Η Τραγωδία της “ωριμότητας”






Το χαραγμένο προσωπείο του χρόνου, τα γηρατειά, καταλαμβάνει το χώρο της ζωής, προβάλλοντας την ωριμότητα σαν το στοιχείο που καταστεί νόμιμο το κάθε συντηρητικό παραλήρημα, το κάθε αρρωστημένο μυαλό ενάντια στην αυθόρμητη και νεανική χαρά της ζωής. Έτσι η εξέλιξη προς τις γεροντικές μορφές αξιολόγησης της νεότητας αποτελούν σημεία αναφοράς μιας κοινωνίας “γερασμένων” προσώπων που θεωρούν την υποταγή τους στην κάθε εξουσία, σαν κομμάτι ωρίμανσης, αξιολογώντας την νεότητα μέσα από αυτή ακριβώς την βλακώδη ωρίμανση τους

Η αποτρεπτική δράση των ηλικιωμένων προσώπων, στόχο έχει την προσαρμογή και την υπακοή στην αμφισβητούμενη ωριμότητα των δυστυχισμένων υπάρξεων που προσπαθούν να μαζέψουν τις ρυτίδες τους μπροστά στο καθρέφτη. Των δυστυχισμένων υπάρξεων που προσπαθούν να στίσουν την αξία της απώλεια σαν στοιχείο ωρίμανση και σωστής απόφασης, μετρημένης και ζυγιασμένης, βλέποντας τον θάνατο να πλησιάζει. Έχουν την επιθυμία να χοροπηδήσουν χαρούμενα πάνω στο πτώμα της νεότητας που σέρνουν μέσα τους καταγγέλλοντας αυτή που συναντούν έξω τους, για ασέβεια στην πολτοποιημένη ατομικότητα των υποταγών τους.

Η Ωριμότητα φαίνεται ότι μισεί την ανωριμότητα διότι της θυμίζει τον εαυτό της. Η λογική της ωριμότητας, ξεσκίζει την καθημερινότητα οδηγώντας την στο φόβο και την αγωνία του αγνώστου, αυτού που η ωριμότητα δημιούργησε αντιστεκόμενη στην νεότητα και το αυθορμητισμό.  

Ατελείωτες τραγωδίες εξυφαίνονται μέσα στους αιώνες με πρωταγωνιστή την ωριμότητα, οδηγώντας την ανωριμότητα πότε στον συμβιβασμό και πότε στην αυτοκτονία.

Η ωριμότητα της οποίας κανείς δεν μπορεί να καθορίσει το τέλος, αποτελεί πάντα μια ανωριμότητα σε εξέλιξη, άρα η ωριμότητα ποτέ δεν φθάνει να καθοριστεί σαν τέτοια παρά μόνο με τον θάνατό της.

Ο χρόνος της “ωριμότητας”

Σύμφωνα με τα κοινωνικά δεδομένα, η ανωριμότητα χαρακτηρίζει την νεότητα και η ωριμότητα την ενηλικίωση. Το πέρασμα του χρόνου φαίνεται ότι κουβαλάει αυτόματα, μια εμπειρία η οποία δικαιολογεί την παρουσία της ωριμότητας σαν δεδομένο. Όσο μεγαλύτερος είσαι τόσο πιο ώριμος. 
 
Είναι έτσι; 
 
Αναρωτιόμαστε αν όλα αυτές οι καταστροφές που συμβαίνουν σε κοινωνικό, και πολιτικό επίπεδο, είναι στοιχεία που πιστοποιούν την ωριμότητα, διότι συμβαίνουν από ενήλικες. Στην ουσία είναι γεγονότα που κάνουν έκδηλη την απουσία της και όχι την παρουσία της εκφράζοντας με τον χειρότερο τρόπο μια έλλειψη ωριμότητας απειλώντας την ζωή της νεότητας αλλά και της ανθρωπότητας βουτώντας την μέσα σε μια ανασφάλεια που μόνο η ανωριμότητα μπορεί να την οδηγήσει.

Έτσι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ωριμότητα πολλές φορές δεν έχει να κάνει με το χρόνο και την ηλικία, διότι η κοινωνική εμπειρία αποδεικνύει ότι, οι ενήλικοι παίρνουν ανώριμες αποφάσεις. Αποφάσεις που πλήττουν τους ίδιους, αλλά και αυτούς που εξαρτύονται από αυτούς, δηλαδή τα παιδιά.

Ο εαυτός και η “ωριμότητα”

Από την πείρα μας επίσης, ανακαλύπτουμε ότι η ωριμότητα μπορεί να κατέχει ένα κομμάτι του εαυτού, ή κομμάτια του εαυτού, αλλά όχι ολόκληρο τον εαυτό. Έτσι κάποιος μπορεί να είναι ένας καλός μηχανικός, δηλαδή ένας ώριμος , θα λέγαμε επαγγελματίας ενώ συγχρόνως, μπορεί στην σχέση με την γυναίκα του, να είναι ένας ανώριμος σύζυγος, στο βαθμό που δεν μπορεί να πάρει αποφάσεις, ή εξαρτάται από τις αποφάσεις της.  

Αυτό σημαίνει ότι η ωριμότητα δεν αποτελεί στοιχείο ανάπτυξης της όλης προσωπικότητα του ατόμου, αλλά μπορεί να εκφράζει επιμέρους στοιχεία αυτής της προσωπικότητας

Άρα το πέρασμα του χρόνου δεν επιδρά με τον ίδιο τρόπο στην όλη προσωπικότητα, αλλά σε ορισμένα, ενώ σε άλλα όχι. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις που μας κάνουν να αμφισβητούμε την ωριμότητα σαν ένα γενικό στοιχείο που ακολουθεί την ενηλικίωση.

Πολλές φορές βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις που ενεργούμε με ωριμότητα και σε άλλες με ανωριμότητα, πράγμα που σημαίνει ότι οι συνθήκες, καθώς και τα πρόσωπα, μπορούν να καθορίσουν την αντίδρασή μας σαν ώριμη ή ανώριμη. Με άλλα λόγια η ωριμότητα φαίνεται ότι δεν αποτελεί ένα γενικό συμπέρασμα αλλά ένα ειδικό. ¨Ότι η ωριμότητα δεν κατακτιέται σαν προνόμιο της ηλικίας, αλλά της εμπειρίας. Και δεν αναφέρεται στο σύνολο της προσωπικότητας, αλλά σε κομμάτια της.

Οι σχέσεις της “ωριμότητας”

Έτσι, εκτός από τον διαχωρισμό της ωριμότητας σαν ηλικιακή κατάκτηση έχουμε και την ωριμότητα σαν συναισθηματική κατάκτηση και με αυτή την διαπίστωση, το θέμα της εμπειρίας αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της ωριμότητας. Η εμπειρία λοιπόν έχει να κάνει με την αίσθηση του εαυτού και την αυτοδιάθεση του. Έχει να κάνει με τις σχέσεις, όπου το άτομο είναι εμπλεκόμενο και την εξέλιξή τους. Έτσι οι σχέσεις αποτελούν ένα άλλο παράγοντας που επιδρά στην ανάπτυξη της ωριμότητας

Η ωριμότητα ή η ανωριμότητα λοιπόν αποτελούν προϊόν των σχέσεων του ατόμου, όπου τόσο ο χρόνος, όσο και η εμπειρία του, παράγουν και αναπαράγονται μέσα από αυτές. περνώντας από την ανωριμότητα στην ωριμότητα και αντιθέτως. Στο παράδειγμα που αναφέραμε πάρα πάνω με το μηχανικό και τα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης του εαυτού του, σαν επαγγελματίας και σαν σύζυγός, η σχέση με τους πελάτες του, καθώς με την σύζυγο του, καθορίζουν την ωριμότητα ή την ανωριμότητα του σε δυο διαφορετικά επίπεδα εκφράσεις του εαυτού του, το επαγγελματικό και το οικογενειακό. 

Έτσι οι σχέσεις και ο τρόπος λειτουργίας τους, καθορίζει την ωριμότητα, ή την ανωριμότητα του ατόμου.

Συνήθως η ανωριμότητα, φανερώνει μια έλλειψη εαυτού, μια έλλειψη θέσης απέναντι στα γεγονότα. Πράγμα που σημαίνει την ανικανότητα του ατόμου να βιώσει και να νιώσει τον εαυτό του σαν ένα αυτόνομο άτομο. Και τονίζεται από την αίσθηση της εξάρτησής από τις σχέσεις που δημιουργεί, με τρόπο τέτοιο ώστε να μην του επιτρέπεται να αντιληφθεί την ύπαρξή του σαν αυτόνομο άτομο, αλλά σαν ετερώνυμο.

Εάν πάμε στην καρδιά του προβλήματος το οποίο έχει να κάνει με την οικογένεια και την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, τότε διαπιστώνουμε ότι, η ωριμότητα, ή, η ανωριμότητα είναι το αποτέλεσμα μια παιδαγωγικής σχέσης ανάμεσα στον ενήλικο-ανήλικο, ανάμεσα στον γονέα και στο παιδί.

Δηλαδή, η όλη διαπαιδαγώγηση του παιδιού στηρίζεται στην ανάπτυξη της ωριμότητας του, που σημαίνει την δυνατότητα που του παρέχεται από την οικογένεια να δημιουργήσει τις βάσεις για αυτή την ωριμότητα σε οργανικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Διότι ο χώρος αυτής της σχέσης με τον ενήλικο-γονέα, στην αρχή της ζωής του καθένα μας είναι η οικογένεια.

Αυτό λοιπόν που παρατηρούμε στην οικογένεια είναι ότι η ωριμότητα του γονέα αποτελεί ένα μέσο για την ωριμότητα του παιδιού, η οποία εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους και μάλιστα με τρόπους που ο γονέας δεν μπορεί, όχι μόνο να ελέγξει, αλλά και να αντιληφθεί. Η ωριμότητα λοιπόν σε αυτό το επίπεδο, μπορεί όπως είπαμε, να αποτελεί το κριτήριο της προσαρμογής - υποταγής στον άλλον και όχι την ευκαιρίας μιας διαλεκτικής σχέσης με αυτόν, που σημαίνει και μια διαλεκτική σχέση με τον εαυτό.

Η ωριμότητα, ή το αντίθετό της αποτελεί το περιεχόμενο της σχέσης γονέα-παιδιού, για αυτό πρέπει να μιλάμε καλύτερα για την ωριμότητα των σχέσεων παρά του ατόμου.

Η ωριμότητα των σχέσεων είναι αυτή που καθορίζει την ωριμότητα του ατόμου παρά το αντίθετο

Για να μπορέσει η σχέση να είναι ώριμη απαιτεί, κατά την γνώμη μου μια διαλλακτικότητα η οποία επιτρέπει την ισότιμη ύπαρξη ενηλίκου-ανήλικου μέσα στην σχέση, όχι σε μια ιεραρχική βάση, όπου η ωριμότητα του ενός (ενηλίκου) γίνεται ένα μέσο για την ωριμότητα του άλλου (ανήλικου) και όχι ένα εμπόδιο για την κατάκτησή της.

Η έλλειψη αυτής της διαλλακτικότητας στην σχέση ενηλίκου - ανήλικου με όπλο την ωριμότητα του ενηλίκου, κινδυνεύει να κρατήσει τον ανήλικο πάντα ανήλικο και ανώριμο και τον ενήλικο πάντα ώριμο. Εάν συμβαίνει αυτό έχουμε να κάνουμε με μια σχέση ισχύος, όπου η ενηλικίωση του ανηλίκου, φαίνεται ότι απειλεί για τον ενήλικο. 
 
Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνει ο ενήλικος είναι ότι η ωριμότητα του, καθορίζεται από την σταδιακή ωριμότητα του ανηλίκου, παρά από την ανωριμότητα του, και αποτελεί ένα παιδαγωγικό στοιχείο που προάγει και τους δύο σε μια νέα ωριμότητα.

Η έλλειψη αυτής της αντίληψης μπορεί να καταστήσει την συμπεριφορά του ενήλικα σαν ανώριμη, σε κοινωνικό και οικογενειακό επίπεδο, διότι στρέφει την ωριμότητα σαν όπλο απέναντι στην ανωριμότητα του ανηλίκου ή του “θεωρούμενου” ανηλίκου. Αυτό που προβάλλεται κοινωνικά είναι η αντίσταση του ανηλίκου στην ωριμότητα του ενηλίκου με τέτοιο τρόπο, ώστε η άρνηση της νεότητας απέναντι στην ενηλικίωση να θεωρείται συνήθως σαν κριτήριο ανωριμότητας.

Η άρνηση της “ωριμότητας”

Η άρνηση της νεότητας βιώνεται από την ενηλικιότητα σαν άρνηση. Αυτό δεν το υποφέρει ο ενήλικος θεωρώντας ότι εκείνος “ξέρει” και αυτό που ξέρει τον καθιστά τόσο ώριμο ώστε να αποφασίζει για τις ζωές των άλλων. Δεν τον ησυχάζει η αμφισβήτηση της νεότητας σε κοινωνικό, αλλά και οικογενειακό επίπεδο, αλλά περισσότερο τον απειλεί. Τον απειλεί στο βαθμό που η ωριμότητα που θεωρεί ότι έχει “κατακτήσει”δεν σηκώνει αμφισβητήσεις.  

Το ότι ο ενήλικος δεν δέχεται την αμφισβήτηση της ωριμότητας του, είναι ήδη ένα δείγμα της ανωριμότητας του.


Η αντιπαράθεση λοιπόν, του ενήλικου στον ανήλικο, του γονέα απέναντι στο παιδί του, φανερώνει ότι η ωριμότητα δεν αποτελεί ένα κεντημένο της ενηλικίωσης, αλλά της σχέσης που και οι δυο συν-κατασκευάζουν. Αν ο ανήλικος εμφανίζεται σαν ανώριμος, εμφανίζεται μέσα στην σχέση, σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να υποθέσουμε, ότι η ανωριμότητα δεν είναι προνόμιο του ανηλίκου, αλλά της σχέσης που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στους δυο.
 
Άρα η τραγωδία της ωριμότητας στηρίζεται στην αντίληψη της ατομικής της κατάκτησης και όχι ότι αποτελεί το περιεχόμενο μια συλλογικότητας όπου στην περίπτωση της οικογένειας εντοπίζεται στην παιδαγωγική σχέση γονέα-παιδιού.


Τις περισσότερες φορές ο γονέας ζητά από το παιδί την υπακοή και μάλιστα την υποταγή του σε αποφάσεις που εκείνος κρίνει καλύτερες για εκείνον. “Για το καλό σου” λένε, αλλά πόσο αυτό το'”καλό” για τον γονέα είναι “καλό” για το παιδί. Και από ποιο κοινωνική θέση ο γονέας βλέπει αυτό το “καλό”.

Συνήθως ο ενήλικος έχει αναγκαστεί να υποκύψει σε μια πραγματικότητα που τον αλλοτριώνει, και αυτό που μπορεί να μεταδώσει στο ανήλικο παιδί του είναι αυτή ακριβώς η αλλοτρίωση. Έτσι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο συμβιβασμός και η υποταγή αποτελούν στοιχεία της ωριμότητας, που σημαίνει γνώση της πραγματικότητας και προσαρμογής σε αυτή, όπου αποκλείονται οποιαδήποτε τάσεις αμφισβήτησης της.

Σε αυτή την περίπτωση, αν η ωριμότητα σημαίνει υποταγή, μια υποταγή που απλώνεται σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, τότε η ανωριμότητα σημαίνει την άρνηση και την αντίσταση απέναντι στην υποταγή, η οποία αντίσταση εκλαμβάνεται σαν άρνηση στην ωριμότητα.

Τι μπορεί όμως, να προσφέρει μια εμπειρία αλλοτριωμένη από την υποταγή που ο ενήλικος κουβαλάει μέσα του και επιβάλει στον ανήλικο, ή τον “θεωρούμενο” ανήλικο; Τι μπορεί να μεταδώσει στον ανήλικο, εκτός από την ωριμότητα της υποταγής, δηλαδή να καταστήσει τον γονέα διαμεσολαβητή της υποταγής που καλλιεργεί μια ανελεύθερη κοινωνία, μέσα στην οικογένεια του. Να τον καταστήσει εξουσιαστή και δυνάστη των ανήλικων μελών της οικογένεια που εξαρτώνται από αυτόν.

Σε αυτή την περίπτωση, η ωριμότητα και η ανωριμότητα στηρίζονται στην ενοχή και τον εξαναγκασμό. Οι αποφάσεις που παίρνονται στην οικογένεια βασίζονται στην αποφυγή μιας πραγματικότητας που θα αμφισβητήσει την ωριμότητα του ενηλίκου, δηλαδή την εξουσία του και θα επιβάλει την ανωριμότητα του ανηλίκου όχι σαν στάδιο εξέλιξης, αλλά σαν παγιωμένη κατάσταση.

Δηλαδή η αποδοχή της υποταγής στον ενήλικο-γονέα μέσα στην οικογένεια, δεν επιτρέπει στο ανήλικο-παιδί να γνωρίσει τις διάφορες πλευρές του, και δεν του παρέχει τη δυνατότητα να ωριμάζει, αλλά αντιθέτως τον καθιστά εξαρτώμενο και το τοποθετεί πάντα στην θέση του ανώριμου, του ανήλικου ακόμα και όταν ενηλικιωθεί.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Ernst Max 940 × 1440 - fondationbeyeler.ch

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου