Η Πορνογραφία




Πολύ μελάνι έχει χυθεί για το αν η πορνογραφία βλάπτει, ωφελεί ή δεν έχει καμία επίδραση. Τελικά τι ισχύει;




του Κωστή Σπηλιώτη



Η πολιτική και κοινωνική συζήτηση για τις επιδράσεις της πορνογραφίας στις στάσεις και τη συμπεριφορά των υποκειμένων που την καταναλώνουν έχει υπάρξει θερμότατη ήδη από τις δεκαετίες του ’60 και ’70 και το δεύτερο κύμα του φεμινισμού, ενώ εμπλουτίστηκε από τις συμβολές του τρίτου κύματος, του μεταφεμινισμού και της κουήρ θεωρίας τις τρεις δεκαετίες που ακολούθησαν.



Το μέρος βέβαια της συζήτησης που αντιλαμβάνεται τα υποκείμενα ως σκυλάκια του Παβλώφ σε οίστρο, εγκλωβισμένα σε προβλέψιμες συμπεριφορές του τύπου «ερέθισμα – αντίδραση», είναι πια παρωχημένο, όποια και από τις δύο αντίπαλες θέσεις να υποστηρίζει: η πορνογραφία είναι σαφές ότι δεν μπορεί να επιβάλει στους ανθρώπους να γίνουν είτε σεξιστές, είτε σεξουαλικά απενοχοποιημένοι με μηχανικό τρόπο. Παίρνοντας ως δεδομένο λοιπόν ότι οι άνθρωποι δεν αναπαράγουν τυφλά ό,τι προσλαμβάνουν, αλλά το αφομοιώνουν ως εμπειρία σε συνδυασμό με την προσωπική τους ιστορία και το κοινωνικό τους πλαίσιο, θα στραφούμε σε μια σειρά από έρευνες που συζητούν τις επιδράσεις της πορνογραφίας πάνω στα υποκείμενα, ενώ στο τελευταίο μέρος του άρθρου θα συζητήσουμε πώς τα επιστημονικά αυτά στοιχεία μπορούν να ενημερώσουν μια πολιτική τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα.




Τι λέει η επιστήμη






Όσον αφορά τις επιδράσεις της πορνογραφίας, μια θεωρητική οπτική που χρησιμοποιείται συχνά για την ανάλυσή τους είναι η θεωρία της κοινωνικής μάθησης[1]. Σύμφωνα με αυτήν, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα ερεθίσματα από το περιβάλλον τους για να μάθουν τον κόσμο, επομένως και οι εικόνες των μαζικών μέσων μας «διδάσκουν» για τον κόσμο που βρίσκεται πέρα από τον προσωπικό μας κύκλο και έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν σε μια ερμηνεία των σχημάτων της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Οι πληροφορίες δηλαδή που περιλαμβάνονται στα πορνογραφικά φιλμ μπορούν να «διδάσκουν» το κοινό γύρω από τη φύση των σεξουαλικών σχέσεων αναπαριστώντας τους μηχανισμούς της συνουσίας (Check & Malamuth 1983). Σε αυτό το πλαίσιο η πορνογραφία μπορεί δυνητικά να συνδράμει στη δημιουργία δυσλειτουργικών σχημάτων μέσα από την κατασκευή πρότυπων ρόλων και συμπεριφορών που σχετίζονται με τη βία και την αυτοκαταστροφικότητα, αλλά και αντίστροφα να προωθήσει θετικές συμπεριφορές υπό τις κατάλληλες περιστάσεις (Check & Malamuth 1984, Duncan 1990).




Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης προϋποθέτει πως ο καταναλωτής αποδέχεται γενικά τις συμπεριφορές που αναπαριστώνται ως ωφέλιμες (οπότε και τις αναπαράγει), είτε ως βλαβερές (οπότε τις αποφεύγει), και η εσωτερίκευση μιας συμπεριφοράς από την πορνογραφία ως ωφέλιμης συνδέεται συνήθως με το φυσιολογικό ερεθισμό και ικανοποίηση που προκύπτει από αυτόν. Υπάρχει επομένως η δυνατότητα ο αποδέκτης του μηνύματος να αποδεχτεί τις αξίες και τις συμπεριφορές που υποστηρίζονται από το πορνογραφικό υλικό ως ωφέλιμες και απολαυστικές, οπότε να επιθυμήσει να μετατρέψει τη φαντασία σε πραγματικότητα (Allen & D’Alessio, 1991).




Όσον αφορά συγκεκριμένα την επίδραση της πορνογραφίας πάνω στους εφήβους ως κρίσιμη φαίνεται να αναδεικνύεται και η παράμετρος της πρόσληψης του υλικού ως ρεαλιστικού ή μη, ότι δηλαδή οι σεξουαλικές πρακτικές που αναπαριστώνται είναι παρόμοιες με αυτές στον πραγματικό κόσμο, οπότε οι συγκεκριμένες αναπαραστάσεις μπορούν να είναι χρήσιμες ως πληροφορίες για το σεξ. Κάποιες έρευνες μάλιστα έχουν προτείνει πως ο βαθμός του ρεαλισμού που αποδίδεται σε κάποιο είδος σεξουαλικών αναπαραστάσεων έχει σχέση με το πόσο συχνή είναι η παρακολούθησή τους, δηλαδή όσο πιο συχνά ένας έφηβος έρχεται σε επαφή με ένα είδος πορνογραφίας, τόσο πιο ρεαλιστικές θα θεωρεί τις πρακτικές που αναπαριστώνται, ακόμα και αν έρχεται σε κάποια αντίφαση με τις σεξουαλικές του εμπειρίες (Jochen & Valkenburg 2006).




Από τις γενικές επισκοπήσεις της σχετικής ερευνητικής βιβλιογραφίας όμως δεν προκύπτει μια καθαρή συσχέτιση ανάμεσα στην κατανάλωση πορνογραφίας και την υιοθέτηση προτύπων και συμπεριφορών, με τις ερευνήτριες να είναι διχασμένες ανάμεσα στην υποστήριξη μέτριας επίδρασης (π.χ. Addison, Koss & Malamuth 2000, Rogala & Tyden 2003) και καθόλου επίδρασης (π.χ. Fisher & Grenier 1994, Barak et al. 1999), ενώ υπάρχει και το ζήτημα των διαφορετικών ορισμών για την πορνογραφία μεταξύ των ερευνών, αλλά και των διαφορετικών επιδράσεων που προκαλούν τα διάφορα είδη της, για παράδειγμα η πορνογραφία που αναπαριστά βιασμούς σε αντίθεση με αυτήν που αναπαριστά συναινετικό σεξ, διακρίσεις που δυστυχώς λείπουν από κάποιες έρευνες (Allen 1995).




Η θέση πάντως που κατέληξε να φαίνεται πιο πειστική στο συγγραφέα αυτού του άρθρου μετά την ανάγνωση της σχετικής βιβλιογραφίας (συμφωνώντας σε μεγάλο βαθμό με τα συμπεράσματα των Addison et al. 2000 και Impett & Malamuth 2001) είναι ότι την κρισιμότερη παράμετρο για τις επιδράσεις της πορνογραφίας αποτελεί η προσωπικότητα του υποκειμένου και το κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται: για παράδειγμα ένα άτομο που έχει ήδη την τάση προς βίαιες, μη συναινετικές σεξουαλικές πρακτικές ή που δε θεωρεί ριψοκίνδυνο το σεξ χωρίς προφυλάξεις και ζει σε περιβάλλον που υποδαυλίζει αυτές του τις τάσεις, είναι σχετικά πιθανό να επηρεαστεί και από την πορνογραφία με το αντίστοιχο περιεχόμενο, ενώ αντίθετα ένα άτομο χωρίς τέτοιες τάσεις ήδη, είναι μάλλον πιθανό να παραμείνει ανεπηρέαστο. Μια τέτοια θέση είναι μάλιστα περισσότερο συναφής με τη κοινωνικο-γνωστική θεωρία, που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν είναι παθητικοί καταναλωτές των μέσων επικοινωνίας, αλλά μπορούν να ελέγξουν τις δυνατές επιδράσεις τους μέσα από μηχανισμούς αυτορρύθμισης και αναστοχασμού, «φιλτράροντας» τα σύμβολά που προσλαμβάνουν μέσω των πεποιθήσεων και των αξιών τους (Bandura 1994), οπτική που μάλλον έρχεται σε αντίθεση με άλλες απλοϊκές εφαρμογές της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης.

Οι κοινωνικο-πολιτικές πλευρές του ζητήματος




Οι παραπάνω ερευνητικές τοποθετήσεις διαπλέκονται βέβαια και με ένα πλέγμα από πολιτικές θέσεις που υπερασπίζονται διαφορετικές στάσεις απέναντι στην πορνογραφία. Η «συντηρητική» οπτική καταδικάζει γενικά την πορνογραφία ως βλαβερή για τις αξίες και τους κοινωνικούς θεσμούς, ιδίως για αυτόν της οικογένειας, οπότε και προτείνει τον αυστηρό έλεγχο και περιορισμό της. Η «φιλελεύθερη» οπτική αντίστροφα υποστηρίζει γενικά την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, επομένως και αυτή που γίνεται μέσω της πορνογραφίας, ενώ θεωρεί τις επιδράσεις της πορνογραφίας από θετικές ως ανύπαρκτες και σίγουρα όχι αρνητικές.




Τέλος ο φεμινισμός του δεύτερου κύματος έχει ασκήσει αυστηρότατη κριτική στα αρνητικά στερεότυπα που αναπαράγονται μέσα από την εμπορευματοποίηση του σεξ, την αντικειμενοποίηση των γυναικών και τις άνισες σχέσεις εξουσίας μεταξύ των φύλων στην πορνογραφία, ενώ αντίθετα ο φεμινισμός του τρίτου κύματος, ο μεταφεμινισμός και η κουήρ θεωρία έχουν συζητήσει περισσότερο για τα διάφορα είδη της πορνογραφίας και τον πλούτο των διαφορετικών ιδεολογικών μηχανισμών που συναντάμε σε αυτά, παρά έχουν υπερασπίσει μια ξεκάθαρη θέση για τις επιδράσεις της πορνογραφίας είτε συνολικά εναντίον είτε συνολικά υπέρ της.




Μια οποιαδήποτε πολιτική στάση πάνω στο ζήτημα των επιδράσεων της πορνογραφίας μάλλον οφείλει να πάρει υπόψη της τόσο τις ερευνητικές συμβολές που έχουν κατατεθεί σχετικά, αλλά και να τοποθετηθεί μέσα στο παραπάνω πλέγμα ιδεών. Είναι πάντως ιδιαίτερα σημαντικό μια τέτοια θέση να αντιλαμβάνεται τις λεπτές αποχρώσεις και διαφορές μέσα στο σύνολο των πρακτικών που ονομάζουμε γενικά πορνογραφία. Οι κινηματογραφικές ταινίες που περιλαμβάνουν αισθησιακές σκηνές, η κυρίαρχη εμπορική πορνογραφία των μεγάλων στούντιο με τα ετεροσεξιστικά στερεότυπα που αναπαράγει, η εναλλακτική εμπορική πορνογραφία των μικρών παραγωγών, οι πορνογραφικές ταινίες που αναπαριστούν σεξ χωρίς συναίνεση, βιασμούς ή ακόμη και παιδοφιλία, η μεταπορνογραφία, η ερασιτεχνική DIY πορνογραφία, το «πορνό» που κινηματογραφείται από φεμινιστικές ή κουήρ κολλεκτίβες με σκοπό την επικοινωνία και πολιτικών ιδεών, ανήκουν τυπικά όλα στο ίδιο είδος, αλλά διαφοροποιούνται σε πολύ έντονο βαθμό μεταξύ τους και είναι πιθανότατο πως παράγουν και διαφορετικές επιδράσεις (παρόμοια είναι και η τοποθέτηση των Barak & Fisher 2001, αναγνωρίζοντας όμως πολύ λιγότερες υποκατηγορίες στο είδος του πορνό). Εφόσον επιπλέον ακολουθήσουμε μια τριτοκυματική φεμινιστική ή κουήρ οπτική για το ζήτημα, είναι μάλλον σημαντικό να συζητάμε κατά περίπτωση και είδος, διαφοροποιώντας τη στάση μας κάθε φορά.




Αν λοιπόν αποδεχτούμε τη θέση ότι η πορνογραφία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ή την ενίσχυση προτύπων και συμπεριφορών από ένα άτομο που βρίσκεται στις κατάλληλες συνθήκες γενικότερα για την υιοθέτησή τους, αναδεικνύονται μια σειρά από συνέπειες για την πολιτική μας στάση απέναντι στην πορνογραφία. Ο πυρήνας αυτής της στάσης θα μπορούσε να συνδέει τις αναπαριστώμενες πράξεις με τις ιδέες και τις πρακτικές που θεωρούνται άξιοι στόχοι μιας πολιτικής επίθεσης: πορνογραφία που αναπαριστά βιασμούς, σεξ με χρήση βίας και χωρίς συναίνεση (υπενθυμίζω ότι το BDSM είναι κανονικά μια συναινετική πρακτική, οπότε δεν ανήκει στην κατηγορία αυτή), ανίσχυρες υποτακτικές γυναίκες, θηλυπρεπείς γκέι που χλευάζονται, σεξ χωρίς προφυλάξεις κτλ. είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιδράσεις στην προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των ατόμων που την καταναλώνουν, οπότε και δεν μπορεί να έχει την υποστήριξή μας πολιτικά.




Ο σημαντικότερος παράγοντας όμως είναι το κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον όπου καταναλώνεται η όποια πορνογραφία: σε μια χώρα χωρίς σεξουαλική αγωγή στην εκπαίδευσή της, με περιορισμένες και χαμηλής επιδραστικότητας εκστρατείες για το ασφαλές σεξ, με απουσία υποδομών για κακοποιημένες και βιασμένες γυναίκες κ.τ.λ., μια πορνογραφία που αναπαράγει αρνητικά ή επικίνδυνα στερεότυπα καταλήγει εξαιρετικά προβληματική λόγω ακριβώς του πλαισίου όπου τοποθετείται. Με άλλα λόγια το ζήτημα δεν είναι μάλλον μια καλύτερη, «πολιτικά ορθότερη» πορνογραφία, αλλά μια συνολική κοινωνική αλλαγή προς την κατεύθυνση της σεξουαλικής ελευθερίας και υγείας αλλά και της ασφάλειας από τη σεξιστική και ομοφοβική βία.




Το πρόταγμα μια συνολικότερης κοινωνικής αλλαγής είναι αυτό που προσφέρει και μια διέξοδο στα διλήμματα περί ελευθερίας της έκφρασης ή μη. Όσο αυστηρές πολιτικές για τη λογοκρισία των πορνογραφικών ταινιών και να εφαρμοστούν (πράγμα που ο συγγραφέας του άρθρου δε θα υποστήριζε ως θέση, εκτός φυσικά από τις περιπτώσεις της ούτως ή άλλως παράνομης πορνογραφίας που γυρίζεται χωρίς τη συναίνεση των συμμετεχόντων) ή όση «προληπτική λογοκρισία» και να εφαρμόσουν τα κινήματα μέσα από τις διαμαρτυρίες και τις κριτικές τους, είναι πολύ πιθανό ότι πάντα θα υπάρχουν ηθοποιοί που θα συναινούν σε σεξ χωρίς προφυλάξεις ή σε αναπαραστάσεις σεξουαλικής βίας ή υποτίμησης και ότι πάντα θα υπάρχουν σκηνοθέτες/ιδες που θα θεωρούν ότι η πορνογραφία δεν έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα, οπότε μπορεί να αναπαριστά και ριψοκίνδυνες ή επιλήψιμες πρακτικές.




Όπως είδαμε και στην προηγούμενη ενότητα εξάλλου, ένα ικανό μέρος της επιστημονικής βιβλιογραφίας υποστηρίζει ακριβώς μια τέτοια θέση περί μη επίδρασης της πορνογραφίας στις στάσεις και τις συμπεριφορές των υποκειμένων, οπότε οι σκηνοθέτες/ιδες και ηθοποιοί αυτοί/ες μπορεί να έχουν και δίκιο σε αυτό που υποστηρίζουν. Κοιτώντας λοιπόν το δάσος και όχι το δέντρο, είναι πολύ σημαντικότερο να αγωνιστούμε για μια κοινωνία που θα απαρτίζεται από υγιή, ενήμερα και απελευθερωμένα σεξουαλικά υποκείμενα, τα οποία θα αντιμετωπίζουν κριτικά οποιαδήποτε πορνογραφία και αν καταναλώσουν, παρά να εστιάσουμε στα ακριβή χαρακτηριστικά μιας «πολιτικά ορθής» πορνογραφίας, η οποία ακόμα και αν μπορούσε να υπάρξει, θα αποτελούσε μια σταγόνα θετικών ερεθισμάτων μέσα σε έναν ωκεανό παραπληροφόρησης, ετεροσεξισμού, ομοφοβίας και κοινωνικής αλληλεγγύης σε αποσύνθεση.

πηγή:http://www.10percent.gr/periodiko/teyxos31/2375-2011-07-24-23-12-27.html

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.