Ο ρόλος της τηλεόρασης





Η κατανόηση του ρόλου της τηλεόρασης στη σύγχρονη κοινωνία είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα περίπλοκη και γι΄ αυτό είναι δύσκολο να δοθούν σαφείς απαντήσεις. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που ένα μέσο υπερτερεί έναντι των άλλων στην ιστορία της μαζικής επικοινωνίας, διότι η παρουσία του δημιουργεί έντονα αντικρουόμενες απόψεις γύρω από τη φύση του, το σκοπό και τις επιδράσεις του στο κοινωνικό σύνολο1. Πάντως, αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί ότι η τηλεόραση αρέσει στους ανθρώπους και η παρακολούθησή της τους προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα. Σύμφωνα με τη Μυρτώ Ρήγου «η τηλεόραση αρέσει διότι είναι ζωή και η ζωή είναι ψευδαίσθηση με όλο το αρνητικό και το θετικό φορτίο αυτής της λέξης, τόσο από την κριτική ματιά όσο και από τη ματιά που γοητεύει»2.

Η τηλεόραση είναι γνωστή για την επιμορφωτική, ενημερωτική, παιδαγωγική και ψυχαγωγική λειτουργία που επιτελεί. Εκτός όμως από αυτές, επιτελεί και μια κοινωνική λειτουργία αφού καθημερινή πρακτική των περισσότερων ανθρώπων αποτελεί η συζήτηση γι’ αυτή ή για θέματα που προβάλλει. Αποτελεί δηλαδή, κοινό σημείο αναφοράς και σημείο σύγκλισης, καθώς παρέχει τη μεγαλύτερη από ποτέ ταυτόχρονη παραλαβή του ίδιου μηνύματος στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ως μέσο, λοιπόν, που τείνει να συμπεριλαμβάνει πολλές πτυχές της κοινωνίας, και αυτό γιατί έχει τη δυνατότητα να «ξετυλίγεται» σε όλη τη διάρκεια του 24ωρου, δεν είναι δυνατόν να μην προκαλεί από τη φύση της διχογνωμίες σχετικά με το περιεχόμενο που προβάλλει, αφού τις περισσότερες φορές τα προγράμματά της βρίσκονται στο στόχαστρο των επικριτών. Όπως έχει επισημάνει η Μυρτώ Ρήγου «η άλλη ματιά στην τηλεόραση, η αλλήθωρη θολή ματιά, η δική μας ματιά είναι η ίδια ματιά, δηλαδή η ματιά της δικής μας ζωής»3. Ωστόσο, μέρος των επικρίσεων που δέχεται καθημερινά δεν έχει να κάνει τόσο με το περιεχόμενό της αυτό καθ’ εαυτό, όσο με τα προβλήματα που ενυπάρχουν στο σύστημα που «διακοινωνεί» κάτι ταυτόχρονα και σε όλες τις κατηγορίες και τους τύπους των ανθρώπων4. Όμως, παρόλα αυτά, ακόμηκαι όσοι κατηγορούν αυτό το μέσο συνεχίζουν να το βλέπουν. Μάλιστα, αξιοσημείωτο και συνάμα ανησυχητικό, ως προς την επιρροή της τηλεόρασης, είναι το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι δίνουν τόση σημασία σε αυτά που προβάλλει που θεωρούν, από τη μια, ένα συμβάν «ανύπαρκτο» ως προς την κοινωνική του έννοια, σε περίπτωση που δεν μεταδοθεί από την τηλεόραση, και από την άλλη θεωρούν ότι ό,τι ειπωθεί σε αυτή ισχύει, χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα την εξής φράση: «αφού το είπε η τηλεόραση, είναι σωστό».

Η γλώσσα ή η ρητορική της τηλεόρασης υποβοηθά στη δημιουργία και την επιβεβαίωση των ιδεολογικών στερεοτύπων και κατηγοριοποιήσεων. Η καθημερινή αφομοίωση του τηλεοπτικού περιεχομένου μακροπρόθεσμα ενδυναμώνει και επεκτείνει την κυρίαρχη ιδεολογία και τις πολιτιστικές προκαταλήψεις που εμπεριέχονται στο τηλεοπτικό περιεχόμενο5. Ωστόσο, η τηλεόραση δεν επηρεάζει μακροπρόθεσμα μόνο τα άτομα αλλά και τον ίδιο τον πολιτισμό, το πεδίο της γνώσης, τους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας, διότι προσφέρει πληθώρα εικόνων, ιδεών και εκτιμήσεων, βάσει των οποίων τα μέλη του κοινού μπορούν να επιλέξουν και να διαμορφώσουν τις δικές τους στάσεις.

Η δύναμη της τηλεόρασης –όπως επισημαίνεται από τον Todd Gitlin- έγκειται στο ότι τα τηλεοπτικά προγράμματα ενέχουν μια ηγεμονική ιδεολογία, η οποία ανακυκλώνεται με διαφορετικούς τρόπους στη συνολική τηλεοπτική ροή6. Μπορεί στις μέρες μας να υπάρχει ένα πολυκαναλικό τηλεοπτικό περιβάλλον με την ταυτόχρονη λειτουργία ενός πλήθους πολυσυλλεκτικών και θεματικών καναλιών, παρέχοντας τη δυνατότητα της επιλογής στους τηλεθεατές, ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η λογική προγράμματος που επιβάλλεται από το ιδιοκτησιακό καθεστώς των καναλιών7. Οι μεγάλοι ιδιωτικοί επικοινωνιακοί οργανισμοί τείνουν προς τη σταθερότητα και προσβλέπουν στη δυνατότητα πρόβλεψης των προγραμμάτων εκείνων που θα τους αποφέρουν κέρδη, δηλαδή όσο το δυνατόν περισσότερες διαφημίσεις. Αυτό οφείλεται στη διαχειριστική λογική των καναλιών -τα οποία αν μη τι άλλο δεν παύουν να είναι επιχειρήσεις- που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τυποποιημένων μορφών τηλεοπτικού περιεχομένου8. Αποτέλεσμα αυτού είναι η τηλεοπτική ομοιομορφία. Αυτό συμβαίνει διότι όταν σε ένα τηλεοπτικό πεδίο επικρατούν συνθήκες έντονου ανταγωνισμού και οι σταθμοί ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξασφάλιση εσόδων από την ίδια πηγή, τα διαφημιστικά μηνύματα, τότε δεν είναι εύκολο για ένα κανάλι να ρισκάρει και να πάρει τολμηρές και ρηξικέλευθες αποφάσεις όσον αφορά στο περιεχόμενό του9.

Βασικός στόχος των τηλεοπτικών μέσων είναι η μόνιμη προσέλκυση του κοινού, προβαίνοντας συνήθως σε αλλαγές όχι ριζοσπαστικές αλλά περισσότερο επιφανειακές, διότι η πολλαπλότητα του τηλεοπτικού περιεχομένου εγκυμονεί επιχειρηματικούς κινδύνους. Για παράδειγμα, στα ψυχαγωγικά προγράμματα προβάλλονται -ως επί το πλείστον- παρόμοιες ιδέες, παρόμοια πλοκή σεναρίου με τα ίδια επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τα οποία αναπροσαρμόζονται σε νέες μορφές, καθιστώντας τις «παλιές συνταγές» πιο ελκυστικές στο κοινό. Αλλάζει, δηλαδή, λίγο το «περιτύλιγμα» του δοκιμασμένου προϊόντος χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά το περιεχόμενο για χάρη της λογικής της μη διακινδύνευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαχειριστικής λογικής, στα πλαίσια μάλιστα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, είναι –μεταξύ άλλων- τηλεοπτικά προϊόντα όπως το ριάλιτι «Big Brother», τα τηλεπαιχνίδια «Deal» και «Ποιός θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;» και σίριαλ-τηλενουβέλλες όπως η «Μαρία η άσχημη». Τα ψυχαγωγικά αυτά προγράμματα έκαναν διεθνή καριέρα φορώντας, σε κάθε χώρα, τα εθνικά της χρώματα. Το κάθε κανάλι, δηλαδή, που ενδιαφέρθηκε για αυτά δεν αγόρασε ένα έτοιμο προϊόν αλλά ένα «concept», μια ιδέα-οδηγό, του οποίου οι κανόνες προσαρμογής ήταν άλλοτε πολύ αυστηροί και άλλοτε πιο ευέλικτοι. Έτσι, λοιπόν, μια δοκιμασμένη συνταγή «εξάγεται» σε μια άλλη χώρα και προβάλλεται αναπροσαρμοσμένη –χωρίς, βέβαια, να τυγχάνει πάντα της ίδιας αποδοχής αφού οι απαιτήσεις του κοινού διαφοροποιούνται.

Η τηλεόραση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαφήμιση αφού η δεύτερη αποτελεί το στυλοβάτη της πρώτης και η πρώτη αναδεικνύεται –λόγω της αμεσότητας της- το κατάλληλο μέσο προβολής της δεύτερης, ένα δηλαδή κατεξοχήν διαφημιστικό μέσο. Μάλιστα, η διάκριση ανάμεσα στη διαφήμιση και το τηλεοπτικό πρόγραμμα φαντάζει πια ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα στο σύγχρονο τηλεοπτικό τοπίο. Όλα τα τηλεοπτικά ψυχαγωγικά προγράμματα χρησιμοποιούνται ως πρότυπα συγκεκριμένων τρόπων ζωής, όπως επίσης και οι διαφημίσεις. Η τηλεόραση και η διαφήμιση έχουν αναπτύξει μια σχέση που προωθεί την κοινωνική και ψυχολογική κατασκευή των αναγκών και την υλική επιδειξιμανία της καταναλωτικής κοινωνίας10. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που η εμπορευματοποίηση των Μ.Μ.Ε έχει συμβάλει στο να ταυτίζεται η έννοια του πολίτη με αυτή του καταναλωτή, μια άποψη δηλαδή που κυριαρχεί στη μαζική κουλτούρα. Άλλωστε, η τηλεόραση στο σύνολό της αποτελεί μια διαφήμιση του υπάρχοντος συστήματος, όπως υπογραμμίζει ο Robert Dunn11. Αυτό σημαίνει ότι όπως οι διαφημίσεις προσπαθούν να πουλήσουν προϊόντα και ταυτόχρονα να νομιμοποιήσουν ένα τρόπο ζωής, έτσι και τα ψυχαγωγικά προγράμματα διαφημίζουν έναν τρόπο ζωής που καθιστά δυνατή ή ακόμα και αναγκαία την αγορά προϊόντων. Ακόμη δηλαδή και η καταναλωτική ηθική έχει υποστεί αλλαγές στη εποχή της τηλεοπτικής κυριαρχίας.

Η ψυχαγωγία χρησιμοποιείται ως «πυξίδα» για την αναπαράσταση κάθε μορφής της πραγματικότητας από την εμπορική τηλεόραση, σύμφωνα με τους Neil Postman και George Comstock12. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει μόνο στην εμπορική τηλεόραση αλλά στην τηλεόραση γενικότερα, καθώς αποτελεί πρωτίστως ένα μέσο ψυχαγωγίας. Μπορεί η τηλεόραση να κρατά το κοινό σε επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, όμως, επιδιώκει να το κάνει αυτό με ένα απαράλλακτο «χαμογελαστό» πρόσωπο, δηλαδή παρουσιάζοντας οτιδήποτε με ένα ψυχαγωγικό τρόπο. Ακόμη και οι ειδήσεις, τα ντοκιμαντέρ, οι εκπομπές λόγου έχουν μια εμφανή ψυχαγωγική διάσταση. Η ψυχαγωγία αποτελεί το ιδεολογικό πρότυπο του τηλεοπτικού λόγου και γι΄ αυτό οτιδήποτε προβάλλεται από την τηλεόραση έχει ως στόχο να ψυχαγωγήσει και να ευχαριστήσει τους τηλεθεατές13. Έτσι, λοιπόν, ως ένα αμιγώς μαζικό και οπτικοακουστικό μέσο, πρέπει να παράγει εικόνες –ως επί το πλείστον ελκυστικές και ερεθιστικές- ενώ παράλληλα το περιεχόμενό του θα έχει χαμηλό βαθμό αμφισημίας ώστε να είναι κατανοητό και προσιτό στην πλειονότητα των τηλεθεατών. Απόρροια τούτου είναι ότι και αυτοί που εμφανίζονται στην οθόνη οφείλουν να έχουν συγκεκριμένη ποιότητα εμφάνισης και ήχου. Επειδή η διαφήμιση είναι αυτή που χρηματοδοτεί την τηλεόραση και κύριο μέλημα των διαφημιστών είναι τα ποσοστά τηλεθέασης, τα τηλεοπτικά δίκτυα επιδίωκαν να προβάλλουν το επονομαζόμενο «star system» ώστε να προσελκύουν -μέσω των λαμπερών προσωπικοτήτων- ένα μεγάλο μέρος του κοινού14.

Βιβλιογραφία
 1 Cumberbach, G. and Howitt, D.A , Measure of Uncertainty: The effects of the Mass Media, London: John Libbey, 1989, σελ.1-12.
2 Ρήγου, M., Μπροστά στην τηλεόραση, Αθήνα: Πλέθρον, 1999, σελ. 133.
3 Ό.π., σελ. 132.
4 Παπαθανασόπουλος, Σ., Η δύναμη της τηλεόρασης, Αθήνα: Καστανιώτης, 1997, σελ.81.
 5 Ό.π., σελ.67.
6 Gitlin, T., Inside Prime Time, London: Routledge, 1994.
7 Παπαθανασόπουλος, ό.π., σελ.71-72.
8 Ό.π., σελ.72.
 9 Παπαθανασόπουλος, Σ., Απελευθερώνοντας την τηλεόραση, Αθήνα: Καστανιώτης, 1993, σελ. 216.
 10 Παπαθανασόπουλος, Η δύναμη της τηλεόρασης, ό.π., σελ.101.
11 Dunn, R., «Τηλεόραση, κατανάλωση και εμπορευματική μορφή» στο Κομνηνού Μ. και Λυριτζής Χ., Κοινωνία, εξουσία και μέσα μαζικής επικοινωνίας, Αθήνα: Παπαζήσης, 1989, σελ.327-359.
12 Comstock, G., The evolution of American Television, Beverly Hills: Sage, 1989, σελ.159-160, Postman, N. Amusing ourselves to death, New York: Penguin, 1985, σελ.92.
13 Παπαθανασόπουλος, Η δύναμη της τηλεόρασης, ό.π., σελ.259-260.
14 Ό.π., σελ.42.
Πηγή
Από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της
ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Με τίτλο
ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ ΣΤΑ Μ.Μ.Ε:
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΡΙΑΛΙΤΙ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου