Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Η ανάπτυξη του παιδιού σύμφωνα με τον Ντόναλντ Βίννικοτ




Ο Ντόναλτ Βίννικοτ γεννήθηκε στο Πλίμουθ της Αγγλίας το 1896 και πέθανε στο Λονδίνο το 1971. Σπούδασε Ψυχιατρική, αλλά από πολύ νωρίς στράφηκε στην ψυχανάλυση. Μαθητής της Μελανί Κλάιν, αφού πέρασε αρκετά χρόνια ανάλυσης μαζί της γίνετε μέλος της Αγγλικής εταιρίας ψυχαναλυτών, αλλά δεν τάσσετε στις δυο μεγάλες ομάδες που έχουν σχηματιστεί εκείνη την εποχή γύρω από την Μελανί Κλάιν και την Άννα Φρόιντ, αλλά ακολουθεί μια τρίτη ομάδα η οποία βασίζεται περισσότερο στην εμπειρία παρά στο θεωρητικό δογματισμό. Τελικά όλες οι εργασίες του Βίννικοτ στηρίχθηκαν στην διπλή εμπειρία του, και τις γνώσεις που απέκτησε σαν ψυχίατρος και σαν ψυχαναλυτής

Το 1940 κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου συμμετέχει σε ένα σχέδιο προστασία των παιδιών του Λονδίνου και μαζί με τον John Bowlbie ( η θεωρία του Δεσμού) αναλαμβάνουν την προστασία των παιδιών και την ψυχολογική ενίσχυσή τους από την τραυματική εμπειρία που περνούσαν λόγο του αποχωρισμού τους από την μητέρα, εξαιτίας του πολέμου. Φαίνεται ότι αυτή η εμπειρία υπήρξε πολύ σημαντική για την εξέλιξη της σκέψης του Βίννικοτ διότι από εκεί και πέρα όλο σχεδόν το έργο του επικεντρώνεται σε αυτή την σχέση, δηλαδή στην σχέση μητέρας- παιδιού, διατυπώνοντας την θεωρία του και ερμηνεύοντας τις αντικοινωνικές, παραβατικές συμπεριφορές των παιδιών.

Παραβατικότητα εκφράζει την έλλειψη συναισθηματικής κάλυψης

Σύμφωνα λοιπόν με τον Βίννικοτ η παραβατικότητα που εκδηλώνει ένα παιδί οφείλεται στην στέρηση της φροντίδας, που σημαίνει την περιορισμός της συναισθηματικής κάλυψης του από το οικογενειακό περιβάλλον, και ιδίως από την μητέρα, κάλυψη που διαμορφώνει ένα πεδίο ασφαλές για την ανάπτυξή του. Πολλές φορές αυτή την φροντίδα μπορεί να την είχε, αλλά την έχασε βίαια, ίσως από δική του αμέλεια, είτε από την παρουσία ενός άλλου παιδιού. Πάντως με την πράξη του αυτή το παιδί αναζητάει το καιρό που μπορούσε να πάρει πράγματα (βρεφική, ή νηπιακή ηλικία), από κάποιο πρόσωπο, όπως ήταν η μητέρα του, απλώς επειδή ήταν η μητέρα του. Έτσι ξεκινάει μια διαδικασία επαναφοράς ενός προσώπου για ένα πρόσωπο που έχει χαθεί και της αίσθηση της παρουσία της, μέσα από την απόκτηση ενός αντικειμένου. Το γεγονός αυτό μπορεί να το οδηγήσει σε αντικοινωνικές πράξεις σε μια προσπάθεια να ξαναπάρει πίσω αυτό που του ανήκε. Έτσι όταν π. χ. ένα παιδί κλέβει, με αυτή την πράξη του εκφράζει την ανάγκη της απόκτησης αυτού που έχασε δηλαδή την συναισθηματική κάλυψη που του πρόσφερε η μητέρα. 'Έτσι το αντικείμενο της κλοπής, είναι μια προσπάθεια αναπλήρωσης του συναισθήματος της απώλειας από την απουσία μιας υγιούς γονεϊκής σχέσης. Όπως γράφει χαρακτηριστικά “ Ο κλέφτης δεν γυρεύει το αντικείμενο που παίρνει. Γυρεύει ένα πρόσωπο. Γυρεύει την μητέρα του αλλά δεν το ξέρει”1

Η σχέση μητέρας - παιδιού

Τον Βίννικοτ λοιπόν, τον ενδιαφέρει η σχέση μητέρας – παιδιού περισσότερο για τον ψυχολογικό της περιεχόμενο παρά για το βιολογικό. Το  περιεχόμενο αυτό εκφράζεται, από την μια μεριά, με την εξάρτηση του νεογέννητου από την μητέρα και από την άλλη με τις ταυτίσεις της μητέρας με το νεογέννητο. Ο Βίννικοτ, όσον αφορά την ψυχανάλυση, υιοθέτησε μια άλλη προσέγγιση διαφορετική από αυτή του Φρόιντ, ο οποίος είχε επικεντρωθεί στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα το οποίο περιόριζε, κατά την γνώμη του, την δυνατότητα τις έρευνας σε μεγαλύτερη έκταση για τι συμβαίνει κατά την ανάπτυξη του παιδιού. Ο Βίννικοτ υποστήριζε ότι το παιδί παρουσίαζε νευρωτικές, ψυχοσωματικές ή και ψυχωτικές διαταραχές πολύ πιο πριν από το στάδιο ανάπτυξης του οιδιπόδειου συμπλέγματος και αυτές τις διαταραχές τις απέδιδε στις δυσκολίες τις οποίες είχε συναντήσει κατά την διάρκεια της ανάπτυξή του στο πρωταρχικό στάδιο του θηλασμού.

Ενώ λοιπόν ο Φρόιντ έθετε ως πρωταρχικό παράγοντα την σεξουαλική παρόρμηση του μωρού και θεωρούσε ότι η παρουσία της μητέρας ότι δεν είναι τόσο σπουδαία όσο η ίδια η παρόρμηση, αντιθέτως ο Βίννικοτ θεωρούσε σαν πρωταρχικό παράγοντα την παρουσία της μητέρας και σαν δευτερεύοντα την ίδια την παρόρμηση. Υπεστήριζε, λοιπόν ότι η σχέση μητέρας - παιδιού αποτελούσε τον πρωταρχικό παράγοντα στην ανάπτυξη του παιδιού, η οποία δεν συνδεόταν με καμιά ερωτική του ζώνη. Με αυτό το σκεπτικό ο Βίννικοτ ορίζει την σχέση με τον “άλλον” σαν πρωταρχικό παράγοντα της ανάπτυξης του εαυτού, δηλαδή τονίζει την σημασία του πρωταρχικού “άλλου”, που στην περίπτωση του βρέφους είναι η μητέρα, για την ανάπτυξη του εγώ.

Η σημαντικότητα της μητρικής παρουσίας

Η παρουσία της μητέρας για τον Βίννικοτ χωρίζεται σε δύο επίπεδα, το πρώτο σαν “μητέρα-αντικείμενο” και το δεύτερο σαν “μητέρα-περιβάλλον”. Σαν “μητέρα-αντικείμενο”, προσφέρει το “ καλό στήθος” στην κατάλληλη στιγμή, σαν “μητέρα-περιβάλλον” προστατεύει και φροντίζει το παιδί. Σε αυτή την σχέση με την “μητέρα-αντικείμενο” το παιδί μπορεί να αισθανθεί παντοδύναμο και να θέλει να ελέγξει την σχέση και το “ καλό στήθος”. Εάν η μητέρα απουσιάσει, μπορεί το παιδί να αισθανθεί άσχημα, να αισθανθεί ενοχή, να αισθανθεί ότι ήταν απαιτητικό, και η μητέρα χάθηκε, και χάθηκε διότι μπορεί να προκάλεσε βλάβη στο “καλό στήθος”. Έτσι το παιδί μπορεί να αισθανθεί υπεύθυνο, ανήσυχο, ενοχοποιημένο από αυτή την απουσία. Μια τέτοια κατάσταση επίσης εξαρτάται και από περιβάλλον της οικογένειας που συμβαίνει. Δηλαδή σε μια οικογένεια που επιτρέπει στο παιδί να κάνει “πίσω” στην ιδέα της παντοδυναμίας του, είναι πιο εύκολο να ξαναδείξει την “ενδιαφέρον” του προς την μητέρα και θα υπάρξει η δυνατότητα να εκφράσει την “ μετάνοιά” του. Εάν όμως η οικογένεια δεν του το επιτρέπει τότε η μη δυνατότητα να έκφρασης της “μετάνοιας” του, μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, όπως ενοχή, κατάθλιψη, υποταγή.

Στην διάρκεια αυτής της περιόδου λοιπόν, η μητέρα είναι κυριολεκτικά αφιερωμένη στην ικανοποίηση των αναγκών του μωρού της και νιώθει μια ακαταμάχητη αναγκαιότητα να το ικανοποιήσει διότι η δυσφορία του μωρού, είναι κάτι που δεν το επιτρέπει στο εαυτό της. Έτσι το βρέφος και η μητέρα αποτελούν μια δυάδα. 
 
Την περίοδο αυτή ο Βίννικοτ την ορίζει σαν “Το στάδιο του ενδιαφέροντος” (sollicitude). Δηλαδή μιλάει για την “ενδιαφέρον” της μητέρας προς το παιδί και του παιδιού προς την μητέρα η οποία αποτελεί το βασικό συστατικό για την ανάπτυξη του. Ο Βίννικοτ θεωρεί ότι τρεις λειτουργίες της μητέρας ασφαλίζουν την σωστή ανάπτυξη του μωρού

α) η παρουσία της,(l'object-presenting), δηλαδή η μητέρα είναι εκεί πάντα έτοιμη να απαντήσει στις ανάγκες του παιδιού της κάθε στιγμή. Αυτή η λειτουργία της επιτρέπει στο παιδί να αισθανθεί την δική του παρουσία σαν υπαρκτή, πραγματική, αλλά του δίνει και την εντύπωση ότι αυτό “δημιουργεί” και ελέγχει την μητέρα προσδίδοντάς του μια αίσθηση παντοδυναμίας.

β) η μητέρα “συγκρατεί”(holding) το παιδί μέσα από την φροντίδα της, την αγκαλιά της επιτρέποντάς του να αισθάνεται το σώμα του και τις εντάσεις τις οποίες δεν μπορεί από μόνο του να τις ελέγξει. Αυτή η λειτουργία λοιπόν είναι σημαντική από την μια για την μητέρα η οποία καταφέρνει να αισθάνεται την κατάσταση του παιδιού και τι νιώθει, και από την άλλη για την προσαρμογή του παιδιού κατά την διάρκεια της ψυχοκινητικής ανάπτυξης του δημιουργώντας τα όρια μέσα στα οποία θα δημιουργήσει το “εγώ είμαι”

γ) η φροντίδα της μητέρας προσφέρει την δυνατότητα της “ψυχικής χειριστικότητας”(handling) του παιδιού το οποίο αρχίζει να αντιλαμβάνεται την εσωτερικότητα του καθώς και τα όρια του σώματός του, π. χ. Κατά την διάρκεια του μπάνιου όπου με το ζεστό νερό που κυλάει επάνω του, αντιλαμβάνεται την σωματική του διάπλαση και αυτό το βοηθάει στην απόκτηση της αίσθησης της προσωπικότητας του.

Έτσι ο Βίννικοτ θεωρεί μια μητέρα αρκετά καλή στο βαθμό που ενώ η εξάρτηση ανάμεσα σε αυτή και το παιδί της είναι όλο και περισσότερο δυνατή, είναι ικανή να βοηθήσει το παιδί της να αντέξει και μάλιστα να διδαχτεί από την δυσφορία που θα νιώσει από την απουσία της. Δηλαδή θα μπορεί να κυριαρχήσει στο δικό της συναίσθημα και να βοηθήσει το παιδί της με το τρόπο που οργανώνει την παρουσία και την απουσία της. Δηλαδή να είναι παρούσα αλλά χωρίς αυτή η παρουσία να γίνεται κτητική και υπερπροστατευτική. Ο τρόπος λοιπόν που θα οργανώσει την παρουσία/απουσία της βοηθάει το παιδί αφήσει σιγά αυτή την συγχωνευτική σχέση με την μητέρα χωρίς μεγάλες αγωνίες και κρίσεις.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το να κατανοήσει η μητέρα ότι:

α) Η συνεχής παρουσία της, ή οποία εκφράζει μια αγάπη χωρίς περιορισμούς, εμποδίζει το παιδί να διαφοροποιηθεί από αυτή, να αισθανθεί την έλλειψη και να μπορέσει να διαχειριστεί σε ψυχολογικό επίπεδο αυτή την έλλειψη.

β) Η συνεχής παρουσία της, χωρίς μέτρο την αναγκάζει να περιορίσει τις δικές της ανάγκες απέναντι στις ανάγκες του παιδιού και να υποταχθεί σε αυτές δημιουργώντας μια μια υποτίμηση του εαυτού της και αθέτηση αναγκών της.

γ) Αυτή η κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει συναισθήματα κατάθλιψης στην μητέρα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του παιδιού, ή να ανταποκρίνεται αποσπασματικά, χαοτικά.

Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα:

α) το παιδί να εκλάβει αυτή την συμπεριφορά σαν αδιαφορία η άρνηση.

β) Δεν του προσφέρει την δυνατότητα ν΄ αποφύγει την κατασκευή ενός κόσμου κατακερματισμένου

γ) Δημιουργεί ένα “κλείδωμα” του εαυτού και μια παραμόρφωση στην λειτουργία του “εγώ”

Αυτή η κατάσταση μπορεί να επιφέρει νευρωτικά συμπτώματα όπως ψυχαναγκασμούς, φοβίες, ψυχοσωματικές διαταραχές, και σε μερικές περιπτώσεις ψυχωτικά επεισόδια.

Το “μεταβατικό αντικείμενο”

Μιλώντας για τον Βίννικοτ δεν πρέπει να παραλείψουμε το “μεταβατικό αντικείμενο” όρος που υιοθέτησε το 1950 θέλοντας να προσδιορίσει ένα αντικείμενο που μπορεί να χρησιμοποιήσει το παιδί΄ σαν αντικαταστάτη ενός προσώπου που λείπει, όπως η μητέρα. Αυτή η λειτουργία μπορεί να το κάνει να νιώσει ασφάλεια και να αποφύγει ψυχολογικές εντάσεις, προσδίδοντας του μαγικές ιδιότητες.

Επιτρέπει στο παιδί να διατηρήσει την ένωσή του με την μητέρα (ευχαρίστηση) ακόμα και όταν απουσιάζει, αλλά και το βοηθάει να αισθανθεί το διαχωρισμό από αυτή. Δηλαδή το βοηθάει στην φανταστική απομάκρυνση από αυτή και στην επεξεργασία της αυτονομίας του. Από την άλλη αποτελεί το πρώτο αντικείμενο που είναι δικό του. Μέσα από αυτό λοιπόν του δύνεται η δυνατότητα να δημιουργήσει, να φανταστεί, να εφεύρει και να κατακτήσει το αντικείμενο, δημιουργώντας μια σχέση μαζί του, διαφορετική από αυτή με την μητέρα. 
 
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι το άτομο για τον Βίννικοτ δεν υπάρχει παρά μόνο μέσα από την σχέση του με τον άλλον, (μητέρα) και κατ΄επέκταση με τον κόσμο. Για να μπορέσει ένα παιδί να αναπτυχθεί φυσιολογικά πρέπει να συναντήσει ένα περιβάλλον “καλό”, που σημαίνει, ήρεμο, αποδεικτικό, υποστηρικτικό που να του δημιουργεί την αίσθηση της ασφάλειας για τον εαυτό του και τους άλλους. Δηλαδή το “καλό”περιβάλλον αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα για την ανάπτυξη του παιδιού.

Κερεντζής Λάμπρος

Βιβλιογραφία :

Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος
Το παιδί , το παιχνίδι και η πραγματικότητα
Από την ψυχιατρική στην ψυχανάλυση
Το παιδί και η οικογένεια 


1Ντ. Βίννικοτ: Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος

Δεν υπάρχουν σχόλια: