Η ανάπτυξη του παιδιού σύμφωνα με τον Ντόναλντ Βίννικοτ




Ο Ντόναλτ Βίννικοτ γεννήθηκε στο Πλίμουθ της Αγγλίας το 1896 και πέθανε στο Λονδίνο το 1971. Σπούδασε Ψυχιατρική, αλλά από πολύ νωρίς στράφηκε στην ψυχανάλυση. Όλες οι εργασίες του στηρίχθηκαν σε αυτή την διπλή εμπειρία, και τις γνώσεις που απέκτησε σαν ψυχίατρος και σαν ψυχαναλυτής.

Μαθητής της Μελανί Κλάιν, αφού πέρασε αρκετά χρόνια ανάλυσης μαζί της γίνετε μέλος της Αγγλικής εταιρίας ψυχαναλυτών, αλλά δεν τάσσεται στις δυο μεγάλες ομάδες που έχουν σχηματιστεί εκείνη την εποχή γύρω από την Μελανί Κλάιν και την Άννα Φρόιντ. Ακολουθεί μια τρίτη ομάδα η οποία βασίζεται περισσότερο στην εμπειρία παρά στο θεωρητικό δογματισμό. 

Το 1940 κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου συμμετέχει σε ένα σχέδιο προστασία των παιδιών του Λονδίνου και μαζί με τον John Bowlbie (η θεωρία του Δεσμού). Αναλαμβάνουν την προστασία των παιδιών και την ψυχολογική ενίσχυσή τους από την τραυματική εμπειρία που περνούσαν λόγο του αποχωρισμού τους από την μητέρα, εξαιτίας του πολέμου. 

Φαίνεται ότι αυτή η εμπειρία υπήρξε καταλυτική για την εξέλιξη της σκέψης του Βίννικοτ.  Επηρεασμένος από αυτά τα γεγονότα όλο σχεδόν το έργο του επικεντρώνεται σε αυτή την σχέση. Δηλαδή στην σχέση μητέρας- παιδιού, διατυπώνοντας την θεωρία του και ερμηνεύοντας τις αντικοινωνικές, παραβατικές συμπεριφορές των παιδιών.

Παραβατικότητα εκφράζει την έλλειψη συναισθηματικής κάλυψης

Σύμφωνα λοιπόν με τον Βίννικοτ η παραβατικότητα που εκδηλώνει ένα παιδί οφείλεται στην στέρηση φροντίδας. Η στέρηση αυτή σημαίνει το περιορισμό της συναισθηματικής κάλυψης του από το οικογενειακό περιβάλλον, και ιδίως από την μητέρα. 

Για τον Βίννικοτ η μητρική κάλυψη σε αυτή την περίοδο διαμορφώνει ένα πεδίο ασφαλές για την ανάπτυξή του. Το παιδί απολαμβάνει αυτή την  φροντίδα και φοβάται μην την χάσει, είτε από δική του αμέλεια, είτε από την παρουσία ενός άλλου παιδιού. Η απώλεια της φροντίδας είναι συναισθηματικά σημαντική και η απουσία της οδηνηρή. Η παραβατική πράξη για τον Βίννικοτ αποτελεί μια  πράξη αντικατάσταση της απώλειας. Εκφράζει την αναζήτησης του καιρού (βρεφική, ή νηπιακή ηλικία), που το παιδί μπορούσε να δεχτεί φροντίδα από κάποιο πρόσωπο, όπως ήταν η μητέρα. 

Έτσι η παραβατική πράξη πυροδοτεί μια διαδικασία επαναφοράς μέσα από την απόκτηση ενός αντικειμένου - της φροντίδας και συμβολικά της ίδιας της μητέρας. Το γεγονός της απώλειας λοιπόν, μπορεί να οδηγήσει το παιδί ή τον/ην έφηβο/η σε αντικοινωνικές πράξεις σε μια προσπάθεια να ξαναπάρει πίσω αυτό που κάποτε του ανήκε, δηλαδή την συναισθηματική κάλυψη που του πρόσφερε η μητέρα.

Έτσι η κλοπή, είναι μια προσπάθεια αναπλήρωσης του συναισθήματος της απώλειας της φροντίδας, και δηλώνει την απουσία μιας υγιούς γονεϊκής σχέσης. Όπως γράφει χαρακτηριστικά “ Ο κλέφτης δεν γυρεύει το αντικείμενο που παίρνει. Γυρεύει ένα πρόσωπο. Γυρεύει την μητέρα του αλλά δεν το ξέρει”1

Η σχέση μητέρας - παιδιού

Ο Βίννικοτ, σε σχέση με την ψυχανάλυση, υιοθέτησε μια διαφορετική προσέγγιση  από αυτή του Φρόιντ, ο οποίος είχε επικεντρωθεί στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το οποίο κατά την γνώμη του, περιόριζε την δυνατότητα τις έρευνας για τι συμβαίνει κατά την ανάπτυξη του παιδιού. 

Τον Βίννικοτ τον ενδιαφέρε η σχέση μητέρας – παιδιού περισσότερο για τον ψυχολογικό της περιεχόμενο, παρά για το βιολογικό. Το  περιεχόμενο αυτό εκφράζεται, από την μια, με την εξάρτηση του νεογέννητου από την μητέρα και από την άλλη, με τις ταυτίσεις της μητέρας με το νεογέννητο. 

Ο Βίννικοτ υποστήριζε ότι το παιδί παρουσίαζε νευρωτικές, ψυχοσωματικές ή και ψυχωτικές διαταραχές πολύ πιο πριν από το στάδιο ανάπτυξης του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Τις διαταραχές αυτές τις απέδιδε στις δυσκολίες που είχε συναντήσει κατά την διάρκεια της ανάπτυξή του στο πρωταρχικό στάδιο του θηλασμού.

Ο Φρόιντ έθετε ως πρωταρχικό παράγοντα την σεξουαλική παρόρμηση του μωρού και θεωρούσε ότι η παρουσία της μητέρας δεν είναι τόσο σπουδαία, όσο η ίδια η παρόρμηση. Αντιθέτως, ο Βίννικοτ θεωρούσε σαν πρωταρχικό παράγοντα την παρουσία της μητέρας και σαν δευτερεύοντα την ίδια την παρόρμηση. 

Υπεστήριζε, λοιπόν ότι η σχέση μητέρας - παιδιού αποτελούσε τον πρωταρχικό παράγοντα στην ανάπτυξη του παιδιού, χωρίς να συνδέεται με καμιά ερωτική του ζώνη. Με αυτό το σκεπτικό ο Βίννικοτ ορίζει την σχέση με τον “άλλον” σαν πιο σημαντικό παράγοντα για την συγκρότηση του εαυτού. Τόνιζε την σημασία του πρωταρχικού “άλλου”για την ανάπτυξη του εγώ, που στην περίπτωση του βρέφους είναι η μητέρα.

Η σημαντικότητα της μητρικής παρουσίας

Η παρουσία της μητέρας για τον Βίννικοτ λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Το πρώτο σαν “μητέρα-αντικείμενο” και το δεύτερο σαν “μητέρα-περιβάλλον”. Σαν “μητέρα-αντικείμενο” προσφέρει το “ καλό στήθος” στην κατάλληλη στιγμή. Σαν “μητέρα-περιβάλλον” προστατεύει και φροντίζει το παιδί. 

Στην σχέση με την “μητέρα-αντικείμενο” το βρέφος αισθάνεται παντοδύναμο και θέλει να ελέγξει την σχέση με το “ καλό στήθος”. Η σχέση του με το στήθος είναι σημαντική στο βαθμό που στην αρχή δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν το στήθος αποτελεί κομμάτι του σώματός του. Σιγά σιγά αρχίζει να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και η σχέση του μαζί του διαφοροποιείται. Εάν η μητέρα απουσιάζει, το βρέφος αισθάνεται άσχημα. Θεωρεί ότι προκάλεσε βλάβη στο “καλό στήθος” και χάθηκε. Ότι ήταν απαιτητικό και αισθάνεται υπεύθυνο, ανήσυχο, ενοχοποιημένο από αυτή την απουσία. 

Το πως το βρέφος θα διαχειριστεί αυτό το γεγονός εξαρτάται σε ποια οικογένεια ανήκει. Δηλαδή σε μια οικογένεια που του επιτρέπει να κάνει “πίσω” στην ιδέα της  του, είναι πιο εύκολο να  εκφράσει την “ μετάνοιά” του και να υπάρξει η δυνατότητα να δείξει εκ νέου το “ενδιαφέρον” του προς την μητέρα.  Εάν όμως η οικογένεια δεν του το επιτρέπει, επιδεικνύοντας μια αυστηρότητα για το "λάθος" του,  τότε η μη δυνατότητα έκφρασης της “μετάνοιας” μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, όπως αναφέραμε, αυτή της ενοχής, της κατάθλιψης, της  υποταγής. 

Η αίσθηση της "παντοδυναμίας" του βρέφους είναι μια φανταστική αίσθηση η οποία ενώ μπορεί να εκληφθεί σαν εγωιστική τάση του βρέφους απέναντι στο περιβάλλον του, ενώ στην ουσία αποτελεί μαι αμυντική στάση ενάντια στις φανταστικές απειλές που αισθάνεται. Είναι μια αυθόρμητη τάση του βρέφους να ελέγξει το περιβάλλον και συναντάει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Στην διάρκεια αυτής της περιόδου το βρέφος και η μητέρα αποτελούν μια δυάδα. Η μητέρα είναι κυριολεκτικά αφιερωμένη στην ικανοποίηση των αναγκών του μωρού της νιώθοντας μια ακαταμάχητη αναγκαιότητα να το ικανοποιήσει, καθώς η δυσφορία του είναι κάτι που δεν το επιτρέπει στο εαυτό της. 

Την περίοδο αυτή ο Βίννικοτ την ορίζει σαν “Το στάδιο του ενδιαφέροντος” (sollicitude). Δηλαδή μιλάει για το “ενδιαφέρον” της μητέρας προς το παιδί και του παιδιού προς την μητέρα το οποίο αποτελεί το βασικό συστατικό για την ανάπτυξη του. 

Ο Βίννικοτ θεωρεί ότι τρεις λειτουργίες της μητέρας ασφαλίζουν την σωστή ανάπτυξη του μωρού:

α) Η μητέρας σαν"παρουσία", (l'object-presenting), είναι εκεί, πάντα έτοιμη να απαντήσει στις ανάγκες του παιδιού της κάθε στιγμή. Αυτή η λειτουργία επιτρέπει στο παιδί να αισθανθεί την δική του παρουσία σαν υπαρκτή, πραγματική, αλλά του δίνει και την εντύπωση ότι αυτό “δημιουργεί”. Ότι ελέγχει την μητέρα προσδίδοντάς του την αίσθηση "παντοδυναμίας" που αναφέραμε παραπάνω.

β) Η μητέρα “συγκρατεί”(holding). Δηλαδή προσφέρει την βάση της ανάπτυξης του νεοσύστατου εγώ. Η μητέρα και το παιδί είναι συγχωνευμένοι ψυχικά. Η φροντίδα, η αγκαλιά, το "κράτημα" επιτρέπει στο παιδί να αισθάνεται το σώμα του και τις εντάσεις του, τις οποίες δεν μπορεί από μόνο του να τις ελέγξει. Η φροντίδα το προστατεύεται από το άγχος. Συγχρόνως η μητέρα αισθάνεται την κατάσταση του παιδιού, αισθάνεται τι νιώθει,  δημιουργώντας μέσα από αυτή  την '"κατανόηση" τα όρια της ψυχοκινητικής ανάπτυξης του. Δημιουργώντας τα όρια μέσα στα οποία θα δημιουργήσει το “εγώ είμαι”.   

γ) Η φροντίδα της μητέρας προσφέρει την δυνατότητα της “ψυχικής χειριστικότητας”(handling) του παιδιού. Μέσω του χειρισμού της μητέρας το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται την "εσωτερικότητα" του καθώς και τα όρια του σώματός του. Αντιλαμβάνεται την σωματική του διάπλαση που βοηθάει στην ανάπτυξη της διανοητικής του λειτουργίας. Δηλαδή σαν να πραγματοποιείται η εγκατάσταση της ψυχής μέσα στο σώμα.

Ο Βίννικοτ θεωρεί μια μητέρα αρκετά καλή στο βαθμό που ενώ η εξάρτηση ανάμεσα σε αυτή και το παιδί της είναι όλο και περισσότερο δυνατή, αυτή είναι ικανή να το βοηθήσει να αντέξει και μάλιστα να διδαχτεί από την δυσφορία που θα νιώσει από την απουσία της. Δηλαδή να είναι παρούσα, αλλά χωρίς αυτή η παρουσία να γίνεται κτητική και υπερπροστατευτική. Που σημαίνει να είναι ικανή να κυριαρχήσει στο δικό της συναίσθημα "στέρησης" του παιδιού, και να το  βοηθήσει να οργανώνει μόνο του την παρουσία και την απουσία της.  Ο τρόπος λοιπόν που θα οργανώσει την παρουσία/απουσία της θα βοηθήσει το παιδί να αφήσει σιγά αυτή την συγχωνευτική σχέση μητέρα/παιδιού χωρίς μεγάλες αγωνίες και κρίσεις.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το να κατανοήσει η μητέρα ότι η συνεχής παρουσία της, η υπερπροστασία θα λέγαμε, εκφράζει μια αγάπη χωρίς περιορισμούς,  στην ουσία αυτή εμποδίζει το παιδί να διαφοροποιηθεί, να αισθανθεί την έλλειψη και να μπορέσει να διαχειριστεί σε ψυχολογικό επίπεδο αυτή την έλλειψη. Η συνεχής παρουσία της, χωρίς μέτρο,  την αναγκάζει να περιορίσει τις δικές της ανάγκες και να υποταχθεί στις ανάγκες του παιδιού, δημιουργώντας μια μια παραμέληση του εαυτού της και αθέτηση των αναγκών της. Αυτή η κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει συναισθήματα κατάθλιψης στην μητέρα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του παιδιού, ή να ανταποκρίνεται αποσπασματικά, χαοτικά.

 Σε αυτή την περίπτωση θα έχει σαν αποτέλεσμα το παιδί να εκλάβει την συμπεριφορά της σαν αδιαφορία, ή άρνηση. Αυτό δεν θα το βοηθήσει ν΄ αποφύγει την κατασκευή ενός κόσμου κατακερματισμένου, να δημιουργεί ένα “κλείδωμα” του εαυτού και μια παραμόρφωση στην λειτουργία του “εγώ”. Να νιώσει νευρωτικά συμπτώματα όπως ψυχαναγκασμούς, φοβίες, ψυχοσωματικές διαταραχές, και σε μερικές περιπτώσεις ψυχωτικά επεισόδια.

Αληθινός και ο ψεύτικος εαυτός

Για τον Βίννικοτ ο "αληθινός εαυτός" είναι αυτός που είναι αυθεντικός στο βαθμό που συγκροτείται σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες και μόνο από αυτές. Ο "αληθινός εαυτός" συγκροτείται όταν το βρέφος εκφράζεται με την αυθορμησία των ενεργειών του και η μητέρα του απαντά σε αυτές δίνοντας του την απαιτούμενη προσοχή και ενδιαφέρον. 

Χάρις στην ικανότητα της μητέρας να ταυτιστεί και να προσαρμοστεί ενεργητικά στις ανάγκες του βρέφους, του προσφέρει την ψευδαίσθηση της "παντοδυναμίας" η οποία είναι σημαντική διότι του επιτρέπει να συγκροτήσει τον "αληθινό εαυτό" πάνω στο οποίο θα στηριχτεί η ικανότητα μετάβασης σε άλλα στάδια της ανάπτυξής του. Εάν η μητέρα συνεχίσει να είναι δεκτική τότε το βρέφος θα παραιτηθεί σιγά, σιγά από την φανταστική "παντοδυναμία" του απέναντι στο περιβάλλον, χωρίς να αισθάνεται ότι κινδυνεύει μπαίνοντας πλέον στο κόσμο των συμβόλων.

Στην περίπτωση "ψεύτικου εαυτού" η μητέρα για διαφορετικούς προσωπικούς λόγους (προβλήματα υγείας, κατάθλιψη, προβλήματα ζωής) δεν επιτρέπει στο βρέφος να περάσει την εμπειρία της"παντοδυναμία" του. 
Αυτό το καταφέρνει με το να μην απαντά στις αυθόρμητες ανάγκες του, θέτοντας σε προτεραιότητα τις δικές της. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί παραιτείται από την ικανοποίηση των αναγκών του και προσαρμόζεται στις ανάγκες της μητέρας του, οι οποίες στην ουσία δεν του ταιριάζουν. Έτσι μπορεί να αναπτύξει μια συμπεριφορά υποταγής και να υιοθετήσει μια συμπεριφορά η οποία είναι ευάλωτη στην επηρεασμούς του περιβάλλοντος χωρίς καμιά σιγουριά για τον εαυτό του και αυτό που είναι.

Το “μεταβατικό αντικείμενο

Μιλώντας για τον Βίννικοτ δεν πρέπει να παραλείψουμε, την θεωρία του πάνω στο "μεταβατικό αντικείμενο" όρος που υιοθέτησε το 1950. Το "μεταβατικό αντικείμενο"είναι ένα αντικείμενο που μπορεί να χρησιμοποιήσει το παιδί΄ σαν αντικαταστάτη ενός προσώπου  (μητέρα) που λείπει.  Η λειτουργία αυτή το κάνει να νιώσει ασφάλεια και να αποφύγει ψυχολογικές εντάσεις, προσδίδοντας του μαγικές ιδιότητες. Του επιτρέπει  να διατηρήσει την ένωσή του μαζί της (ευχαρίστηση) ακόμα και όταν αυτή απουσιάζει. Το βοηθάει να διαπραγματευθεί το διαχωρισμό από αυτή, δηλαδή στην φανταστική απομάκρυνση και στην επεξεργασία της αυτονομίας του. 


 Αποτελεί το πρώτο "αντικείμενο" που ανήκει σε αυτό. Αυτή η κτήση, του προσφέρει τη δυνατότητα  να φανταστείνα εφεύρει, να κατασκευάσει, να κατακτήσει και να το διαχειριστεί, δημιουργώντας μια σχέση μαζί του, διαφορετική από αυτή με την μητέρα. 
 
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι για τον Βίννικοτ το άτομο δεν υπάρχει παρά μόνο μέσα από την σχέση του με τον άλλον, (μητέρα) και κατ΄επέκταση με τον κόσμο.

Επίσης ότι για να μπορέσει ένα παιδί να αναπτυχθεί φυσιολογικά χρειάζεται ένα περιβάλλον “καλό”, που σημαίνει, ήρεμο, αποδεικτικό, υποστηρικτικό το οποίο θα του προσφέρει ασφάλεια για τον εαυτό του και τους άλλους. Δηλαδή το περιβάλλον αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα για την ανάπτυξη του παιδιού.

Κερεντζής Λάμπρος

Βιβλιογραφία :

Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος
Το παιδί , το παιχνίδι και η πραγματικότητα
Από την ψυχιατρική στην ψυχανάλυση
Το παιδί και η οικογένεια 


1Ντ. Βίννικοτ: Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου