Σχολικός εκφοβισμός 2

Oρισμός
του σχολικού εκφοβισμού

Η συστηματική μελέτη ενός φαινομένου προϋποθέτει τον ακριβή προσδιορισμό του εννοιολογικού του πεδίου. Ο εκφοβισμός όμως αναφέρεται σε μία τόσο ευρεία ποικιλία επιθετικών πράξεων, που δεν είναι δυνατό να ορισθεί επακριβώς με συντομία.
Τόσο μεταξύ τω ερευνητών όσο και μεταξύ των απλών παρατηρητών-μαθητών και ενηλίκων- υπάρχουν ελαφρώς αποκλίνουσες απόψεις (Espelage & Swearer, 2003). Ο σχολικός εκφοβισμός οριοθετείται εννοιολογικά από το «πείραγμα» ως την ηπιότερη μορφή του και από την παρενόχληση -με τη νομική του όρου έννοια- ως την εντονότερη μορφή του (Macklem, 2004). Αλλά υπάρχει διχογνωμία όσον αφορά στη σημασιολογική υπαγωγή των δύο ακραίων αυτών συμπεριφορών στην έννοια του εκφοβισμού.

Στη λογοτεχνία το θέμα απαντάται από το 1857, που εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη το βιβλίο του Hughes Tom Brown’s school days (Οι σχολικές ημέρες του Τομ Μπράουν), βιβλίο που ήγειρε πλήθος σχετικών συζητήσεων και προτάσεων για τηναντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού (για περισσότερα βλέπετε Pepler, Rigby & Smith, 2004, κεφ. 1. Smith & Brain, 2000). Μεμονωμένες αναφορές στο φαινόμενο είχαν γίνει πριν τη δεκαετία του 1970 με επίκεντρο τις Σκανδιναβικές χώρες. Μάλιστα εξέχουσας σημασίας υπήρξε η επισήμανση εκ μέρους του Νορβηγού Heinemann (1972, στο Κασάπη, 2007) του möbbning, της ομαδικής δηλαδή άσκησης
βίας προς ένα αποκλίνον άτομο, η οποία πραγματοποιείται και υποχωρεί απότομα. Την ίδια περίοδο Ιάπωνες ερευνητές παρατηρούν το παρεμφερές ijime· υποθέτουν όμως ότι αυτός ο ειδικός τύπος βίας επιτελείται μόνο στη χώρα τους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κάποια διασύνδεση μεταξύ των δύο, παρά μόνο μετά το 1995 (Smith & Brain, 2000).

Ο σχολικός εκφοβισμός είναι ένα ζήτημα διεθνές και διαχρονικό. Την έναρξη της συστηματικής μελέτης του φαινομένου σήμανε η έκδοση του βιβλίου του Dan Olweus Aggression in the schools: Bullies and whipping boys στη Σουηδία το 1978 (Smith & Brain, 2000). Ο πρωτοπόρος στο πεδίο του σχολικού εκφοβισμού Dan Olweus (1993, σελ. 9) τον ορίζει ως εξής: «ένας μαθητής/ μία μαθήτρια (εκφοβίζεται) θεωρείται θύμα εκφοβισμού, όταν εκτίθεται επανειλημμένα και σε διάρκεια χρόνου σε αρνητικές ενέργειες ενός ή περισσότερων μαθητών οι οποίοι δρουν χωρίς ναπροκληθούν άμεσα». Έτσι ορίζεται και το λήμμα του σχολικού εφοβισμού στο Λεξικό Ψυχολογίας των Πατεράκη και Χουντουμάδη (ΑΡΑ, 2000-2008). Και μία ενέργεια θεωρείται αρνητική όταν σκόπιμα βλάπτει ή ταλαιπωρεί τον αποδέκτη της ή τουλάχιστον αποπειράται να το κάνει. Σύμφωνα με τον Dan Olweus (1993) λοιπόν, τα χαρακτηριστικά που στοιχειοθετούν τον εκφοβισμό είναι α) η σκοπιμότητα-
πρόθεση του δράστη να βλάψει το θύμα, β) η επαναληψιμότητα της εκφοβιστικής συμπεριφοράς του και πρωτίστως γ) η ανισότητα δράστη και θύματος ως προς τη σωματική ρώμη και το ψυχικό σθένος, ως προς τη δύναμη εν γένει, την εξουσία, ή και η αριθμητική υπεροχή των δραστών.

Στα παραπάνω χαρακτηριστικά συγκλίνουν και οι ορισμοί που μας παραδίδουν
άλλοι μελετητές:
«Σχολικό εκφοβισμό συνιστά η διαρκής βία -σωματική ή ψυχολογική- που διεξάγεται από ένα άτομο ή μία ομάδα εναντίον κάποιου ατόμου που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην παρούσα κατάσταση» (Roland, 1989, σελ. 143, στο Espelage & Swearer, 2003).
«O σχολικός εκφοβισμός (bullying) είναι μια μορφή επιθετικής συμπεριφοράς κατά κανόνα εσκεμμένη και επιζήμια· συχνά είναι επίμονη – κάποιες φορές συνεχιζόμενη επί εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και έτη. Αυτοί που τον υφίστανται είναι πολύ δύσκολο να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά συστηματική κατάχρηση εξουσίας και υποδηλώνει μια επιθυμία για εκφοβισμό και κυριαρχία.» (Sharp & Smith, 1994, σελ. 1).
Ο Rigby (1996, στο Suckling & Temple, 2001) συμφωνεί και επαυξάνει απαριθμώντας ως ουσιώδη χαρακτηριστικά του σχολικού εκφοβισμού τα εξής:
1.την πρόθεση του δράστη να βλάψει
2.την πραγματοποίηση της παραπάνω πρόθεσης
3.τη βλάβη/ζημία του στόχου – θύματος
4.την κυριαρχική επιβολή του δράστη επί του θύματος (με την εξουσία του/της)
5.την έλλειψη συχνά δικαιολογίας για την πράξη
6.την επανάληψη της συμπεριφοράς ξανά και ξανά
7.την ικανοποίηση που αντλεί ο δράστης από τη βλάβη του θύματος.
Από την άλλη, από τις περιγραφές του σχολικού εκφοβισμού εκ μέρους των
παιδιών, φαίνεται ότι τα ίδια δε θεωρούν την ανισορροπία δύναμης ως αναγκαία
συνθήκη για τη στοιχειοθέτηση του (Macklem, 2004).
Την έννοια του σχολικού εκφοβισμού συμπληρώνει η έννοια της θυματοποίησης (victimisation). Ο όρος θυματοποίηση αναφέρεται στον αντίκτυπο που έχει ο εκφοβισμός στο άτομο-στόχο και στη θέση που κατέχει το άτομο που υφίσταται τον εκφοβισμό, που γίνεται δηλαδή θύμα (Olweus, 1995, στο Κασάπη, 2007). Όσον αφορά τον οικουμενικό χαρακτήρα του, ο σχολικός εκφοβισμός εκτείνεται γεωγραφικά σε 16 ευρωπαϊκά κράτη, στις Η.Π.Α., τον Καναδά, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ ενδείξεις για παρεμφερή φαινόμενα παρατηρούνται και στις αναπτυσσόμενες χώρες (Espelage & Swearer, 2003. Smith & Brain, 2000).
Αναλυτικότερα, στη Νορβηγία, ο Olweus (1993) βρήκε ότι 9% των μαθητών/-ητριών ηλικίας 8-16 ετών ήταν θύματα, 7% θύτες και 1.6% θύτες/θύματα. Για την Αγγλία τα δεδομένα είναι πιο άσχημα· το 1993 θυματοποιούνταν 27% των μαθητών/- ητριών δημοτικού και 10% των μαθητών γυμνασίου, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τους θύτες ήταν 12% και 6% (Whitney & Smith, 1993). Στην Ιρλανδία, η εθνικής εμβέλειας έρευνα της O' Moore (2000) έδειξε ότι 13% των μαθητών/-ητριών δημοτικού και 5% των μαθητών/-ητριών γυμνασίου είχαν θυματοποιηθεί το προηγούμενο τρίμηνο. Στην Ιταλία, το 1999, 20% των μαθητών/-ητριών δήλωσαν ότι είχαν υποστεί εκφοβισμό (Fonzi et al., 1999, στο Sapouna, 2008) και στην Πορτογαλία 41.6% (Pereira et al., 2004, στο Sapouna, 2008). Τη μεγαλύτερη διάδοση όμως έχει γνωρίσει ο σχολικός εκφοβισμός στις Η.Π.Α., όπου 77% των μαθητών/- ητριών δηλώνουν ότι έχουν υπάρξει θύματα σχολικού εκφοβισμού και 25% παραδέχονται ότι έχουν εκφοβίσει κάποιον συμμαθητή τους (Espelage & Swearer, 2003).
Και μάλιστα ο σχολικός εκφοβισμός είναι πιθανό να εκδηλωθεί σε οποιοδήποτε
σχολικό ίδρυμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για «κακό» σχολείο (Smith &
Brain, 2000). Θα ήταν σφάλμα όμως αν η εκτεταμένη εμφάνιση και η μεγάλη
συχνότητα του σχολικού εκφοβισμού δημιουργούσαν την εντύπωση ότι πρόκειται για
κοινωνικά αποδεκτό φαινόμενο. Τέτοιες συμπεριφορές είναι πάντα κατακριτέες και
χρήζουν αντιμετώπισης.

1.2 Μορφές του σχολικού εκφοβισμού

Ο σχολικός εκφοβισμός, ανάλογα με τα μέσα που χρησιμοποιεί ο δράστης για να βλάψει το θύμα, παίρνει διάφορες μορφές. Έτσι διακρίνουμε τους εξής τύπους εκφοβισμού (Boulton, Καρέλλου, Λανίτη, Μανούσου & Λεμονή, 2001. Espelage & Swearer, 2003. Κωνσταντίνου & Ψάλτη, 2007. Olweus Bullying Prevention Program, 2007α. Sharp & Smith, 1994. Suckling & Temple, 2001):

α. Τον άμεσο ή σωματικό εκφοβισμό (physical bullying): ο θύτης μεταχειρίζεται φυσική βία, όπως γρονθοκοπήματα, κλωτσιές, σπρωξιές, καθώς επίσης άρπαγμα ή / και φθορά της ατομικής ιδιοκτησίας.

β. Το λεκτικό εκφοβισμό (verbal bullying): εδώ ο δράστης πειράζει κατ' επανάληψη το στόχο του και σε ενοχλητικό για τον δεύτερο βαθμό, τον κοροϊδεύει, του κολλάει παρατσούκλια, τον βρίζει και τον προσβάλλει γενικότερα με λόγια και βωμολοχίες.

γ. Τον έμμεσο ή κοινωνικό εκφοβισμό (indirect/social/relational bullying): σε αυτήν τη μορφή σχολικού εκφοβισμού τα μέσα που μεταχειρίζεται ο δράστης, ή κατά κανόνα οι δράστες, είναι η κοινωνική απομόνωση του θύματος και ο αποκλεισμός του από την παρέα, μέσω της χειραγώγησης της ομάδας ομηλίκων. Πιο συγκεκριμένα, οι δράστες συσπειρώνονται σε μία κλίκα και πολύ συντονισμένα αγνοούν το συμμαθητή ή τη συμμαθήτριά τους, τους κάνουν να αισθάνονται αόρατοι, δεν τους επιτρέπουν να παίξουν ή τους αναθέτουν τα πιο δυσάρεστα καθήκοντα στις ομαδικές δραστηριότητες, τρέχουν να τους κρυφτούν (δείχνοντας επιδεικτικά ότι θα ήθελαν να τους εγκαταλείψουν) και γενικά τους περιφρονούν. Ο έμμεσος εκφοβισμός πλήττει κατά κόρον τις διαπροσωπικές σχέσεις του θύματος και τοαίσθημά του ότι είναι αποδεκτό μέλος της ομάδας ομηλίκων, καθώς με ύπουλα μέσα, όπως είναι το κουτσομπολιό και η διάδοση κακών φημών, το αποκλείουν σταδιακά από όλες τις παρέες. Αυτή είναι και η μορφή που δυσκολεύονται τα θύματα περισσότερο να αναφέρουν, ακριβώς διότι εκφράζεται έμμεσα, συγκαλυμμένα.

δ. Τον εκβιασμό (extortion): σε αυτήν τη μορφή εκφοβισμού οι δράστες με απειλές και εκβιασμούς εξαναγκάζουν τα θύματα να τους παραδώσουν το χαρτζιλίκι τους και το κολατσιό τους.

ε. Τον οπτικό εκφοβισμό (visual bullying): αυτός πραγματοποιείται όταν ο δράστης γράφει ένα προσβλητικό για το θύμα σημείωμα και το περνάει στους συμμαθητές τους από χέρι σε χέρι ή το τοποθετεί σε περίοπτη θέση στο σακίδιο του θύματος ή στο ντουλάπι του. Εναλλακτικά σχεδιάζει γκράφιτι παρεμφερούς σημειολογίας σε εμφανή σημεία του σχολείου.

στ. Τον ηλεκτρονικό εκφοβισμό (cyberbullying): o δράστης χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά μέσα, παραδείγματος χάριν συντάσσει και προωθεί μηνύματα σε κινητά τηλέφωνα ή e-mails. Αυτή η σύγχρονη μορφή εκφοβισμού έχει παρατηρηθεί κατά κόρον στην Αγγλία, τον Καναδά και τις Η.Π.Α. (Smith, 2006) και εκδηλώνει επεκτατικές τάσεις προς τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Καπατζιά & Συγκολλίτου,2009). Βέβαια ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός λαμβάνει χώρα κυρίως εκτός σχολείου· μπορεί όμως να υλοποιηθεί και κατά τη διάρκεια των σχολικών μαθημάτων που περιλαμβάνουν χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή.

ζ. Το σεξουαλικό εκφοβισμό (sexual bullying): ο δράστης προξενεί ένα αίσθημα αμηχανίας και ντροπής στο θύμα με αισχρά σκίτσα, ανήθικες χειρονομίες, αγενή «αστεία» και σχόλια σεξουαλικού περιεχομένου εις βάρος του θύματος και ερωτήσεις παρόμοιας θεματικής. Επιπλέον μπορεί να αγγίζει το θύμα σε διάφορα σημεία παρά τη θέλησή του, περίπτωση στην οποία διακρίνεται από τη σεξουαλική παρενόχληση με ποσοτικά κριτήρια.

η. Το ρατσιστικό εκφοβισμό (racial bullying): πρόκειται για μια ειδική περίπτωση εκφοβισμού, που εκφράζεται σωματικά, κοινωνικά ή ψυχολογικά, και αποσκοπεί να στιγματίσει τη διαφορετικότητα του στόχου ως προς τη φυλή. Από τη δεκαετία του ’90, με την επιτάχυνση του κύματος μετανάστευσης προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο επακόλουθος ρατσισμός διαχέεται και στο σχολικό περιβάλλον και διαβρώνει τις σχέσεις των αυτοχθόνων με τους μαθητές από τις διάφορες εθνικές μειονότητες, τους οποίους ήδη βαραίνουν εμπειρίες ματαίωσης και αποστέρησης (Smith, 2003). Επίσης ο ρατσιστικός εκφοβισμός μπορεί να αφορμάται από τη διαφορετικότητα του στόχου ως προς την κοινωνική τάξη και την οικονομική κατάσταση, την προφορά ή απλώς από το ότι ο στόχος είναι καινούριος/-α στη
γειτονιά και το σχολείο.

Επιπλέον, αφού ο σχολικός εκφοβισμός υπάγεται στην ευρύτερη έννοια «επιθετική συμπεριφορά», ακολουθεί τις κατηγοριοποιήσεις της σε συντελεστική (proactive or instrumental) και αντιδραστική (reactive) επιθετική συμπεριφορά.

«Συντελεστική» καλείται η επιθετική συμπεριφορά που συντελεί στην υλοποίηση κάποιου επιθυμητού αποτελέσματος, στην επίτευξη, για παράδειγμα, κάποιου υλικού οφέλους ή την κατοχύρωση ισχύος. Ενώ η αντιδραστική επιθετική συμπεριφορά στρέφεται κατά συγκεκριμένου θύματος ως επακόλουθο κάποιου συγκεκριμένου γεγονότος που θύμωσε ή δυσαρέστησε το θύτη. Στις περισσότερες περιπτώσεις σχολικού εκφοβισμού πρόκειται για συντελεστική επιθετική συμπεριφορά, καθώς ο δράστης μεταχειρίζεται βία ως μέσο για την επίτευξη κάποιου σκοπού του χωρίς να έχει προκληθεί από προηγούμενο συγκεκριμένο γεγονός σχετικό με το θύμα· σε αυτό οφείλεται και η παρατετεμένη χρονική διάρκεια του εκφοβισμού (Espelage
&Swearer, 2003).

Πηγή από:
Το φαινόμενο του Σχολικού Εκφοβισμού
Διπλωματική εργασία της Τσικρικά Όλγας
εποπτεύουσα καθηγήτρια: Χ. Αθανασιάδoυ
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
2009

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.