Πέθανε ο Νίκος


Ο Νίκος πέθανε στα είκοσι εννιά του τον βρήκαν πεταμένο σε μια γωνιά της Αιόλου σούρουπο της Κυριακής αλλά κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν. Ο Πατέρας του τον έψαχνε την δευτέρα. Δεν ήθελε να βάλει κακό στο μυαλό του και είχε και την γυναίκα του που έπρεπε να την στηρίξει. “Θα γυρίσει έλεγε, δεν μπορεί θα γυρίσει Το είχε ξανακάνει αυτό”. Έτσι ήταν ο Νίκος έφευγε και χανόταν για δύο μέρες και μετά ξανά εμφανιζόταν. Αυτό το έκανε όταν έκανε χρήση, όμως τώρα είχε κόψει. Είχε κάνει την αποτοξίνωση του και εδώ και ενάμιση χρόνο κρατιόταν μακριά από την πρέζα.
Ο Νίκος πέθανε, γύρω του άνθρωποι αδέσποτοι δεν τον πλησιάζουν, μυρίζονται τον θάνατο και σέρνουν τα εξαθλιωμένα τους κορμιά μακριά του. Κουκουλώνουν τα μάτια με τα τρύπια χέρια τους, μάτια δίχως νόημα , δίχως κατεύθυνση, δίχως πυθμένα. Στο πυθμένα του πεζοδρομίου το σώμα του Νίκου ασάλευτο δεν περιμένει τίποτα. Ο πατέρας του μόνο τον περιμένει και έχει και την άρρωστη γυναίκα του να στηρίξει .
Θα γυρίσει, δεν μπορεί, θα γυρίσει. Και οι ώρες κυλάνε, κυλάνε σαν μαστίγια πάνω στην γεροντική πλάτη. Σκύβει το σούρουπο μπροστά στην σιωπηλή πόρτα. Δεν έχει πάρει τα χαρτιά του μαζί. “εδώ μέχρι την πλατιά πάω” του είπε “και θα γυρίσω”. Και ακόμα να γυρίσει. Τι να κάνει που να τον βρει; Έχει αφήσει και το κινητό του. Ναι αυτό θα κάνει. Θα το ανοίξει και θα πάρει του φίλους του μπορεί να είναι σε κανένα από αυτούς.
Τους πείρε όλους και κανείς δεν ξέρει τίποτα, κανείς δεν τον είδε. Θα περιμένει μέχρι αύριο, δεν μπορεί, θα έρθει.., Ούτε τα κλειδιά του είχε πάρει. Και νύχτωσε Από την κρεβατοκάμαρα άκουγε το κλάμα της γυναίκας του. Βουβό, συνεχές του κρατούσε συντροφιά όλη νύχτα. Μάταια πήγαινε για να την καθησυχάσει. “Το χάσανε το παιδί” του έλεγε,”το χάσαμε. Εννιά χρόνια πολεμούσαμε και να που τώρα που είχαμε πει ότι είχε ξεφύγει, αυτό χάθηκε.” Τι να της πει, ούτε στον εαυτό του δεν είχε τίποτα να πει. Ήταν άδειος. Πόσο άδειος ήταν. Ήταν σαν να μην υπήρχε. Δεν ήθελε να υπάρχει. Καλύτερα να είχε πεθάνει. Όμως ζούσε, ζούσε καρφωμένος μπροστά στην σιωπηλή πόρτα. Και το πρωινό τον βρήκε σε αυτή την θέση.
Όταν ξημέρωσε για τα καλά, με μάτια τεράστια από την αγρύπνια και το σιωπηλό κλάμα βγήκε στους δρόμους. Πήγε να βρει τους συναδέλφους του στο αστυνομικό τμήμα που υπηρετούσε παλιά, αυτοί θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Ο Διοικητής μόλις τον είδε τα έχασε. “Τι συμβαίνει, πως από εδώ οι συνταξιούχοι, δεν μας βαρέθηκες”; Τι να του πει. Κάνεις δεν ήξερε πως ο γιος του είχε μπλέξει με την πρέζα. Όμως ζήτησε να μείνει μόνος μαζί του και του μίλησε. Του είπε ότι τον έχει χάσει. Εκείνος σηκώθηκε και έδωσε τις διαταγές του, μετά γύρισε και κάθισε μαζί του σε ένα τέταρτο ήρθε η πληροφορία. “Τον βρήκαμε” του είπε. 'Που” είπε εκείνος βιαστικά σαν να ήθελε να προλάβει την πληροφορία, να την εξορκίσει. 'Είναι σε κανένα νοσοκομείο να πάω να βρω!” Έπεσε μια βαριά σιωπή. “Δυστυχώς” του είπε εκείνος με βουρκωμένα μάτια “στο νεκροτομείο τον έχουν εκεί πρέπει να πας, να τον αναγνωρίσεις ,κουράγιο”.
Φώναξε ένα περιπολικό και με την συνοδεία του βγήκε στους δρόμους τις Αθήνας Τρίτη 24 Αυγούστου καθώς ο ήλιος σάρωνε τα πάντα και η κυκλοφορία είχε μεγαλώσει. Το περιπολικό έβαλε και την σειρήνα για να ανοίξει δρόμο, για να φθάσει πιο γρήγορα στο νεκρό παιδί του. Κανείς δεν μιλούσε παρά μόνο αυτός παραμιλούσε.
“Γιατί Νίκο, γιατί μου το έκανες αυτό, γιατί μας το έκανες αυτό. Τι θα πω στην μάνα σου, και σου είπα περίμενε, περίμενε να φάμε πρώτα και μετά βγαίνεις και δεν με άκουσες και έκανες αυτό που έκανες πάντα, έφευγες. Γιατί Νίκο, τι θα απογίνουμε τώρα εμείς, πώς μας άφησες έτσι ορφανούς και μόνους. Πιο νόημα έχει η ζωή τώρα για δυο γέρους. Γιατί Νίκο. ένα παιδί είχαμε, δεν είχες καταλάβει ότι ήσουν η ζωή μας, Οτι ήσουν αυτός που μας έδινε αιτία να αντέχουμε τα πάντα. Γιατί Νίκο, γιατί δεν μας είπες ότι είχε ξανά μπλέξει. Εμείς θα ξανακάνουμε τα πάντα για να γίνεις καλά. Γιατί Νίκο, γιατί μόνο 29 χρόνια να μείνεις μαζί μας και αντί να σε καμαρώσω γαμπρό στην εκκλησία να σε έχω σε λευκό φέρετρο και να σε παντρεύω με τον θάνατο”.

Το περιπολικό έφτασε στο νεκροτομείο. Κατέβηκε με τον ένα αστυνομικό να τον κρατάει από το μπράτσο για να μην πέσει και τον άλλον από πίσω. Όμως όταν είδε μέσα στο ψυγείο το πρόσωπό του τυμπανισμένο, μελανιασμένο από το θάνατο, έπεσε. Έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε ο αστυνομικός που το συνόδευε κρατούσε ένα μπουκάλι παγωμένο νερό από πάνω του.
Ο Νίκος πέθανε. Γύρω του σέρνονται ρούχα που έχουν σκουπίσει τον βρώμικο πυθμένα της πρωτεύουσας. Γύρω του βλέμματα δίχως νόημα, δίχως μέλλον. Γύρω του κομμάτια από σάρκες που ντύνουν τα πεζοδρόμια με την σβησμένη πνοή τους. Γύρω του μυαλά χαμένα δολοφονημένα από την εξάρτηση της πρέζας. Γύρω του η αναζήτηση της ευτυχίας που οδηγεί στην συντήρηση της στέρησης σε διαφορετικά επίπεδα. Το πιο βαθύ είναι η στέρηση της ίδιας της ζωής που ακούμπησε ο Νίκος το σούρουπο της Κυριακής 22 Αυγούστου 2010

Στην μνήμη του Νίκου Β. που άφησε την τελευταία του πνοή στα 29 του στο σκοτεινό πυθμένα της Αθήνας.
πίνακας: Romedios Varo

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.