Το αλκοόλ και ο παλιμπαιδισμός ή Το καφενείο, η “παιδική χαρά” του ενήλικα







Στο βαθμό που τα ναρκωτικά αποτελούν τα προϊόντα που η νεολαία χρησιμοποιεί για να “αποδράσει” από την πραγματικότητα, το αλκοόλ αποτελεί το προϊόν για να “αποδράσει” ο ενήλικας από την ενηλικιότητα. Ατελείωτα καφενεδάκια σε όλη την χώρα απλώνουν τα νοσηρά περιβάλλοντα τους φιλοξενώντας ανδρικές ορφανές ψυχές που βλέπουν τα γηρατειά να τους πλησιάζουν και μέσα από το μεθύσι προσπαθούν να μην το σκέπτονται. Να μην σκέπτονται την ζωή, τις αδιέξοδες επιλογές, την μοναχικότητα που κρέμεται από το ταβάνι της φυλακής τους. Καθημερινοί θαμώνες της αναζήτησης ενός λόγου, ενός φίλου, μιας παρέας, Κάποιον να μιλήσει και ας μην πουνε τίποτα το ουσιαστικό. Στα καφενεία νομίζεις ότι οι θαμώνες του είναι ώριμοι άντρες, αλλά στην πραγματικότητα, όταν ακούσεις τις συζητήσεις τους, τις φωνές τους, τις παρεξηγήσεις τους, βλέπεις ότι έχεις να κάνεις με ορφανά παιδάκια που έχουν προσαράξει στα βρώμικα λιμάνια τους. Ορφανές φιγούρες, με την ζωή τους αφημένη μπροστά σε ένα ποτήρι. Παιδικές γερασμένες ψυχές που ψάχνουν την συντροφιά του άλλου, που προσπαθούν να αποφύγουν την συντροφιά του εαυτού τους. Προσπαθούν να αποφύγουν αυτό τον εαυτό. Δεν θέλουν να τον βλέπουν, δεν θέλουν να τον ξέρουν.

Τα καφενεία δεν είναι παρά γεροντικές “παιδικές χαρές”, όπου οι τραμπάλες και οι κούνιες είναι εσωτερικευμένα τοπία που περιμένουν την αλκοολική δόση, η οποία θα τους επιτρέψει να κουνηθούν μακάρια χαρούμενα, πάνω στην ψάθινη καρέκλα. Η προσπάθεια αποφυγής της μοναξιάς, και η καθημερινή έλλειψη νοήματος της ζωής, αποτελούν για τον μεσήλικα τα στοιχεία που τον οδηγούν στο καφενείο, στην ανδροπαρέα, στους φίλους, Ο μεσήλικας ανακαλύπτει την δυνατότητα να ξαναζήσει την παιδική του ηλικία. Στο καφενείο αναβιώνει τη παιδικότητα, αναβιώνει η ανάγκη για παιχνίδι, για γέλιο, αναβιώνει η ανάγκη του να είναι με τους άλλους, λες και αμφιβάλει για το ποιος είναι, όταν μένει μόνος.

Στο καφενείο χάνεται η ταυτότητα του θαμώνα, χάνεται αυτό που κάνει έξω από το καφενείο. Ξεχνά αν είναι πατέρας, σύζυγος, επιχειρηματίας ή αλήτης. Μια περίεργη ισότητα εγκαθίσταται ανάμεσα στους θαμώνες η οποία έχει να κάνει με την παιδικότητα και αναβίωση των χρόνων που πέρασαν. Οι διηγήσεις, οι ιστορίες, οι προσπάθειες να αναδείξουν τη ατομικότητα, την ικανότητα στην ζωή, συνοδεύονται από το κέρασμα, το ποτήρι που έρχεται στα πικραμένα χείλη. Συνοδεύονται από την προσπάθεια να τρομάξουνε τον χρόνο που μένει, την μέρα που περνάει, την νύχτα που φοβίζει μέσα στα μοναχικά δωμάτια της ηλικιωμένης θλίψης. Ο Αλκοολικός, στο καφενείο, αισθάνεται ότι δεν είναι μόνος, ότι μπορεί και αποφεύγει την φτώχεια του εαυτού του, ότι αποφεύγει την σκληρότητα της ωρίμανσης. 

Το αλκοόλ, ο πρωταγωνιστής όλων αυτών. Ο σύμμαχος και ο οδηγός στην προσπάθεια της κοινωνικότητας που λείπει, της αγάπης που έχει χαθεί, της αλλοτρίωσης που εισχωρεί σε όλα τα μήκη και πλάτη του οργανισμού.

Το αλκοόλ, ο αφέντης των ηλικιωμένων παιδιών που καταστρέφουν σιγά, σιγά ότι έχει απομείνει από το σώμα στους δρόμους μια πόλης, οδηγώντας το πιο γρήγορα στο οργανικό τέλος.

Τα καφενεία είναι χώροι μικρών αυτοκτονιών. Αυτοκτονικών συμπεριφορών που οδηγούν κάθε μέρα, λίγο, λίγο, τους αυτόχειρες, σε μια χαμένη παιδικότητα που την προστατεύει ο θάνατος.


Κερεντζής Λάμπρος


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου