Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

H ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ






Μια ελληνική παράδοση
 
Κάνουν μεγάλο λάθος όσοι αποδίδουν την παντοειδώς διαπόμπευση των κατηγορουμένων στην ανθρωποβόρα διάθεση των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης. Η συνήθεια είναι πολύ παλιά και επιβάλλεται ως ένα είδος πρόσθετης ποινής. Η τηλεόραση και οι εφημερίδες δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να μεταφέρουν στην εποχή μας ένα πανάρχαιο θεσμό. Ο Κυριάκος Σιμόπουλος, που μελέτησε την ιστορία των βασανιστηρίων από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα, κατέληξε στο σαφές συμπέρασμα:

"Η διαπόμπευση, η ατιμωτική δηλαδή περιαγωγή καταδίκου στους δρόμους και η παράδοσή του στη χλεύη, τους ονειδισμούς αλλά και τις βάναυσες επιθέσεις του όχλου, ήταν το κατ' εξοχήν βυζαντινό βασανιστήριο. .. Δεν ήταν "ιδία ποινή", αποκλειστικά δηλαδή η διαπόμπευση, αλλά προσθετική, συμπληρωματική και εφαρμοζόταν πριν από την τελική τιμωρία - πριν από τη φυλάκιση, τον ακρωτηριασμό, την εκτύφλωση ή τη θανάτωση. 

Αποτελούσε μια κοινωνικοποιημένη ποινή που την εκτέλεσή της ανέθετε η εξουσία στο λαϊκό πλήθος, επιβάλλοντας έτσι τη δημοσιότητα του κολασμού. Με απώτερο σκοπό τον εκφοβισμό, τον παραδειγματισμό και την εκδικητική εκτόνωση των μαζών. Ηταν ακόμα ένας καλομελετημένος από την αυτοκρατορική εξουσία ψυχολογικός αντιπερισπασμός. Εριχνε κάθε τόσο βορά στο εξαθλιωμένο πλήθος τους δικούς της εχθρούς, ως δήθεν υπαίτιους των δεινών του. Ο λαός γινόταν συμμέτοχος και συνένοχος. Μετατοπιζόταν έτσι η προσοχή του από τη θλιβερή καθημερινότητα και απομακρύνονταν οι κίνδυνοι λαϊκών εξεγέρσεων που παρέσυραν κάπου κάπου θρόνους, παλάτια και δυναστείες". ("Βασανιστήρια και εξουσία", Αθήνα 1987, σ. 255).

Ο Φαίδων Κουκούλες έχει αφιερώσει στη διαπόμπευση ειδικό κεφάλαιο του πολύτομου έργου του "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός" (εν Αθήναις 1949, τ.Γ, σ. 184-208). Παρατηρεί ότι η πρόσθετη αυτή ποινή έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική εποχή (Σπάρτη, Βοιωτία, κάτω Ιταλία, Μικρά Ασία) είτε είναι κατάλοιπο ακόμα παλαιότερης συνήθειας:

"Η πρόσθετος ποινή της διαπομπεύσεως κατά τους βυζαντινούς χρόνους επεβάλλετο εις άτομα πάσης κοινωνικής τάξεως, ως και αμφοτέρων των φύλων. Ούτως επομπεύοντο ου μόνον πολίται της κατωτάτης κοινωνικής τάξεως, εις διάφορα περιπεσόντες παραπτώματα, αλλά και άρχοντες, πολιτικοί ή στρατιωτικοί, πολλάκις ανώτερα κατέχοντες αξιώματα, προς δε και βασιλείς ακόμη. Ουδ' εξηρούντο της άτιμου περιαγωγής, μάλιστα εις εποχάς εκκλησιαστικών ερίδων, και οι κληρικοί, ου μόνον οι μοναχοί και οι του κατωτέρου κλήρου, αλλά και επίσκοποι και δη και πατριάρχαι. Και στρατιώται δ' εν των στρατοπέδω πλημμελήσαντες επομπεύοντο, ως και γυναίκες..." (σ. 188).

Η αρνητική έννοια της λέξης πομπή προέρχεται ίσως από τα αρχαία "εξ αμάξης" σκώμματα είτε από την απέχθεια των χριστιανών προς τις πομπές των ειδωλολατρών κατά τις οποίες περιέφεραν αγάλματα. Απ' αυτή την έννοια προέρχεται και η νεότερη έκφραση "μπομπή" και "μπομπεύω". Παράλληλα, οι Βυζαντινοί για να υποδηλώσουν τη διαπόμπευση χρησιμοποιούσαν και το ρήμα "θεατρίζω" από τη λέξη θέατρο = θέαμα (πρβλ. "γίνομαι θέατρο").

Η σειρά των εγκλημάτων που επέσυραν διαπόμπευση είναι ατέλειωτη. Περιλαμβάνονται όλα σχεδόν τα αδικήματα του ποινικού δικαίου και ιδιαίτερα κατά των ηθών. "Κατά τους μετά την άλωσιν χρόνους γνωρίζομεν ότι και αμελείς μαθηταί δημοσία επομπεύοντο" (Φ. Κουκουλέ, ό.π., σ. 191). Προηγείτο συνήθως η μαστίγωση του παραβάτη, το ατιμωτικό κούρεμα (πρβλ. "άει κουρέψου"), το μουντζούρωμα του προσώπου με καπνιά ή και με πίσσα (πρβλ. "Λούκι Λουκ"), Μετά τον ανέβαζαν σ' ένα ζώο, κατά προτίμηση γάιδαρο, και τον είχαν στραμμένο προς την ουρά, την οποία έπρεπε να κρατά. Από το λαιμό του κρέμονταν κουδούνια για να ειδοποιείται το φιλοθεάμον κοινό (πρβλ. "του κρέμασαν κουδούνια"). 

Αν τα βασανιστήριο είχαν αποκάνει τον διαπομπευόμενο, τον περιέφεραν πάνω σε φορείο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση του Φ. Κουκουλέ ότι η διαπόμπευση επεβάλλετο από τους εκάστοτε ισχυρούς στους θρησκευτικούς (ή ιδεολογικούς) τους αντιπάλους: "Κατά τους πρώτους χρόνους του χριστιανισμού, ότε μεγάλη υπήρξεν η καταφορά κατά των οπαδών της νέας θρησκείας, συχνά απαντώμεν και διαπομπεύσεις χριστιανών, δι' ουδέν άλλο έγκλημα εγκαλουμένων ή διότι επίστευον εις τα διδάγματα του Ναζωραίου. Αλλά και το αντίθετον συνέβαινεν: όταν δήλα επεκράτησεν ο χριστιανισμός, δεν ήτο σπάνιον, καταδιωκόμενοι οι εθνικοί, αυτοί μεν να διαπομπεύονται, τα δε βιβλία αυτών και αι εικόνες των θεών των δημοσία να καίωνται" (ό.π., σ. 190).

Πηγή: http://www.iospress.gr/ios1992/ios19920719b.htm

πόνακας: Kristian Figarty

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

H Διαφήμιση της ημέρας ( Αλκοολισμός)


Η διαφήμιση της ημέρας
In Vino Veritas
 ( Αλκοολισμός)
Η Διαφήμιση της ημέρας εκφράζει με επιτυχία την έκφραση
In Vino Veritas Η αλήθεια μέσα στο κρασί..
Ακόμα και αν αυτή δημιουργεί φόβο...Στην ουσία αυτή η διαφήμιση μετατρέπει μια καθημερινή εικόνα σε ένα υπονοούμενο το οποίο θα μας κάνει να σκεφτούμε....
Πηγή:
http://www.conseilsmarketing.com/communication/la-pub-du-jour-in-vino-veritas-alcoolisme

Η Διαφήμιση




ΒΑΣΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ 

Ως «διαφήμιση» θα μπορούσε να οριστεί το αποτέλεσμα καθώς και η διαδικασία γνωστοποίησης σ’ ένα ευρύτερο κοινό των ιδιοτήτων ενός προϊόντος ή μιας ιδέας, με έμφαση στα θετικά τους στοιχεία, η οποία ως σκοπό έχει τη δημιουργία της ανάγκης και της επιθυμίας στους αποδέκτες (κοινό –στόχο) να καταναλώσουν το διαφημιζόμενο προϊόν ή ιδέα. Με εξαίρεση την κοινωνική διαφήμιση, ο κύριος όγκος των διαφημιστικών  μηνυμάτων αποσκοπεί στην αποκόμιση κέρδους, γι’ αυτό και αποτελεί έναν από τους σημαιοφόρους του καπιταλιστικού συστήματος έχοντας αναρίθμητους πολέμιους, που της καταλογίζουν τη δημιουργία ψευδαισθητικών κόσμων, επίπλαστων αναγκών και τη διάπλαση υπερκαταναλωτικών συμπεριφορών. Δε λείπει, βέβαια, και η θετική άποψη, που έμφαση δίνει στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της διαφημιστικής δράσης, αφού, πράγματι, ορισμένα μηνύματα, τόσο έντυπα όσο και τηλεοπτικά έχουνθεωρηθεί μοναδικά δείγματα καλαισθησίας κι έργα τέχνης της σύγχρονηςμαζικής κουλτούρας.

Η κάθε διαφήμιση δεν είναι παρά ένα ακόμα μήνυμα. Το μήνυμα είναι ποιοτική έννοια και συνίσταται στην απόδοση έλλογου, ανθρωπογενούς περιεχομένου στην πληροφορία. Στο σημείο αυτό, ακολουθώντας το μοντέλο του Shannon, θεμελιωτή της μαθηματικής Θεωρίας της Επικοινωνίας, θα
ορίσουμε ότι πληροφορία είναι καθετί που μειώνει την αβεβαιότητα,  αλλιώς η πραγματοποίηση μιας από πολλές δυνατές επιλογές.

 Είναι αυτονόητο επίσης, ότι δε μπορεί να υπάρξει μήνυμα χωρίς την ύπαρξη πομπού και δέκτη. Αξίζει, ωστόσο, εδώ να τονιστεί ότι η σημειωτική προτιμά γενικά αντί του όρου «δέκτης» τον όρο «αναγνώστης» για το λήπτη τουμηνύματος, ακόμα κι αν πρόκειται για το θεατή μιας φωτογραφίας ή –όπως εν προκειμένω- μιας διαφήμισης. Ο λόγος που προτιμάται αυτός ο όρος είναι ότι προσδίδει ενεργητικότερο ρόλο στον αποδέκτη και υπονοεί μεγαλύτερο βαθμό δραστηριότητας από την πλευρά του. Άλλωστε το διάβασμα μαθαίνεται και κατά συνέπεια καθορίζεται από την πολιτισμική εμπειρία του αναγνώστη6.

Υλικοί φορείς των μηνυμάτων είναι τα «σημεία».  Η θεωρία των σημείων ξεκίνησε από τον γλωσσολόγο Ferdinard de Saussure, ο οποίος ονόμασε « γλωσσικό σημείο» το συνδυασμό ή αλλιώς το «όλον» μιας ακουστικής εικόνας με την ιδέα που αυτή αντιπροσωπεύει, αντικαθιστώντας, στη συνέχεια, τα δύο τελευταία με τους όρους «σημαίνον» και «σημαινόμενο». Το σημαίνον, για τον Saussure, είναι το υλικό οχημα του νοήματος. Το σημαινόμενο είναι το νόημα7.

Ο Roland Barthes αργότερα επεξέτεινε την εφαρμογή της παραπάνω θεωρίας και στις αμιγώς οπτικές εικόνες και μίλησε για τις ιδεολογικές και κοινωνιολογικές προεκτάσεις αυτών. Σήμερα, το σημαίνον ερμηνεύεται κοινώς ως η υλική (ή φυσική) μορφή του σημείου – είναι κάτι που μπορούμε
να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. Το σημαινόμενο, από την άλλη πλευρά, είναι μια νοητική κατασκευή – δεν είναι υλικό αντικείμενο. Η σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου αναφέρεται συνήθως ως σημασιοδότηση.

Ιδού ένα γλωσσολογικό παράδειγμα
Σημείο: η γραπτή λέξη 'δέντρο'
Σημαίνον: Τα γράμματα 'δ-έ-ν-τ-ρ-ο'
Σημαινόμενο: Η κατηγορία 'δέντρο'

Κατά τον Barthes8, η σημασιοδότηση διακρίνεται σε δύο επίπεδα: στο πρώτο επίπεδο αναφέρεται η καταδήλωση, η πραγματική απεικόνιση, αυτό που συλλαμβάνει το μάτι ή όποιο άλλο αισθητήριο όργανο και σε δεύτερο επίπεδο αναφέρονται η συμπαραδήλωση (το επακόλουθο νόημα που δε γίνεται αισθητό με μια πρώτη επιφανειακή ανάγνωση), ο μύθος και το σύμβολο, για τα οποία θα γίνει λόγος αμέσως κατωτέρω.

 Για τον Barthes υπάρχει αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ σημείου και σημαίνοντος. Δεν είναι το
ίδιο. Το τριαντάφυλλο μπορεί να είναι σημαίνον του πάθους, σε συγκεκριμένη, όμως, κουλτούρα. Χωρίς το σημαινόμενό του, που διαμορφώνεται βάσει αυτής της κουλτούρας, το σημαίνον είναι κενό
περιεχομένου. Στη διαφήμιση τα σημαίνοντα (προϊόντα), με τα οποία το κοινό είναι ακόμα ανεξοικείωτο, συνδέονται με νοήματα, σημαινόμενα, μετατρέπονται σε νοηματοδοτημένα σημεία, για να οδηγήσουν τον καταναλωτή να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένη συμπεριφορά. Κλασσικό πλέον είναι το παράδειγμα της διαφήμισης του αρώματος Channel No 5, που απεικόνιζε την Catherine Deneuve και δίπλα το προϊόν.  Το σημαίνον, στην προκειμένη περίπτωση ήταν το άρωμα, το σημαινόμενο η θηλυκότητα και η γαλλική φινέτσα και η ένωσή τους, το σημείο, ήταν η γαλλίδα ηθοποιός9.

Από τους δύο παραπάνω θεωρητικούς θεμελιώθηκε, έτσι, η επιστήμη της «σημειολογίας», την οποία ο Barthes όρισε ως «μια επιστήμη των σημείων, που μπορεί να ενεργοποιήσει την κοινωνική κριτική με τρόπο, ώστε να περιγράψουμε πώς μια κοινωνία παράγει στερεότυπα, δηλαδή, κορυφώματα
τεχνικής δεξιότητας, που τα καταναλώνει στη συνέχεια σαν εγγενείς σημασίες, δηλαδή, σαν κορυφώματα της φύσης»10.

Γίνεται δεκτό, οπότε, ότι πρόκειται για μια επιστήμη των διαφόρων τρόπων επικοινωνίας του ανθρώπου μέσω διαφόρων σημειακών συστημάτων, κάτι που υποδηλώνει επίσης, ότι ο άνθρωπος, παράλληλα προς τη γλώσσα, που είναι το κατ’ εξοχήν σημειακό σύστημα, χρησιμοποιεί κι άλλα συστήματα για να επικοινωνήσει, όπως τη μουσική, την εικόνα κτλ. Επομένως μιλάμε για γλώσσες κι όχι για γλώσσα11.

Οι σημειωτιστές μελετούν τον τρόπο δημιουργίας νοημάτων και γι’ αυτό ενδιαφέρονται όχι μόνο για την επικοινωνία αλλά και για την κατασκευή και συντήρηση της πραγματικότητας. Με άλλα λόγια με τη σημειολογία αναλύονται σημειακά συστήματα, τα οποία μεσολαβούν κι επιτρέπουν την επικοινωνία μεταξύ των ατόμων ή ομάδων ατόμων. Εξάλλου, ορίζεται ως κεντρικό αντικείμενο αυτής της επιστήμης (που για πολλούς είναι κλάδος της φιλοσοφίας ή της γλωσσολογίας κι όχι αυτοτελής επιστήμη) «η σχέση μεταξύ ενός σημείου και της σημασίας του και ο τρόπος συνδυασμού των σημείων σε κώδικες»12.

 Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια μελέτη απαιτεί αποδόμηση των παραπάνω στοιχείων και συνακόλουθα ανάλυσή τους. Η σημειωτική ανάλυση προσπαθεί να αναλύσει κείμενα επικοινωνιακών μέσων ως δομημένα σύνολα και να διερευνήσει σιωπηρές, συμπαραδηλωτικές έννοιες.
Η σημειολογία και η σημειωτική ανάλυση δεν είναι παρά ένα είδος άυλου κοινωνικού λεξικού ή μάλλον ένα είδος πολιτισμικού αποκωδικοποιητή των διαφορετικών κοινωνικών γραμματικών που μοιράζονται οι άνθρωποι.

Πρέπει να υπογραμμισθεί, τέλος, ότι ο όρος «σημειολογία» αναφέρεται στην σωσσυριανή παράδοση, ενώ ο όρος «σημειωτική» αναφέρεται από τη σχολή του αμερικανού φιλοσόφου Charles Sanders Peirce (την οποία δε θα ακολουθήσουμε στην παρούσα μελέτη, βασιζόμενοι στην προσέγγιση των
Saussure και Barthes) αλλά ότι ο όρος «σημειωτική» είναι πιθανότερο να χρησιμοποιείται ως ομπρέλα που αγκαλιάζει ολόκληρο το επιστημονικό πεδίο13.

Η διαφήμιση βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη σημειολογία: Σκοπός της διαφήμισης είναι κυρίως να επενδύει τα προϊόντα με αξία σημαντική, συμβολική. Στη διαφήμιση τα σημεία χρησιμοποιούνται με τρόπο που να πείθουν, αφού η πρόθεσή της είναι να συνδέσει την επιθυμία με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες και να παγιώσει γύρω από τα εμπορικά σήματα (brands) θετικά συναισθήματα.

Έγινε λόγος νωρίτερα για το σημείο. Για να θεωρηθεί κάτι ως σημείο πρέπει να υπάρχει κοινωνική σύμβαση που να το έχει καθιερώσει ως τέτοιο, να του αποδώσει δηλαδή τα περιεχόμενα που ενσωματώνει. Επειδή, ωστόσο, οι κοινωνικές αυτές συμβάσεις διαμορφώνονται σε διαφορετικά χωρο-χρονικά πλαίσια, ένα σημείο μπορεί να φέρει διαφορετικό περιεχόμενο καθώς εναλλάσσονται οι εποχές, ο τόπος, οι κοινωνικές αντιλήψεις κτλ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε ότι τα μέσα δε λειτουργούν σε ιστορικό κενό: τόσο η καταγραφή όσο και η ανάγνωση του περιεχομένου τους φέρει τα σημάδια της εποχής που συμβαίνει.
Βάσει αυτής της συνθήκης, κάθε σημείο πρέπει να εντάσσεται στα παραπάνω πλαίσια προκειμένου να ερμηνευθεί, και από σημείο (που είναι πολυσήμαντο) να γίνει σήμα (που η σημασία του είναι προκαθορισμένη), να επιτευχθεί η «κατάπτωσή» του από τον κόσμο των δυνατοτήτων στον
πραγματικό κόσμο. Έτσι προκύπτει το σύμβολο: ένα νοηματοδοτημένο σημείο.14

βιβλιογραφια:

6 Fiske, John, «Εισαγωγή στην Επικοινωνία», Επικοινωνία και Κουλτούρα, Αθήνα, 1992, σελ. 62
7 Leis W., Kline S. and Sut J. “Social Communication in Advertising: Persons, Products and Images of
well-being”, Methuen, New York, 1986, p. 152
8 Barthes in Fiske, John, «Εισαγωγή στην Επικοινωνία», Επικοινωνία και Κουλτούρα, Αθήνα, 1992
9 Leis W., Kline S. and Sut J. “Social Communication in Advertising: Persons, Products and Images of
well-being”, Methuen, New York, 1986, p. 153
10 Barthes R., «Μυθολογίες», Ράππα, Αθήνα, 1979, σελ. 34-35
11 Μπαμπινιώτης Γ., άρθρο «Η γλώσσα της εικόνας», περιοδικό «ΤΟ ΒΗΜΑ», 25.05.1997, σελ. Β06
12 Fiske, John & John Hartley (1978): Reading Television. London: Methuen in Chandler D. Semiotics for
Beginers http://www.mcm.aueb.gr/ment/semiotics/semiotic.html, ημερ/νια επίσκ. 3/7/2006
13 Noth, Winfried (1990): Handbook of Semiotics. Bloomington: Indiana University Press, p. 14 in Chandler
D., “ Semiotics for Beginers” http://www.mcm.aueb.gr/ment/semiotics/semiotic.html, ημερ/νια
επίσκ. 3/7/2006
14 Ψυχογιός «Τι είναι τα μέσα επικοινωνίας», Καστανιώτης, Αθήνα 2003, σελ.23,25,27,41

Πηγή :
Διπλωματική Εργασία με θέμα:
«Ο οπτικός πολιτισμός 
μέσα από τη σημειολογία 
της έντυπης διαφήμισης»
Φοιτήτρια:
 Παπασημακοπούλου Θάλεια

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Κοινωνία






1.1 Ορισμός ΜΜΕ

Σύμφωνα με τον ΜακΚουέϊλ, ο όρος «Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας» είναι «μια συντομογραφία που αποσκοπεί να περιγράψει τα μέσα επικοινωνίας τα οποία λειτουργούν σε μεγάλη κλίμακα και παράλληλα προσεγγίζουν και εμπλέκουν σχεδόν όλους τους ανθρώπους μιας κοινωνίας». (ΜακΚουέϊλ, 2003).

 Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, αναπόσπαστό κομμάτι της καθημερινής ζωής πια, διαμορφώνονται και εξελίσσονται παράλληλα με την κοινωνική και οικονομική ζωή και συγχρόνως διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας.
 «Αποτελούν, δηλαδή, την κύρια πηγή από την οποία ορίζεται και απεικονίζεται η κοινωνική πραγματικότητα, ενώ παράλληλα αποτελούν την απανταχού παρούσα έκφραση της κοινής ταυτότητας. Επιπρόσθετα, αποτελούν το πεδίο όπου καταναλώνεται το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου, προσφέροντας ένα κοινό «πολιτισμικό περιβάλλον» στους περισσότερους ανθρώπους, πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο θεσμό της κοινωνίας». (ΜακΚουέϊλ, 2003)

Ο μετασχηματισμός της κοινωνίας από το προκαπιταλιστικό στάδιο της εποχής της φεουδαρχίας στο φιλελεύθερο καπιταλιστικό και έπειτα στο μονοπωλιακό/κρατικομονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού προηγείται και οδηγεί σε μετασχηματισμούς του συνόλου της κοινωνικής ζωής, επιφέροντας αλλαγές και στην επικοινωνία, ο διαπροσωπικός χαρακτήρας της οποίας ελαττώνεται σταδιακά για να δώσει τη θέση της στη μαζική επικοινωνία, κύριος φορέας της οποίας είναι τα Μ.Μ.Ε. Τα νέα μέσα αναπτύσσονται στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, την εποχή, δηλαδή, που η κοινωνία εισέρχεται στο μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού. Συνεπώς, τα νέα αυτά μέσα διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά τους σε άμεση σχέση με την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας και της οικονομικής ζωής, η οποία χαρακτηρίζεται από:

α) το μονοπωλιακό έλεγχο της αγοράς. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δίνουν τη θέση τους και τον έλεγχο της αγοράς σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις. Αιτία για αυτή την αλλαγή ήταν ο εθνικός και παγκόσμιος οικονομικός ανταγωνισμός και η ανάπτυξη της τεχνολογίας που κατέστησαν πιεστική την ανάγκη για αύξηση του κεφαλαίου.

β) τη μεγάλη δραστηριοποίηση στο χώρο της «προώθησης πωλήσεων» και της διαφήμισης, καθώς ο ανταγωνισμός των εταιριών γίνεται πια σε αυτό το επίπεδο και όχι σε επίπεδο τιμών (Μ.Σεραφετινίδου, 1991).

Στα πρώτα χρόνια του μονοπωλιακού καπιταλισμού το Κράτος ελάχιστα ασκεί έλεγχο στην οικονομική ζωή. Κατάσταση η οποία θα αλλάξει στη διάρκεια του μεσοπολέμου, οπότε και το κράτος αρχίζει να παρεμβαίνει στη διαμόρφωση της οικονομικής ζωής. Αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις που προέκυψαν από την ανάγκη για εσωτερική και εξωτερική διεύρυνση της αγοράς και οι κοινωνικές ανισότητες στο εσωτερικό των καπιταλιστικών κοινωνιών οδήγησαν στην παρέμβαση εκ μέρους του Κράτους στην οικονομική διαδικασία.

Με παρόμοιο, λοιπόν, τρόπο οργανώνονται και τα Μ.Μ.Ε. Τότε δημιουργούνται και τα πρώτα ιδιωτικά μονοπώλια, τα οποία αρκετές φορές ελέγχουν περισσότερα από ένα μέσα και βέβαια αναπτύσσονται και τα κρατικά μέσα. Τα χαρακτηριστικά των Μ.Μ.Ε. του μονοπωλιακού/κρατικομονοπωλιακού σταδίου του καπιταλισμού διαμορφώνονται ως εξής:

α) τα Μ.Μ.Ε γραφειοκρατικοποιούνται,
β) γίνονται φορείς καταναλωτισμού,
γ) ομοιομορφοποιούνται στο όνομα της αντικειμενικότητας,
δ) λειτουργούν συνεχώς και
ε) αναλαμβάνουν δραστηριότητες που παραδοσιακά ανήκαν σε άλλους φορείς. (Μ. Σεραφετινίδου, 1991).

Γενικότερα, τα Μ.Μ.Ε. στην εποχή μας λειτουργούν ως καπιταλιστικές βιομηχανικές ή/και εμπορικές επιχειρήσεις που λειτουργούν με τους νόμους της αγοράς. Ακόμα και πνευματικές και καλλιτεχνικές δημιουργίες μετατρέπονται σε προϊόντα με ανταλλάξιμη αξία. Η εμπορευματοποίηση των προϊόντων των Μ.Μ.Ε. έγινε αντικείμενο αυστηρής κριτικής από τους μελετητές των Μ.Μ.Ε. Οι Adorno και Horkheimer αναφέρουν: «Δεν υπάρχει πια ανάγκη να προσποιούνται ο κινηματογράφος και το ραδιόφωνο ότι είναι τέχνη.

Η αλήθεια, ότι δεν είναι παρά “μπίζνες”, μετατρέπεται σε ιδεολογία για να δικαιώσει τις αηδίες που εσκεμμένα παράγουν» (Adorno και Horkheimer, 1979). Η κριτική δεν εξαντλείται στην διαδικασία της εμπορευματοποίησης αλλά και στα προϊόντα αυτής και αυτό γιατί «ο όρος “εμπορικός” όταν αποτελεί επιθετικό προσδιορισμό ορισμένων μορφών των επικοινωνιακών προϊόντων προσδιορίζει το σχετικό “κυνήγι” του ανταγωνισμού των μεγάλων εταιριών» (ΜακΚουεϊλ, 1997). Το εμπορικό έχει ταυτιστεί με το επιφανειακό, το μη-δημιουργικό, το διασκεδαστικό και όχι ψυχαγωγικό και θεωρείται ότι όχι μόνο δεν προάγει τον πολιτισμό αλλά ότι αντίθετα εμποδίζει την ανάπτυξη του. Βέβαια, δε σημαίνει ότι κάθε τι υψηλής καλλιτεχνικής και πολιτιστικής αξίας δεν μπορεί να είναι και εμπορικό.

Επιπλέον, τα Μ.Μ.Ε λειτουργώντας πια ως εμπορικές επιχειρήσεις έχουν γίνει κύριος φορέας των διαφημίσεων. Και αυτό γιατί για τα περισσότερα μέσα αυτές είναι η κύρια πηγή εσόδων και η επιβίωση τους εξαρτάται από αυτές. Τα προγράμματα τους, λοιπόν, πρέπει να έχουν υψηλή ακροαματικότητα, θεαματικότητα, αναγνωσιμότητα για ραδιόφωνο, τηλεόραση, τύπο, αντίστοιχα, για να προσελκύσουν διαφημιστές.

 Συνεπώς, τα Μ.Μ.Ε. στρέφονται στα λεγόμενα «εμπορικά» προγράμματα γιατί θεωρείται ότι «η “τέχνη” και το σοβαρό περιεχόμενο της ποτέ δεν προσελκύουν τη μάζα του κοινού» (ΜακΚουεϊλ, 1997). Ανεξάρτητα από την εγκυρότητα αυτής της άποψης, είναι γνωστό ότι χρησιμοποιείται αρκετές φορές από τους υπεύθυνους των Μ.Μ.Ε. ως επιχείρημα για να υποστηρίξουν τα προγράμματα τους, όταν κατακρίνεται η ποιότητα τους και διατυπώνεται ως εξής: «αυτά θέλει ο κόσμος». Ένα άλλο αποτέλεσμα της εξάρτησης των σύγχρονων μέσων από τις διαφημίσεις είναι η ομοιομορφοποίηση των προγραμμάτων που προσφέρουν.

Όλα τα μέσα στοχεύουν στο μέσο ακροατή, στο μέσο θεατή, σε ένα συγκεκριμένο κοινό με συγκεκριμένο προφίλ που καθορίζεται από τους κανόνες της διαφήμισης. Τα προγράμματα, επομένως, που προσφέρουν μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Συμπερασματικά, τα σύγχρονα μέσα ακολουθούν τις ίδιες αρχές διαχείρισης με οποιαδήποτε άλλη εμπορική επιχείρηση, για αυτό και ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΜΙ είχε δηλώσει:  «Πιστεύω ακράδαντα ότι το να διευθύνεις μια επιχείρηση του ελεύθερου χρόνου δε διαφέρει βασικά από το να διευθύνεις οποιαδήποτε άλλη...Οι ίδιες αρχές διαχείρισης πρέπει, και είναι δυνατόν, να εφαρμόζονται.»(στο Μ. Σεραφετινίδου, 1991).

Γενικότερα, ο καπιταλιστικός χαρακτήρας των Μ.Μ.Ε. δημιουργεί αντιφάσεις με κυριότερη την αντίφαση μεταξύ του στόχου για μεγιστοποίηση του κέρδους και του στόχου για καλύτερη πληροφόρηση, επιμόρφωση, ψυχαγωγία, άσκηση δημόσιου διαλόγου και κριτικής. Έτσι, το δίλημμα σύμφωνα με τον Elliot (1977) «μπορεί να σημαίνει μια διάκριση μεταξύ υψηλής και χαμηλής ποιότητας κουλτούρας, μεταξύ επαγγελματικών ή καλλιτεχνικών μέτρων και εμπορικών κριτηρίων, μεταξύ της αυτό-ρύθμισης και του αυστηρού γραφειοκρατικού ελέγχου της εργασίας, μεταξύ αυτοπροσδιοριζόμενων κινήτρων και του χρηματικού δέλεαρ μεταξύ του να χρησιμοποιεί κανείς το ταλέντο του για κάποιο σκοπό και να του αφήνει να το χρησιμοποιούν άλλοι με μόνο σκοπό την επιβίωση ή την εμπορική επιτυχία του οργανισμού για τον οποίο εργάζεται» (Μ. Σεραφετινίδου, 1991).

Σε γενικά πλαίσια αυτή είναι η μορφή των σημερινών ιδιωτικών μέσων. Στα κρατικά μέσα δε θα βρούμε μεγάλες διαφοροποιήσεις και αυτό γιατί «η επικοινωνιακή βιομηχανία βαδίζει σύμφωνα με τους όρους των δυνάμεων της αγοράς. Ακόμα και όταν τα μέσα διοικούνται ως δημόσιοι οργανισμοί, υπόκεινται σε οικονομικό έλεγχο και λειτουργούν μέσα σε ανταγωνιστικό περιβάλλον» (ΜακΚουεϊλ, 1997). Η σχέση κράτους και Μ.Μ.Ε. ξεκίνησε από τα μέσα του 18ου αιώνα, διήρκησε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα και συνεχίστηκε στον 20ο αιώνα, καθώς το Κράτος μετατράπηκε σε συλλογικό καπιταλιστή. Από όλα τα μέσα αυτά που δέχτηκαν το μεγαλύτερο έλεγχο είναι το ραδιόφωνο και η τηλεόραση.

Αυτό έγινε γιατί αυτά τα μέσα αναπτύχθηκαν στην αρχή του μονοπωλιακου/κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, τότε που το Κράτος συμμετείχε ενεργά σε πολλούς τομείς της ζωής. Επιπλέον, το Κράτος ήταν αυτό που μπορούσε να ανταπεξέλθει στις αυξημένες δαπάνες για την ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης. Πολύ σημαντικός παράγοντας στη σύνδεση Κράτους και Μ.Μ.Ε. είναι το γεγονός ότι οι τεχνολογικές εφευρέσεις που οδήγησαν στη δημιουργία της ραδιοτηλεόρασης αναπτύχθηκαν αρχικά για στρατιωτικούς σκοπούς και όπως είναι φυσικό ήταν στην αρμοδιότητα του Κράτους. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι το Κράτος είναι αυτό που χορηγεί άδειες λειτουργίες, άρα ελέγχει άμεσα τα Μ.Μ.Ε. Γενικότερα, ο τρόπος λειτουργίας των κρατικών μέσων δε διαφοροποιείται από αυτόν των ιδιωτικών μέσων, άλλωστε στα κρατικά μέσα το Κράτος επενδύει κεφάλαια τα οποία πρέπει να αποδώσουν και αυτό γίνεται μόνο αν ακολουθήσουν τους νόμους της αγοράς και ότι αυτό συνεπάγεται. Οι όποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ ιδιωτικών και κρατικών μέσων οφείλεται στη ιδιαίτερη φύση των δεύτερων, όπως αυτή περιγράφεται από τις διάφορες θεωρήσεις για τα κρατικά μέσα, τα οποία:

α) είναι μια καθολική υπηρεσία,
β) χρηματοδοτούνται από το σύνολο των πολιτών και/είτε είναι μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις
γ) η κοινωνική ευθύνη και υποχρέωση για διαφύλαξη της «δικαιοσύνης», της «πολιτικής ουδετερότητας» και της ανεξαρτησίας από τις αρχές είναι μεγάλη και για αυτό
δ) είναι υπόλογα στην κοινωνία,
ε) πρέπει να χαρακτηρίζονται από πολυμέρεια και
στ) να δείχνουν ενδιαφέρον για την εθνική ταυτότητα.(ΜακΚουεϊλ, 1997)
.
Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία διαφοροποίησης, όμως, είναι το γεγονός ότι «η δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία θα πρέπει να επιδιώκει την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών στους καταναλωτές της, όπως αυτές ορίζονται σύμφωνα με τις τοπικές πολιτιστικές και κοινωνικές προτεραιότητες» (ΜακΚουεϊλ,1997). Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι τα κρατικά μέσα είναι επιφορτισμένα, με τη διατήρηση, την προβολή και την προώθηση του πολιτισμού κάθε έθνους ή χώρας. Έτσι εξηγείται και το ότι από τους περισσότερους θεωρείται ότι η ποιότητα των προγραμμάτων της κρατικής ραδιοτηλεόρασης είναι αρκετά υψηλή αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζεται και μια αδυναμία ευελιξίας και ενσωμάτωσης νέων πολιτιστικών τάσεων.


πηγή: από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
«Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Κοινωνικές Αναπαραστάσεις»
της
Αθηνάς Καραλή

Φωτό:

BIG BANG AT THE MONTREAL MUSEUM OF FINE ARTS

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις




Κοινωνική κατηγοριοποίηση, στερεότυπα και ουσιοκρατισμός

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις εμφανίζονται με διάφορες μορφές, είναι οι εικόνες που συμπυκνώνουν ένα σύνολο σημασιών και επιτρέπουν στο άτομο να ερμηνεύσει αυτά που συμβαίνουν, είναι οι κατηγορίες που χρησιμοποιούνται στην ταξινόμηση των περιστάσεων, των φαινόμενων, των ατόμων με τα οποία συνδιαλέγεται, είναι οι θεωρίες που του επιτρέπουν να αποφασίσει για αυτούς και ανάγουν τη σκέψη του σε οικεία γνωστικά σχήματα. Σύμφωνα με τον W.Doise(1990), οι κοινωνικές αναπαραστάσεις συνιστούν κοινωνικές γνώσεις για πολλούς λόγους· παίζουν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση των ανθρώπινων σχέσεων, μορφοποιούνται από αυτές τις σχέσεις και διαχέουν ορισμένες φορές άμεσα αλλά πιο συχνά έμμεσα μια γνώση πάνω σε αυτές τις σχέσεις(W.Doise,1990).

 Στον ορισμό που δίνει η D.Jodolet(1984), η έννοια της κοινωνικής αναπαράστασης σημαίνει μια ιδιαίτερη μορφή γνώσης, τη γνώση της κοινής γνώμης και επιπλέον σημαίνει μια μορφή κοινωνικής σκέψης. "Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι τρόποι πρακτικής σκέψης προσανατολισμένης προς την επικοινωνία, την κατανόηση και τη διαχείριση του κοινωνικού περιβάλλοντος, υλικού ή ιδεατού. Σαν τέτοιες παρουσιάζουν ειδικά χαρακτηριστικά όσον αφορά στην οργάνωση των περιεχομένων, στις διανοητικές επεξεργασίες και στη λογική. Ο κοινωνικός προσδιορισμός των περιεχομένων ή των διαδικασιών αναπαράστασης σημαίνει την αναφορά στις συνθήκες και στα πλαίσια μέσα στα οποία αναδύονται οι αναπαραστάσεις, στις επικοινωνίες, διαμέσου των οποίων κυκλοφορούν, στις λειτουργίες που επιτελούν κατά την αλληλεπίδρασή τους με τον κόσμο και τους άλλους" (D.Jodolet, 1984).

Όταν το άτομο αντιμετωπίζει ένα σύνθετο θεωρητικό πλαίσιο ή μια καινοτομία, τότε οι κοινωνικές αναπαραστάσεις ενεργοποιούνται και προσπαθούν να μετατρέψουν τις αφηρημένες έννοιες σε συγκεκριμένες εικόνες και να κατευθύνουν τη σκέψη του σε διάφορα οικεία γνωστικά σχήματα Οι δεσμοί ανάμεσα στις ρυθμίσεις και στις κοινωνικές αναπαραστάσεις διασφαλίζονται μέσω των διαδικασιών της επικέντρωσης και της αντικειμενικοποίησης. Οι άνθρωποι επικεντρώνουν τη νέα γνώση σε προηγούμενες ιδέες(ψυχολογική επικέντρωση), και επιπλέον οι άνθρωποι που ανήκουν στις ίδιες ομάδες κατανοούν τη νέα γνώση με παρόμοιους τρόπους(κοινωνιολογική επικέντρωση), ενώ οι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι αυτές που συμβάλλουν στον εντοπισμό της θέσης που καταλαμβάνουν οι άνθρωποι στην κοινωνία,(Doise 1992). O Moscovici υποστηρίζει ότι όταν σκεφτόμαστε ενεργοποιείται το λειτουργικό σύστημα, το οποίο εκτελεί βασικές γνωστικές λειτουργίες όπως κατηγοριοποιήσεις, διακρίσεις, υπαγωγές, κ.λπ.

 Οι διαδικασίες της αντικειμενικοποίησης και της επικέντρωσης λειτουργούν στο πλαίσιο του μετασυστήματος μεταφράζοντας αυτές τις κοινωνικές ρυθμίσεις και καθοδηγώντας τις γνωστικές λειτουργίες. Η Ξ.Χρυσοχόου(2005), υποστηρίζει: "Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις τροφοδοτούμενες από τις επιστημονικές θεωρήσεις και αντανακλώντας τις κοινωνικές σχέσεις, αποτελούν θεωρίες της κοινής λογικής για τον κοινωνικό κόσμο. Οι σχέσεις εξουσίας αντικειμενικοποιούνται σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες και επικεντρώνονται σε πεποιθήσεις, στην ένταξη σε κοινωνικές ομάδες και στις αντιλήψεις για τις κοινωνικές ανισότητες

Η προβληματική της εξωομάδας στοιχειοθετήθηκε με βάση τις φυλετικές διαφορές και αυτή η κατηγορία μπορεί ή υπάρχει παράλληλα με άλλες κατηγορικές διακρίσεις όπως είναι η εθνότητα, η εθνικότητα, η κουλτούρα, η θρησκεία, το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ικανότητα, η ηλικία και η κοινωνική τάξη. Το σύστημα ταξινόμησης ενσωματώνεται στις θεωρίες των ανθρώπων για τον κόσμο, ούτως ώστε να μπορέσουμε να προβλέψουμε ποιες κατηγορίες ενδέχεται να γίνουν αντικείμενο προκαταλήψεων και πρακτικών διάκρισης ".

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της κατηγοριοποίησης, τα στερεότυπα είναι αποτέλεσμα των διαδικασιών κατηγοριοποίησης, με στόχο τη δημιουργία διομαδικής συμπεριφοράς μεταξύ των πολιτισμικά κυρίαρχων και των πολιτισμικά μη κυρίαρχων ομάδων και είναι πιθανό να εκδηλώνεται όταν οι άνθρωποι κατηγοριοποιούν τον εαυτό τους, καθένας ως μέλος της δικής του πολιτισμικής ομάδας. Οι κυρίαρχες ομάδες αναπαριστάνονται ως άτομα τα οποία διατηρούν την ιδιαιτερότητά τους και οι μη κυρίαρχες ομάδες αναπαριστάνονται ως ένα σύνολο ατόμων που είναι αδιαφοροποίητα.

 Η εκδήλωση των στερεότυπων μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο μέσω του οποίου αξιολογείται θετικά η ενδοομάδα και τα μέλη της νιώθουν καλύτερα. Οι Haslam et al.(2002), υποστηρίζουν ότι τα στερεότυπα είναι οι αναπαραστάσεις των ομάδων τις οποίες συμμερίζονται οι άνθρωποι και προκειμένου τα στερεότυπα να αποτελέσουν τη συναινετική γνώση για τις κοινωνικές ομάδες, η διαμόρφωσή τους υπακούει στις διαδικασίες της κοινωνικής επιρροής. Τα στερεότυπα και οι κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις μετατρέπουν αφηρημένες έννοιες σε συγκεκριμένες κοινωνικές οντότητες και οι κοινωνικές κατηγορίες κινδυνεύουν να ουσιοποιηθούν.

Η θεώρηση της κάθε κουλτούρας ως ουσιοποιημένης οντότητας και η άποψη ότι οι πολιτισμικές διαφορές είναι φυσικές, έχουν ως συνέπεια τη διατήρηση πεποιθήσεων που υποστηρίζουν τη φυσική ανωτερότητα ορισμένων ομάδων και ανθρώπων. Οι Haslam, Rothschild& Ernst(2000), καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι δύο ξεχωριστές διαστάσεις τονίζουν τις ουσιοποιημένες πεποιθήσεις για τις κοινωνικές κατηγορίες· οι πεποιθήσεις σχετικά με τη φυσικότητα των κοινωνικών κατηγοριών και οι πεποιθήσεις σχετικά με την εμπραγμάτωση τους.

Ο όρος εμπραγμάτωση αναφέρεται στη διαδικασία κατά την οποία αφηρημένες και αυθαίρετες έννοιες μετατρέπονται σε μη αμφισβητούμενες ή ακόμα και νομιμοποιημένες έννοιες. Οι ερευνητές αυτοί διαπίστωσαν ότι οι αντιλήψεις σχετικά με την κοινωνική θέση συσχετίζονται με αυτές τις διαστάσεις Οι φυσικές και μη εμπραγματοποιημένες κατηγορίες (άρρεν, λευκός, καρκινοπαθής) θεωρούνται υψηλότερης κοινωνικής θέσης, ενώ οι φυσικές και εμπραγματοποιημένες κατηγορίες(άτομα με αναπηρίες, Εβραίοι, εθνικές μειονότητες, γυναίκες, μαύροι και ασθενείς με aids) θεωρούνται χαμηλότερης κοινωνικής θέσης και υποστηρίζουν ότι η σύνδεση μεταξύ των ουσιοποιημένων πεποιθήσεων και της προκατάληψης ενδέχεται να είναι περισσότερο σύνθετη. "Η σύνδεση των άρρητων θεωριών με την προκατάληψη μπορεί να διαφέρει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών και να διαμεσολαβείται από άλλες προς το παρόν άγνωστες μεταβλητές" (Haslam, 2002).

 Η φυσικοποίηση φαίνεται να αποτελεί ένα μηχανισμό αντίστασης του κοινωνικού συστήματος έναντι των μειονοτικών συμπεριφορών, καταστρέφοντας την αξιοπιστία και την αντικειμενικότητα τους. Οι Doise, Deschamps&Mugny, χαρακτηριστικά αναφέρουν: "Η φυσικοποίηση συνίσταται στο να θεωρούνται οι σταθερές, φυσικές, ιδιοσυγκρασιακές ιδιότητες η πηγή των παρεκκλινουσών συμπεριφορών και ιδεών, γεγονός που επιτρέπει να μην τις λαμβάνουμε υπόψη" .Η φυσικοποίηση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές βιολογιοποίησης, κοινωνιοψυχολογιοποίησης, ψυχολογιοποίησης.

πηγή:
Από την πτυχιακή εργασία της
ΚΟΠΤΣΕΛΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
με τίτλο
ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΟΠΟΙΗΣΗ

Αλκοόλ: «νόμιμη» ουσία εξάρτησης








Ο άνθρωπος έχει κάνει χρήση και κατάχρηση πολλών ουσιών με τοξικές ιδιότητες κατά τη διάρκεια της πολιτισμικής του πορείας. Σήμερα, διεξάγονται έρευνες σε παγκόσμιο επίπεδο, που έχουν ως αντικείμενο τον εντοπισμό της αιτιολογίας και τη θεραπευτική αντιμετώπιση ατόμων που κάνουν χρήση διαφόρων ουσιών. Επιστημονικοί κλάδοι, όπως η Επιδημιολογία, η Ιατρική Επιστήμη, η Ψυχολογία και η Κοινωνιολογία, προσεγγίζουν το παραπάνω κοινωνικό φαινόμενο από διάφορες κατευθύνσεις (Ποταμιάνος, 2005). Τα πορίσματα των ερευνών αξιοποιούνται από τους ειδικούς στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν κατάλληλα και αποτελεσματικά προληπτικά προγράμματα αγωγής υγείας.

Πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν συχνά τους όρους «αλκοολικός» και «ναρκομανής», αναφερόμενοι στο άτομο που κάνει κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών αντίστοιχα. Το κοινό τους σημείο είναι ότι χρησιμοποιούν ουσίες, ικανές να οδηγήσουν σε σωματική και ψυχολογική εξάρτηση, οργανικές βλάβες ή ακόμη και το θάνατο σε ακραίες περιπτώσεις. Το κύριο χαρακτηριστικό της εξάρτησης είναι η τακτική λήψη της ουσίας για την πρόκληση του επιθυμητού αποτελέσματος και την αποφυγή των συμπτωμάτων στέρησης (Ποταμιάνος, 2005).

Παρόλο που το αλκοόλ και τα ναρκωτικά θεωρούνται ουσίες εξάρτησης, ωστόσο παρουσιάζουν μια ουσιαστική διαφορά. Το μεν αλκοόλ αποτελεί «νόμιμη» ουσία εξάρτησης με την έννοια ότι η χρήση του δεν διώκεται ποινικά, όπως άλλωστε και το τσιγάρο και επομένως είναι κοινωνικά αποδεκτά. Αντίθετα, ουσίες, όπως η κάνναβη, η κοκαΐνη, η ηρωίνη κ.τ.λ. θεωρούνται «παράνομες» και η χρήση τους στις περισσότερες χώρες αποτελεί αξιόποινη πράξη. Επιπλέον, εντοπίζονται διαφορές ως προς τον τρόπο χορήγησής τους, τη φαρμακολογική τους σύσταση και τις επιπτώσεις πάνω στο άτομο (Ποταμιάνος, 2005).

Το στίγμα που συνοδεύει τις «παράνομες» ουσίες εξάρτησης δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για τις «νόμιμες». Είναι σχεδόν φυσιολογικό και αποδεκτό το να πίνει κάποιος μετρημένα και να καπνίζει. Τα όρια της κοινωνικής ανοχής ξεπερνιούνται στην περίπτωση που κάποιος πίνει ανεξέλεγκτα προκαλώντας προβλήματα στον οικογενειακό, κοινωνικό ή επαγγελματικό του περίγυρο (Ποταμιάνος, 2005).

Ιστορία και ιδιότητες του αλκοόλ

Η ιστορία της χρήσης οινοπνευματωδών ποτών ξεκινάει πιθανότατα με την απαρχή της ίδιας της ανθρώπινης ιστορίας και συγκεκριμένα όταν ανακαλύφθηκε τυχαία η δράση διαφόρων χυμών φρούτων που είχαν υποστεί ζύμωση (Μαρσέλος, 1997). Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ήδη από το 3200 π.Χ. ήταν διαδεδομένη η καλλιέργεια αμπελιού στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν τον οίνο κυρίως σε θρησκευτικές τελετές, αλλά και σε ιατρικές πρακτικές, όπως μαρτυρούν πάπυροι και επιγραφές. Επίσης, στην Αίγυπτο γνώριζαν τη μπύρα, που αποτελούσε ουσιαστικά ένα λαϊκό ποτό για τον ευρύ κόσμο στις εορταστικές τελετές (Υφαντής, 1990).

Τα παραπάνω δεδομένα κατονομάζουν δύο ευρύτατα γνωστές ιδιότητες των οινοπνευματωδών ποτών, τη διασκέδαση και τη χρήση τους για την περιποίηση των τραυμάτων (Μαρσέλος, 1997). Ανά τους αιώνες, το αλκοόλ έχει χρησιμοποιηθεί ως ουσία με αναλγητικές ιδιότητες και ως αναισθητικό στη χειρουργική. Πέρα απ’ αυτά, το αλκοόλ θεωρείται τροφή, καύσιμη ύλη και φυσικά ουσία με ανασταλτικές ιδιότητες, που «διευκολύνει» τις κοινωνικές σχέσεις (Ποταμιάνος, 2005).
Η χρήση του οίνου ήταν πολύ διαδεδομένη στην αρχαία ελληνική κοινωνία. Στα ομηρικά έπη αναφέρονται σαφέστατα οι ιατρικές εφαρμογές του κρασιού. Σε όλες τις ομηρικές συνεστιάσεις υπάρχει κρασί, που εκφράζει τη συντροφική εγκαρδιότητα, τη φιλική διάθεση, τη σπονδή στους θεούς. Όμως είναι γνωστό ότι η υπερβολική κατανάλωση μπορεί να οδηγήσει σε μέθη, γεγονός κατακριτέο καθώς μπορεί να καταργήσει το φραγμό ανάμεσα στο ευγενές και το φαύλο. Αυτή η άποψη εκφράζεται και από τον Πλάτωνα, σύμφωνα με τον οποίο ο μεθυσμένος είναι ανίκανος να διεκδικήσει κάποια ανώτερη μοίρα. Στις λαϊκές γιορτές που ήταν αφιερωμένες στο θεό Διόνυσο, η οινοποσία συνέβαλε στη μεταμόρφωση των ανθρώπων και στην εφήμερη ανατροπή της ιεραρχίας και τάξης (Υφαντής, 1990).

Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι είχαν επίγνωση της φαρμακολογικής ιδιότητας του κρασιού, όχι όμως και του αποστάγματος οίνου. Γι’ αυτό, συνήθιζαν να αραιώνουν το κρασί, το οποίο υπολογίζεται ότι περιείχε περίπου 18% αιθυλική αλκοόλη. Ο οίνος εμπεριέχεται σε διάφορες εθιμοτυπικές και θρησκευτικές τελετουργίες, στοιχείο που διατηρήθηκε κατά το Μεσαίωνα με τη συμβολή της Εκκλησίας (Μαρσέλος, 1997). Η ανακάλυψη της απόσταξης από το χυμό του σταφυλιού αποδίδεται στον Πέρση γιατρό Rhazes (Ποταμιάνος, 2005) γύρω στο 1100 μ.Χ., ενώ η βελτίωση της τεχνικής οφείλεται στην άνθηση της Αλχημείας (Μαρσέλος, 1997).

Ο χυμός του σταφυλιού παρέμενε μέχρι το 17ο αιώνα η μοναδική πηγή της αιθυλικής αλκοόλης, έως ότου ο Sylvius, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Leyden, κατάφερε να αποστάξει καθαρό οινόπνευμα από χυλό δημητριακών και συγκεκριμένα από καρπούς κέθρου. Το νέο οινοπνευματώδες ποτό ονομάστηκε Gin από τη γαλλική ονομασία του φυτού genierve. Παράλληλα με τις πρώτες εξαγωγές του ολανδικού Gin σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αρχίζουν να εμφανίζονται οι επιπτώσεις από την κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών. Το πρώτο μισό του 18ου αιώνα καταγράφονται οι πρώτες κλινικές παρατηρήσεις αναφορικά με τις επιπτώσεις της κατανάλωσης οινοπνεύματος στη διατροφή και την υγεία των ανθρώπων (Μαρσέλος, 1997).

Το 1751 θεσπίζεται στην Αγγλία ειδικός νόμος (Gin Act), που επέβαλε φορολογία στο καθαρό οινόπνευμα, απαγόρευσε την ελεύθερη χρησιμοποιήση των αποστακτήρων και την αποθήκευση οινοπνεύματος, περιορίζοντας τουλάχιστον την εμπορική του διακίνηση. Εκείνη την εποχή, δημιουργούνται ορισμένα στερεότυπα σχετικά με τα οινοπνευματώδη ποτά, που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Χαρακτηριστική είναι η σύνδεση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ με την ένδειξη ανδροπρέπειας (Μαρσέλος, 1997). Ο γιατρός Lettsom ανέλυσε για πρώτη φορά το 1792 την κατάχρηση οινοπνεύματος ως νόσο, ενώ το 1804 δόθηκε ένας πληρέστερος κατάλογος των δυσμενών επιπτώσεων του αλκοολισμού από τον Trotter (Υφάντης, 1990). Το 1819 ο Brühl-Cramer περιέγραψε την ιδεοληπτική κατανάλωση οινοπνεύματος, χαρακτηρίζοντάς τη ως «διψομανία» (Μαρσέλος, 1997).
Στο τέλος της δεκαετίας του 1840, ο σουηδός γιατρός Huss χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «αλκοολισμός» για την περιγραφή ατόμων που πίνουν σε υπερβολικό βαθμό (Ποταμιάνος, 2005). Η Ιατρική Επιστήμη χρησιμοποιεί κατά το 19ο αιώνα την αιθυλική αλκοόλη ως τονωτικό του νευρικού συστήματος, ενώ αρχίζουν να δίνονται λεπτομερείς μελέτες για τις τοξικές επιπτώσεις του οινοπνεύματος (Μαρσέλος, 1997). Εκτός από τις επιπτώσεις στην υγεία και την κοινωνία, το αλκοόλ θεωρείται πλέον μέρος των έντονων κοινωνικών αλλαγών και της ανάπτυξης μιας τεράστιας βιομηχανίας οινοπνευματωδών ποτών. Αρχίζει να δυεισδύει όλο και περισσότερο στο νέο πληθυσμό. Το 1919 νομοθετείται η Ποτοαπαγόρευση στην Αμερική, η οποία ανακαλείται το 1935. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρατηρείται αύξηση της χρήσης αλκοόλ εξαιτίας της αμφισβήτησης των υπαρχουσών αξιών και συνθηκών, αλλά και της τάσης των σπουδαστών να πίνουν σύμφωνα με τα προστάγματα της μόδας. Το 1935 δημιουργούνται οι «Ανώνυμοι Αλκοολικοί» οριοθετώντας την έναρξη της κίνησης για τη θεραπεία του αλκοολισμού (Υφαντής, 1990).

Τι είναι το αλκοόλ

Ο όρος αλκοόλ προέρχεται από την αραβική λέξη «Al Kohl» (Ποταμιάνος, 2005). Η αιθυλική αλκοόλη ή αιθανόλη, δηλαδή το αλκοόλ που περιέχεται στα οινοπνευματώδη ποτά, είναι προϊόν αλκοολικής ζύμωσης της γλυκόζης. Αυτή η διαδικασία γίνεται συνήθως με την παρουσία σακχαρομυκητών, ενώ υπόστρωμα για τη ζύμωση αποτελούν κάποια φυσικά προϊόντα, όπως τα σταφύλια, το άμυλο των δημητριακών κ.τ.λ. Η αιθυλική αλκοόλη είναι ένα άχρωμο υγρό με μάλλον ευχάριστη οσμή και γεύση, που διαλύεται εύκολα στο νερό. Η μέγιστη καθαρότητα του οινοπνεύματος μετά την απόσταξη φτάνει συνήθως το 95%. Η 100% καθαρότητα του οινοπνεύματος απαιτεί χημική επεξεργασία (Μαρσέλος, 1997). Ο χημικός τύπος της αιθανόλης είναι C2H5OH (Ποταμιάνος, 2005):
H H
│ │
H ─ C ─ C ─ ─ OH
│ │
H H
Η αιθυλική αλκοόλη αποτελείται μόνο από υδρογόνο και οξυγόνο, ενώ είναι το μόνο είδος αλκοόλης, που είναι ασφαλές για κατανάλωση απ’ τον άνθρωπο. Η πρόσθεση ή η αφαίρεση ατόμων των παραπάνω στοιχείων παράγει άλλα είδη αλκοόλης (Ποταμιάνος, 2005). Οι περιεκτικότητες των πιο διαδεδομένων οινοπνευματωδών ποτών είναι: Ούζο: 20 – 25%, αλλά μπορεί να φτάσει μέχρι και 35%. Τσίπουρο: 20 – 30%. Κρασί: 10 – 11%. Μπύρα: 3 – 5%. Ουίσκυ: 40 – 45% (Υφαντής, 1990). Τα βαριά οινοπνευματώδη ποτά, όπως βότκα και ουίσκι, δυιλίζονται περισσότερο, ώστε να γίνουν ισχυρότερα. Μ’ αυτό τον τρόπο αυξάνεται η περιεκτικότητά τους σε αλκοόλ (ΟΚΑΝΑ, 2003).
Το αλκοόλ απορροφάται εύκολα και γρήγορα από ολόκληρο το πεπτικό σύστημα, καθώς είναι ήδη σε υγρή μορφή. Αν εξατμιστεί μπορεί να απορροφηθεί σχεδόν αμέσως από τους πνεύμονες. Ο ρυθμός απορρόφησης είναι μεταβλητός. Σ’ ένα άτομο με άδειο στομάχι, περίπου το 20% της καταναλωθείσας αλκοόλης απορροφάται ταχέως, ενώ το υπόλοιπο 80% από το έντερο. Αντίθετα, η παρουσία τροφής επιβραδύνει την απορρόφηση. Ωστόσο, όλη η ποσότητα αλκοόλ που καταναλώνεται απορροφάται από τον οργανισμό (Ποταμιάνος, 2005). Η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας απαιτεί 2 – 6 ώρες (Μαρσέλος, 1997).

Η κατανομή της αιθυλικής αλκοόλης γίνεται ομοιόμορφα με την κυκλοφορία του αίματος σε όλα τα υγρά του σώματος (Μαρσέλος, 1997). Επίσης, όντας ευδιάλυτη στο νερό και το λίπος, διαχέεται σε όλους τους ιστούς και τους μυς του σώματος (Ποταμιάνος, 2005). Η συγκέντρωσή της στον εγκέφαλο παρουσιάζει ταχύτατη εξομοίωση με τη συγκέντρωση στο αίμα (Μαρσέλος, 1997). Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο όγκος του σώματος τόσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια της τοξικότητας από την κατανάλωση αλκοόλ. Επιπλέον, η κατανομή του αλκοόλ στον οργανισμό εξαρτάται από το βάρος του ατόμου, καθώς ένα παχύ ή μυώδες άτομο παρουσιάζει χαμηλότερα επίπεδα αλκοόλης στο αίμα απ’ ότι ένα αδύνατο άτομο (Ποταμιάνος, 2005).

Το 80% του αλκοόλ μεταβολίζεται στο ήπαρ, το 10% αποβάλλεται με την εκπνοή και την ούρηση και το υπόλοιπο μεταβολίζεται σε άλλα σημεία του σώματος. Η αιθανόλη οξειδώνεται προς μια ουσία γνωστή ως ακεταλδεΰδη με τη βοήθεια του ενζύμου με την ονομασία αλκοολική δεϋδρογενάση. Σύμφωνα με τον Peters (1982), υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως η ακεταλδεΰδη μπορεί να θεωρηθεί ως η βιοχημική βάση της εξάρτησης. Ο ρυθμός μεταβολισμού της αλκοόλης είναι σχετικά αργός, σταθερός και ανεξάρτητος από την καταναλωθείσα ποσότητα. Επομένως, η μέθη είναι αποτέλεσμα κατανάλωσης περισσότερης αλκοόλης ανά ώρα απ’ ότι μπορεί να αντέξει ο ρυθμός μεταβολισμού σ’ αυτή την ώρα (Ποταμιάνος, 2005).

Η μέθη ως αποτέλεσμα της κατάχρησης αλκοόλ εμφανίζεται τόσο με σωματικά όσο και με ψυχολογικά συμπτώματα, όπως αδυναμία κριτικής σκέψης και συγκέντρωσης, ευφορία, συναισθηματική αστάθεια, άρση των αναστολών ή αδυναμία συντονισμού των κινήσεων (ΟΚΑΝΑ, 2003). Τέλος, το 90% της ποσότητας αλκοόλ που καταναλώνει ένας άνθρωπος μεταβολίζεται, ενώ το υπόλοιπο 10% αποβάλλεται αναλλοίωτο από τους νεφρούς και τους πνεύμονες, γεγονός που προκαλεί τη δύσοσμη αναπνοή (Ποταμιάνος, 2005).

Οινοπνευματώδη ποτά

Αλκοολικό, αλκοολούχο ή οινοπνευματώδες ποτό ονομάζεται το υγρό που περιέχει οινόπνευμα (αιθανόλη) και προορίζεται για κατανάλωση. Η πλειοψηφία των αλκοολούχων ποτών παρασκευάζεται με ζύμωση. Στην περίπτωση των spirits (οινοπνευματώδη ποτά) ακολουθεί η απόσταξη (ΟΚΑΝΑ, 1999). Αλκοόλ είναι δυνατόν να παραχθεί από από μια μεγάλη ποικιλία γεωργικών προϊόντων, όπως σταφύλια, κριθάρι, στάρι, φρούτα, δημητριακά και πατάτα (WHO, 2004). Συγκεκριμένα, η μπύρα παρασκευάζεται με τη ζύμωση δημητριακών, όπως το βυνοποιημένο κριθάρι, το ρύζι, το κεχρί, με την προσθήκη λυκίσκου σε κάποια είδη. Τα κρασιά παράγονται από ζυμωμένους καρπούς κυρίως σταφυλιού. Άλλα παραδοσιακά ποτά είναι το σάκε, το υδρόμελι και το μηλόκρασο (ΟΚΑΝΑ, 1999).
Τα οινοπνευματώδη διαφέρουν ως προς το βασικό δημητριακό ή οπωρικό που έχουν ως πρώτη ύλη, π.χ. το ουίσκι βασίζεται σε σίκαλη ή καλαμπόκι, η βότκα σε δημητριακό ή πατάτα κ.τ.λ. Αν και η αιθανόλη είναι η κύρια ψυχοδραστική ουσία που περιέχεται σε όλα τα κοινά αλκοολούχα ποτά, έχουν αναγνωριστεί μέχρι σήμερα χιλιάδες ομοειδή συστατικά. Σε σπάνιες περιπτώσεις, το οινόπνευμα συντίθεται με χημικό τρόπο, όπως από πετρέλαιο (ΟΚΑΝΑ, 1999).

Παρά τα περιορισμένα στοιχεία σχετικά με τις τιμές των αλκοολούχων ποτών, τα σπιτικά ή τοπικά ποτά θεωρούνται φθηνότερα σε σύγκριση με τις μάρκες ποτών μαζικής ή βιομηχανικής παραγωγής. Επομένως, τα πρώτα καταναλώνονται κυρίως από άτομα του χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου, εκτός κι αν πρόκειται για οινονπνευματώδη ποτά με πολιτισμική ή τελετουργική αξία. Η επικίνδυνη σύσταση ορισμένων σπιτικά παραγώμενων ποτών καθιστά σε κάποιες περιπτώσεις αναγκαία για τη δημόσια υγεία την αντικατάστασή τους από βιομηχανοποιημένα αλκοολούχα προϊόντα. Απ’ την άλλη πλευρά, τα οινοπνευματώδη ποτά που παράγονται με παραδοσιακό τρόπο έχουν το πιθανό πλεονέκτημα ότι περιέχουν λιγότερο αλκοόλη, η παραγωγή τους αποτελεί ευκαιρία για εργασία και φυσικά συμβάλλει στη διατήρηση της τοπικής κουλτούρας (WHO, 2004).

Μια αρκετά μικρή ομάδα πολυεθνικών εταιρειών παράγει σε παγκόσμιο επίπεδο το μεγαλύτερο όγκο της μπύρας από κριθάρι, περίπου το μισό των αποσταγμένων οινοπνευματωδών ποτών και γύρω στο 10% του κρασιού από σταφύλια (WHO, 2001). Οι εκάστοτε κυβερνήσεις επιδιώκουν να ελέγχουν την παραγωγή και να φορολογούν την πώληση οινοπνευματωδών ποτών. Τα αλκοολούχα ποτά που παράγονται παράνομα φέρουν διαφορετική ταυτότητα, ενώ συχνά περιέχουν δηλητηριώδης ουσίες. Για παράδειγμα, στην Ιρλανδία ονομάζονται poteen, στις πρώην χώρες της Σοβιετικής Ένωσης samogon και στις ΗΠΑ white lightning (ΟΚΑΝΑ, 1999). Εκτός από τα συνηθισμένα αλκοολούχα ποτά, τα λεγόμενα alcopops ή αλλιώς προαναμεμειγμένα ποτά έχουν κατακλύσει τη νεανική αγορά κυρίως εξαιτίας του μάρκετινγκ, της συσκευασίας και της γλυκιάς γεύσης τους. Ωστόσο, εγείρονται προβληματισμοί κατά πόσο τα alcopops μπορούν να οδηγήσουν τους νέους στην κατανάλωση ποτών με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε αλκοόλη (WHO, 2004).

«Αλκοολισμός»

Όπως αναφέρθηκε ήδη, ο όρος αλκοολισμός επινοήθηκε από τον Magnus Huss το 1849. Αυτός ο παλαιός όρος αναφέρεται γενικά σε χρόνια συστηματική ή περιοδική κατανάλωση οινοπνεύματος, η οποία συνεπάγεται συχνά επεισόδια μέθης και μείωση του ελέγχου της χρήσης. Ο αλκοολισμός περιέγραφε περισσότερο τη χρήση ή την ιδέα του οινοπνεύματος παρά τις δυσμενείς του συνέπειες. Αρκετά περιορισμένη παρέμενε η αντίληψη του αλκοολισμού ως νόσου, καθώς μέχρι τη δεκαετία του ’40 αναφερόταν βασικά στις σωματικές επιπτώσεις της μακροχρόνιας υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ (ΟΚΑΝΑ, 1999).

Το 1951 η έκθεση της ειδικής επιτροπής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας είχε προτείνει ως ορισμό του φαινομένου του αλκοολισμού: «Οποιοδήποτε είδος πόσης, που σε όλη του την έκταση υπερβαίνει την παραδοσιακή και συνηθισμένη χρήση στη διατροφή ή την κανονική συμμόρφωση με τις συνήθειες της κοινωνικής πόσης που ισχύουν μέσα σε μια κοινότητα ανεξαρτήτως των αιτιολογικών παραγόντων, οι οποίοι οδηγούν προς μια τέτοια συμπεριφορά και ακόμη ασχέτως προς το βαθμό στον οποίο τέτοιου είδους αιτιολογικοί παράγοντες εξαρτώνται από την κληρονομικότητα, τους κανόνες ή τις επίκτητες ψυχοπαθολογικές και βιολογικές επιδράσεις» (WHO, 1952).

Ένα χρόνο αργότερα, η ειδική επιτροπή θεώρησε πως ο προηγούμενος ορισμός περιγράφει κατάλληλα τον όρο «υπερβολική πόση» («excessive drinking») και τον συμπεριέλαβε στον ακόλουθο ορισμό: «Αλκοολικοί είναι εκείνοι οι υπερβολικοί πότες, των οποίων η εξάρτηση από το αλκοόλ έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να εμφανίζει μια καταφανή ψυχική διαταραχή ή μια παρεμβολή στη σωματική και ψυχική υγεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την ομαλή κοινωνική και οικονομική λειτουργία, ή να φανερώνει τα προδρομικά σημάδια τέτοιων εμφανίσεων. Γι’ αυτό το λόγο χρήζουν θεραπείας» (WHO, 1952).

Τη δεκαετία του 1960 διατυπώθηκαν έντονοι προβληματισμοί σχετικά με τη σαφήνεια και τη λειτουργικότητα των όρων «αλκοολισμός» και «αλκοολικός». Ο Jellinek (1960) υποστήριξε πως αυτοί οι όροι δηλώνουν «διαφορετικές καταστάσεις» σε διαφορετικά «πολιτισμικά περιβάλλοντα» (Ποταμιάνος, 2005). Ο ίδιος βασίστηκε στον ευρύ ορισμό του αλκοολισμού, δηλαδή στην έννοια της κατανάλωσης οινοπνεύματος που προκαλεί οποιοδήποτε τύπο βλάβης (σωματικής, ψυχολογικής, ατομικής κ.τ.λ.) και προχώρησε στην ταξινόμησή του σε πέντε κατηγορίες (τυπολογία αλκοολισμού κατά Jellinek) (ΟΚΑΝΑ, 1999).

Οι εκθέσεις του ΠΟΥ τις τελευταίες δεκαετίες μαρτυρούν την προσπάθεια εξεύρεσης ενός αποδεκτού ορισμού του κοινωνικού φαινομένου (Ποταμιάνος, 2005). Στις επόμενες εκθέσεις έγιναν διορθωτικές προτάσεις για την πληρέστερη αναφορά των ψυχικών, οργανικών και κοινωνικών δυσλειτουργιών, οι οποίες σχετίζονται με την κατάχρηση οινοπνεύματος. Το 1977 ο G. Edwards και οι συνεργάτες του διαφοροποίησαν το «σύνδρομο εξάρτησης από το αλκοόλ» (alcohol dependency syndrome) από τα «προβλήματα ή ανικανότητες που σχετίζονται με την κατανάλωση αλκοόλ» (alcohol related disabilities) (Ποταμιάνος, 2005).

Το «σύνδρομο» αναφέρεται στη σωματική και ψυχολογική εξάρτηση από το αλκοόλ, ενώ τα «προβλήματα» στις ψυχολογικές, σωματικές και κοινωνικές δυσλειτουργίες ή βλάβες, που οφείλονται στην χρήση και κατάχρηση οινοπνεύματος. Το «σύνδρομο εξάρτησης από το αλκοόλ» και τα «προβλήματα ή ανικανότητες» ενδέχεται είτε να συνυπάρχουν είτε να εμφανίζονται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Οι σύγχρονες κλινικές έρευνες και προτάσεις για θεραπευτική αντιμετώπιση διαμορφώνονται σύμφωνα με τον παραπάνω διαχωρισμό. Ο ΠΟΥ έχει πλέον υιοθετήσει τις προτάσεις του Edwards αντικαθιστώντας τον όρο «αλκοολικός» με τον όρο «προβληματικός πότης» (Ποταμιάνος, 2005).

Εκτός από τον ευρύτατα χρησιμοποιούμενο όρο «υπερβολική πόση», η ποσότητα και ο τρόπος κατανάλωσης οινοπνευματωδών διακρίνεται ακόμη σε ποικίλες κατηγορίες χρήσης αλκοόλ. Η «πόση απόδρασης» (drinking escape) περιγράφει τη χρήση αλκοόλ ως συνέπεια της επιθυμίας απόδρασης από κάποιο δυσάρεστο συναίσθημα ή κατάσταση (ΟΚΑΝΑ, 1999). Η «κοινωνική πόση» (drinking social) σημαίνει κυριολεκτικά το να πίνει κάποιος με παρέα και όχι μόνος του. Ο όρος συνδέεται επίσης με την έννοια της μη προβληματικής χρήσης, αλλά και της νουθεσίας με τη σημασία της χρήσης αλκοόλ σε συμμόρφωση με τις κοινωνικές προσταγές και τα χρηστά ήθη (ΟΚΑΝΑ, 1999).

Η «μέτρια πόση» (drinking moderate) είναι ελεγχόμενη και περιορίζεται σε μέτρια ποσότητα αλκοόλ, η οποία δεν προκαλεί προβλήματα. Αυτός ο όρος αντιπαραβάλλεται συχνά με την «πόση μεγάλων ποσοτήτων» (drinking heavy), που υπερβαίνει τη μέτρια ημερήσια ή εβδομαδιαία ποσότητα αλκοόλης. Η «προβληματική πόση» (drinking problem) είναι αυτή που οδηγεί σε πάσης φύσεως προβλήματα, όπως υγείας, οικογενειακά, κοινωνικά, ψυχικά. Αντίστοιχα, ο προβληματικός πότης είναι το άτομο του οποίου η συνήθεια να πίνει έχει επιφέρει προβλήματα υγείας κ.τ.λ. (ΟΚΑΝΑ, 1999).

Παλαιότερα, όροι όπως «διψομανία» και «εθισμός» αναφέρονταν στην ανεξέλεγκτη πόση. Ο όρος καθ’ έξιν μέθη είχε την έννοια της συνήθειας της μέθης και των δυσάρεστων αποτελεσμάτων της. Στις σύγχρονες νοσολογίες επικρατεί πλέον η αντίληψη του αλκοολισμού ως νόσου πρωτοπαθούς βιολογικής αιτιολογίας με προβλέψιμη φυσική πορεία. Η εξάρτηση από το οινόπνευμα είναι γενικά αποδεκτή κατά αναλογία προς την εξάρτηση από άλλες τοξικές ουσίες (ΟΚΑΝΑ, 1999).

Το σύνδρομο εξάρτησης από το αλκοόλ

Ο όρος εξάρτηση, όταν εφαρμόζεται στο οινόπνευμα και άλλες ουσίες, σημαίνει ανάγκη επαναλαμβανόμενων δόσεων της εκάστοτε ουσίας για να αισθάνεται καλά το άτομο ή για να αποφεύγει τυχόν δυσάρεστα συναισθήματα. Στην περίπτωση που δεν προσδιορίζεται επακριβώς, η εξάρτηση αναφέρεται τόσο σε σωματικά όσο και σε ψυχολογικά στοιχεία. Η σωματική ή φυσιολογική εξάρτηση σχετίζεται με την ανοχή και τα συμπτώματα στέρησης, ενώ η ψυχολογική ή ψυχική εξάρτηση αναφέρεται στην κατάσταση του μειωμένου ελέγχου της χρήσης ουσιών (ΟΚΑΝΑ, 1999).
Το σύνδρομο εξάρτησης ορίζεται γενικά ως μια σειρά συμπεριφορικών, γνωσιακών και φυσιολογικών φαινομένων, που μπορούν να εκδηλωθούν μετά από επαναλαμβανόμενη χρήση μιας ουσίας. Ανάμεσα στα φαινόμενα περιλαμβάνονται η επιθυμία και η επιμονή λήψης της ουσίας παρά τις βλαπτικές επιπτώσεις, ο μειωμένος έλεγχος της χρήσης της, προτεραιότητα στη χρήση της ουσίας και παράλληλη αμέλεια άλλων δραστηριοτήτων, αυξημένη ανοχή και εμφάνιση στερητικού συνδρόμου σε περίπτωση διακοπής της ουσίας (ΟΚΑΝΑ, 1999). Ο Edwards (1977) ανέπτυξε στο δημοσίευμά του «The alcohol dependence syndrome: Usefulness of an idea» τις έννοιες του συνδρόμου εξάρτησης και του προβληματικού πότη και συνέβαλε στην αναθεώρηση των επικρατουσών απόψεων περί αλκοολισμού. Σύμφωνα με τον Edwards, το σύνδρομο της εξάρτησης από το αλκοόλ αναφέρεται στη σωματική και ψυχολογική εξάρτηση του ατόμου απ’ αυτή την ουσία.

 Το σύνδρομο εξάρτησης περιλαμβάνει τα ακόλουθα επτά συμπτώματα, που χαρακτηρίζουν το εξαρτημένο από το οινόπνευμα άτομο (Ποταμιάνος, 2005):

1. Συγκεκριμένες περίοδοι κατανάλωσης. Το άτομο δεν πίνει πλέον τυχαία, αλλά η κατανάλωση γίνεται πιο «συγκεκριμένη». Το άτομο πίνει πάντα στις ίδιες περιόδους (π.χ. βράδυ) άσχετα με την ποσότητα του οινοπνεύματος

2. Προτεραιότητα στην κατανάλωση του αλκοόλ. Το άτομο θέτει ως προτεραιότητα την ανάγκη για κατανάλωση αλκοόλ σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα

3. Αυξημένη ανοχή στο αλκοόλ. Τα άτομα που χαρακτηρίζονται από το σύνδρομο εξάρτησης του αλκοόλ χρειάζονται όλο και μεγαλύτερες ποσότητες αλκοόλης για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες που τους οδηγούν στην κατανάλωση οινοπνεύματος

4. Επαναλαμβανόμενα συμπτώματα στέρησης. Στην περίπτωση εξάρτησης από το αλκοόλ, όπως συμβαίνει και με άλλες ουσίες εξάρτησης, το άτομο παρουσιάζει κάποια συμπτώματα στέρησης κατά την αποχή του απ’ αυτό. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι άγχος, ψευδαισθήσεις, προσωρινή αμνησία και τρομώδες παραλήρημα.

5. Αποφυγή ή ανακούφιση από τα συπτώματα στέρησης. Ο προβληματικός πότης καταναλώνει αλκοόλ για να αποφύγει την εμφάνιση συμπτωμάτων στέρησης και να μπορέσει να λειτουργήσει «φυσιολογικά».

6. Ο συνειδητός καταναγκασμός του πότη. Ο προβληματικός πότης αρνείται ότι κάνει κατάχρηση οινοπνεύματος ιδίως όταν αυτό το γεγονός σχολιάζεται από άτομα του περιβάλλοντός του. Ωστόσο, ο ίδιος έχει συνείδηση του καταναγκασμού του να πίνει, γεγονός που αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του συνδρόμου στέρησης.

7. Επαναφορά του συνδρόμου. Η πιθανότητα επανεμφάνισης του συνδρόμου μετά από περίοδο αποχής.

Τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου στέρησης από το αλκοόλ συνοψίζονται στα εξής: πρώτον, όλοι οι πότες που παρουσιάζουν προβλήματα σχετιζόμενα με τη χρήση οινοπνευματωδών δεν είναι απαραίτητα και εξαρτημένοι από το αλκοόλ. Ωστόσο, η εξάρτηση είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που δημιουργούνται από την κατανάλωση αυτής της ουσίας. Δεύτερον, το σύνδρομο εξάρτησης από το αλκοόλ είναι μια «ψυχοφυσιολογική διαταραχή» ως αποτέλεσμα της διαρκούς αλληλεπίδρασης σωματικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Τα άτομα που θεωρούνται ως εξαρτημένα από το αλκοόλ δεν παρουσιάζουν απαραίτητα όλα τα παραπάνω συμπτώματα ούτε στην ίδια ένταση (Ποταμιάνος, 2005).

Προβληματικός πότης

Ο ορισμός της έννοιας «αλκοολισμός» και «αλκοολικός» εξακολουθεί να προβληματίζει τους ερευνητές. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, καθίσταται σαφές ότι ο όρος «αλκοολικός» είναι μονοδιάστατος με αποτέλεσμα να μη μπορεί να προσδιορίζει επιτυχώς όλους τους τύπους ατόμων που κάνουν χρήση οινοπνεύματος. Σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάζουν απαραίτητα όλοι οι «αλκοολικοί» τα ίδια συμπτώματα, με την ίδια ένταση. Επομένως, παρατηρείται μια σημαντική ανομοιογένεια στο πληθυσμό που κάνει χρήση οινοπνεύματος. Εφόσον ο όρος «αλκοολικός» είναι γενικός, αόριστος και μη λειτουργικός, είναι αδύνατον να περιγράψει την πολυμορφία του κοινωνικού φαινομένου (Ποταμιάνος, 2005).

Ο όρος «αλκοολικός» τείνει πλέον να αντικατασταθεί από τον όρο «προβληματικός πότης». Η σημασία της τελευταίας λέξης οριοθετείται από δύο διαφορετικές έννοιες, το σύνδρομο εξάρτησης από το αλκοόλ και τα προβλήματα ή τις ανικανότητες που σχτίζονται με την κατανάλωση αλκοόλ και περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις (Ποταμιάνος, 2005):

1. Άτομα που χαρακτηρίζονται από το σύνδρομο της εξάρτησης από το αλκοόλ, αλλά δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερα προβλήματα υγείας.

2. Άτομα που παρουσιάζουν προβλήματα υγείας σχετιζόμενα με την κατανάλωση αλκοόλ χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται από σύνδρομο εξάρτησης.

3. Άτομα που συνδυάζουν τόσο προβλήματα που σχετίζονται με τη χρήση οινοπνεύματος όσο και σύνδρομο εξάρτησης από το αλκοόλ.

Αυτές οι διαφορετικές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές για τη χρησιμότητα και τη λειτουργικότητα του όρου «προβληματικός πότης» σε σύγκριση με τον όρο αλκοολικός, καθώς περιγράφει σε μεγαλύτερο βαθμό την ανομοιογένεια των ατόμων που καταναλώνουν αλκοόλ (Ποταμιάνος, 2005).

πηγή:
Από την διπλωματική εργασία της
ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΚΑΝΤΖΑ
με τίτλο
ΑΛΚΟΟΛ
&
ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΑΓΩΓΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Ξένιος Ζεύς: Η φιλοξενία στην Αρχαία Ελλάδα


Η κυβέρνηση από μόνη της διαστρεβλώνει την ίδια μας την ιστορία και την γλώσσα με το να ονομάζει την επιχείρηση ενάντια στους αλλοδαπούς “ Ξένιος Δίας”
Αποτελεί προσβολή και ύβρις για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας μια τέτοια ονομασία για μια τέτοια επιχείρηση.
Θα μπορούσε να την ονομάσει διαφορετικά, όχι όμως '”Ξένιος Δίας”
Για να δούμε τι σήμαινε για τους αρχαίους Έλληνες ο “Ξένιος Δίας”

Ξένιος Ζεύς: Η φιλοξενία στην Αρχαία Ελλάδα

Κάντε κλικ στην εικόνα για μεγαλύτερο μέγεθος

Ονομασία: xenios-zeus.jpg
Εμφανίσεις: 38
Μέγεθος: 22.8 KB
ID: 7446

Στην Αρχαία Ελλάδα η φιλοξενία εθεωρείτο πράξη αρετής. Τους ξένους προστάτευαν ο Ξένιος Δίας και η Αθηνά η Ξενία, όπως και οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης. Υπήρχε θεία απαίτηση για την περιποίηση των ξένων και εθεωρείτο αμάρτημα η κακή αντιμετώπισή τους. Η φιλοξενία ακολουθούσε μία ιεροτελεστία και παρέχονταν σε κάθε ξένο, ο οποίος ανεξάρτητα από την τάξη που ανήκε, μπορούσε να μείνει σε ειδικό δωμάτιο στον «ξενώνα».

Η φιλοξενία είχε σημαντική κοινωνική δύναμη, διότι μπορούσε να συνδέσει άτομα οποιασδήποτε τάξης, ακόμη και απλούς πολίτες με βασιλιάδες. Στα χρόνια του Ομήρου, σε όποιο σπίτι και αν πήγαινε ένας ξένος, θα έβρισκε φιλοξενία. Κάτι τέτοιο αφορούσε όλες τις Πόλεις Κράτη της Ελλάδας, αν και οι Θεσσαλοί και οι Αθηναίοι φημίζονταν ειδικά για τα φιλόξενά τους αισθήματα. Ο ξένος βέβαια της εποχής του Ομήρου δεν ήταν τουρίστας, αλλά αγγελιοφόρος, εξόριστος, ταξιδιώτης, κλπ.

Η αποδοχή ενός ξένου για φιλοξενία λεγόταν «εστιάν» ή «ξενίζειν» ή «ξενοδοχείν». Ο ξένος με την άφιξή του έκανε ευχές στην οικογένεια που τον φιλοξενούσε και στην αναχώρηση δεχόταν δώρα. Όταν εμφανιζόταν ένας ξένος, ο κύριος του σπιτιού ή στην περίπτωση σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες «ξενοδόχος» ή «στεγανόμος», ή «εστιοπάμμων» ή «ναύκληρος», τον προσκαλούσε στο σπίτι του και παρέθετε γεύμα προς τιμή του.


Κάντε κλικ στην εικόνα για μεγαλύτερο μέγεθος

Ονομασία: xenios-zeus2.jpg
Εμφανίσεις: 32
Μέγεθος: 20.9 KB
ID: 7447

H πρόσκληση σε γεύμα λεγόταν «επί ξενία καλείν». Ο ξένος μετά από το καθιερωμένο λουτρό, φορούσε τα πολυτελή ενδύματα που του προσέφερε ο οικοδεσπότης και στη συνέχεια καθόταν τιμητικά σε θρόνο. Το γεύμα συνήθως διαρκούσε πολύ, ενώ στη συζήτηση συμμετείχε και η οικοδέσποινα. Ο ξένος μετά από τα γεύματα έλεγε κάποια ιστορία ή κάποιο ανέκδοτο. Στην περίπτωση που κάποια ημέρα της φιλοξενίας δεν έτρωγε μαζί με τον ξενοδόχο του, τότε αυτός του έστελνε τρόφιμα στον ξένο του.

Στους πρώτους ιστορικούς χρόνους βελτιώθηκαν οι συγκοινωνίες με αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εμπορίου. Οι πολιτείες και οι κοινωνίες ήκμαζαν, όπως επίσης οι επιστήμες και οι τέχνες. Τα ταξίδια τότε έγιναν συχνά και πήραν μαζικό χαρακτήρα σε περιόδους αγώνων και εορτών. Οι ελληνικές πόλεις, σε περιπτώσεις εορτών, αθλητικών εκδηλώσεων και πανηγυρισμών, εκτός από το πλήθος των επισκεπτών, δέχονταν και αντιπροσωπείες από άλλες πόλεις. Τότε με τη μεσολάβηση της πολιτείας, η φιλοξενία ανατέθηκε σε ορισμένους πολίτες οι οποίοι αντιπροσώπευαν την πόλη, οπότε δημιουργήθηκε ο θεσμός της δημόσιας φιλοξενίας. Η δημόσια φιλοξενία συνήθως δημιουργούσε ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στις πόλεις, με αποτέλεσμα να συνάπτονται συνθήκες αμοιβαίας φιλοξενίας.

Την προστασία των ξένων σε κάθε πόλη επέβλεπαν οι «πρόξενοι», δηλαδή οι επίσημοι αντιπρόσωποι των άλλων πόλεων, μετά από ειδική συνθήκη που υπογράφονταν για αυτό. Έτσι δημιουργήθηκε ο θεσμός της «προξενίας». Ο θεσμός της προξενίας ισχυροποιήθηκε από την καθιέρωση των νομισμάτων σαν ανταλλακτικό ενδιάμεσο και από την διάδοση της γραφής και οδήγησε σε συνθήκες φιλίας πολλές ελληνικές πόλεις, αλλά και ελληνικές με ξένες πόλεις επίσης. Η συνθήκη προξενίας, συντάσσονταν και χαράσσονταν σε μαρμάρινες στήλες, ενώ ορισμένες φορές οι εκπρόσωποι αντάλλασσαν σύμβολα αμοιβαίας αναγνώρισης, όπως συνηθίζονταν στην περίπτωση της ιδιωτικής ξενίας. Την εποχή αυτή, η λέξη «ξενία», πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει την έννοια της φιλίας. Σταδιακά δε ο θεσμός της προξενίας έβαλε τις βάσεις για να διαμορφωθεί και να λειτουργήσει ένας τύπος διεθνούς δικαίου μεταξύ των πόλεων -κρατών.

Κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει όποιον ήθελε σε γεύμα. Αυτή n συνήθεια γέννησε μάλιστα μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, στην οποία έδωσαν το περιφρονητικό παρατσούκλι ?παράσιτα?. Ο Πλούταρχος έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στο πρόβλημα: ως ποιο Βαθμό μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς αυτό το δικαίωμα χωρίς να ξεπεράσει τα όρια της καλής συμπεριφοράς.
Στο ?Συμπόσιο? ο Πλάτωνας διηγείται ότι ο Αριστόδημος συνάντησε τον Σωκράτη με επίσημο ένδυμα και μαθαίνοντας ότι πηγαίνει στο τραπέζι του Αγάθωνα, αποφάσισε να τον συνοδεύσει αν και δεν ήταν καλεσμένος. Στο δρόμο ο Σωκράτης, απασχολημένος καθώς ήταν με ένα φιλοσοφικό πρόβλημα, Βράδυνε το βήμα του. Ο Αριστόδημος δεν παρατήρησε ότι ο φιλόσοφος έμεινε πίσω και μπήκε μόνος στο σπίτι του Αγάθωνα. Παρ? όλα αυτά δεν βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση: οι θύρες ήταν διάπλατα ανοιχτές, και ένας δούλος τον οδήγησε αμέσως στην τραπεζαρία, όπου ο Αγάθωνας τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, λέγοντάς του ότι ήθελε να τον καλέσει προσωπικά, μα δεν μπόρεσε να τον βρει.


Κάντε κλικ στην εικόνα για μεγαλύτερο μέγεθος

Ονομασία: symposium2.jpg
Εμφανίσεις: 30
Μέγεθος: 16.7 KB
ID: 7445

Μόλις οι προσκαλεσμένοι έμπαιναν στο σπίτι, οι δούλοι τούς έβγαζαν τα υποδήματα. Θεωρούνταν αταίριαστο να κυκλοφορεί κανείς μέσα στο σπίτι με τα πέδιλα με τα οποία βάδιζε στο δρόμο. Πριν καθίσουν οι καλεσμένοι στο τραπέζι, τους έπλεναν και τους αρωμάτιζαν τα πόδια.

Μα ούτε κι ύστερα απ? αυτή τη διαδικασία ήταν ωραίο να ρίχνεται κανείς στο φαγητό. Προηγούμενα οι καλεσμένοι περιφέρονταν στα δωμάτια, θαύμαζαν τα έπιπλα και τα αντικείμενα διακόσμησης και επαινούσαν την καλαισθησία του νοικοκύρη. Οι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στους καλούς τρόπους. Αυτό ζητούσε n εθιμοτυπία. Η συνήθεια να τρωει κανείς ξαπλωμένος, αν και άγνωστη στην ομηρική εποχή, ήταν παρ? όλα αυτά πολύ παλιά, όπως αποδεικνύεται από τα ζωγραφισμένα αγγεία του 7ου αιώνα.

Σε κάθε κρεβάτι κάθονταν δυο άνθρωποι. Ξαπλώνονταν ακουμπώντας με τον αριστερό αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους ήταν μισοσηκωμένο. Αφού καθόταν όλος ο κόσμος, οι υπηρέτες έχυναν νερό στους καλεσμένους τους για να πλύνουν τα χέρια τους. έπειτα έφερναν κάτι τραπεζάκια χαμηλά, πάνω στα οποία ήταν έγκαιρα τακτοποιημένα τα φαγητά. ?Έφερναν τόσα τραπεζάκια όσα κρεβάτια ήταν στην αίθουσα, δηλαδή σε κάθε τραπεζάκι έτρωγαν δύο άνθρωποι. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και μαχαίρια. Κουτάλια είχαν, αλλά προτιμούσαν να τα αντικαθιστούν με μια κόρα ψωμί. Το φαγητό το έπιαναν με τα χέρια. Τις μερίδες τις σέρβιραν ψιλοκομμένες για να πιάνονται εύκολα.


ellinikoarxeio.com/

πηγή: http://www.techne.gr/showthread.php?3333-%CE%9E%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%96%CE%B5%CF%8D%CF%82-%CE%97-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Η εξουσία των οικογενειακών σχέσεων









   Η αίσθηση του ιμπεριαλισμού των γονεϊκών φιγούρων μας κυνηγά ακόμα. Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που απλώνουν την εξουσία τους κατά μήκος και κατά πλάτος πάνω στο κορμί μας, μέσα στο μυαλό μας, κουλουριασμένες στην ψυχή μας. Είναι παντού γύρω, όπου ο εξουσιαζόμενος εαυτός μας προσπαθεί να επιζήσει μακριά τους. Είναι πάντα εδώ, εσωτερικά και εξωτερικά για να μας θυμίσουν την μικρότητα μας, την ανεπάρκεια μας, την μιζέρια της υποταγής μας. 

     Οι στόχοι τους, οι βλέψεις τους για μας, λειτουργούν και μας τυραννάν ακόμα, ακόμα και τώρα που σαν ενήλικες προσπαθούμε να δούμε την ζωή μας αποκομμένη από αυτές. Όχι η εξουσία τους είναι εδώ ανά πάσα στιγμή έτοιμη να μας συγκρίνει, να μας αξιολογήσει, να μας κατηγορήσει, να αποδείξει ότι το δίκιο είναι δικό τους. Δεν παραιτούνται, δεν χάνονται.

Οι γονεϊκές σκιές

     Σκιές που κατοικούν στις φωλιές που έσκαψαν τόσα χρόνια μέσα μας. Σκιές που έχουν διαμορφώσει την λογική τους, την λογική των σχέσεων εξουσίας. Γονεϊκές φιγούρες εξουσίας που ύφαναν το πέπλο τους σκεπάζοντας μας σε οικογενειακά “πρέπει” που ποτέ δεν γίνανε δικά μας και αν τα αισθανόμαστε σαν δικά μας δεν είναι πραγματικά δικά μας.
     Αλλά δεν ήταν και πραγματικά δικιά τους. Απλά υποτάχθηκαν, ακολούθησαν, γίνανε λογικές,φυσιολογικές θυσιάστηκαν στο βωμό της αποδοχής στο αιώνιο θέατρο της διαχεόμενης εξουσίας μέσα και έξω από αυτές. Γίνανε και αυτές εξουσία και γίνανε μέσα από εμάς και εμείς γινόμαστε μέσα από τα παιδιά μας Ήμαστε μπροστά σε μια δια-γενεαλογική εξουσία των οικογενειακών σχέσεων που διαπερνά τις γενεές και φθάνει μέχρι σε εμάς και θα φθάσει και στα παιδιά μας και στα παιδιά των παιδιών μας
    Στην λογική των οικογενειακών σχέσεων εξουσίας, το παιδί που ήμασταν κάποτε, καλείται να αποδεχτεί, να υποταγεί στην εικόνα που οι γονεϊκές σκιές έχουν φτιάξει για το καλό του. Το πορτρέτο του αιώνια αδύναμου, ανόητου και ανεπαρκή έχει φωλιάσει πλέον μέσα μας. Σκιές που κρεμάν αυτό το πορτρέτο στο τοίχο της συνείδησης αναρτώντας την ενοχή που έσπειραν στην παιδική μας ηλικία
   Σκιές κομματιασμένες πια, που προσπαθούν να συγκολληθούν ανάμεσα στο μελλοντικό παρελθόν του τώρα.. Σκιές που βογκώντας, ψάχνουν το παιδάκι που φόρτωσαν με όλα τα αρνητικά τους προτερήματα, να τους σώσει από την άβυσσο της προσωπικής τους αποτυχίας. 
 
   Το ταυτοποιούν με το κακό που κουβάλησαν αυτές στην ζωή τους σαν να το κουβάλησε αυτό. Το ταυτοποιούν με το παιδάκι που ήταν αυτές κάποτε. Όταν μας δίνουν αυτό το βάρος, αυτές ξελαφρώνουν, δικαιολογούν την ανημποριά τους να αντισταθούν, και δεν τους αρέσει καθόλου να αντιστεκόμαστε εμείς. Η άρνησή μας αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται σαν παραλογικότητα απέναντι στην λογική των οικογενειακών σχέσεων εξουσίας που υπηρέτησαν μέχρι τώρα. Άρνηση που τις απειλεί, που τις εξορίζει στην αποξένωσης των συζυγικών σχέσεων που δεν βρήκαν παρά μόνο τα κακοτράχαλα βουνά του εγωισμού τους για να αφήσουν το σταφιδιασμένο δέρμα της αποτυχίας και της υποταγής τους .

Οι καινούργιες σχέσεις

    Ας τις αφήσουμε να ρημάξουν χωρίς την τροφή τους, χωρίς την ενοχή που θα τις κάνει να ξαναπατήσουν στα πόδια τους, που θα τις κάνει ικανές να κλείσουν την ψυχή μας από την αρχή στα κάτεργα που ετοίμασαν τόσο καιρό μέσα μας Ας τις αφήσουμε μόνες ξεριζώνοντας τες από μέσα μας. Και ο μόνος τρόπος ξεριζώματος είναι το ρίζωμά μας σε καινούργιες σχέσεις. Στις σχέσεις με τον σύντροφός μας, στην σχέση με τα παιδιά μας.   Ας σκύψουμε σε αυτές. 
 
   Ας σκύψουμε στην σχέση με τον σύντροφό μας.
Εκεί θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε, να κατανοήσουμε τις εξουσιαστικές δομές του εαυτού μας να σηκώνουν κεφάλι. Όμως δεν ήμαστε εμείς που σηκώνουμε κεφάλι, όχι δεν ήμαστε εμείς. Είναι οι γονεϊκές σκιές που βρίσκουν τροφή από την σχέση. Έρχονται τις περισσότερες φορές σαν σύμμαχοι στην μοναξιά μας απέναντι στον άλλον, στο φόβο μας. Έρχονται να μας βοηθήσουν αλλά στην ουσία αυτή η συμμαχία μας αφήνει πιο μόνους, πιο παιδιά μπροστά τους, χαμένα στα λαγούμια της ενοχής που έχουν σκάψει μέσα μας. 
 
    Ας σκύψουμε στα παιδιά μας.
Μια άλλη σχέση που θα μας κάνει να τις καταλάβουμε, να καταλάβουμε με ποιο ύπουλο τρόπο ζούνε και ανασαίνουν μέσα μας . Με ποιο τρόπο ενυπάρχουν και λειτουργούν χωρίς να τις συνειδητοποιούμε τόσα χρόνια.
Μόνο τα παιδιά μας μπορούν να μας βοηθήσουν, χωρίς να ξέρουν τίποτα. 
 
   Μόνο μέσα από αυτά!!
   Μόνο από μια νέα σχέση γονέα-παιδιού μπορούμε να δούμε τις κομματιασμένες σκιές του παρελθόντος να κινούνται μέσα μας. Να μας κάνουν να σπέρνουμε την ενοχή στα παιδιά μας με τον τρόπο που την έσπερναν εκείνες σε εμάς. Να θέλουν να κερδίσουν την αθανασία κάνοντας το μέλλον μας δικό τους. 
 
  Μόνο μέσα από τα παιδιά μας μπορούμε να ελευθερωθούμε από τις σκιές του παρελθόντος, από την λογική των οικογενειακών σχέσεων εξουσίας που επιβάλουν και επιβάλουμε. 
 
  Μόνο μέσα από τα παιδιά μας μπορούμε να ελευθερωθούμε aπό την δια - γενεαλογική εξουσία των οικογενειακών σχέσεων, διότι η σχέση με τα παιδιά μπορεί να γίνει για τους γονείς μια θεραπευτική σχέση.

φωτο: Arielle Grasser