Αλκοόλ και τσιγάρο Το ξεκίνημα των εθισμών






H ενηλικίωση

Ένα απόγευμα περνώντας από ένα πεζόδρομο στην περιοχή μου, ανάμεσα στα απλωμένα τραπεζάκια που μάζευαν τις παρέες των εφήβων στην αγκαλιά τους, στάθηκα μπροστά σε τέσσερις από αυτούς καθισμένους αρχοντικά που χαμογελούσαν χαζά σε τέσσερα τεράστια ποτήρια μπίρα μπροστά τους. Ο ένας από αυτούς έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα και κέρασε τους άλλους και οι δύο το πήραν δισταχτικά ενώ ο τέταρτος έγνεψε ότι δεν ήθελε. Από αυτούς ο ένας που πήρε τσιγάρο φαινόταν ότι το έκανε πρώτη φορά, ενώ οι άλλοι δυο είχαν μεγαλύτερη πείρα ειδικά αυτός που κουβαλούσε το πακέτο. Ο τέταρτος έμενε άκαπνος, ως πότε σκέφτηκα. Ανάψανε το τσιγαράκι τους και εγώ πήγα και κάθισα σε μια γωνία, σαν κάποιον που περιμένει κάποιον και τους παρατηρούσα. 
 
Θα ήταν, σκέφτηκα, μια από τις πρώτες φορές που αυτά τα παιδιά άνοιγαν το βήμα προς την ενηλικίωση, μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή που τους ανέθρεψε μέχρις αυτή την στιγμή. Αυτό το άραγμα στο σοφιστικέ μπαράκι, αυτό το τσιγάρο που λιβάνιζε τα δάκτυλα, και το χρυσό υγρό που περίμενε για να ακολουθήσει η ζαλάδα και η αίσθηση της ατμόσφαιρας που βρομούσε μια ελευθερία ενήλικα η οποία μπορούσε να μεταφραστεί σε δημιουργία καινούργιων εξαρτήσεων που σήμαινε επίσης είσοδο στο δρόμο της κοινωνίας σαν ισότιμο μέλος μιας ανισότιμης κοινωνίας. Τα παλικαράκια αυτά βγαίναν στο δρόμο την στιγμή που ο δρόμος αρχίζει να γίνεται άγρια κοινωνικός, αδυσώπητα απαιτητικός, ανελέητος σε κάθε λάθος που τους περίμενε. Διότι τα τέσσερα παλικαράκια της ιστορίας μας δεν γνώριζαν παρά μόνο το χρυσαφένιο υγρό που έπαιζε με τις τελευταίες ηλιαχτίδες εκείνης της ημέρας. Δεν είχαν σκεφτεί και ίσως θα τους πάρει χρόνο να αντιληφθούν το τέλος μιας περιόδου ξεγνοιασιάς και προστατευμένης ζωής. Πόσο βιαζόταν να αφήσουν πίσω την εξαρτημένη ύπαρξη, να περάσουν σε κάτι άλλο πιο μακρύ και μεγάλο αλλά και πόσο ο φόβος κουβαλούσε μέσα τους την αμφιβολία, αλλά και την σιγουριά ότι μπορούσαν να ελέγξουν τις καταστάσεις, όπως αυτό το ξανθό περιεχόμενο που κοιτούσαν με θαυμασμό και ικανοποιήση. Η ενηλικίωση, η ανάγκη να τους πάρουν στα σοβαρά, να τους υπολογίζουν σαν ισάξιο μέλος της οικογένειας, όλα αυτές οι αισθήσεις που ζητούν δικαίωση, που ζητούν αναγνώριση θα κολυμπούσαν στο ξανθό υγρό μέσα στο στομάχι τους εκείνο το απόγευμα.

. Στην εποχή μας αυτή η ενηλικίωση περνάει πρώτα από το ποτό και το τσιγάρο. Αυτός είναι ο τελετουργικός χωρόχρονος της ενηλικίωσης, αυτές είναι οι πρώτες εθιστικές ουσίες που εισάγουν τον έφηβο στην κοινωνία της ευχαρίστησης και μάλιστα της απαγορευμένης σε αυτή την ηλικία. Το πρώτο “φτιάξιμο” ξεκινάει από αυτές τις δυο νόμιμες ουσίες, τις οποίες οι γονείς τις θεωρούν φυσιολογικά παρούσες στην ανάπτυξη του παιδιού τους. Ήμουν λοιπόν, μπροστά στο ξεκίνημα των εθισμών. Το αλκοόλ και το τσιγάρο στέκονταν σαν τις πύλες του παραδείσου, σαν το εσωτερικό μονοπάτι αναζήτησης και αποφυγής της προσωπικής αίσθησης της ανεπάρκειας και του κοινωνικού απομονωτισμού, σαν την πολυσύχναστη κοινωνική λεωφόρο που το άτομο ψάχνει μια θέση για να κυκλοφορήσει το νεανικό του όχημα. Πόσο εύκολο είναι να χαθεί και πόσο δύσκολο να την βρει. Ήμουν μπροστά σε μια τέτοια αναζήτηση, μπροστά στους εθιστικούς κοινωνικούς δρόμους που περιμένουν την αμέριμνη νεότητα να γεράσει μέσα στα σαγόνια τους. Και η κοινωνία αχόρταγη μανούλα με σάρκες στα δόντια, με γερασμένα εντόσθια απλωμένα σε κρυφά διαμερίσματα, διάτρητα από την κατάχρηση της μοναξιάς και την αποφυγή της πραγματικότητας, διαφημίζει τα προϊόντα της βιαστικής ή μόνιμης διαφυγής, αρπάζοντας τους νέους από το χεράκι, οδηγώντας τους στην ψευδό-επιβεβαίωση του μέλλοντος και του εαυτού τους, που δεν είναι παρά η παραίσθηση ενός κόσμου ελεγχόμενου και διάτρητου από την απουσία τους. 
 
Το αλκοόλ και η νικοτίνη είναι ουσίες που κυλάνε στις φλέβες κάθε πολιτισμού, και προσφέρουν στον έφηβο την αίσθηση συναισθηματικής προσέγγισης με τους άλλους, την προσέγγιση με τον εαυτό του, την τόλμη στην ατολμία να προφέρει τις λέξεις που τον παρουσιάζουν σαν αυτό που δεν είναι, ή δεν μπορεί να φτάσει. Έτσι η χρήση αλκοόλ και τσιγάρου ξεκινά από μια αίσθηση έλλειψης του εαυτού. Από μια μολυσματική σκέψη κατωτερότητας και την αποφυγή της. Ξεκινάει από την αναζήτηση της ταυτότητας που αποκαλύπτεται μέσα στο θολό τοπίο από την αιθάλη του καπνού και από το πυθμένα του ποτηριού. Μέσα από αυτή την έλλειψη και την ανάγκη αποφυγής από το άγχος της μοναχικότητας, της διαφορετικότητας και του αποκλεισμού, το αλκοόλ και ο καπνός φαντάζουν σαν το μαγικά διάμεσα σε μια πρόσκαιρη πληρότητα, που ξεχειλίζει από αίσθηση του κενού που θα επακολουθήσει. 
 
Σύμφωνα με την αξιολογική κλίμακα που επικρατεί στην παρέα το αλκοόλ και το τσιγάρο, αποτελούν το κεντρικό σημείο ενός συστήματος συμπεριφοράς που περιλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες στάσεις και πόζες την ίδια συμπεριφορά για να μπορεί κάποιος να είναι μέρος του συστήματος και των αξιών του. Αυτή η κατάσταση που έχει να κάνει με την αποδοχή του εφήβου και την προσπάθεια ταυτοποίησης του με αυτή, δημιουργεί ακόμα ένα άγχος Η καταναλωτική ευχαρίστηση, που μετατρέπεται σε ηδονή της κατανάλωσης, θα κουβαλήσει τον έφηβο σε χώρες άγνωστες του εαυτού του, που ποτέ δεν είχε επισκεφτεί μέχρι τώρα. Τόσο η ηδονή, όσο και η αποφυγή, είναι εδώ για να κάνουν αυτό το ωραίο κράμα της εθιστικής νοοτροπίας και να δώσουν ένα διέξοδο στην μικρότητα, ή την βιωμένη ανικανότητα του εφήβου, όπως είπαμε, σαν βασική αίσθηση του εαυτού του.


Η οικογένεια


Η εφηβεία πάντα ήταν μια κρίσιμη ηλικία. Είναι η ηλικία που εμπεριέχει την προσέγγιση της απομάκρυνσης από την οικογενειακή εστία, που σημαίνει την διαφοροποίηση της ομοιότητας που κουβαλάει ο έφηβος μέσα του και που στο τέλος ενώ έχει αναχωρήσει για την απομάκρυνση από τα οικογενειακό πρότυπα και τις απαγορεύσεις, προσπαθώντας να αποφύγει τις αλλεπάλληλες εικόνες του παιδιού που οι γονείς του στέλνουν συνεχώς, δηλαδή την ανικανότητα ανάπτυξης του μέσα σε αυτό το βλέμμα, στην ουσία βρίσκεται ακινητοποιημένος στην παθητικότητα και την εξάρτηση. Η αίσθηση της ανεπάρκειας που τυλίγει το έφηβο αποτελεί το προϊόν των αλληλεπιδράσεων στην οικογένεια. Οι οικογενειακές σχέσεις εμπεριέχουν το μεγαλύτερο ψυχοκοινωνικό ρίσκο για τον έφηβο. Ένα ρίσκο που οι γονείς τις περισσότερες φορές δεν το βλέπουν και ας είναι αυτοί που το χειρίζονται. Το ρίσκο αρχίζει από τους γονείς και την συμπεριφορά τους. Είναι μέσα στο βλέμμα τους. Αυτό καθορίζεται από την αποδοχή ή την απόρριψη. Το παιδί μπορεί να εσωτερικεύσει και τα δύο. Μπορεί να εσωτερικεύσει ένα απορριπτικό πατέρα που θα του λέει με διάφορους τρόπους ότι είναι ανάξιος. Είναι μια φωνή που τον κατακρίνει και από την οποία εξαρτάται. Εξαρτάται από την κατάκριση, τον υποβιβασμό Με την εσωτερίκευση τον κουβαλάει μέσα του και του επαναλαμβάνει την στάση που κρατάει μαζί του

Από την μια υπάρχει η εσωτερίκευση και η μίμηση και από την άλλη η διαφοροποίηση. Η διαφοροποίηση μέσα από την μίμηση, δεν διαφοροποιεί τον έφηβο, αλλά τον κάνει περισσότερο να μοιάζει με αυτό που θέλει να αποφύγει, τους γονείς. Ακόμα και στην διαφοροποίηση ο έφηβος μπορεί να συγχωνεύεται με τον γονέα, ακολουθώντας το παράδειγμα του. Σε αυτή την περίπτωση η παρουσία της παρέας έρχεται να καμουφλάρει αυτή την συγχώνευση σαν διαφοροποίηση. Έρχεται επίσης να από-ενοχοποιήσει τον γονέα επιρρίπτοντας την ευθύνη στην παρέα παρά στον εαυτό του.

Ο έφηβος λοιπόν θέλει να αποφύγει αυτό το βλέμμα που γίνεται και δικό του και νιώθει να καταδιώκεται από τον ίδιο του τον εαυτό. Ψάχνει καινούργια βλέμματα, αυτά τις παρέας και καινούργιες πράξεις που θα τον επιβεβαιώσουν για την απομάκρυνση από την παιδική ηλικία, την απομάκρυνση από την εξαρτώμενη ύπαρξη και την οικογενειακή μέγγενη της συνείδησης του. Ζητάει να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί από μια πραγματικότητα που δεν την ελέγχει, προσπαθώντας να την τιθασεύσει. Δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από ότι κάνει με την οικογένεια και αυτή να την τιθασεύσει θέλει, να την ελέγξει θέλει. Μέσα από την κατάχρηση αλκοόλ και τσιγάρου, η ανικανότητα, μετατρέπεται σε ικανότητα, η ανυπαρξία σε ύπαρξη, η αδιαφορία σε ενδιαφέρον. Βέβαια τόσο το αλκοόλ όσο και το τσιγάρο δεν παρουσιάζονται σαν ρίσκο για τον έφηβο, αλλά περισσότερο σαν αποφυγή του ρίσκου της απομόνωσης και της κοινωνικής αδιαφορίας. Τα χρησιμοποιεί σαν διάμεσα, όπως είπαμε για να πλησιάσει τους άλλους αλλά και τον εαυτού του. 
 
Ατελείωτες στάσεις κινηματογραφικών ηρώων, ηρώων διαφημιστικών σποτ τρυπάνε το μυαλό ανοίγοντας διεξόδους στα ψευδό- αδιέξοδα μια κτισμένης πραγματικότητας στα μέτρα του κέρδους και της εξάρτησης. Καθορίζουν τους δρόμους της αναζήτησης της αυτονομίας μέσα από τους δαιδαλώδεις ατραπούς της κοινωνικής εξάρτησης που μεταφράζεται σε υποταγή και κέρδος. Τελικά πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι η παρέα παρασύρει τον έφηβο, η διαφημιστική αναπαράσταση της παρέας σύμφωνα με τα συμφέροντα των εταιριών τσιγάρων και ποτών καθοδηγεί την παρέα σε μια συντροφικότητα κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους.. Η κατανάλωση που αναπαριστά την συντροφικότητα να κερδίζεται μόνο μέσα από την κατανάλωση του αλκοόλ και της νικοτίνης, δεν είναι παρά μια οργανωμένη καθοδήγηση των νέων σε ένα μοντέλο σχέσεων που περνάνε μέσα από αυτή. Δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε τις διαφημίσεις και να καταλάβουμε ότι τόσο οι έφηβοι, όσο και οι γονείς τους αλλά και η κοινωνία ολόκληρη είναι παραδομένα στην αναπαράσταση της ύπαρξή τους μέσα από την παντοδυναμία του χρήστη οποιασδήποτε ουσίας η οποία θα φέρει κέρδος στις πολυεθνικές εταιρίες που εμπορεύονται την μαστούρα και το μεθύσι νόμιμα. Το θέαμα αναπαράγει προβάλλοντας τον δρόμο της ηδονής τον οποίον μπορεί να τον περπατήσει όπως ένα ενήλικας.


Η εξάρτηση


Όμως για να μην ξεφύγουμε ας αναρωτηθούμε αν αυτή η φυσιολογική τάση για ανεξαρτησία και αυτονόμηση του εφήβου στο τέλος καταφέρνει να υλοποιήσει τους σκοπούς της ή πετυχαίνει το αντίθετο αποτέλεσμα. Διότι η κατανάλωση αλκοόλ αλλά και τσιγάρων μπορεί να του δίνουν την εντύπωση ότι είναι μέλος της παρέας, τον κάνουν να αισθάνεται επαρκής για αυτόν και τους άλλους, τον κάνουν να νιώθει αυτόνομος, στην ουσία όμως δεν τον απομακρύνουν από την οικογένεια. Το αντίθετο μπορεί να συμβεί, να μεγαλώνουν την εξάρτηση από αυτή. Και την μεγαλώνουν μέσα από την οικονομική ανάγκη που έχει για την κατανάλωση των πάρα πάνω ουσιών, αλλά και μέσα από την εικόνα που δείχνει η οποία μεταφράζεται σαν ανικανότητα να ορίσει τον εαυτό του και να βάλει όρια σε αυτό που τον χαλάει. Σε αυτή την περίπτωση η ανησυχία του γονέα εκφράζεται με περιοριστικούς όρους ακόμα πιο ισχυρούς, με συγκρούσεις και κρίσεις στην οικογένεια σε βαθμό να μην μπορεί ο έφηβος να προβάλει την ικανότητα του να διαφεντεύψει την ζωή του. Έτσι αν το μεθύσι και το κάπνισμα θεωρούνται από εκείνον σαν διακριθέντες χώροι ανεξαρτησίας και επάρκειας του εαυτού, για τους γονείς θεωρούνται σαν ανεπάρκεια και ανωριμότητα. Με αυτές τις ιδέες οι γονείς, σπεύδουν να “ σφίξουν τα λουριά” όπως λένε αλλά ίσως είναι αργά.

Όλες οι παραπάνω διαδικασίες είναι στην αρχή τους, οι πρώτες διαδικασίες που κτίζονται μέσα από τα “απαγορεύεται”, μέσα από τα βλέμματα απαξίωσης, υποτίμησης που ένας γονέας μπορεί να ρίχνει στο παιδί του και της απογοήτευσης που νιώθει από αυτό. ¨Όλες αυτές οι διαδικασίες θα διατηρηθούν και θα γίνουν πιο ισχυρές όταν ο έφηβος θα προχωρήσει ακόμα παρα κάτω, ακόμα πιο μέσα σε αυτό το “απαγορεύεται” με την χρήση απαγορευμένων ουσιών όπως το χασίσι και τ άλλα “σκληρά” ναρκωτικά. Δεν βλέπω λοιπόν καμιά διαφοροποίηση ανάμεσα στο αλκοόλ και το τσιγάρο όσο αφορά τις ψυχικές διαδικασίες του εθισμού από αυτές τις ουσίες και την διαμόρφωση των σχέσεων μέσα στην οικογένεια κάτω από την επήρεια τους.

Η ποθητή διαφοροποίηση δεν έχει να κάνει με τα προϊόντα τις χρήσης αλλά περισσότερο με τον χώρο που τους περιβάλλει. Έτσι το αλκοόλ θα εμφανιστεί περισσότερο σε οικογένειες όπου οι γονείς πίνουν και καπνίζουν και αυτοί, παρά σε οικογένειες όπου οι γονείς απέχουν. Το αλκοόλ είναι ένα μέσο και όχι ένας σκοπός, αλλά είναι ένα μέσον που γίνεται σκοπός στο τέλος Τα όρια λοιπόν του νέου απέναντι σε αυτές τις ουσίες και γενικά στον εθισμό έχουν να κάνουν με τον βαθμό του εθισμού στην οικογένεια και του τρόπου που αντιμετωπίζεται από αυτή. Ένας αλκοολικός πατέρας ή ένας καπνιστής ενήλικος το πρώτο πράγμα που μεταδίδει στο παιδί του είναι η συμπεριφορά του απέναντι σε αυτές τις ουσίες και το όριο που αυτός μπορεί να βάλει απέναντι σε αυτές. Βέβαια δεν υποστηρίζω ότι αν οι γονείς πίνουν, καπνίζουν, ή κάνουν χρήση ναρκωτικών, τα παιδιά τους θα ακολουθήσουν και αυτά την χρήση, αλλά τα ποσοστά επανάληψης τέτοιων συμπεριφορών είναι αυξημένα. Αυτό όμως που καθορίζει όλα τα παραπάνω είναι η μορφή επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια και το τρόπο που τοποθετούνται τα όρια μέσα σε αυτή.

Οι οικογενειακές καταστάσεις καθορίζουν τα όρια ανάμεσα στην χρήση και την κατάχρηση. Οι καταχρήσεις στην οικογένεια μπορούν να πάρουν πολλές μορφές και μπορεί να μην έχουν σχέση στην αρχή, με τις χρήσεις ουσιών, αλλά με το θυμικό πεδίο της οικογένειας και την κατάχρηση, τις περισσότερες φορές, της εξουσία του γονέα απέναντι στο παιδί του. Η κατάχρηση εξουσίας του γονιού επίσης δεν σημαίνει μόνο την βία αλλά και την αδιαφορία. Διότι και η αδιαφορία αποτελεί βία μέσα στην οικογένεια . Άρα το ενδιαφέρον, η εμπιστοσύνη, η επικοινωνία και η πίστη στην προσπάθεια του εφήβου να βρει το δρόμο του μέσα στο χάος που το περιμένει δεν θα κρυφτεί και στηριχθεί στην κατάχρηση του τσιγάρου, του αλκοόλ, ή άλλων παράνομων ουσιών, δηλαδή οι πάρα πάνω ουσίες δεν θα γίνουν στόχος για τον έφηβο στην ενηλικίωσή του, αλλά μέσα, που σημαίνει ότι θα μπορεί να τα ελέγχει και να τα διατηρεί στην μορφή της ευχαρίστησης και όχι της κατάχρησης. Διότι πρέπει να ξέρουμε ότι η κατάχρηση καταστρέφει την ευχαρίστηση σε τέτοιο βαθμό ώστε η ευχαρίστηση να γίνεται τιμωρία. Δηλαδή ο αυριανός ενήλικας να ψάχνει τις ουσίες όχι για να ευχαριστηθεί αλλά να τιμωρηθεί. Να τιμωρηθεί για αυτό που είναι και για αυτό που δεν μπορεί να γίνει. Σε αυτή την περίπτωση η εξάρτηση είναι εδώ με όλα τα επακόλουθά της.

Όλα τα πάρα πάνω τα είπαμε για να τονίσουμε το γεγονός ότι η χρήση ουσιών δεν ξεκινάει από το χασίσι, όπως θέλει να πιστεύει η κοινωνία μας, δηλαδή από ένα παράνομο ναρκωτικό, αλλά από την νικοτίνη και το αλκοόλ που χαίρουν της κοινωνικής αποδοχής, αλλά δεν παύουν να είναι “σκληρά” ναρκωτικά που ευθύνονται για τα μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας των χρηστών και που μπορούν να ακολουθήσουν και να ταλαιπωρήσουν τον έφηβο μέχρι το γήρας του.



Κερεντζής Λάμπρος


ΦΩΤΌ 475 × 317 - actualite.lesoir.be

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου