Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Φύλο και ιδεολογία


 



Ο όρος «ιδεολογία» νοηματοδοτείται ποικιλοτρόπως από το πολιτικό και θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται. Συχνά στην καθημερινή ομιλία τον χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε ένα σύνολο ιδεών, αξιών και πεποιθήσεων (σχετικά με τον κόσμο, τη φύση, την κοινωνία, τον άνθρωπο, το δίκαιο και το άδικο), το οποίο μπορεί να χαρακτηρίζει ένα άτομο, ή μία ομάδα, μία κοινωνική τάξη, μία ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος, κλπ. Επί παραδείγματι, σύμφωνα με την αστική πατριαρχική ιδεολογία, οι άντρες είναι από τη φύση τους καταλληλότεροι από τις γυναίκες για αναλάβουν τον έλεγχο των κοινωνικών θεσμών ενώ οι γυναίκες είναι από τη φύση τους καταλληλότερες για να αναθρέφουν παιδιά.

 Επιπλέον, ο όρος ιδεολογία ορισμένες φορές αναφέρεται στο σύστημα αξιών για το οποίο παλεύει μία ομάδα ή κοινωνική τάξη, αντιμαχόμενη την καθιερωμένη κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής• επί παραδείγματι, η φεμινιστική ιδεολογία προβάλλει το ιδεώδες της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ισότητας όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από το φύλο ή τη σεξουαλικότητά τους. Με τις παραπάνω έννοιες συναντούμε την ιδεολογία στην εμπειρική έρευνα ορισμένων κοινωνικών επιστημών, όπως η κοινωνιολογία, όπου γίνεται προσπάθεια να εντοπιστεί, να μετρηθεί και να καταγραφεί η ιδεολογία περί φύλων αλλά και ο τρόπος με τον οποίο η ιδεολογία αυτή εννοιολογείται, από το δείγμα των γυναικών και των αντρών που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνας, πώς αντιλαμβάνονται και ορίζουν οι ίδιοι το ρόλο του/της συζύγου, με ποια ιδεολογία περί φύλου ταυτίζονται, πόση εξουσία θεωρούν ότι έχουν μέσα στην οικογένεια ή στον χώρο εργασίας και πόση θα ήθελαν να έχουν, κλπ. (Ηochscilde 1989, Greenstein 1996). 

Η κοινωνιολογική έρευνα στον χώρο της φεμινιστικής ιδεολογίας σήμερα επιχειρεί να εντοπίσει τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γυναίκες από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, διαφορετικά εισοδήματα, διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο, εθνότητες ή φυλές αντιλαμβάνονται ή ταυτίζονται με τον φεμινισμό, με πλούσια αποτελέσματα, ιδίως από τον χώρο των αφροαμερικανίδων (Collins 2000, Harnois 2004).

Οι παραπάνω χρήσεις του όρου «ιδεολογία», ωστόσο, ανοίγουν πολλά ερωτήματα. Όπως γνωρίζουμε όλοι, συχνά οι άνθρωποι άλλα λένε ότι πιστεύουν και άλλα πράττουν• γιατί συμβαίνει αυτό και σε αυτήν την περίπτωση ποια είναι η ιδεολογία τους; Ορισμένες ριζωμένες πεποιθήσεις για τον κόσμο και τη φύση (η ύπαρξη του Θεού, οι νόμοι της φυσικής, η αξιοπιστία της ορθολογικής σκέψης κλπ.) είναι «αλήθειες» ή ιδεολογίες, ή για να το πούμε διαφορετικά, ποια είναι η σχέση ιδεολογίας και αλήθειας; Η έννοια της ιδεολογίας έχει μακρά ιστορία, αλλά οι περισσότερο σύνθετες επεξεργασίες της λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας, ενώ η συστηματική σύνδεσή της με θέματα φύλων στο πλαίσιο της ιστορίας του φεμινισμού έγινε κυρίως από Ευρωπαίες μαρξίστριες φεμινίστριες κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. 

Στα μέσα του 19ου αιώνα οι Μαρξ και Ένγκελς, στο Γερμανική Ιδεολογία, ορίζουν την ιδεολογία κατ’ αρχήν ως έναν χώρο του ιδεατού, χωριστό από την υλική πραγματικότητα, και συγχρόνως ως σκέψη αφηρημένη και πλαστή, μία ψευδαίσθηση, μη-πραγματικότητα ή «αντεστραμμένη πραγματικότητα» (Williams 1985). Η λειτουργία της είναι να υποστηρίξει τα συμφέροντα της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης και αποτελείται, ακριβώς, από «τις κυρίαρχες ιδέες της κυρίαρχης τάξης». Οι ιδέες που κυριαρχούν σε μία κοινωνία σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι εκείνες που νομιμοποιούν τη δομή αυτής της κοινωνίας και ενισχύουν την ηγεμονία της άρχουσας ελίτ. (Ryan 2001: 99).

 Ως παράδειγμα πλαστής συνείδησης μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε εδώ τους «μύθους» για την «Αιώνια γυναίκα» που εντοπίζει και μελετά η Simone de Beauvoir στο κλασικό έργο της Το δεύτερο φύλο: οι μυθικές εικόνες της Αιώνιας Γυναίκας μετουσιώνουν τις αξίες, πεποιθήσεις, πρακτικές και θεσμούς που συνιστούν την εμπειρία των γυναικών σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο σε ανιστορικές, άχρονες και απαράλλακτες ουσίες, σε υπερβατικές ιδέες πλατωνικού τύπου. Επί παραδείγματι, ένας από αυτούς του μύθους θέλει τις γυναίκες να είναι από τη φύση τους δεκτικές και ανθεκτικές στους πόνους που συνεπάγεται ο ρόλος τους ως μητέρες. «Λίγοι μύθοι υπήρξαν περισσότερο ευνοϊκοί για την κυρίαρχη κάστα από αυτόν: δικαιολογεί όλα τα προνόμια και επιτρέπει ακόμα και την κατάχρησή τους. Οι άνδρες δεν χρειάζεται να σκοτίζονται για να ανακουφίσουν τους πόνους και τα βάρη που είναι η μοίρα των γυναικών από τη φυσιολογία τους, αφού έτσι τα θέλησε η φύση.» Και παραθέτει προς υποστήριξη το ακόλουθο σαρκαστικό απόσπασμα από την Φυσιολογία του γάμου, του Balzac (1830): «Μη δίνεις σημασία στη γκρίνια της, στα κλάματά της, στους πόνους της• η φύση την έφτιαξε για δικιά μας χρήση και για να τα υπομένει όλα από τους άνδρες: παιδιά, λύπες, χτυπήματα και πόνους .Μην κατηγορείς τον εαυτό σου για σκληρότητα. Σε όλους τους κώδικες των λεγόμενων πολιτισμένων εθνών, ο άντρας έχει γράψει τους νόμους που συνοψίζουν το πεπρωμένο των γυναικών κάτω από το ματωμένο επίγραμμα: Αλίμονο στον αδύνατο!» 

Εκτός όμως από την αντίληψη περί ιδεολογίας ως πλαστής συνείδησης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης και εξασφαλίζει την υποταγή των κυριαρχούμενων, στο έργο του Μαρξ βρίσκουμε και άλλες χρήσεις του όρου. Γράφει, για παράδειγμα, στο Κριτική της πολιτικής φιλοσοφίας, ότι οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση και διεκπεραιώνουν τις κοινωνικές συγκρούσεις που απορρέουν από τη θέση τους στην οικονομική δομή, με τη βοήθεια ιδεολογικών μορφών, που μπορεί να είναι νομικές, πολιτικές, αισθητικές ή φιλοσοφικές• με άλλα λόγια, η ιδεολογία εδώ αναδεικνύεται ως όρος για τη βίωση και την κατανόηση του κοινωνικού κόσμου και προϋπόθεση για κάθε πάλη για την αλλαγή του. Στην εξέλιξή της, η μαρξιστική θεωρία της ιδεολογίας τείνει να φέρνει όλο και πιο κοντά τις υλικές συνθήκες της πραγματικότητας με τον χώρο των ιδεών. Έτσι φτάνει να μιλάει για «προλεταριακή ιδεολογία» ή «αστική ιδεολογία», κλπ. (Williams 1985). Γενικά, όμως, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, η ιδεολογία θεωρούνταν από τους μαρξιστές ως ένα δευτερογενές φαινόμενο, ένα «εποικοδόμημα» βασισμένο και καθορισμένο από την οικονομική δομή της κοινωνίας. Η αντίληψη αυτή περιθωριοποιούσε το φεμινιστικό κίνημα, καθώς ανήγαγε τις πατριαρχικές δομές και την καταπίεση των γυναικών σε ιδεολογικό επακόλουθο της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου/εργασίας και καθιστούσε το γυναικείο κίνημα επουσιώδες, στο μέτρο που δεν ήταν συνιστώσα του ευρύτερου εργατικού κινήματος. 

Η έννοια της ιδεολογίας γνώρισε μια σημαντική εξέλιξη στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας χάρις κυρίως στις εργασίες του Γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου Louis Althusser κατά τις δεκαετίες του 1960 και 70. Ο Althusser επιχείρησε να απελευθερώσει την έννοια της ιδεολογίας τόσο από την αντίληψη του απλού «εποικοδομήματος» που αντανακλά την οικονομική βάση μιας δοσμένης κοινωνίας («οικονομισμός»), όσο και από τη θεώρησή της ως απλώς «ψευδούς συνείδησης» που κρίνεται ως τέτοια από τη σκοπιά της αντικειμενικής πραγματικότητας (Rechman 2007). Ο Althusser άσκησε κριτική στον διαχωρισμό ιδεολογίας και κοινωνικής πραγματικότητας (την οποία είτε «αντανακλά», είτε διαστρεβλώνει), ισχυριζόμενος ότι η ιδεολογία αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας. Σύμφωνα με τον Althusser, η ιδεολογία έχει πρακτική υπόσταση, αποτελεί δηλαδή αναπόσπαστο στοιχείο των ποικίλων κοινωνικών πρακτικών που απαρτίζουν την κοινωνική ολότητα. 

Η αναγκαστική συμμετοχή μας στις τρέχουσες κοινωνικές πρακτικές συνεπιφέρει την προσχώρησή μας στην αντίστοιχη ιδεολογία, που μας παρουσιάζει αυτές τις πρακτικές ως αυτονόητες και ως συνειδητές επιλογές μας. Μαθαίνουμε να συμπεριφερόμαστε «όπως πρέπει», δηλαδή σε συμφωνία με τις επιταγές του συστήματος των κοινωνικών πρακτικών στο οποίο ζούμε, αλλά τις βιώνουμε ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής μας, ως εάν να μην συνιστούν καθόλου επιταγές. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της ιδεολογίας, σύμφωνα με τον Althusser: να μας επιβάλλει να κάνουμε πράγματα, που ενδεχομένως αντιβαίνουν τα συμφέροντά μας, και να τα κάνουμε ως εάν να ήταν αυτόβουλες επιλογές μας. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο Althusser θα πει ότι η ιδεολογία μετατρέπει τα ανθρώπινα-κοινωνικά άτομα σε υποκείμενα, με τη διπλή σημασία του υποκειμένου: άτομα που υπόκεινται στις επιταγές της κυρίαρχης κοινωνικής οργάνωσης, αλλά και «υποκείμενα» με ελεύθερη βούληση, αυτουργά και υπεύθυνα των επιλογών τους. 

Ένα πρόβλημα που προσπαθεί ο Althusser να λύσει στο γνωστό άρθρο του «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», είναι το πώς μια κοινωνία κατορθώνει να αναπαράγει τις βασικές κοινωνικές της σχέσεις και κατά συνέπεια να διαιωνίζει τον εαυτό της. Αυτό επιτυγχάνεται με τη δράση ειδικών κοινωνικών μηχανισμών, των περίφημων «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους», οι οποίοι εξασφαλίζουν την έμπρακτη συναίνεση των ατόμων/υποκειμένων στην κυρίαρχη κοινωνική δομή• τέτοιοι μηχανισμοί είναι η εκκλησία, τα σχολεία, η οικογένεια, κλπ., δηλαδή μηχανισμοί που αντλούν την ισχύ τους όχι μέσω άμεσου εξαναγκασμού ή βίας αλλά μέσω έμμεσης συναίνεσης που επιτυγχάνεται δια των αντίστοιχων πρακτικών. 

Η επιρροή αυτής της θεωρητικής καινοτομίας στη μαρξιστική φεμινιστική σκέψη υπήρξε αξιοσημείωτη κατά τη δεκαετίες του 1970 και 80, καθώς νομιμοποίησε θεωρητικά μια συζήτηση πάνω στο ερώτημα της συγκρότησης των έμφυλων υποκειμένων και του ρόλου που παίζουν οι έμφυλες σχέσεις στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής δομής. Οι φεμινίστριες αξιοποίησαν και επέκτειναν την ιδέα του Althusser ότι η πατριαρχική οικογένεια αποτελεί ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους, που εμπλέκεται καθοριστικά στη συγκρότηση πειθήνιων έμφυλων υποκειμένων και συνακόλουθα στην αναπαραγωγή των αντίστοιχων σχέσεων εξουσίας. Δόθηκε έμφαση στη διαμόρφωση της συνείδησης κατά την πορεία της έμφυλης κοινωνικοποίησης με γόνιμη κοινωνιολογική έρευνα στις πρακτικές της ανατροφής των παιδιών, τις αναπαραστάσεις της σεξιστικής ιδεολογίας στα παιδικά βιβλία, κλπ. (Coward 1977, Barrett 1980). Κατά τις δεκαετίες του 1980 και 90, στο πλαίσιο των σπουδών φύλου, η έρευνα για τη σχέση φύλου και ιδεολογίας συσχετίστηκε συστηματικά (συχνά σε σημείο να απορροφηθεί), με τις επεξεργασίες του Lacan για την ανάδυση του υποκειμένου εντός της συμβολικής τάξης [D.: Symbolische.- En.: symbolic.- Fr.: symbolique] (Belsey 1980) καθώς και με τις αναλύσεις του Foucault σχετικά με τη δια του λόγου (discursive) συγκρότηση του υποκειμένου [subject] (Butler 1997), σε μια ερευνητική κατεύθυνση που εξακολουθεί να δίνει καρπούς.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Richard Rorty, “Feminism, Ideology, and Deconstruction: a Pragmatist View.” (Special Issue: Feminism and Pragmatism) Hypatia v8, n2 (Spring, 1993) COPYRIGHT Hypatia Inc. 1993. http://gort.ucsd.edu/jhan/ER/rr.html
Althusserian Ideology. http://froberto.dnsalias.org/shared/Althusserian_Ideology/
Post-colonial Web. Ideology: Political and Historical Contexts http://www.postcolonialweb.org/poldiscourse/ideologyov.html
Robert M.Young, SCIENCE, IDEOLOGY AND DONNA HARAWAY http://www.human-nature.com/rmyoung/papers/paper24h.html
Dino Felluga’s modules on Louis Althusser http://www.cla.purdue.edu/academic/engl/theory/marxism/modules/althusserideology.html
The German Ideology Full text of German Ideology, 1845. ... The German Ideology. Critique of Modern German Philosophy According to Its Representatives Feuerbach, http://www.marxists.org/archive/marx/works/1845/german-ideology/ - 4k
Ralph Dumain, “Ideology:Study Guide”. http://www.autodidactproject.org/guidideo.html - 8k


Βιβλιογραφικές αναφορές

Barret, M. (1980). Women’s Oppression Today. London: Verso.
Beauvoir, S. de. (1949/1979). Το δεύτερο φύλο, Δελφίνι 1979.
Butler, J. (1996). The Psychic Life of Power. Stanford: Standford University Press.
Collins, Patricia Hill. 2000. Black Feminist Thought. London and New York: Routledge.
Coward, R. & Ellis, J. (1977), Language and Materialism. London: Routledge.
Greenstein, T.N. (1996). “Gender ideology and the perceptions of the division of domestic labor”. Στο Social Fronts 74:1029-42.
Harnois, Catherine. "Black and White Approaches to Gender Ideology and Feminist Identity" Paper presented at the annual meeting of the American Sociological Association, Hilton San Francisco & Renaissance Parc 55 Hotel, San Francisco, CA,, Aug 14, 2004 Online http://www.allacademic.com/meta/p110094_index.html
Hochschild, A.R. (1989). The Second Shift. New York: Viking.
Remann, J. (2007). “Ideology theory”. Historical Materialism 15: 211-239.
Ryan, M. (2001). “Marxism and poststructuralism”. Στο Knellwolf C. & Norris, C. (επιμ.), Literary Criticism Vol. IX, Twentieth-Century Historical, Philosophical and Psychological Perspectives. Cambridge: Cambridge University Press, 99-120.
Williams, R. (1985). Keywords. Oxford: Oxford University Press.

.
της
 Ευγενίας Σηφάκη 
Λέκτορας  Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: