Η ντροπή







Πόσες φορές έχουμε βρεθεί στην αδυναμία και τον φόβο μην εκτεθούμε μπροστά στους άλλους; Πόσες φορές ψάχνουμε ένα τρόπο να το αποφύγουμε; Πόσες φορές κρυβόμαστε για να μην μας δουν, διότι το βλέμμα τους μας διαπερνά και ακουμπάει κάτι, που ούτε εμείς ξέρουμε τι είναι αυτό, αλλά και πως βρίσκεται έτσι ριζωμένο μέσα μας; Η κατάσταση αυτή φανερώνει μια ψυχική αναστάτωση όπου η επιθυμία να εκφραστούμε συναντάει μέσα μας τον φόβο μην ρεζιλευτούμε. Αυτή η αναστάτωση, αυτή η σύγκρουση θα λέγαμε καλύτερα, αυτός ο εσωτερικός πόλεμος, είναι συνεχής και εντατικός και καταβάλει την ύπαρξή μας με το συναίσθημα που δεν είναι άλλο από την ντροπή.

Η ντροπή αποτελεί μια ψυχική κατάσταση που χρειάζεται να την ξεχωρίσουμε την ενοχή στο βαθμό που εκδηλώνεται περισσότερο με την αίσθηση παρά με την πράξη. Έτσι η ενοχή έχει να κάνε με “κάτι που κάναμε” ενώ η ντροπή με το “είμαστε”

Η Ντροπή χαρακτηρίζεται από ένα μείγμα συγκινησιακών καταστάσεων όπως φόβος, θυμός, θλίψης και συναισθημάτων αδυναμίας, οργής, απογοήτευσης.
Η ντροπή διακρίνεται :
α) Συγκινησιακά,
σαν ανησυχία, στεναχώρια, φόβο, επιθετικότητα
β) Σωματικά,
με το χαμήλωμα του βλέμματος, του κεφαλιού, με το κοκκίνισμα του προσώπου.
γ) Διανοητικά,
με συζητήσεις οι οποίες εμπεριέχουν την αρνητικότητα και την απαξίωση του εαυτού και
δ) Συμπεριφοριστικά,
με την απομόνωση, με την παραίτηση ή και την αρνητική έκθεση του εαυτού.

Η ντροπή είναι μια αίσθηση η οποία μπορεί να χρωματίσει όλες τις άλλες αισθήσεις και να τις επηρεάσει αρνητικά. Δηλαδή περιορίζει την ικανότητα μας να αισθανθούμε την χαρά και την ελευθερία για αυτό που είμαστε και μας κάνει ευάλωτους στην υποταγή, στην αδυναμία, στην αδικία, στην παθητικότητα, στην καταπίεση, στην εκμετάλλευση, στην ζήλια, στην επιθετικότητα, στο στιγματισμό, στην κοροϊδία, στην ανταγωνιστικότητα, στην ενοχή, στο φόβο μην γίνουμε ρεζίλι, στο κρυφό, στο ψέμα, στην παρεξήγηση, στην κοινωνική περιθωριοποίηση, στο μίσος για τους γονείς, στην εγκατάλειψη, στην θλίψη. Η συνεργασία αυτών το αισθημάτων οδηγεί σε μια υποτιμημένη εικόνα του εαυτού. Έτσι ένα άτομο μπορεί να κρατά πάντα μια αρνητική θέση απέναντι στον εαυτό του και κατ΄ επέκταση και στους άλλους. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι οι έρευνες έχουν αποδείξει ότι, υπάρχει μια μεγάλη σχέση ανάμεσα στην ντροπή και στην βία. Ότι η αίσθηση της ντροπής απελευθερώσει μια ανεξήγητη οργή, που πολλές φορές μπορεί να γίνει ανεξέλικτη. Η ντροπή αποτελεί ένα στοιχείο βασικό σε περιπτώσεις βίας οι οποίες παρουσιάζονται στην οικογένεια, στο σχολείο, αλλά και στην κοινωνία. Η Βία σε μια τέτοια περίπτωση εκφράζει την προσπάθεια του ατόμου που αισθάνεται ντροπή, δηλαδή όπως είπαμε, μια αίσθηση αδυναμίας, να προσπαθεί να καλύψει αυτή την αίσθηση, μέσα από μια βίαιη πράξη.

Η ντροπή βέβαια ήταν κάτι που το μάθαμε από πολύ μικροί. Είναι κάτι που κληρονομήσαμε μέσα από την οικογένεια, από ανθρώπους που και αυτοί είχαν μάθει να ντρέπονται για την ύπαρξή τους και στην συνέχεια το έμαθαν και σε εμάς, και εμείς θα το μάθουμε στα παιδιά μας. Πόσο καλά θα θυμόμαστε όλοι το “δεν Ντρέπεσαι” και αυτό το “δεν ντρέπεσαι” λεγόταν τόσα απλά και τόσες πολλές φορές με στόχο να μας αποτρέψει να επαναλάβουμε κάτι για το οποίο έπρεπε να ντρεπόμαστε χωρίς κανείς να δίνει σημασία στην σημαντικότητα του. Δηλαδή στη διαχρονική καλλιέργειας της απαξίωσης του εαυτού μας. Η Ντροπή λοιπόν, ήταν και είναι μια βίωμα ατομικό που γεννιέται μέσα στην σχέση με τον άλλον. Διότι ο άλλος δεν είναι μόνο ένα μέσο αναγκαίο για την ύπαρξή μας, αλλά ένας βασικός πόλος γύρω από την οποίον κτίζεται η προσωπικότητα μας και αυτή η διεργασία ξεκινά από την γέννηση και συνεχίζει μέχρι τον θάνατο.

Οι ειδικοί τοποθετούν το ξεκίνημα της ντροπής στην παιδική ηλικία, όταν το παιδί προσπαθεί να τους δείξει τις ικανότητες του στους γονείς, αλλά αυτοί δεν απαντούν με ενσυναίσθηση και προσοχή σε αυτή την προσπάθεια με τέτοιο τρόπο ώστε το παιδί αποθαρρύνεται και θεωρεί ότι δεν εισπράττει το ενδιαφέρον που περιμένει. Έτσι, εάν στην σχέση με τον με τον γονέα π. χ. Το παιδί βιώνει μια απόρριψη για “αυτό που είναι” ή για “το πως είναι”, αυτή η αίσθηση καθορίζει την στάση του, καταρχάς προς τον εαυτό του, μετά προς την οικογένεια και στο τέλος την καθορίζει και στην μετέπειτα στάση του στην κοινωνία.

Μια απορριπτική λοιπόν, συμπεριφορά του γονέα παράγει την ντροπή σαν το βασικό συναίσθημα του παιδιού στην σχέση μαζί του. Αυτή η παραγωγή μέσα στην καθημερινότητα κάνει το παιδί ευάλωτο στο βλέμμα του άλλου δημιουργώντας την αίσθηση ότι είναι “ένα λάθος” και σαν λάθος καλύτερα να μην υπάρχει. Δηλαδή μια συμπεριφορά του γονέα που λειτουργεί μέσα από την αδιαφορία, την ανεξήγητη εχθρική στάση, τη συνεχής κριτική και αυστηρή αξιολόγηση, καθώς και οι μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες εκφράζονται με συγκρίσεις με άλλα παιδιά δημιουργούν μια ατμόσφαιρα εφιαλτική στην οικογένεια. Το παιδί. αισθάνεται υποτιμημένο, αισθάνεται ότι δεν το αγαπάνε, και σε αυτή την περίπτωση αρχίζει να πιστεύει ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις γονεϊκές προσδοκίες, άρα το βασικό συναίσθημά για τον εαυτό του κτίζεται γύρω από την αδυναμία του να ευχαριστήσει τους γονείς και αυτή η αίσθηση καθορίζει την αίσθηση του εαυτού.

Ένα παιδί που δεν έχει εισπράξει την αποδοχή για αυτό που είναι και έχει τύχη να δεχτεί ειρωνικά σχόλια για το πως είναι, θα αισθανθεί μια προσωπική αίσθηση ανεπάρκειας η οποία θα το ακολουθεί σαν συστατικό της ύπαρξής του. 

Διότι το άτομο που βιώνει την υποτίμηση από τους άλλους, μπορεί πολύ εύκολα, με το πέρασμα των χρόνων, να την αναπαράγει σαν αυτό-υποτίμηση. 

Έτσι φαίνεται ότι, ενώ προσπαθεί να δώσει νόημα για την σημαντικότητα της παρουσίας του σε μια σχέση, στην ουσία, πολλές φορές με την αρνητική αξιολόγηση του εαυτού του, ενεργεί ενάντια στην σημαντικότητα που αναζητεί αναπαράγοντας την ντροπή τόσο για τον ίδιο, όσο και για τα παιδιά του αργότερα.

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας: John Luce Lockett


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου