Διηγήματα του Μικρού Σχολείου




Από τα Διηγήματα του Μικρού Σχολείου του Χρήστου Χρηστοβασίλη επιλέξαμε αποσπάσματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής, της Κοινωνιολογίας ως παράδειγμα διαφοράς του σημερινού σχολείου με το σχολείο του 19ου αιώνα.

- Δεν θα έρθεις και εσύ στο σχολείο; Τον ρώτησα με ανυπόμονη περιέργεια, γιατί, μια που σκλαβωνόμουν εγώ με το σχολείο επιθυμούσα να σκλαβωθούν κι όλα τα άλλα παιδιά του χωριού μου, για να μην πηγαίνω εγώ μονάχα στο σχολείο και οι άλλοι να πηγαίνουν όπου θέλουν.
- Εγώ να πάω στο σχολείο! Μου απάντησε αποφασιστικά ο Τσιάβος. Κάλλια το ‘χω να μπω στο ξυλοκρέβατο παρά στο σχολείο.
Η σύγκριση αυτή ήταν τρομερή, γιατί ξυλοκρέβατο λέμε στο χωριό μας το φέρετρο.
- Γιατί του είπα δεν πας;
- Ξέρεις, μου απάντησε, τι θα πει δάσκαλος; Μακελλάρης, σφαγάς! Μα τι είδαν τα ματάκια μου, αδέρφια μου, προχτές στην Κρετσούνιστα! Θρήνος κι οδερμός, τα καημένα τα παιδιά! Δύο τρία πήγαιναν καταματωμένα στα σπίτια τους από το δαρμό, δύο άλλα ήταν μουντζουρωμένα σαν αραπάκια και φτυμένα, κι ένα άλλο πήγαινε στο σπίτι του έχοντας ένα σουβλί μέσα στο στόμα του από το ένα μάγουλο στ’ άλλο.
- Ποιος τα ‘κανε έτσι αυτά τα παιδιά; Τον ρώτησα.
- Ο δάσκαλος τους! Ποιος άλλος; Μου απολογήθηκε.
- Γιατί τα ‘κανε έτσι; Τον ξαναρώτησα, αν κι ήξερα τι θα μ’ απαντούσε.
- Γιατί; Ή γιατί δεν ήξεραν το μάθημα τους, ή γιατί γελούσαν ή γιατί έριξαν κανένα λιθάρι!... για να είσαι μαθητής του σχολείου, πρέπει να μην κάνεις τίποτε άλλο, παρά να διαβάζεις μοναχά κι ύστερα να τρως, να πίνεις και να κοιμάσαι και να περπατάς τόσο μονάχα, όσο να πας στο σχολείο και να γυρίζεις στο σπίτι σου! Μια γιορτή ήμουν στην Τσερκοβίστα, κι είχαμε πάει πίσω από το χωριό καμιά τριανταριά παιδιά και παίζαμε, όταν, μωρ΄ αδερφούλια μου, ακούμε: «Ο δάσκαλος!!! Κι όλα τα παιδιά έγιναν καπνός!».
- Κι αν δεν έφευγαν τα παιδιά, τι θα τους έκανε ο δάσκαλος; Ρώτησε ένα άλλο παιδί.
Τι θα τους έκανε; Απάντησε ο Τσιάβο, θα έβλεπε ποια παιδιά ήταν, θα σημείωνε τα ονόματα τους, και την άλλη μέρα ξύλο και φέλεκα και κόκκαλα! Σας το ξαναλέω: Εγώ δεν πατάω στο σκολείο, που ο κόσμος να χαλάσει! Θέλω τη λευτεριά μου. Ας μη μάθω γράμματα! Τι λες εκεί! Κάτι θα μου λείψει, αν δεν μάθω!

- Δάσκαλε, κυρ δάσκαλε! Σου παραδίνω κρέας και να μου φέρεις κόκκαλα.
Από την εποχή του Παπαδάσκαλου με το συνηθισμένο «τυπικό» της πρώτης μέρας στο σχολείο που επισημαίνει: «Μπορείς να το δείρεις όσο θέλεις. Φτάνει μόνο να μη σπάσεις κόκκαλα». Στα χέρια του δασκάλου διακρίνεται η βέργα και δίπλα του το κρανίο, που ήταν το φόβητρο των παιδιών.

***************
Τη Δευτέρα πρωί – πρωί με πήρε η μάνα μου άρρωστον, όπως ήμουν, και με πήγε στον νάρθηκα της εκκλησίας του χωριού μας, όπου ο Παπ΄ Αντριάς είχε στήσει το «Μικρό Σχολείο» μου, πρώτος δάσκαλος αυτός του πρώτου και τελευταίου σχολείου του χωριού μου ως την ώρα που γράφω το παρόν μου.
Ήμουν ο πρώτος παρουσιαζόμενος μαθητής του. Εκείνη την στιγμή έφτιανε κάτι ο δάσκαλος, ο Παπ’ Αντριάς με το σογιαδάκι του και, τελειώνοντας σε λίγο το έργο του αυτό, κρέμασε στον τοίχο μια δεσμίδα καινούριες βέργες. Σε λίγο ήρθε ένας χωριανός μου με το παιδί του, το Μήτρο, που του φαίνονταν στα μάγουλα τα ίχνη των δακρύων κι είπε του δασκάλου: Δάσκαλε, κυρ δάσκαλε! Σου παραδίνω κρέας και να μου φέρεις κόκκαλα. Άμα έφυγε ο γονιός, ο δάσκαλος, άγριος και βλοσυρός, άρπαξε μια βέργα από τις κρεμασμένες στον τοίχο και την τσάκισε πάνω στις πλάτες του Μήτρου, επειδή έκλαιγε πριν έρθει στο σχολείο. Ο Μήτρος φώναζε με όλα του τα δυνατά:
- Έφταιξα ο μαύρος δάσκαλε! Δεν το ματακάνω! 

Την τελευταία μέρα του σχολικού έτους, την ώρα που ο δάσκαλος αναχωρούσε με το παιδί του, φορτωμένος στην πλάτη τα λιγοστά δώρα, τα παιδιά του χωριού τον ακολουθούσαν από πίσω κατηγορώντας τον και ρίχνοντας του κι από καμιά πέτρα για το έθιμο. 

(Χρήστου Χρηστοβασίλη, Διηγήματα του μικρού σχολείου, εκδόσεις Ζήτρος, Θες/νίκη)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου