Το ανθυγιεινό επάγγελμα μαθητής

Οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την ψυχική ανάπτυξη των αυριανών πολιτών

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΑΡΛΑΤΗΡΑ

Η οικογένεια Ιωάννου είναι μια μέση ελληνική οικογένεια. Οι γονείς, εργαζόμενοι και οι δύο, έχουν αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις αλλά προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στα γονικά τους καθήκοντα. Θέλουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, τον οκτάχρονο Αντρέα και την πεντάχρονη Μαρία, με τον καλύτερο τρόπο και κυρίως να τους δώσουν όσο το δυνατόν περισσότερα εφόδια. Η συμβολή των γονιών τους είναι σημαντική στην προσπάθειά τους αυτή. Για την ακρίβεια, οι παππούδες και οι γιαγιάδες είναι εκείνοι που εναλλάσσονται κάθε απόγευμα στη φροντίδα των παιδιών: αναλαμβάνουν να τα συνοδέψουν ως το μάθημα της αγγλικής γλώσσας (δύο φορές την εβδομάδα), ως το κολυμβητήριο και τη σχολή χορού (τον Αντρέα και τη Μαρία αντίστοιχα) από μία φορά και σπανιότερα ­ όταν τα παιδιά έχουν ελεύθερο χρόνο ­ πηγαίνουν μαζί τους και στην παιδική χαρά. Το κέντρο εκπαίδευσης της πληροφορικής το έχει επωμιστεί η μητέρα των παιδιών ­ κάθε Σάββατο συνδυάζει τα ψώνια στο σουπερμάρκετ με το μάθημα πληροφορικής που παρακολουθούν επί δύο ώρες τα παιδιά. Καμιά φορά αναλογίζεται και η ίδια μήπως το πρόγραμμα των παιδιών είναι «φορτωμένο», αλλά σκέφτεται ότι «συμβαδίζει με τους ρυθμούς της εποχής». Το ζήτημα αν συμβαδίζει και με τους ρυθμούς των παιδιών το οποίο θέτουν οι ειδικοί από την πλευρά τους δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα την κυρία Ιωάννου αλλά και γενικότερα τους σημερινούς γονείς. Αντίθετα, σχεδόν όλοι φαίνονται προσηλωμένοι στο «να εμπλουτίζουν το curriculum vitae του παιδιού τους από το νηπιαγωγείο ακόμη», όπως παρατηρεί η κυρία Ιωάννα Αντωνιάδου-Κουμάτου, παιδίατρος και διευθύντρια του τομέα Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Παιδιατρικής του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού.

Σύμφωνα ωστόσο με τους γάλλους επιστήμονες Φρανσουά Τεστί και Ρότζερ Φοντέιν, οι οποίοι υπήρξαν μαθητές της Φρανσουάζ Ντολτό, μιας από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές μορφές στον τομέα της παιδοψυχολογίας, τα παιδιά πρέπει να απολαμβάνουν καθημερινά τουλάχιστον 45 λεπτά χαλάρωσης και ξεκούρασης μετά το πέρας της σχολικής μελέτης. «Είναι απαραίτητο να έχουν αυτόν τον χρόνο στη διάθεσή τους για να τον αξιοποιήσουν όπως εκείνα θέλουν, ακόμη και τεμπελιάζοντας ­ είναι και αυτό δικαίωμά τους» αναφέρεται στο βιβλίο που μόλις εξέδωσαν οι Τεστί και Φοντέιν με τίτλο Τα παιδιά και οι ρυθμοί τους, το οποίο έχει προκαλέσει ποικίλες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. «Το πρόγραμμα των σημερινών παιδιών παρουσιάζει επικίνδυνες ομοιότητες με αυτό των... στελεχών μιας κυβέρνησης ή μιας πολυεθνικής επιχείρησης. Οπως εκείνοι διαθέτουν τις ικανότερες γραμματείς προκειμένου να τους οργανώνουν τον χρόνο τους έτσι και τα παιδιά έχουν τους... γονείς τους που τους οργανώνουν τις ποικίλες εξωσχολικές δραστηριότητες» επισημαίνουν οι δύο ψυχολόγοι κρούοντας ουσιαστικά τον κώδωνα του κινδύνου για την ψυχική ανάπτυξη των παιδιών.

Οι σχολικές υποχρεώσεις αποτελούν την πρώτη σημαντική επιβάρυνση για ένα παιδί. «Οι περίπου πέντε ώρες της ημέρας που περνά το παιδί μέσα σε μια αίθουσα από την πρώτη κιόλας τάξη του δημοτικού σχολείου αντιστοιχούν στο τυπικό οκτάωρο ενός εργαζομένου» αναφέρει χαρακτηριστικά η κυρία Αντωνιάδου-Κουμάτου. Αν συνυπολογιστούν και οι δύο τουλάχιστον ώρες μελέτης που απαιτούνται στο σπίτι, τότε οι συνθήκες εργασίας τείνουν να γίνουν... ανθυγιεινές για έναν μαθητή δημοτικού. Επιπλέον, όπως παρατηρεί ο κ. Χ. Λιακόπουλος, δάσκαλος και γραμματέας της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (ΔΟΕ), «κατά τη μελέτη ουσιαστικά ο γονιός πρέπει να διαβάζει μαζί με το παιδί διότι η ύλη είναι τέτοια που δημιουργεί πρόβλημα στη γνωστική αντίληψη του παιδιού». Πρόκειται, όπως λέει, για ύλη περιττή, ξύλινη ως και επιζήμια για τη γνωστική εξέλιξη του παιδιού.

Τα μαθήματα ξένων γλωσσών και πληροφορικής, η ενασχόληση με κάποια φυσική δραστηριότητα (άθλημα, χορός κτλ.) ή η εκμάθηση κάποιου μουσικού οργάνου συμπληρώνουν το ούτως ή άλλως βεβαρημένο πρόγραμμα των περισσότερων παιδιών. Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών, περίπου μισό εκατομμύριο παιδιά (μαθητές δημοτικού) σε όλη την Ελλάδα διδάσκονται τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα, ως επί το πλείστον την αγγλική. Αρκετά κέντρα μάλιστα προσφέρουν δωρεάν στα πρωτάκια του δημοτικού την τάξη pre-junior (άλλως, «πρώτη μικρή») υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσουν κανονικά το επόμενο έτος. «Οι γονείς σήμερα έχουν αντιληφθεί ότι είναι επιτακτική ανάγκη για τα παιδιά να μάθουν, και μάλιστα από μικρή ηλικία, μία ή δύο ξένες γλώσσες. Πριν από δύο δεκαετίες μπορεί να το έκαναν για λόγους μίμησης ή επίδειξης, αλλά τώρα έχουν κίνητρο μόνο το ενδιαφέρον τους να τους δώσουν εφόδια για το μέλλον» λέει ο κ. Σ. Καλογερόπουλος από την Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών.

«Αν το παιδί είναι δίγλωσσο, καλώς να διδάσκεται τη δεύτερη ­ πλην της ελληνικής ­ γλώσσα από τη νηπιακή ηλικία. Αν είναι και οι δύο γονείς Ελληνες, τότε πρέπει να εμπεδώσει καλά τον γραπτό και τον προφορικό λόγο προτού κληθεί να κατανοήσει μια ξένη γλώσσα. Αυτό πρέπει να γίνεται με απλά βήματα μετά την Δ' Δημοτικού» αναφέρει η κυρία Αντωνιάδου-Κουμάτου. Το ίδιο πιστεύει όσον αφορά και την πληροφορική, «καθώς αυτή η γενιά θα γνωρίσει ούτως ή άλλως τον κόσμο της πληροφορικής, δεν χρειάζεται όμως να γίνει αυτό "εκβιαστικά" από τη νηπιακή ηλικία. Η εξοικείωση με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και το Internet δεν προσφέρει τίποτε στην ηλικία αυτή. Ακόμη και τα εκπαιδευτικά παιχνίδια οδηγούν στην απομόνωση του παιδιού εμπρός στη οθόνη». Αυξητικές είναι ωστόσο οι τάσεις παρακολούθησης πληροφορικής σε ειδικά κέντρα για παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας, ενώ η πληροφορική περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα των περισσότερων ιδιωτικών νηπιαγωγείων και σχολείων. «Οι γονείς συνειδητοποίησαν πλέον ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι ένα εργαλείο γνώσης απαραίτητο στη ζωή μας. Οι αρχικές επιφυλάξεις τους έχουν καμφθεί. Από τις αρχές της δεκαετίας του '90 ως σήμερα έχει αυξηθεί σημαντικά η προσέλευση» παρατηρεί ο κ. Μ. Ηλιόπουλος, υπεύθυνος Κέντρων Εκπαίδευσης Πληροφορικής. Τα παιδιά ηλικίας τεσσάρων-εννέα ετών επί δύο ώρες την εβδομάδα εξοικειώνονται με το πληκτρολόγιο, το ποντίκι του ηλεκτρονικού υπολογιστή, με σκίτσα και εικόνες επί της οθόνης. Αυτό κοστίζει στους γονείς περίπου 110.000 δρχ. ετησίως και κυρίως μειώνει τον ωφέλιμο ελεύθερο χρόνο των παιδιών.

Αυτό πρέπει να λάβει υπόψη του κάθε γονέας προτού σπεύσει να «εμπλουτίσει» με οποιαδήποτε δραστηριότητα το «ελεύθερο» απόγευμα του παιδιού του. Η κυρία Αντωνιάδου-Κουμάτου είναι κατηγορηματική: «Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον γονιό και αυτόν χρειάζεται πρωτίστως ένα παιδί. Οι εξωσχολικές δραστηριότητες πρέπει να περιορίζονται ως δύο φορές την εβδομάδα. Είναι προτιμότερο να μείνει το παιδί σπίτι το απόγευμα με τους γονείς του και να αισθανθεί "άρωμα οικογένειας" από το να βρίσκεται σε διάφορα εκπαιδευτικά κέντρα». :
πίνακα: Fanny Boudoit
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=75&artid=120361&dt=14/10/2001#ixzz15LA4XSrV

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου