Η εποχή της επαιτείας

της Δήμητρας Χοΐδου

Όσο αντρειώνει το κρύο τόσο πληθαίνουν στους δρόμους τα χέρια που απλώνονται. Χέρια λιπόσαρκα, χέρια που ανήκουν σε πρόσωπα σβησμένα, χαραγμένα από το χρόνο ακόμη και όταν βρίσκονται στην εποχή της πρώτης τους νεότητας.

Τους συναντά κανείς σε καθημερινά περάσματα, σταθμούς, λιμάνια, έξω από τις εκκλησίες, δίπλα από τη φιάλη με το άγιασμα την Πρωτομηνιά. Κάθε μέρα στο ίδιο ακριβώς σημείο. Είναι ο πολύμορφος θίασος των επαιτών. Οι ζητιάνοι όπως κοινά ονομάζονται.

Ά ν τ ρ ες. Ως επί το πλείστον σιωπηλοί.

Βαθειά χωμένοι σε ένα δανεικό πανωφόρι. Ζητούν τσιγάρο από τους περαστικούς. Εκτός αν στέκονται σε στάση προσευχής ή δέησης. Σε πέντε λεπτά μπορούν να διηγηθούν την ιστορία της ζωής τους. Πως έχασαν τη δουλειά τους, πως έφτασαν σιγά σιγά να ζουν από ελεημοσύνη.

Γ υ ν α ί κ ε ς. Παραπονιούνται με μια μακρόσυρτη υγρή φωνή. Τα παιδιά τους υποφέρουν. Οι άντρες τους χάθηκαν. Επικαλούνται την ανθρωπινή ευαισθησία για να κρατηθούν στην ζωή μετά τη χθεσινή αφόρητη νύχτα στα παραπήγματα του πάρκου

Γ υ ν α ί κ ε ς μ ε π α ι δ ι ά. Συνήθως στην αγκαλιά. Ταλαιπωρημένα. Φορές με μάτια που καίνε από τον πυρετό. Τα μόνα που διαμαρτύρονται. Οι ενήλικες μοιάζουν να αποδέχονται τη μοίρα τους. Αυτά όμως δεν καταλαβαίνουν

Π α ι δ ι ά. Περιμένουν κοιτάζοντας ίσια στα μάτια. Λένε το όνομά τους και την ηλικία τους όταν τα ρωτήσουν. Παράμερα κάποιος ενήλικας της οικογένειας τα παρακολουθεί όχι για να τα προστατέψει αλλά για να δει πόσο είναι πειστικά Χαζεύουν τους συνομηλίκους τους που περνούν ανέμελοι στα χέρια των γονιών τους

Η λ ι κ ι ω μ ε ν α ζ ε υ γ ά ρ ι α. Η γυναίκα κρατά τον άντρα που είναι έτοιμος να σωριαστεί από την εξάντληση. «Είναι άρρωστος» λέει. «Δεν έχουμε τίποτε. Ούτε σύνταξη. Τρώμε στο συσσίτιο της ενορίας. Άμα αυτός φύγει δεν μου απομένει τίποτε πια». Κάθονται σε ένα παγκάκι.

Συχνά όλοι οι προηγούμενοι ταλαιπωρούνται από μια έκδηλη αναπηρία .Από κάποια ασθένεια με περίεργο όνομα. Κυκλοφορούν με μια σακούλα γεμάτη χαρτομάντιλα στυλό, σπίρτα, καζαμίες, ημερολόγια, αντικείμενα αναμφιβόλου προέλευσης και χρησιμότητας. Μας παροτρύνουν να βοηθήσουμε αγοράζοντας. Μπαινοβγαίνουν σε καφενεία εστιατόρια γραφεία μέσα μαζικής μεταφοράς ακουμπούν όπου μπορούν μικρά χαρτιά που με στρογγυλά ανορθόγραφα γράμματα μας πληροφορούν για την δυστυχία τους και μας ευχαριστούν για την βοήθεια εκ των προτέρων. Άλλοι εντελώς σιωπηλοί, άλλοι πιεστικοί και θυμωμένοι. Κάποιοι τραγουδούν, παίζουν ακορντεόν, κλαρίνο, φυσαρμόνικα.

Κοντά σε όλους αυτούς και οι ρακοσυλλέκτες που ζουν από τα πολυπληθή σκουπίδια των πόλεων. Σε δυο σακούλες και ένα καρότσι κουβαλούν το βιος τους ακολουθούμενοι από κάποιον περιχαρή σκύλο ο οποίος μακάριος έχει αποθέσει τις ελπίδες του στον πάντα παρόντα αφέντη του.

Πολλές οι φυλές των επαιτών. Έλληνες τσιγγάνοι, «γύφτοι», αλβανοί, πρόσφυγες από μακρινές χώρες με περίεργα ονόματα, που δεν τα καταφέρνουν να προσαρμοστούν. Οι χρήστες είναι μια ειδικοί κατηγορία επαιτών η πλέον εξαθλιωμένη. Κι αυτή που προκαλεί την μεγαλύτερη άπωση βοήθειας Ιδιαίτερα η εποχή των γιορτών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η χρυσή εποχή της επαιτείας. Αν και κανείς δεν έχει μετρήσει ποτέ πόσοι είναι αυτή την εποχή σίγουρα διπλασιάζονται

Και οι περαστικοί βοηθούν;

Εξαρτάται από την ώρα, την ηλικία την στιγμιαία διάθεση. Ένα είναι σίγουρο το πρώτο πράγμα που εισπράττει κάθε επαίτης είναι ένα καχύποπτο βλέμμα. Αν καταφέρει να πείσει υπάρχει συνέχεια. Το πρωί οι διαβάτες προσπερνούν βιαστικοί μουρμουρίζοντας. Σαν να είδαν μαύρη γάτα ή κάτι τέτοιο. Όσο προχωρά η ώρα το πλήθος μεγαλώνει τα χέρια ψάχνουν στις τσέπες. Βρίσκονται μερικά ψιλά.

Οι πλέον καχύποπτοι ελεούν σε είδος –συχνές οι ιστορίες στις ειδήσεις για τους κρυμμένους θησαυρούς των ζητιάνων-. Έτσι στοιβάζονται δίπλα τους ρούχα, φρούτα, τσιγάρα, ψωμί και κάθε είδους αρτοσκεύασμα.Οι νέοι προσπερνούν βιαστικοί. Η άγνοια και η αλαζονεία της νεότητας. Τα ζευγάρια αδιαφορούν απασχολημένα με τον έρωτα ή τους καβγάδες τους. Βοηθούν συνήθως όσοι προχωρούν μόνοι. Μα πιο γενναιόδωροι από όλους είναι τα παιδιά. Θέλουν να δίνουν σε όλους και όλα εκείνα τα ατελείωτα «γιατί» που ακλουθούν βρίσκουν τους γονείς αμήχανους και απροετοίμαστους να απαντήσουν. Ο τρόπος που ιδιωτεύει ο καθένας σήμερα δεν χωράει τέτοια ερωτηματικά.

Άφησα για το τέλος εκείνους τους υπεράνω. Αυτούς που δεν μπορούν τους ζητιάνους, που δεν θέλουν να τους βλέπουν, που τους χρησιμοποιούν για τα φοβίζουν και να ταΐζουν τα βλαστάρια τους. Αυτούς που κατέχουν τους κτήτορες που δεν παραλείπουν να δείχνουν πόσο τους απεχθάνονται.

Μα ακόμη και αυτοί, αργά κάποιο απόγευμα, που το κρύο θα χει σφίξει και τα μαγαζιά θα κλείνουν το ένα μετά το άλλο, στρίβοντας στη γωνία του δρόμου θα αντικρύσουν εικόνες από κάποιο παλιό ξεχασμένο παραμύθι του Άντερσεν, του Ντίκενς, του δικού μας Παπαδιαμάντη, του Καρκαβίτσα. Μπορεί να μην υπάρχουν ακριβώς σπίρτα και κοριτσάκι-χαμίνι. Οι συνειρμοί όμως έχουν γίνει και το χέρι που έχει βυθιστεί στην τσέπη ανασύρει μαζί με τα λιγοστά χρήματα και δυο τρεις δόσεις καλά κρυμμένης ανθρωπιάς. έπειτα προσπερνούν και μέχρι να φτάσουν σπίτι το έχουν ξεχάσει. Αυτή η συνάντηση δεν ήταν παρά ένα στιγμιότυπο από ένα κακό ξένο όνειρο.

Και όταν αρχίζει να βραδιάζει οι επαίτες ενοχλητικοί συνεπιβάτες στα λεωφορεία πηγαίνουν ολοένα με τα πόδια. Να ησυχάσουν τα πρόχειρα με χαρτόνια, μουσαμάδες λαμαρίνες φτιαγμένα καταλύματά τους. Οι πιο τυχεροί μένουν σε εγκαταλειμμένα χαλάσματα.

Οι επαίτες μια φυλή αναγνωρίσιμη και πολυσυλλεκτική σε όλα τα μήκη και τα πλατη της γης. Δίπλα σε αυτούς που βλέπουμε καθημερινά οι άστεγοι της Ν. Υόρκης τα αλάνια του Λονδίνου, οι άνθρωποι της γέφυρας στο Παρίσι τα παιδιά των υπονόμων στη Σόφια και στο Βουκουρέστι…Αυτά τα ανθρώπινα πλάσματα έγιναν πολλές φορές βασικοί ήρωες σε βιβλία, θεατρικά έργα, ταινίες. Εκπέμπουν ένα διαρκές γοητευτικό μυστήριο. Αρκεί να τηρούνται οι αποστάσεις. Όλοι αυτοί λοιπόν που ονομάζουμε «σακάτηδες» , «καθυστερημένους», «ζήτουλες», «αλήτες», «κιτρινιάρηδες», «γύφτους», μας είναι απαραίτητοι. Γιατί ή ανέχειά τους επιβεβαιώνει όσα κατέχουμε.

Γιατί σαρκώνουν τον απόκληρο εαυτό μας έξω από εμάς.

Γιατί είναι το άλλοθι της ευημερίας μας.

Δεν πρόκειται λοιπόν να εκλείψουν για να νοιώθουμε εμείς περισσότερο ασφαλείς και σπουδαίοι. Η επαιτεία στο μέλλον πιότερο παρά ποτέ θα ναι ένα επάγγελμα που θα παραδίδεται όπως αυτό του γιατρού ή του δικηγόρου και θα σηματοδοτεί τους παρίες (ήδη συμβαίνει με τους τσιγγάνους).

Κι αν καμιά φορά σκύβουμε το κεφάλι περνώντας μπροστά από αυτούς τους ανθρώπους είναι γιατί ξέρουμε πως είναι αλήθεια αυτό που η Γαλάτεια Καζαντζάκη έγραψε: «από την κόλαση μου σού φωνάζω, εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω»...
πηγή: Αντίφωνο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου