Σαν ανυπεράσπιστο παιδάκι…



Ακόμα μια φορά αναγκάζομαι να μιλήσω για την κοινωνική κατάσταση προσπαθώντας να κατανοήσω την συμβαίνει χρησιμοποιώντας την επαγγελματικές μου γνώσεις σε ένα θέμα που ξεφεύγει των αρμοδιοτήτων μου. Θα ήθελα να έχω την επιείκειά σας…

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κοινωνία μας βίωσε και βιώνει δύσκολες κοινωνικές συνθήκες, (μνημόνια) οι οποίες αποδόθηκαν βέβαια σε παράγοντες που δεν έχουν να κάνουν με αυτή, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν μεγάλωσαν την αμφισβήτησης των διαφόρων πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων  καθώς και των θεσμών που συμμετείχαν σε αυτές,  εγχώριων και αλλοδαπών. Η κοινωνία μας λοιπόν βίωσε την οικονομική απειλή και στο βαθμό που δεν αναγνώρισε την δική της ευθύνη, η απειλή θεωρήθηκε κατευθυνόμενη από αυτούς που μια ζωή επιβουλεύονται την παρουσία της.

 Η ύπαρξη μιας νέας απειλής από την συμφωνία των Πρεσπών προκαλεί μια καινούργια κοινωνική αναστάτωση. Πυροδοτεί μέσα μας κάτι το αρχέγονο  το οποίο θα έλεγα ότι συνορεύει με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το συναίσθημα που απελευθερώνεται είναι ένας ανεξέλεγκτος  φόβος, και αυτός με την σειρά του απελευθερώνει την κεκαλυμμένη τόσο καιρό επιθετικότητα, που προβάλλεται σαν άμυνα, αλλά δεν μένει σε αυτά τα πλαίσια και ζητά εκδίκηση. «Δεν ξεχνώ» έγραφε μια εφημερίδα την επόμενη από την ψήφιση της συμφωνίας στην βουλή.

Δυστυχώς η επιθετική μας αγριότητα εκφράζει ένα πρωτογονισμό όπου όλοι οι θεσμοί οι οποίοι ασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας είναι υπό αμφισβήτηση, εκτός από το θεσμό του έθνους τον οποίο επικαλείται η ξέφρενη μάζα για υπεράσπιση του παραληρήματος της. Η έννοια του έθνους έρχεται λοιπόν να εναντιωθεί στους άλλους κοινωνικούς θεσμούς οι οποίοι εξασφαλίζουν την δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας, οδηγώντας στην έλλειψη σεβασμού, στην παραβίωση της νομιμότητας, στην υιοθέτηση συμπεριφορών όπου ο σεβασμός του άλλου παραχωρεί την θέση του στην βία, χωρίς κανένα ουσιαστικό κριτήριο, παρά μόνο την φαντασίωση της προσβολής της Ελληνικής ταυτότητας.

Επίσης αυτή η κατάσταση κατακλύζει το είναι του κάθε πολίτη και τον οδηγεί να ξεχάσει τι τον διαχωρίζει ιδεολογικά με τον άλλον. Τον οδηγεί να συναντηθεί στην κοινή πλατφόρμα ενός εθνικιστικού συναισθήματος που στοιχειοθετεί, όπως είπα, τον πανικό και την βίωση της απειλής σαν βασικά του χαρακτηριστικά. Απειλή από ένα επερχόμενο συναισθηματικό ακρωτηριασμό ενός ανύπαρκτου μέλους, μια  φανταστικής προέκτασης της ταυτότητας του, η οποία τόσα χρόνια δεν είχε συνειδητοποιηθεί σαν τέτοια. Βασικό λοιπόν στοιχείο δικαιολόγησης  της έξαρσης του εθνικισμού είναι η αίσθηση αμφισβήτησης της εθνικής ταυτότητας. Η αίσθηση ότι χάνουμε την χώρα μας και απειλούνται τα ζωτικά μας συμφέροντα.

Αυτό  που παρατηρούμε - και μπορεί να θεωρηθεί επικίνδυνο, πράγμα που επηρεάζει την στάση του πληθυσμού ενάντια στην κυβερνητική απόφαση - είναι ότι όλες οι αντιπολιτευόμενες πλευρές εξαπολύουν πυρά για την απόφαση της κυβέρνησης. Ακόμα και αυτές που συμφωνούσαν παλιά με αυτή. Προβάλουν την απόφαση σαν μια απώλεια της εθνικής μας ακεραιότητας, έτσι ώστε να παρουσιάζεται απειλητική για το μέλλον της πατρίδας.

Ο κάθε πολιτικός σχηματισμός για δικούς του λόγους προβάλει σαν υπέρτατη αξία αυτή του εθνικισμού υποβιβάζοντας όλες τις άλλες. Η δεξιά, μαζί με την άκρα δεξιά εναντιώνονται στην απόφαση για άκρως εθνικιστικούς λόγους, με τον ίδιο τρόπο και για δικούς τους λόγους το λεγόμενο κέντρο. Επίσης η αριστερά (ΚΚΕ και λοιπά), μέχρι η άκρα αριστερά προβάλλει και αυτή το εθνικιστικό της μένος ενάντια στον διεθνισμό τον οποίο λέει ότι αντιπροσωπεύει.

Εδώ αισθάνομαι ότι το ίδιο το πολιτικό σύστημα για λόγους που δεν έχουν σχέση με τα εθνικά θέματα, παρά μόνο με τις κομματικές βλέψεις του κάθε σχηματισμού, δημιουργούν και προωθούν μια σύγκρουση όπου ο λαός χρησιμοποιείται, ακόμα μια φορά, σαν εκτελεστικό όργανο των διεκδικητικών τους βλέψεων. Έτσι η υπευθυνότητα των κόμματων της αντιπολίτευσης είναι και αυτή σημαντική στο βαθμό που αυτά πρώτα, δεν σέβονται τους δημοκρατικούς θεσμούς που αντιπροσωπεύουν, αλλά εναντιώνονται στην νομιμότητα της κυβέρνησης να αποφασίζει και να εκτελεί τις αποφάσεις της. Την χλευάζουν, απειλούν και ανέχονται προπηλακισμούς των μελών της. Η ουσιαστική ανομία ξεκινάει λοιπόν από τις πολιτικές δυνάμεις που παρουσιάζονται ότι υπερασπίζονται την νομιμότητα παραβιάζοντας την.

Για να μπορεί να βιωθεί η συμφωνία των Πρεσπών σαν απειλή απώλειας της εθνικής ταυτότητας και όχι σαν στοιχείο ενίσχυσις της συντρέχουν πολλοί λόγοι. Λόγοι οι οποίοι ξεπερνούν την πραγματικότητα και μπαίνουν στο χώρο του φαντασιακού, όπου η οποιαδήποτε απειλή είναι ικανή να προκαλέσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης του πληθυσμού όπως ανέφερα παραπάνω.

Μια απειλή που φαίνεται να συναντά την μοναξιά του κάθε πολίτη, την αίσθηση της ματαίωσης και την ανημποριά του από μια καθημερινότητα που τον προσπερνά και τον κάνει να αναζητά συναισθηματικό διέξοδο και το βρίσκει κάτω από την σκέπη ενός παράλογου εθνικισμού. Η απειλή αυτής της μορφής, συναντά τις βιωμένες απειλές του προσφάτου παρελθόντος, όπως ανέφερα, και αποσπά τον κάθε πολίτη από την σκληρή πραγματικότητα του. Προβάλει μια λανθασμένη αίσθηση του «δεν είμαι μόνος» και το σπουδαιότερο βοηθά στο άδειασμα της καλυμμένης βίας και επιθετικότητας, χωρίς ανάληψη ευθύνης, δικαιολογώντας την σαν φυσιολογική αντίδραση στον υποτιθέμενο εχθρό.

 Έτσι η συμφωνία των Πρεσπών σαν απειλή της εθνικής κυριαρχίας γίνεται η ευκαιρία της επιβεβαίωσης μιας μαζικοποίησης η οποία στηρίζεται στην αίσθηση της απειλής από την παρουσία του άλλου και προκαλεί το κλείσιμο της κοινωνίας και τον αποκλεισμό του. Προκαλεί λοιπόν μια αμυντική στάση δηλαδή κλείνει, περιορίζει, και καθορίζει τα όρια μέσα από το συναίσθημα του φόβου της παραβίασης της και δικαιολογεί την βίαιη αντίδραση του κάθε πολίτη σαν φυσιολογική.

 Η όλη επιχείρηση γίνεται επικίνδυνη στο βαθμό που υποστηρίζεται ότι η παρουσία του διαφορετικού, είτε αυτό είναι μια ιδέα, είτε πρόταση, είτε παρουσία, βιώνεται σαν τη μέγιστη απειλή για το έθνος και βιώνεται επίσης σαν η μέγιστη απειλή για την ελευθερία του πολίτη, ο οποίος ταυτίζεται με αυτό.

 Αυτό όμως που είναι λυπηρό είναι ότι η μορφή αντίδρασης της ελληνικής κοινωνίας στηρίζεται σε μια έλλειψη ουσιαστικής γνώσης πάνω στο θέμα. Στηρίζεται στην συνεχή παραπληροφόρηση και την προσπάθεια πυροδότησης της αίσθησης της απώλειας, της ανασφάλειας και του φόβου οι οποίες προκαλούν την αμφισβήτηση των συμφερόντων της τα οποία υποστηρίζει η κυβέρνηση, όσο και την καλή πρόθεση των εταίρων, όπως ευρωπαϊκή ένωση κ.λ.π.,.

Αυτή η κατασκευασμένη πραγματικότητα πριμοδοτεί την αίσθηση ότι όλοι και όλα είναι εναντία στην Ελληνική κοινωνία, οδηγώντας όπως είπαμε, στην αμφισβήτηση των δυνατοτήτων της καθώς και των ικανοτήτων που την διακρίνουν σαν διαπραγματευτή στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκακιέρα, με αποτέλεσμα το κλείσιμο στον εαυτό της, την απομόνωση και την αποφυγή των άλλων σαν στοιχεία που επιβουλεύονται την ύπαρξή της.

 Σε αυτή την περίπτωση σκέπτομαι ότι η Ελληνική  κοινωνία, από την μια καλλιεργεί μια υπέρμετρη ιδέα για τον εαυτό της  και από την άλλη δεν αξιολογεί σωστά  την σημαντικότητα της παρουσίας της, υποτιμά την ισχύ της και πολύ εύκολα υιοθετεί μια αίσθηση μικρότητας και ανομολόγητης ανημποριάς .

Θα έπαιρνα το ρίσκο να την παρομοιάσω μ’ ένα  παιδί που από την μια αισθάνεται ότι κανείς δεν δεν το αγαπάει και επιζητεί το καλό του, όχι όμως γιατί είναι "κακό" - και εδώ χρειάζεται την επέμβαση της ψυχιατρικής – αλλά, όπως πιστεύει, διότι είναι το καλύτερο από όλα τα άλλα και το ζηλεύουν.

Κερεντζής Λάμπρος


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ρατσισμός: Αίτια – Συνέπειες

Η αυτοχειρία ενός 14χρονου

Ο Σαδισμός (Έριχ Φρόμ)