Κοινωνική Επιρροή




1.1 Είδη Κοινωνικής Επιρροής

H μελέτη της κοινωνικής επιρροής συμπίπτει με την ίδια την κοινωνική ψυχολογία, αφού ολόκληρος ο κλάδος ασχολείται με την επίδραση που έχουν οι κοινωνικοί παράγοντες στη συμπεριφορά. Συνήθως, όμως, η έννοια της κοινωνικής επιρροής έχει πιο περιορισμένη σημασία, αφού αναφέρεται στην αλλαγή στις κρίσεις, στις απόψεις και τις στάσεις ενός ατόμου λόγω της επαφής του με τις απόψεις άλλων ατόμων (de Montmollin, 1977). Όπως λοιπόν, εξηγεί ο Παπαστάμου (1989α), η κοινωνική επιρροή: «...συνίσταται στην αλλαγή των κοινωνικών στάσεων, απόψεων, αντιλήψεων ή αναπαραστάσεων ενός ατόμου ή μίας ομάδας από τις κοινωνικές στάσεις, απόψεις, αντιλήψεις ή αναπαραστάσεις ενός άλλου ατόμου ή μίας άλλης ομάδας. Με άλλα λόγια, τα φαινόμενα επιρροής αφορούν τις διαδικασίες με τις οποίες τα άτομα και οι ομάδες δημιουργούν, διατηρούν, διαδίδουν και αλλάζουν τον τρόπο σκέψης και δράσης τους, κατά τη διάρκεια άμεσων ή συμβολικών κοινωνικών αλληλεπιδράσεων» (σελ. 13).

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι χειρίζονται την επαφή με διαφορετικές απόψεις από τις δικές τους, όπως υπάρχουν και διαφορετικές πραγματικότητες υπό διαπραγμάτευση σε κάθε περίσταση. Ο Moscovici (1974, 1979, όπως και Faucheux & Moscovici, 1967, 1971) έκανε διάκριση ανάμεσα σε τρία διαφορετικά είδη επιρροής.

Το πρώτο είδος, η εξομάλυνση ή κανονικοποίηση αναφέρεται στην πίεση για σύγκλιση των ατομικών κρίσεων κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης προς ένα κοινό μέσο όρο ο οποίος θα είναι αποδεκτός απ’ όλα τα άτομα. Με άλλα λόγια, η κανονικοποίηση αποτελεί προϊόν ενός αμοιβαίου συμβιβασμού σε συνθήκες ισοτιμίας.

 Σε ένα από τα πρώτα πειράματα κοινωνικής επιρροής ο Muzafer Sherif (1935) μελέτησε την κανονικοποίηση, χρησιμοποιώντας την αντιληπτική ψευδαίσθηση της αυτοκίνησης. Οι συμμετέχοντες τοποθετήθηκαν είτε μόνοι τους είτε κατά ομάδες δύο ή τριών ατόμων σε ένα εντελώς σκοτεινό δωμάτιο με ένα μικρό ακίνητο φωτεινό σημείο. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να εκφέρουν κρίσεις σχετικά με την κίνηση του φωτεινού σημείου, η οποία αποτελούσε ψευδαίσθηση. Στην απουσία ενός αντικειμενικού σημείου αναφοράς, οι συμμετέχοντες απέφευγαν τις ακραίες τιμές και συνέκλιναν όλο και περισσότερο προς ένα μέσο όρο, δημιουργώντας στην ουσία, ένα κοινό κανόνα βάσει του οποίου έκριναν το ερέθισμα.

Τα πειράματα του Sherif βοήθησαν στον καθορισμό των βάσεων της ψυχολογίας της κοινωνικής επιρροής, υποδεικνύοντας την ανάγκη των ανθρώπων να βασίζονται στην κρίση της πλειοψηφίας ιδιαίτερα σε αμφίσημες καταστάσεις. Τα πειράματα του Asch (1951, 1952, 1956) επέκτειναν αυτό το σημείο, δείχνοντας ότι οι συμμετέχοντες στα πειράματά του ήταν πρόθυμοι να αλλάξουν τις κρίσεις τους, για να υιοθετήσουν μία προφανή λανθασμένη απάντηση την οποία ακόμα και οι αισθήσεις τους εύκολα και αλάνθαστα απέρριπταν λόγω της υποστήριξής της από την πλειοψηφία.

Η συμμόρφωση, το δεύτερο είδος επιρροής, αναφέρεται στην κοινωνική πίεση, που ασκείται σε ένα άτομο ή σε μία ομάδα, όταν έρχεται σε επαφή με τις απόψεις μίας πλειοψηφίας ή του τμήματος της ομάδας, το οποίο είναι κυρίαρχο. Η συμμόρφωση δηλαδή προϋποθέτει μία πλειοψηφία και μία μειοψηφία, όπως και μία διαφορά στην κοινωνική θέση των δύο ομάδων.

Στα διάσημα πλέον πειράματα που διεξήγαγε ο Solomon Asch στις αρχές τις δεκαετίας του 1950 (Asch, 1951, 1952, 1956) ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να κρίνουν ποια από τρεις γραμμές σύγκρισης ήταν ίση προς μία άλλη σταθερή γραμμή. Στην πειραματική συνθήκη ο κάθε συμμετέχοντας καθόταν σε ένα δωμάτιο μαζί με έξι πειραματικούς συνεργούς, οι οποίοι υποστήριζαν μία προφανώς λανθασμένη θέση.

Παρόλο που η θέση που υποστήριζαν οι πειραματικοί συνεργοί ήταν προφανώς λανθασμένη, οι συμμετέχοντες συμμορφώνονταν με την πλειοψηφία. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων του Asch τονίζουν την έκταση που μπορεί να πάρει η συμμόρφωση με την πλειοψηφία αφού υποδεικνύουν ότι η συμμόρφωση μπορεί να φτάσει μέχρι την υιοθέτηση απόλυτα λανθασμένων απαντήσεων λόγω της υποστήριξης της θέσης αυτής από την πλειοψηφία. Η έμφαση που προσδόθηκε στην ενεργή κατασκευή της αντίληψης, ιδιαίτερα όταν κρίνονται απόψεις και χαρακτηριστικά άλλων ανθρώπων, ήταν ουσιώδης στο να στρέψει το Moscovici μακριά από το ερώτημα του πότε οι άνθρωποι συμμορφώνονται στις πιέσεις που εξασκεί μία κυρίαρχη ομάδα και προς τη διερεύνηση της ικανότητας της μειοψηφίας να προκαλεί καινοτομία.

Η καινοτομία αυτή αποτελεί το τρίτο είδος κοινωνικής επιρροής και αναφέρεται στην αντίθεση ενός ατόμου ή μίας μειοψηφικής ομάδας στους κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες και στη συνεπακόλουθη πρόταση καινούργιων εναλλακτικών κοινωνικών κανόνων. Η καινοτομία δηλαδή προϋποθέτει μία μειονότητα, η οποία αντιτίθεται στην πίεση που της ασκείται για συμμόρφωση ή εξομάλυνση και επιδιώκει συνειδητά την τροποποίηση των γενικά αποδεκτών κοινωνικών κανόνων. Ωστόσο, δεν αρκεί απλά να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις απόψεις της μειονότητας και της πλειοψηφίας, αλλά χρειάζεται η μειονότητα να είναι αποφασιστική και σταθερή στις απόψεις της.

 Ο Moscovici (1976) προτείνει ότι ο πυρήνας της επίδρασης της μειοψηφίας βρίσκεται στη συμπεριφορά της, όπου το πιο σημαντικό στοιχείο αυτού του ύφους συμπεριφοράς θεωρείται η σταθερότητα με την οποία η μειοψηφία υπερασπίζεται και προωθεί τη θέση της (για ανασκόπηση ερευνών βλέπε Maass & Clark, 1984; Wood, Lundgren, Ouellette, Busceme & Blackstone, 1994). Αυτή η σταθερότητα συνεπάγεται δύο στοιχεία: α) την ένδο-ομαδική σταθερότητα κατά την οποία τα μέλη της μειονότητας συμφωνούν μεταξύ τους και β) τη διαχρονική σταθερότητα κατά την οποία τα μέλη της μειονότητας συνεχίζουν διαχρονικά να στηρίζουν την ίδια θέση. Μία σταθερή, διαχρονικά και ένδο-ομαδικά, μειοψηφία η οποία προτείνει μία προοδευτική καινοτομία δημιουργεί σύγκρουση στο εσωτερικό της πλειοψηφίας και κινητοποιεί έτσι τη γνωστική δραστηριότητα των μελών της πλειοψηφίας που επεξεργάζονται και εν τέλει υιοθετούν τις νέες προτεινόμενες θέσεις.

Απ’ ότι φαίνεται από τα τρία είδη κοινωνικής επιρροής που περιγράψαμε πιο πάνω, οι μηχανισμοί επίδρασης μίας μειοψηφίας και μίας πλειοψηφίας δεν είναι ακριβώς οι ίδιοι. Ένα άτομο αντιμέτωπο με μία πλειοψηφία βρίσκεται ουσιαστικά αντιμέτωπο με την κοινωνική νόρμα. Αντιθέτως ένα άτομο αντιμέτωπο με μία μειοψηφία έχει να αντιμετωπίσει δύο ομάδες – την αντιτιθέμενη μειοψηφία και τη δική του πλειοψηφική ένδο-ομάδα. Επιπλέον, οι έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει έντονη απαρέσκεια προς τις μειοψηφίες (Moscovici & Lage, 1976), γεγονός που αποτρέπει περαιτέρω την ανοικτή συμφωνία με μία μειοψηφική ομάδα. Για τους λόγους αυτούς, θα μπορούσαμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι μία μειοψηφία ασκεί λιγότερη δημόσια επίδραση απ’ ότι μία πλειοψηφία. Τι γίνεται όμως στο ιδιωτικό επίπεδο; Είναι δυνατόν η μειοψηφία να έχει εντονότερο αντίκτυπο πάνω στην ιδιωτική άποψη ενός ατόμου απ’ ότι η πλειοψηφία;

Τέτοιου είδους ερωτήματα οδήγησαν το Moscovici (1980) στη διατύπωση ενός μοντέλου κοινωνικής επιρροής, το οποίο εστιάζεται ακριβώς σε αυτές τις διαφορές στις διεργασίες και στις επιδράσεις μεταξύ της επιρροής της μειοψηφίας και της πλειοψηφίας. Οι προτάσεις του Moscovici έδωσαν έναυσμα σε πλείστες έρευνες αλλά και σε αρκετή αντιπαράθεση, αφού άλλοι ερευνητές (Latane & Wolf, 1981; Tanford & Penrod, 1984) επέλεξαν να προσδώσουν έμφαση στις ομοιότητες, αντί στις διαφορές, μεταξύ των δυο πηγών επιρροής. Στη συνέχεια περιγράφουμε τα μοντέλα μόνης διεργασίας των Latane και Wolf (1981) και των Tanford και Penrod (1984), όπως και το αλληλεπιδρασιακό μοντέλο του Moscovici (1980).


1.2. Μοντέλα Κοινωνικής Επιρροής


Μοντέλα Μονής Διεργασίας


Τα μοντέλα μονής διεργασίας (Latane & Wolf, 1981; Tanford & Penrod, 1984) εισηγούνται ότι ο αριθμός των μελών της κάθε ομάδας καθορίζει τη δύναμη επιρροής της κάθε ομάδας. Περισσότερα μέλη στην ομάδα-πηγή του μηνύματος επιφέρουν μεγαλύτερη επιρροή, ενώ περισσότερα μέλη στην ομάδα-δέκτη επιφέρουν μεγαλύτερη αντίσταση στις προσπάθειες επιρροής.
Πιο συγκεκριμένα, οι Latane και Wolf (1981) βλέπουν την κοινωνική επιρροή ως μία μεμονωμένη διεργασία, η οποία καθορίζεται από τη συνάρτηση της ισχύος (δύναμης, κύρους), της αμεσότητας (γειτνίαση χώρου και χρόνου) και του μεγέθους της πηγής (αριθμού).

Η επίδραση της οποιασδήποτε από τις προαναφερθείσες μεταβλητές θα είναι μεγαλύτερη, καθώς αυξάνεται η τιμή μίας από τις άλλες μεταβλητές. Ως προς τη μεταβλητή του μεγέθους υποστήριξαν μία συνάρτηση ισχύος, όπου κάθε πρόσθετο μέλος της πηγής έχει μικρότερη επιρροή ή αντίκτυπο (όπως τον αποκαλούν οι ερευνητές), από το προηγούμενο. Με άλλα λόγια, τριάντα άνθρωποι επιφέρουν μεγαλύτερη επιρροή από πέντε ανθρώπους, αλλά η προσθήκη ακόμα ενός ατόμου θα έχει μικρότερο αντίκτυπο στην πρώτη περίπτωση απ’ όσο στη δεύτερη.

Με βάση αυτή τη λογική, οι Latane και Wolf υποστηρίζουν ότι μία μειοψηφία επιφέρει λιγότερη επιρροή απ’ ότι μία πλειοψηφία. Επιπλέον, στην περίπτωση που η πηγή παρουσιάζει το μήνυμά της σε πολλά άτομα, ο αντίκτυπός της μοιράζεται ανάμεσα στα μέλη στα οποία στoχεύει να επηρεάσει. Καθώς ο αριθμός των ατόμων-στόχων αυξάνεται, ο αντίκτυπος της πηγής σε κάθε μέλος-στόχου μειώνεται. Επομένως, οι Latane και Wolf υποστηρίζουν ότι μία μειοψηφία επιφέρει λιγότερη επιρροή απ’ ότι μία πλειοψηφία, εφόσον έχει λιγότερα μέλη από την πλειοψηφία αλλά και επειδή ο αντίκτυπος της μοιράζεται σε περισσότερους στόχους απ’ ότι ο αντίκτυπος της πλειοψηφίας.

Οι Tanford και Penrod (1984) έλεγξαν τις υποθέσεις αυτών των μοντέλων με μία μετά-αναλυτική επισκόπηση των ερευνών κοινωνικής επιρροής. Παρουσίασαν εντυπωσιακή υποστήριξη για την επίδραση του αριθμού των μελών της ομάδας-πηγής στις, ως επί το πλείστο, μετρήσεις της συμμόρφωσης. Ωστόσο, συμπεριέλαβαν στην ανάλυσή τους μόνο μία περιορισμένη επιλογή από έρευνες στη μειοψηφική επιρροή (μόνο 26), ενώ δεν έγιναν προσπάθειες εξέτασης της επίδρασης της πλειοψηφικής ή μειοψηφικής πηγής στην έκφραση της άμεσης και έμμεσης επιρροής. Ουσιαστικά, όπως διαπιστώνει η Wood και οι συνεργάτες της (1994):

«Η επισκόπηση προορίστηκε ως μία γενική επίδειξη της ισχύος του μοντέλου μόνης διεργασίας αντί ως ένας συγκεκριμένος έλεγχος της μειοψηφικής αποτελεσματικότητας» (σελ. 325).
Είναι πρόδηλο ότι η έμφαση αυτών των μοντέλων εστιάζεται αποκλειστικά στην πλειοψηφική επιρροή. Όπως παρατήρησαν οι Maass και Clark (1984) τα μοντέλα μονής διεργασίας εστιάζονται στη δημόσια επίδραση ή άμεση επιρροή και αγνοούν τις διαδικασίες μέσω των οποίων λειτουργούν οι παράγοντες της αμεσότητας, της ισχύος και του μεγέθους της πηγής. Επιπλέον, αδυνατούν να εξηγήσουν μία σειρά κοινωνικών φαινομένων, όπου καινοτόμες μειοψηφίες, οι οποίες, παρόλο που δεν κατέχουν τα απαιτούμενα, κατά τα μοντέλα αυτά, στοιχεία της αμεσότητας, ισχύος και του μεγέθους, επιφέρουν κοινωνική αλλαγή με επιτυχία.


Το Αλληλεπιδρασιακό Μοντέλο

 

Σε αυτές ακριβώς τις αδυναμίες του λειτουργικού μοντέλου άσκησε κριτική ο Moscovici (1976, 1979, 1980), διατυπώνοντας το αλληλεπιδρασιακό μοντέλο, το οποίο προσδίδει έμφαση στον καινοτόμο ρόλο των ενεργών μειοψηφιών. Οι ενεργείς μειοψηφίες κατά τον Moscovici:
«...υπερασπίζονται κάποια πράγματα αντί να εναντιώνονται σε κάποια άλλα. Προσφέρουν μία άλλη πρόταση στις υφιστάμενες γνώμες και πεποιθήσεις, μία διαφορετική λύση στα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας» (1985, από Παπαστάμου, 1989α, σελ. 263).

Ο Moscovici (1980, 1985α, 1985β) προτείνει ότι οι άνθρωποι θεωρούν ότι υπάρχουν ορισμένες κοινωνικά αποδεκτές απόψεις ή νόρμες πάνω σε οποιοδήποτε θέμα με τις οποίες συμφωνεί η πλειοψηφία. Όταν ένα άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με την άποψη της πλειοψηφίας, ενεργοποιείται μία διεργασία κοινωνικής σύγκρισης, όπου το άτομο συγκρίνει τη δική του θέση με τη θέση της πλειοψηφίας. Όταν υπάρχει διαφωνία ανάμεσα στις θέσεις του ατόμου και αυτές της πλειοψηφίας, αυτή βιώνεται ως απειλή, αφού απειλείται η ανάγκη του ατόμου για κοινωνική αποδοχή, όπως και οι αντιλήψεις και πεποιθήσεις του ατόμου αναφορικά με τον υλικό και τον κοινωνικό του περίγυρο. Το άτομο διερωτάται γιατί αδυνατεί «να δει ή να σκεφτεί όπως τα άλλα μέλη της ομάδας» (1985β, σελ. 394).

Έτσι «επικεντρώνει την προσοχή του σε αυτά που λένε οι άλλοι, ώστε να εναρμονιστεί με τις απόψεις και τις κρίσεις τους» (1980, σελ. 214), χωρίς να αναλύει σε βάθος το ίδιο το υπό συζήτηση θέμα. Επειδή η συμφωνία με την πλειοψηφία βασίζεται στην ανάγκη για συναίνεση, η συμφωνία αυτή εκφράζεται δημόσια. Αντιθέτως, θεωρείται ότι οι ιδιωτικές απόψεις του ατόμου μένουν απρόσβλητες από την πλειοψηφική θέση εξαιτίας μίας αντιδραστικής προσπάθειας του ατόμου να διατηρήσει την αυτονομία και ιδιομορφία του, όταν οι πραγματικές του απόψεις διαφέρουν από αυτές της πλειοψηφίας. Συνεπώς, οι επιδράσεις της πλειοψηφίας στο άτομο είναι βραχύβιες, γιατί μόλις το άτομο απελευθερωθεί από την παρουσία της πλειοψηφίας και εστιάσει πάλι στο υπό συζήτηση θέμα θα εκφράσει ξανά την προσωπική του γνώμη.

Το αλληλεπιδρασιακό μοντέλο αντί να δίνει έμφαση στον έλεγχο της σύγκρουσης, τονίζει την ανάγκη για σύγκρουση και την ανάγκη για αμφισβήτηση της πλειοψηφικής νόρμας από την ενεργή μειοψηφία με σκοπό τη δημιουργία καινοτομίας. Η καινοτομία που προσπαθεί να επιφέρει η μειοψηφία επικεντρώνεται στην όξυνση της σύγκρουσης με σκοπό την κοινωνική αλλαγή, ενώ η συμμόρφωση που προσπαθεί να εδραιώσει η πλειοψηφία προσανατολίζεται στην απορρόφηση της σύγκρουσης για τη διασφάλιση του κοινωνικού ελέγχου και τη διατήρηση του status quo. Η σύγκρουση που προκαλεί μία μειοψηφία αναδύεται από τη θέση που υιοθετεί. Αν η μειοψηφία είναι σταθερή στις θέσεις της, τότε προκαλεί μία διεργασία επικύρωσης, όπου η προσοχή επικεντρώνεται στο θέμα υπό συζήτηση, για να κατανοηθεί ο λόγος για τον οποίο η μειοψηφία αυτή παραμένει με σταθερότητα στην ίδια θέση.

Η δυνατότητα επιρροής της μειοψηφίας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην προϋπόθεση ότι θα επιδείξει διαχρονική σταθερότητα στις θέσεις της, όπως και συγχρονική σταθερότητα μεταξύ των μελών της μειοψηφίας. Μόνο όταν τα μέλη της μειοψηφίας συμφωνούν και συνεχίζουν να συμφωνούν μεταξύ τους, θα έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν. Το είδος διαπραγμάτευσης που προβάλλει η μειονότητα, επίσης διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο στις δυνατότητες επιρροής της ομάδας.

Το είδος διαπραγμάτευσης της μειοψηφίας εκφράζεται από τον τρόπο εκφοράς και οργάνωσης του μηνύματος που παραθέτει. Αν το μήνυμα της μειοψηφίας δεν αφήνει περιθώρια ευελιξίας, πιθανόν να μην έχει καθόλου επίδραση, παρόλη τη σταθερότητά της γιατί κάτω από τέτοιες συνθήκες συνήθως γίνεται αντιληπτή ως άκαμπτη (βλ. Mugny & Papastamou, 1984). Ο Mugny (1982) τονίζει ότι μία μειοψηφία θα είναι αποτελεσματική μόνο αν παρέχει συστηματικά μία εναλλακτική προοπτική της πραγματικότητας, ενώ συγχρόνως επιδεικνύει την προθυμία της για κάποιο συμβιβασμό, χωρίς βέβαια αυτό να γίνεται σε βάρος της σταθερότητας της συμπεριφοράς της.

 Συνεπώς, μόνο όταν η μειοψηφία επιδείξει σταθερότητα και ευλυγισία στις θέσεις της, θα μπορέσει να παρακινήσει το δέκτη του μηνύματός της να «δει αυτό που είδε η μειοψηφία και να καταλάβει αυτό που κατάλαβε» (Moscovici, 1980, σελ. 215). Η αυξημένη γνωστική επεξεργασία που ενεργοποιείται, για να κατανοηθεί η θέση της μειοψηφίας, επιφέρει μακροπρόθεσμη αλλαγή άποψης προς τις θέσεις της μειοψηφίας η οποία εκφράζεται ιδιωτικά ή έμμεσα λόγω του ότι η πίεση της πλειοψηφίας εμποδίζει τη δημόσια έκφραση. Συνεπώς, όταν μία θέση χαρακτηρίζεται από καινοτομία και πρωτοτυπία, η επιρροή δεν αποτελεί συμμόρφωση αλλά μεταστροφή. Το αλληλεπιδρασιακό μοντέλο παρουσίασε τις διαδικασίες κοινωνικής επιρροής από μία εντελώς διαφορετική σκοπιά, εμπνέοντας τους ερευνητές να εξετάσουν εκ νέου τη μειοψηφική και την πλειοψηφική επιρροή.

πηγή:
Από την  διπλωματική εργασία της
Χριστίνα Ελένη Λύτρα
με τίτλο
Ο Ρόλος της Αντίληψης Ομοιογένειας
στη Μειονοτική και στην Πλειοψηφική Κοινωνική Επιρροή

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.