Δημόσιο/Ιδιωτικό: Συνοπτική ιστορική εξέλιξη των εννοιών

Δημόσιο/Ιδιωτικό (1)




/Γενικά

Η σχέση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, τόσο σαν έννοιες, όσο και σαν χωρικές διατάξεις, εκφράζεται με μία τέτοια ποικιλία διευθετήσεων, που μόνο στατική δε μπορεί να χαρακτηριστεί. Το αστικό περιβάλλον μπορεί σε μεγάλο βαθμό να γίνει αντιληπτό ως αποτύπωση αυτής σχέσης, ως μια υλική μορφή νοηματοδότησής της. Η παρατήρηση και ερμηνεία του αστικού περιβάλλοντος, είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την κατανόηση αυτής της σχέσης. Όσο οι πολιτιστικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί κλπ παράγοντες που διαμορφώνουν μια κυρίαρχη/ηγεμονική αντίληψη για αυτήν τη σχέση μεταβάλλονται, διαπιστώνουμε πως αυτή παίρνει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο χώρος δεν αποτελεί μόνο μια αντανάκλαση των παραπάνω παραγόντων, αλλά διαθέτει μια αναπαραγωγική δύναμη, που τον τοποθετεί στο ενεργητικό πεδίο των κοινωνικών διεργασιών. Υπ’ αυτήν την έννοια οποιαδήποτε χωρική παρέμβαση, όντας μία διαπραγμάτευση αυτής της σχέσης, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αποτελεί τελικά μια τοποθέτηση πάνω στην οργάνωση των κοινωνικών σχηματισμών.
Ερωτήματα όπως: τι είναι ο δημόσιος χώρος; ποια είναι το απαράβατα όρια της ιδιωτικότητας; τι ορίζεται ως ιδιωτική και τι ως δημόσια περιουσία; κλπ. δεν έχουν μια μονοσήμαντη απάντηση τόσο στον ιστορικό χρόνο όσο και στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές του κόσμου.


Αρχαία Αθήνα

Για την Hanna Arendt [1958], ο τρόπος που ορίζεται η δημόσια και ιδιωτική πραγματικότητα, είναι καθοριστικός για το πως δομούνται οι κοινωνικοί σχηματισμοί. Η Αρχαία Αθήνα, αποτελεί για την Arendt τη χρονική και χωρική συνθήκη όπου για πρώτη φορά στο Δυτικό πολιτισμό, ο διπολισμός αυτός εμφανίζεται ως συγκροτητικός για την πολιτική οργάνωση μιας κοινωνίας. Το ιδιωτικό (ίδιον) νοείται ως η φροντίδα για την επιβίωση στα πλαίσια της οικογένειας, ως ο κόσμος της αναγκαιότητας. Παρότι θεωρούταν δευτερεύσουσας σημασίας σε σχέση με το δημόσιο, δεν αποσυγκροτήθηκε, γιατί αποτελούσε την προϋπόθεση, για τη συμμετοχή στα κοινά. Η εσωτερική του λειτουργία όμως, σε αντίθεση με το δημόσιο, ήταν προ-πολιτική. Η χρήση βίας στο εσωτερικό του οίκου, δε ήταν μεμπτή αν εξυπηρετούσε τη διασφάλιση των «αναγκαίων». Η ύπαρξη δούλων ή η θέση της γυναίκας, δεν θεωρούνταν κάτι το αντιφατικό για την αρχαία ελληνική δημοκρατία μιας και τοποθετούνταν εκτός της σφαίρας της πολιτικής, δηλαδή εκτός του δημόσιου χώρου. Η ιδιωτικότητα, για τα δεδομένα της Αρχαίας Αθήνας δεν ήταν πολυτέλεια, αλλά περιορισμός και στέρηση. Το δημόσιο (κοινόν) θεωρείται ως η σφαίρα στην οποία λαμβάνει χώρα ο «πολιτικός βίος», ως ο κόσμος της ελευθερίας. Η πόλη, είναι ο τόπος όπου το «δημόσιο» (το πολιτικό) παίρνει υλική μορφή. Όσοι συμμετέχουν στην πόλη (στη δημόσια σφαίρα) θεωρούνται ίσοι, ανεξάρτητα αν στην ιδιωτική τους ζωή, είναι οι ίδιοι, φορείς ανισότητας. Για να έχει κάποιος το δικαίωμα συμμετοχής στο «δημόσιο», πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχει εξασφαλίσει το «ιδιωτικό», να μπορεί δηλαδή να επιβιώνει αυτόνομα. Το πολιτικό (δημόσιο), δεν ήταν το πεδίο όπου θα διευθετούνταν οι συνθήκες που εξασφαλίζουν την ιδιωτική ευημερία. Αντιθέτως, η ίδια η συμμετοχή στο δημόσιο/πολιτικό βίο, ως τέτοια, ήταν η απόλαυση της «καλής ζωής». Ο ιδιωτικός πλούτος δεν είχε κάποια αυτόνομη σημασία, αλλά ήταν το μέσο για τη συμμετοχή στα κοινά.

Η Αρχαία Ρώμη

Την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η διάκριση του ιδιωτικού με το δημόσιο φαίνεται να διατηρεί πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την Αρχαία Αθήνα. Εδώ το δημόσιο, πέρα από τόπος απόλαυσης και «καλής ζωής», έχει έντονη συμβολική διάσταση. Στο δημόσιο χώρο, προβάλλεται το «μεγαλείο» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέσω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής. Απ’ την άλλη, οι Ρωμαίοι σε αντίθεση με τους Έλληνες, φαίνεται να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ιδιωτικό. Θεωρούσαν, πως οι δύο πραγματικότητες, του δημόσιου και του ιδιωτικού, δε μπορεί παρά να υπάρχουν σε ισορροπία. Για τους Ρωμαίους, ο «οίκος», δεν ήταν απλά τόπος συγκέντρωσης πλούτου, που επέτρεπε τη συμμετοχή στα κοινά, αλλά χώρος στον οποίο αναπτύσσονταν η ενασχόληση με την τέχνη και την επιστήμη. Δεν είναι τυχαίο, πως στη Ρώμη συναντάμε το φαινόμενο των ιδιαίτερα ανεπτυγμένων πνευματικά δούλων. Έτσι, παρότι δούλοι υπήρχαν και στις δύο περιπτώσεις, φαίνεται πως στη Ρώμη, ο «οίκος» ήταν για το δούλο, ότι ήταν η «res publica» (το δημόσιο) για τους Ρωμαίους πολίτες. Στη Ρώμη, με λίγα λόγια, διατηρήθηκε μια αρκετά ισορροπημένη σχέση στη σημασία που δίδονταν στο δημόσιο και στο ιδιωτικό.

Μεσαίωνας

Στη διάρκεια του Μεσαίωνα, με την άνοδο των επαγγελματικών οργανώσεων, των συντεχνιών, και γενικά τη συγκέντρωση όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων γύρω απ’ την κατοικία, οι ανθρώπινες σχέσεις μοντελοποιούνται στη βάση του «οικιακού». Εδώ το «κοινό καλό» δεν είναι συνδεδεμένο με την ύπαρξη μιας πολιτικής (δημόσιας) πραγματικότητας, αλλά με την ικανοποίηση των κοινών (υλικών και πνευματικών) συμφερόντων μιας ομάδας ατόμων, όπου «αν ο καθένας κάνει σωστά τη δουλειά του», αυτή επιτυγχάνεται. Η επικράτηση της Χριστιανικής ηθικής, ως ηγεμονικής ιδεολογίας, αφήνει έντονα το αποτύπωμά της, υποδεικνύοντας σαν ιδανικό υποκείμενο, το άτομο το οποίο με την «καλοσύνη» και την πίστη του, εξασκεί μία ταπεινή, ενάρετη ζωή. Η κρίση όμως για το καλό και το κακό, για την ταπεινότητα ή μη, μπορεί να προέλθει μόνο απ’ το Θεό, και κατ’ επέκταση τις γραφές και τους κανόνες της Χριστιανισμού. Έτσι, οποιαδήποτε πράξη τοποθετείται εκτός του πλαισίου της αναγκαιότητας (αυτό που στην αρχαιότητα ήταν «δημόσιο») δεν μπορεί να έχει δημόσιο/πολιτικό χαρακτήρα (μιας και θα έπαυε να είναι μια ταπεινή πράξη), αλλά είναι πλέον μια μοναχική «συνομιλία» με ένα υπερβατικό Υποκείμενο, το Θεό. Ενώ λοιπόν, στο εσωτερικό του οίκου και στις δραστηριότητες που τον περιβάλλουν, οι νέες ηθικές αξίες ορίζουν, ανώτερα επίπεδα ισότητας των ανθρώπινων σχέσεων (γυναίκες, δούλοι), η δημόσια σφαίρα, άρα και η πολιτική, υποχωρεί σε μεγάλο βαθμό. Αυτή η υποχώρηση και εν τέλει, αποδόμηση της δημόσιας σφαίρας κατά την Arendt, συμβαίνει ιστορικά όταν επικρατεί μια γενικευμένη αντίληψη, πως ο κόσμος οδηγείται στο «τέλος» (όπως συνέβη με την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας).

Αναγέννηση και Διαφωτισμός

Σύμφωνα με την Arendt, η Νεωτερικότητα, απ’ την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό έως το μοντερνισμό του 19ου και 20ού αιώνα, αποτέλεσε μια τομή στον τρόπο που ορίζεται η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού. Την ολοκλήρωση αυτής της τομής, η Arendt, τη βλέπει στην ανάπτυξη της μαζικής κοινωνίας και της μαζικής κουλτούρας του 20ού αιώνα. Παρότι, η νεωτερικότητα αποτελεί την ιστορική περίοδο που ο δημόσιος χώρος, σχεδιάζεται και αντιμετωπίζεται ως ένα ειδικό πεδίο μελέτης, είναι συνυφασμένη με τη διαδικασία ανάπτυξης ενός νέου μοντέλου ζωής, που συμπίπτει με τη σταδιακή μετάβαση απ’ το σύστημα της φεουδαρχίας στον καπιταλισμό. Το σημαντικό, δεν είναι μόνο η ύπαρξη, η ποσότητα ή ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου αλλά κυρίαρχα το φορτίο σημασιών που τον περιβάλλουν. Η ανάπτυξη του ανθρωπισμού ως κυρίαρχη ιδεολογία, πέρα απ’ την κατοχύρωση δικαιωμάτων και ελευθεριών για τα άτομα, συνοδεύτηκε από μία αρκετά διαφορετική διαπραγμάτευση της έννοιας του δημοσίου. Πλέον, το υποκείμενο αναφοράς, είναι ο Άνθρωπος και τα δικαιώματά του. Ενώ, λοιπόν στην Αρχαία Αθήνα η «ιδιώτευση» αποτελούσε στέρηση και αποκλεισμό από την απόλαυση της επιθυμητής δημόσιας/πολιτικής ζωής, για τη νεωτερικότητα είναι στοιχείο των θεμελιωδών ελευθεριών του ανθρώπου. Παράλληλα, σε αντίθεση με το ρόλο που είχε η εργασία στην Αρχαία Αθήνα, ως μια διαδικασία χαμηλής σημασίας που δεν είναι άξια δημόσιου λόγου, πλέον παίρνει τη θέση της κεντρικής ανθρώπινης δραστηριότητας.

Μοντερνισμός

Σύμφωνα με την Arendt το νεωτερικό αξιακό πλαίσιο, που παίρνει την καθοριστική του μορφή με το μοντερνισμό, δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο που νοείται το δημόσιο και το ιδιωτικό. Περισσότερο, θολώνει το όριο ανάμεσα στη μία και στην άλλη πραγματικότητα, ενώ αναδύεται μια νέα που έρχεται να αντικαταστήσει τον προηγούμενο διπολισμό. Αυτή για την Arendt είναι το «κοινωνικό». Ο δημόσιος βίος, ή η πολιτική, είναι κεντραρισμένη γύρω απ’ τον κόσμο της αναγκαιότητας, αυτό που στην αρχαιότητα περιορίζονταν στο ιδιωτικό. Η παραγωγή, το εμπόριο, η κατανάλωση, είναι κεντρικές έννοιες γύρω απ’ τις οποίες εκτυλίσσεται η δημόσια ζωή στο μοντέρνο κόσμο. Για την Arendt αυτό αποτελεί μια μορφή «ιδιωτικοποίησης» της δημόσιας σφαίρας. Πλέον ο δημόσιος χώρος έχει κυρίαρχα, λειτουργιστικά χαρακτηριστικά και έχει χάσει τη δύναμή του να συγκεντρώνει, να συσχετίζει και να διαχωρίζει τους ανθρώπους. Αντίστοιχα, η ανησυχία για το ιδιωτικό, ο κόσμος της αναγκαιότητας, τα ιδιωτικά συμφέροντα φαίνεται να είναι τα μοναδικά πράγματα που αποτελούν κοινό τόπο ανάμεσα στους ανθρώπους στο δημόσιο βίο. Αν η δημόσια πραγματικότητα συγκροτείται ως αντικείμενο μέσα απ’ τις πολλαπλές θεάσεις των υποκειμένων, τότε όταν αυτές περιορίζονται σε μία (τον «κοινό τόπο» της μοντέρνας κοινωνίας) τότε το δημόσιο χάνει την υπόστασή του. Η εξουσία του άντρα-μονάρχη στον αρχαίο αθηναϊκό οίκο, έχει πλέον αντικατασταθεί απ’ την «ανώνυμη» διακυβέρνηση της μαζικής κοινωνίας στο όνομα του «κοινού σκοπού», του «κοινού στόχου». 

Η ισότητα ανάμεσα στα άτομα δεν αποτελεί την αφετηρία ενός πλουραλισμού κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών πρακτικών (Αρχαία Ελλάδα – «αίεν αριστεύειν») αλλά είναι το αποτέλεσμα της κανονικοποιητικής λειτουργίας του κομφορμισμού. Ο ιδιωτικός πλούτος, δεν έχει τη σημασία που είχε η ιδιωτική ιδιοκτησία στην αρχαιότητα ως μέσο συμμετοχής στα κοινά, αλλά έχει μια αυταξία, και πλέον αποτελεί μια κυρίαρχη γλώσσα κοινωνικών συμβολισμών. Αποτελεί πεδίο δημόσιου προβληματισμού, όπου η εξασφάλισή του για τους ανθρώπους εμφανίζεται σαν το βασικό διακύβευμα για την πολιτική. Το «κοινωνικό», με όλες τις αρνητικές έννοιες που του αποδίδονται από τη Arendt, είναι μία ηγεμονική συνθήκη για τις μοντέρνες κοινωνίες, που με την ανάδυσή του καταστρέφει ταυτόχρονα τη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα.

Μεταμοντερνισμός

Προχωρώντας στη μετανεωτερική εποχή, παρατηρούμε μια αντιφατική διαδικασία. Απ’ τη μία, αναπτύχθηκε τόσο στο επιστημονικό, όσο και στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο μία έντονη κριτική για τις αλήθειες και τα δεδομένα της νεωτερικότητας και συγκεκριμένα του μοντερνισμού. Κριτικάροντας το πολιτισμικό υπόδειγμα της μαζικής κουλτούρας-μαζικής κοινωνίας και την αντίληψη του Κράτους-εγγυητή του «κοινού σκοπού», ανοίχτηκαν νέοι δρόμοι για τον επαναπροσδιορισμό του δημόσιου-ιδιωτικού, αλλά και του τι ορίζεται ως «πολιτικό». Απ’ την άλλη όμως, αυτή η μεταστροφή, τουλάχιστον έτσι όπως εκφράζεται στο σύγχρονο πλαίσιο ζωής, δεν οδήγησε σε μία άμβλυνση των προβλημάτων που ήρθε να επιλύσει, αλλά μάλλον σε μία όξυνση. Μπορεί για την ιδιωτική σφαίρα πχ το δικαίωμα στη διαφορά, ως μία κατ’ εξοχήν ατομική/ιδιωτική επιλογή να θεωρείται αδιαπραγμάτευτο, όμως πρέπει παράλληλα να κατανοείται μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης των νέων υποκειμενοποιητικών (και απο-υποκειμενοποιητικών) τεχνολογιών της σύγχρονης κοινωνίας ελέγχου. Η «επανάσταση» του ατομικού, δε μεταφράστηκε σαν μία εκ νέου συγκρότηση του δημόσιου, ως ένα πραγματικά πολυ-θεατό αντικείμενο, αλλά μάλλον ως ολοκλήρωση μιας διαδικασίας εξατομίκευσης. 

Το δικαίωμα στη διαφορά και στον αυτοπροσδιορισμό, φαίνεται να χάνει το νόημά του όταν περιορίζεται στο δικαίωμα στην εξατομικευμένη κατανάλωση. Στο αφηρημένο επίπεδο της κυρίαρχης ιδεολογίας, οτιδήποτε συλλογικό, που δε σχετίζεται με το Κράτος και τους θεσμούς του, αντιμετωπίζεται καχύποπτα ως μία δυνητική μορφή επιβολής στο κοινωνικό σώμα. Ακόμα και το ίδιο το κράτος, όταν στη μοντέρνα εκδοχή του εμφανιζόταν ως ο εγγυητής του κόσμου της αναγκαιότητας (του «κοινού ιδιωτικού»), τουλάχιστον διαπερνώνταν από μία σύγκρουση διαφορετικών πολιτικο-ιδεολογικών αφηγήσεων. Στο μετανεωτερικό πλαίσιο, η υποχώρηση αυτών των συγκρούσεων, άνοιξε το δρόμο για μια περαιτέρω τεχνοκρατικοποίηση του κράτους. Τώρα, μοιάζει περισσότερο παρά ποτέ, ως ρυθμιστής των αδιαπραγμάτευτων δυνάμεων της οικονομίας. Η πολιτική, στη μετανεωτερική εποχή, αν την εξετάσουμε με βάση την αρχαιοελληνική έννοια, είναι στην πιο α-πολιτική μορφή της. Το δημόσιο, παρότι στον αρχιτεκτονικό/πολεοδομικό σχεδιασμό κατακτά κεντρική θέση, με την κριτική που ασκήθηκε στη μοντέρνα φονξιοναλιστική πολεοδομία, στην κυρίαρχη αντίληψη νοείται περισσότερο ως χώρος αναγκαστικών συναντήσεων στην καθημερινότητα της παραγωγής και της κατανάλωσης παρά ως το πεδίο του «πολιτικού βίου». Αν συνυπολογίσουμε, τη διεισδυτικότητα των υποκειμενοποιητικών μηχανισμών στην ιδιωτική σφαίρα, βλέπουμε πως αυτό που η Arendt ονόμασε «κοινωνικό», ως παράλληλη διάλυση του δημόσιου και του ιδιωτικού, γίνεται ακόμα πιο έντονο.

Όσο αφαιρετικά κι αν παρουσιάζονται οι συσχετίσεις των δύο αυτών πραγματικοτήτων, είναι καθοριστικές για το πως αρθρώνονται οι κοινωνίες ακόμα και στη φάση της σημερινής εποχής. Η ιστορική αναδρομή στη σημασία που αποδίδονταν σ’ αυτές τις έννοιες, βοηθάει αφενός στο να απεγκλωβιστούμε από μία μονοσήμαντη-εμπειρική αντιμετώπιση αυτής της σχέσης, και προχωρώντας, στο να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την πολλαπλότητα που παρουσιάζει όταν επιχειρείται να εξειδικευτεί σε συγκεκριμένες κλίμακες της κοινωνικής ζωής.

Πηγή:
απόσπασμα από την διπλωματική εργασία
των
Μάνος Αργύρης – Θάνος Μακρυνικόλας

Με τίτλο
Από την πολυκατοικία στο τετράγωνο: Ένα μοντέλο επαναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου και του ιδιωτικού

https://akea2011.com/2014/06/07/polikatikiatetragono/

πίνακας:Daniel Authouart

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.