηση αυτών των δυνατοτήτων, αποτελεί τον όρο, όχι μόνο της σχέσης με τον άλλον, αλλά αποτελεί και το προτσές της προσωπικής ανάπτυξης και πρόσβαση στην δημιουργία ταυτότητας.

Η ισχύς του υποκειμένου μέσα στην σχέση αποτελεί ένα σημαντικό όρο ανάπτυξής του καθώς και της ανάπτυξης της μορφής της σχέσης. Η ισχύς αυτή, η οποία εκφράζει το ποσοστό δύναμης (εξουσίας) του υποκειμένου δεν έχει σχέση τόσο με την επιβολή και την καταπίεση του άλλου, όσο με την οριοθέτηση του. Έχει να κάνει με την περιφρούρηση ενός νοητικού και ψυχολογικού χώρου ελευθερίας κίνησης του υποκειμένου μέσα σε αυτή.

Η Ισχύς κατοικεί μέσα στην ελευθερία την οποία διαθέτει ο καθένας εκ των μελών της σχέσης. Άρα η ισχύς δηλώνει την ελευθερία και η ελευθερία την ισχύ του υποκειμένου. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς ισχύ.

Δηλαδή η ισχύς δηλώνει την δυνατότητα του υποκειμένου να αρνηθεί αυτό που του ζητάει ο άλλος. Εκφράζει την ικανότητα διαπραγμάτευσης μέσα στην σχέση. Η διαπραγμάτευσή περιλαμβάνει την αποδοχή, αλλά και την άρνηση όρων που δεν συμφέρουν το υποκείμενο. Η Ισχύς λοιπόν, εκφράζεται την ικανότητα διαπραγμάτευσης η οποία ορίζεται από την δυνατότητα άρνησης αποδοχής δεδομένων. Η άρνηση στα πλαίσια της διαπροσωπικής σχέσης, έρχεται να διαμορφώσει την σχέση και να ορίσει το πλαίσιο ελευθερίας του κάθε υποκειμένου μέσα σε αυτή.

Η άρνηση λοιπόν έχει σχέση με την προσπάθεια προστασίας και επιβεβαίωσης της ελευθερίας του υποκειμένου μέσα στην σχέση. Δηλώνει την προσπάθειά του να ορισθεί σαν υποκείμενο μέσα από το δικό του λόγο και όχι μέσα από το λόγο του άλλου. Μέσα από τα δικά του μάτια και όχι μέσα από τα μάτια των άλλων. Η δυνατότητα άρνησης παρέχει στο υποκείμενο ένα πλαίσιο ελευθερίας το οποίο μπορεί να ορισθεί σαν ζώνη αβεβαιότητας για τον άλλον της σχέσης, δηλαδή μη γνώσης της συμπεριφοράς του μέσα σε αυτή.

Η ύπαρξη μιας ζώνης αβεβαιότητας εκφράζει το απρόβλεπτο της συμπεριφοράς του υποκειμένου, προσφέροντας του την δυνατότητα έλεγχου, απέναντι στους συν κατασκευαστές της σχέσης. Ή “αβεβαιότητα” αυτή δηλώνει την δυνατότητα προστασία του χώρο/χρόνου ελευθερίας του μέσα στην σχέση. Δηλαδή πολύ απλά, όσο η συμπεριφορά του υποκειμένου δεν είναι δεδομένη και προβλέψιμη τόσο η ισχύς του είναι μεγάλη και ικανή να διαμορφώσει την σχέση, όσο είναι δοσμένη και προβλέψιμη τόσο η ισχύς του είναι μειωμένη και αναγκάζεται να συμμορφωθεί στην επιθυμία του άλλου, που σημαίνει υποταγή στην εξουσία του.

Η ισόβαθμη λοιπόν, ισχύς των μελών βοηθάει την σχέση τους να γίνει ένα πεδίο διαύγασης του εαυτό του και του “άλλου”, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης. Την κάνει ένα χώρο/χρόνο ελευθερίας και ανακάλυψης του κάθε υποκειμένου και της ίδιας της σχέσης. Πυροδοτεί την ύπαρξη της ισχύος σαν στοιχείο ενότητας και αλληλεγγύης και όχι διαχωρισμού και απόρριψης. Βοηθάει στην διαλογικότητα των μελών της προσπαθώντας να περάσουν πίσω από τα φαινόμενα και να μπουν στην ουσία των συναισθημάτων και των νοημάτων που διακυβεύονται στην συνακατασκευή της σχέσης.

Άρα η ισόβαθμη ισχύς του κάθε υποκειμένου στην συνκατασκευή της σχέσης διατηρεί μια ισορροπία που βοηθάει στην ανάπτυξή τόσο της σχέσης, όσο και των μελών της. Το αντίθετο, η διαφορά ισχύος οδηγεί σε ανισόρροπες σχέσεις, σε σχέσεις εξουσίας. Σε σχέσεις φόβου και ενοχής, όπου η ισχύς ανήκει και την μονοπωλεί μόνο το ένα μέλος και το άλλο νιώθει ανίσχυρο και υποταγμένο, χωρίς το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του μέσα σε αυτή.

Σημειώσεις

1.Varela Franancisco, « L’individualité : l’autonomie du vivant »
2.CROZIER M. και FRIEDBERG E1977, L'acteur et le système

Σας εύχομαι ευτυχισμένο το 2017 και σας ευχαριστώ πολύ για την αντοχή σας.

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας:Νίκου Εγγονόπουλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: