Υποκείμενο: Υποταγή, ή Συμμετοχή





Η υποταγή...

Ο άνθρωπος σαν υποκείμενο μέσα στην ιστορία διαμορφώθηκε από την παρουσία πάντα μιας εξουσίας. Η κατασκευή του εμφανίζεται φυλογενετικά και ιστορικά σαν αντικείμενο πρωτίστως της θρησκείας και μετά της πολιτικής. Σε αυτή την περίπτωση, η οικογένεια σαν θεσμός έρχεται να βοηθήσει εφαρμόζοντας, αναπαράγοντας και σταθεροποιώντας τις επιταγές και των δύο.

Όπως λέει ο Μπολιμπαρ1. ανάμεσα στην υποταγή και την αναγκαιότητα υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Σε κοινωνικό επίπεδο η επίγεια εξουσία για να λειτουργήσει αποτελεσματικά έπρεπε να επικαλεστεί την κατευθείαν σχέση της με το θείο. Έπρεπε να εμφανιστεί σαν υποκατάστατο της θεϊκής εξουσίας, σαν θέλημα θεού. Έτσι η υποταγή φαίνεται ότι εμπεριέχει και επενδύει την εξουσία με μια μορφή μεγαλείου. Μ' ένα θαυμασμό του υποκειμένου γι' αυτή. Με ένα δέος, κάτι που ξεπερνά την επίγεια καθημερινότητα αποδίδοντας της υπερφυσικές δυνάμεις. Δυνάμεις που ξεπερνούν την λογική προσέγγιση των καταστάσεων.

Έτσι στην αναγκαστικότητα, η θέληση του υποκειμένου μπορεί να είναι αντίθετη με την παρουσία της και παρόλο την αποδοχή της εντούτοις, να γίνεται ξεκάθαρη η αντίθεσή αυτή. Στην υποταγή η επιθυμία του υποκειμένου συναντά την υπερφυσική διάσταση της εξουσίας. Δηλαδή η θεϊκή της προέλευση ξεπερνά την πραγματικότητα και παρουσιάζεται σαν μια ανώτερη δύναμη με την οποία ταυτίζεται και αποτελεί πλέον μια εσωτερική και όχι εξωτερική κατάσταση του υποκειμένου. Μια εσωτερική πλέον ανάγκη για υποταγή μπροστά στο μεγαλείο του θεού. Μέσα από αυτή την ανάγκη διαμορφώνεται το άτομο σαν υποκείμενο, η οποία ακόμα και αν το οδηγεί στην αποδοχή άνευ όρων της καταπιεστικής παρουσία της, εντούτοις αυτή έρχεται να απαντήσει σε μια ψυχική αναγκαιότητα του. Η συγκρότησή του περιλαμβάνει την υποταγή σαν το βασικό πλαίσιο αναφοράς του. Πράγμα που το αποτρέπει από την εκδήλωση της αντίθεσης ή της άρνησης στο πρόσωπό της.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η κυριαρχική δύναμη της εξουσίας επενδεδυμένη με ένα θεϊκό μανδύα γίνεται αποδεχτή όσο και απόλυτη και αυστηρή και είναι. Η απολυταρχικότητα εκπορεύεται από τον θεό. Το υποκείμενο πρέπει να την αποδεχθεί χωρίς αμφισβήτηση, Διότι, αυτή είναι που του προσφέρει την εξήγηση της παρουσία του στην γη. Αυτή ορίζει το νοηματικό περιεχόμενο της ύπαρξής του, σε αυτή επίσης οφείλει την ανάπτυξη του. Έτσι σαν κατασκευή της θεϊκής εξουσίας και της επίγειας αντιπροσώπευσης της το υποκείμενο αποδέχεται την μικρότητα του. Αποδέχεται την παράδοση της ευθύνης της ύπαρξής του σε αυτήν, πράγμα που εξασφαλίζει την επιβίωσή, αλλά συγχρόνως του αφαιρεί την ελευθερία του.

Έτσι διαμορφώνεται μια πραγματικότητα όπου η υποταγή εγγράφεται σαν συστατικό της κατασκευής του υποκειμένου. Η συγκρότηση του επιτυγχάνεται μέσα από αυτή, η οποία καθορίζεται από το ποσοστό της πίστη του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες μπορούμε να μιλάμε για την διαμόρφωση μια επιθυμητής υποταγής η οποία αποτελεί στοιχείο της θέλησης του υποκειμένου και όχι μια μορφή εξαναγκασμού που επιβάλλεται από έξω.

Σε αυτή την περίπτωση η αναζήτηση της ευτυχίας αποτελεί το προϊόν της υποταγής του ατόμου σε αυτήν, που σήμαινε την προσαρμογή της συμπεριφοράς του σύμφωνα με τις απαιτήσεις της. Μόνο αυτή η στάση θα οδηγηθεί στην ευημερία η οποία όμως δεν είχε να κάνει τόσο με τον επίγειο βίο, αλλά με τον ουράνιο, την δευτέρα παρουσία. Έτσι η ευτυχία είχε ένα περιορισμένο χώρο ο οποίος ορίζεται από την απολυταρχικότητα της θεϊκής εξουσίας μέσω των επίγειων αντιπροσώπων της. Δηλαδή η ευτυχία φαίνεται ότι πηγάζει από την πίστη στον “ύψιστο” είτε θεό, είτε ηγεμόνα, ο οποίος ήταν και είναι ο αντικαταστάτης του και αποτελεί δική του δικαιοδοσία και όχι αυτή του υποκειμένου. Σε αυτή την περίπτωση η εξουσία δεν αναζητεί μόνο την συμμόρφωση, αλλά και την δουλική συμπεριφορά του υποκειμένου.

Η ευτυχία του ατόμου, λοιπόν εξαρτάται από το ποσοστό αποδοχής της νόμιμης κυριαρχίας της απολυταρχικότητας. Ο απολυταρχισμός ιστορικά όμως ενώ εμφανίζεται σαν να γνωρίζει τα πάντα είναι γεμάτος με αντιθέσεις. Δηλαδή διακρίνεται από μια αστάθεια, έτσι ώστε η αστάθεια των προβλέψεων του μεταδίδεται στο υποκείμενο και αυτή η κατάσταση είναι τις περισσότερες καταστροφική. Καταστροφική διότι αφαιρώντας του την πίστη και τον έλεγχο του εαυτού του βρίσκεται εκτεθειμένο σε δυνάμεις που το ξεπερνούν και στις οποίες χρειάζεται να υποταχθεί.

Η συμμετοχή...

Το πέρασμα από την ηγεμονία του ενός στην εγκαθίδρυση της δημοκρατίας μετατρέπει τον υπήκοο σε πολίτη. Αν σαν υπήκοος το υποκείμενο παραδίδει την ευθύνη του εαυτού του, και υποτάσσεται στο λόγο και τα έργα του θεόσταλτου ηγέτη, στην δημοκρατία καλείται να συμμετέχει και να εκδηλώνει την βούληση και την κρίση του. Η μεγάλη διαφορά λοιπόν επικεντρώνεται στο γεγονός ότι σαν υπήκοος ήταν αρχούμενος,  σαν πολίτης όμως, μπορεί και αυτός να ασκήσει εξουσία. Αυτή η νέα κοινωνική κατάσταση περιλαμβάνει το υποκείμενο σαν εν δυνάμει ενεργό παράγοντα στην διαμόρφωση την παρουσία του σαν πολίτη, η οποία έρχεται στην συνέχεια να αλλάξει άρδην την κοινωνική του κατάσταση.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλης το “μετέχειν” αποτελεί το βασικό στοιχείο της πολιτικής ουσίας του ανθρώπου. Ο άριστος πολίτης είναι αυτός που συμμετέχει στις αποφάσεις της πόλης του. Η συμμετοχή εκφράζεται με το “ βουλεύεσθαι” και το “κρίνειν” πράγμα που σημαίνει την ανάληψη της ευθύνης του, για την ευημερία της πόλης και του ίδιου. Που σημαίνει επίσης την παρουσία της ελευθερίας, όπου το άτομο ζει “κατά προαίρεση”, δηλαδή απολαμβάνει την ικανότητα του να επιλέγει ελεύθερα και να μην ζει υπό το κράτος της υποχρέωσης και του εξαναγκασμού. Δηλώνει επίσης την αποδοχή των νόμων της πολιτείας, εφόσον οι νόμοι είναι αυτοί που διαφυλάσσουν την ελευθερία του σαν πολίτη.

Άρα σαν πολίτης το υποκείμενο γίνεται ένα κοινωνικό ον περισσότερο από μια “ψυχή” που συναντά μέσα από τον θεό την αθανασία. Σε αυτή την περίπτωση η υποταγή του πολίτη εγγράφεται σαν υπακοή στους νόμους και την πολιτεία. Δεν είναι υποταγμένος σε μια ανώτερη δύναμη η οποία κυριαρχεί εσωτερικά και εξωτερικά και την οποία δεν μπορεί να την ελέγξει , αλλά υποτάσσεται σε μια πολιτική αρχή στην οποία συμμετέχει και αναγνωρίζει στο πολίτη όχι μόνο υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα του.

Η έννοια του πολίτη έρχεται να διαμορφώσει το άτομο από υποταγμένο υποκείμενο σε μια ανώτερη υπερφυσική εξουσία, όπου το δέος της είχε σκάψει λαγούμια τρόμου της τιμωρίας μέσα στην “ψυχή” του, αφαιρώντας του οποιαδήποτε πρωτοβουλία, σε ένα ενεργό πολίτη ο οποίος συμμετέχει με την βούληση του στις αποφάσεις της πόλης του. 

Εάν στην θεία εξουσία του βασιλιά το βασικό στοιχείο του υποκειμένου ήταν η υποταγή, στην δημοκρατία είναι η συμμετοχή. Η συμμετοχή σημαίνει την ελευθερία έκφρασης τόσο της βούλησης, όσο και της κρίσης μετατρέποντας το από ένα παθητικό αποδέκτη της ουράνιας βούλησης του κυρίου, σε ενεργητικό και υπεύθυνο παράγοντα διαμόρφωσης του κόσμου και του εαυτού του.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:Max Ernst

1Γκαστόν Μπολιμπάρ Γάλλος φιλόσοφος Καθηγητής του πανεπιστημίου Paris 10 Nanterre.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ρατσισμός: Αίτια – Συνέπειες

Ο Σαδισμός (Έριχ Φρόμ)

Ήμουν ένα σπίτι επιπλωμένο από άλλους.