Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Οι Οικογενειακές Σχέσεις και το Διπλό Μήνυμα



Το διπλό μήνυμα 
 

Η σημαντικότητα του διπλού μηνύματος στην επικοινωνία και στην οργάνωση των σχέσεων μέσα στην οικογένεια αλλά και στην κοινωνία αποτέλεσε ένα σταθμό στην προσπάθεια κατανόησης του τι συμβαίνει μεταξύ των ανθρώπων. Το “ανακάλυψε”, θα μπορούσαμε να πούμε, ο Gregory Bateson1 το 1952 κατά την διάρκεια ερευνών για την κατανόηση των παραδόξων στην επικοινωνία των ανθρώπων. Ο Bateson χρησιμοποίησε αυτό τον όρο παρατηρώντας την επικοινωνία στους κατοίκους του Μπαλί, ανάμεσα στις μητέρες και τα παιδιά τους και μετά μετέφερε αυτή την παρατήρηση στον “πολιτισμένο” κόσμο, σε νέους σχιζοφρενείς στην σχέση με την μητέρα τους καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η αρρώστια δεν ήταν μια κατάσταση που αφορούσε ένα άτομο αλλά το αποτέλεσμα ενός συστήματος επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο ή περισσότερα πρόσωπα.

Στην επικοινωνία, ανάμεσα σε δυο η περισσότερα άτομα το ένα γίνεται πομπός και το άλλο δέκτης, μετά ο πομπός γίνεται δέκτης και ο δέκτης πομπός. Το μήνυμα ανάμεσα στον δέκτη και τον πομπό, εμπεριέχει δυο διαφορετικά επίπεδα επικοινωνίας το σαφές και το ασαφές. Το σαφές επίπεδο, είναι αυτό που είναι ορατό και συνήθως εκφράζεται με λόγο ενώ το ασαφές εκφράζεται με την συμπεριφορά, την κίνηση, την γκριμάτσα του προσώπου, την αίσθηση. Η επικοινωνία λοιπόν, ανάμεσα σε ένα γονέα και ένα παιδί, μπορεί να πάρει πολλές προεκτάσεις ανάμεσα σε αυτά τα δυο διαφορετικά επίπεδα. 
 

Μορφές διπλού μηνύματος


παράδειγμα (α)
Ας πάρουμε ένα πρώτο παράδειγμα: Μια μητέρα λέει στο παιδί της “Τώρα μεγάλωσες μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου”. Αυτό είναι το ξεκάθαρο μήνυμα προς το παιδί της, το μήνυμα όμως αρχίσει να γίνεται ασαφές όσον αφορά την ερμηνεία του όταν αυτή η μητέρα κατά την απουσία του παιδιού, του τηλεφωνά κάθε ένα τέταρτο για να μάθει που είναι και τι κάνει, εκδηλώνοντας μια ανησυχία που έρχεται να αμφισβητήσει αυτό που του είχε πει.

Συνήθως το ασαφές περιεχόμενο του μηνύματος που υπονοείται δεν είναι καθαρό, αλλά αφήνει το δέκτη να το αντιληφθεί και να το ερμηνεύσει σύμφωνα με τα δεδομένα του εαυτού του, αλλά και της σχέσης. Το πια ερμηνεία λοιπόν, θα τύχει το ασαφές νόημα, έχει σχέση με την οργάνωση της εκάστοτε σχέσης και την θέση που καταλαμβάνουν τα μέλη της σε αυτή. Δηλαδή το ασαφές περιεχόμενο του μηνύματος το οποίο μπορεί να εκλάβει το παιδί στο παράδειγμά μας, από την συμπεριφορά της μητέρα, μπορεί να είναι το “ Φοβάμαι για σένα διότι δεν μπορείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Μπορεί να τον εκθέτεις σε κινδύνους, και ότι χρειάζεσαι πάντα εμένα να σε προσέχω” Αυτό λοιπόν το ασαφές νόημα εμπεριέχει συγχρόνως και μια αρνητική εικόνα του παιδιού, δηλαδή εκφράζει “ανικανότητα” του παιδιού να προστατεύσει τον εαυτό του, παρ΄΄όλο που η μητέρα τον έχει επιβεβαιώσει για το αντίθετο.

Ο κάθε επικοινωνιακός διάλογος, όπως είπαμε, καθορίζεται από το συναισθηματικό περιεχόμενο τις σχέσης, και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή αναπτύσσεται. Έτσι το ιστορικό-συναισθηματικό πλαίσιο της σχέσης μάνας - παιδιού επηρεάζει την ερμηνεία του ασαφούς αλλά και του σαφούς περιεχομένου του μηνύματος αναπαράγοντας την σχέση μάνας-παιδιού καθώς και την θέση που κρατά ο καθένας μέσα σε αυτή. Δηλαδή στο παραπάνω μήνυμα, η μάνα είναι πάντα αυτή που “γνωρίζει”, που “προσέχει”, που “φροντίζει”, άρα πιο ώριμη, πιο σωστή και το παιδί είναι αυτό που “δεν γνωρίζει”, “δεν προσέχει” και ότι χρειάζεται φροντίδα ακόμα. Με λίγα λόγια τέτοιας μορφής μηνύματα αναπαράγουν την εξάρτηση.

Το πρόβλημα λοιπόν αρχίζει να υπάρχει από την στιγμή που ο δέκτης του μηνύματος συναντά δυσκολία να ξεχωρίσει το σαφές περιεχόμενο του μηνύματος και τι είναι αυτό που υπονοεί. Δηλαδή τα τηλεφωνήματα της μητέρας όταν απουσιάζει το παιδί της έρχονται να αναιρέσουν το σαφές, λεκτικό μήνυμα, “Τώρα μεγάλωσες μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου”.

Παράδειγμα (β)
Σε άλλη περίπτωση, το ίδιο το μήνυμα μπορεί να εμφανίζει μια αντιλογία, η οποία δεν εκφράζεται μόνο ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που υπονοείται, αλλά αυτή την αντιλογία την συναντάμε στην ίδια την εκφώνηση του μηνύματος. Δηλαδή το μήνυμα μπορεί να είναι ασαφές κατά την εκφώνησή του. Σε αυτή την περίπτωση ο δέκτης του μηνύματος βρίσκεται πολύ γρήγορα μπροστά στο δίλημμα.

Ο πατέρας λέει στο παιδί του: “Έχω εμπιστοσύνη σε εσένα και την απόφαση που πήρες, αλλά μήπως θα ήταν καλύτερο να το συζητήσουμε“. Εδώ, η ίδια η εκφώνηση του μηνύματος εμπεριέχει την αντίφαση κάνοντας και τα δύο σκέλη του να μοιάζουν ασαφή .

Δηλαδή το πρώτο “ Έχω εμπιστοσύνη σε εσένα και την απόφαση που πήρες” έρχεται να αναιρεθεί με το “μήπως θα ήταν καλύτερο να το συζητήσουμε”. Δηλαδή το παιδί μπορεί να σκεφτεί ότι “αφού έχει εμπιστοσύνη σε μένα γιατί θέλει να το ξανά συζητήσει;”

παράδειγμα (γ)
Ένα ακόμα παράδειγμα, πιο ακραίο θα λέγαμε, αυτή την φορά, είναι το εξής:
Μια μητέρα αγοράζει δυο μπλουζάκια στο παιδί της, ένα κόκκινο και ένα κίτρινο. Το παιδί φοράει το κόκκινο μπλουζάκι και η μητέρα του λέει “ δεν σου αρέσει το κίτρινο μπλουζάκι που σου πείρα; ” Τότε το παιδί φοράει το κίτρινο μπλουζάκι και η μητέρα του λέει “ το κόκκινο χρώμα δεν σου άρεσε πολύ ε;” Όταν ο γιος της αποφασίζει κάποια στιγμή να φορέσει συγχρόνως και τα δύο τότε εκείνη του λέει “ Καλό μου παιδί εγώ πάντα το ήξερα ότι ήσουν ένα περίεργο παιδί”. Το παράδειγμα αυτό φανερώνει, το επίπεδο νοσηρότητας στο οποίο μπορεί να οδηγηθεί η γονεϊκή σχέση μέσα από το διπλό μήνυμα.

Άλλα παραδείγματα: “ Έλα στην αγκαλιά μου” λέει μια μητέρα και κρατά τα χέρια της σταυρωμένα. “Έχω θυμώσει πολύ” λέει η μητέρα γελώντας. “ Όλα πάνε καλά “ λέει ένας πατέρας φανερά θυμωμένος.
Εάν είμαστε παρατηρητικοί θα βρούμε μια ατελείωτη γκάμα διπλών μηνυμάτων στην καθημερινότητα των οικογενειακών μας σχέσεων!


Το διπλό μήνυμα στερεί την ελευθερία


Το διπλό μήνυμα λοιπόν, αρνείται την ελεύθερη εκλογή του άλλου είτε είναι παιδί, είτε έφηβος/η, είτε νέος/α μέσα στην οικογένεια. Διατηρεί την “αδυναμία” του να μπορεί να αποφασίσει μόνο του, και μπορεί να το οδηγήσει σε μια μορφή συμπεριφορά “ρομπότ” όταν δεν του δίνεται η δυνατότητα να διαλέξει. Ή, όταν προσφέρονται δύο λύσεις, δηλαδή του προσφέρεται η δυνατότητα να διαλέξει, κάτω από τις συνθήκες επικοινωνίας που παρουσιάσαμε, τότε μπορεί να βρεθεί σε δίλημμα και να μην μπορεί να διαλέξει.

Το άτομο που βρίσκεται μπροστά στην αδυναμία να διαλέξει αυτοκατηγορείται, δηλαδή θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για αυτή την κατάσταση. Αισθάνεται ντροπή και δεν ξέρει πια απάντηση να δώσει όταν αναφέρεται στον εαυτό του. Νιώθει ανελεύθερο, δεν μπορεί να σκεφτεί και να πάρει μια απόφαση και όταν απαντά αισθάνεται σαν οι απαντήσεις που δίνει για τον αυτόν, να ανήκουν σε κάποιον άλλον. Έτσι όταν δεν νιώθει ελεύθερο να πάρει κάποια απόφαση για τον ίδιο, συνήθως δεν την παίρνει. Αυτή η κατάσταση μπορεί να επιφέρει τον θυμό για τον άλλον, στην περίπτωσή μας, για τους γονείς, αλλά συγχρόνως να μην παίρνει και το δικαίωμα να τους ασκήσει κριτική, αλλά αντιθέτως προσπαθεί να τους δικαιολογήσει.



Τα διαφορετικά συστατικά του διπλού μηνύματος.


Όμως, ας δούμε ποιο συγκεκριμένα πως ο Gregory Bateson μαζί με τους συνεργάτες του όρισε τα διαφορετικά συστατικά του διπλού μηνύματος.

1.Τα δυο πρόσωπα έχουν μια δυνατή σχέση

Τέτοιες σχέσεις τις βρίσκουμε στην οικογένεια ανάμεσα σε γονέα και παιδί. Σε σχέσεις ιεραρχικές όπως στο στρατό, ανάμεσα σε κατώτερους και ανώτερους. Μέσα στο σχολείο ανάμεσα σε καθηγητή και σε μαθητή. Μέσα σε επιχειρήσεις ανάμεσα στον ανώτερο και κατώτερο υπάλληλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις το ένα μέλος τις σχέσης έχει την ισχύ και το άλλο εξαρτάται από αυτό.

Στην περίπτωσή μας, έχει να κάνει με την θέση ενός παιδιού στην οικογένεια το οποίο είναι εξαρτώμενο συναισθηματικά και υλικά από τον γονέα και δεν μπορεί να εγκαταλείψει αυτή την σχέση. Αυτό που είναι χειρότερο στην περίπτωση της οικογένειας είναι ότι ο αδύνατος πόλος της σχέσης, δηλαδή το παιδί, έχει να αντιμετωπίσει τον άλλο πόλο ο οποίος αποτελείται από δυο πρόσωπα, μητέρα και πατέρα και μάλιστα η κατάσταση γίνεται πολύ δύσκολη, όταν αυτά τα δύο πρόσωπα δεν συμφωνούν.

2. Το ισχυρό μέλος της σχέσης εκφράζει δυο τύπους μηνύματος.

Αυτό έχει να κάνει, όπως είπαμε με ότι το μήνυμα μπορεί να είναι λεκτικό και συγχρόνως συμπεριφορικό, ή δύο λεκτικά μηνύματα, τα οποία δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Δηλαδή με το ένα να υπάρχει ένα κάλεσμα και με το άλλο μια απώθηση. Σε αυτή την περίπτωση το δίλημμα εμπεριέχεται ήδη μέσα στο μήνυμα.

3.Το ανίσχυρο μέλος της σχέσης δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα στην σχέση.

Είτε διότι δεν του παρέχεται το δικαίωμα να κάνει κάτι τέτοιο, είτε διότι η κατάσταση είναι τόσο μπερδεμένη που το ανίσχυρο μέλος δεν ξέρει τι να κάνει και τι να πει. Επίσης ένα παιδί που δεν έχει γνωρίσει μέσα στην οικογένεια παρά μόνο αυτό τον τρόπο επικοινωνίας, είναι αδύνατο να φανταστεί κάτι άλλο.

4.Το ισχυρό μέλος προσθέτει μια άρνηση τριών διαστάσεων

α)“Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις την σχέση”.
β)“ Εάν με εγκαταλείψεις σημαίνει ότι δεν με αγαπάς”.
γ)“'Εάν κάνεις αυτό ξεπερνάς τον κανόνα”.
Αυτές οι αρνήσεις έρχονται να επηρεάσουν την ταυτότητα του ανίσχυρου μέλους της σχέσης, στο επίπεδο της ύπαρξης αλλά και της πράξης, δηλαδή σε αυτό που είναι και αυτό που κάνει.

5.Η σχέση είναι επαναλαμβανόμενη

Δηλαδή γίνεται μια συνήθεια διότι επαναλαμβάνεται, ώστε να αποχτήσει μια “νομιμότητα” και να μην μπορεί να αμφισβητηθεί από το ανίσχυρο μέλος.

6.Στο τέλος η επανάληψη δεν είναι αναγκαία

Δηλαδή μετά από πολλές επαναλήψεις το ανίσχυρο μέλος έμαθε, διδακτικε να αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση σαν φυσιολογική σε βαθμό τέτοιο ώστε και το ίδιο, το ανίσχυρο μέλος, να μην μπορεί να αμυνθεί παρά μόνο με την φαντασία του, που σημαίνει ότι μπορεί να εσωτερικεύσει αυτή την κατάσταση και να αποτελέσει το εσωτερικό διάκοσμο του εαυτού του. Από την άλλη το ισχυρό μέλος, κρύβεται πίσω από αυτή την κατάσταση, προσπαθώντας να αμυνθεί σε δικές του εσωτερικές αναταραχές που μπορούν να βγουν στην επιφάνεια από μια διαφορετική αντιμετώπιση της σχέσης και του ανίσχυρου μέλους π. χ. Χάδι, αγάπη, καλός λόγος.

Το σημαντικότερο λοιπόν στην επικοινωνία των οικογενειακών σχέσεων δεν είναι αυτό που φαίνεται αλλά αυτό που κρύβεται!!

Κερεντζής Λάμπρος

φωτό:
Η μητέρα στο Μπαλί καλεί το παιδί της να έρθει στην αγκαλιά της και όταν εκείνο απαντάει συγκινησιακά σε αυτό το κάλεσμα, αυτή γίνεται ψυχρή, αδιάφορη.
1Ανθρωπολόγος -Ψυχολόγος   (1904-1980) συμμετείχε στη σχολή του Palo Alto

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ο φόβος στην παιδική ηλικία





Τα παιδιά στην διάρκεια της ανάπτυξής τους, μέχρι την εφηβεία θα συναντήσουν τον φόβο σε διαφορετικές μορφές και για διαφορετικά αντικείμενα. Η αντίδρασή τους είναι φυσιολογική στο βαθμό που το συναίσθημα του φόβου είναι μια προσπάθεια του ανθρώπου να προστατευτεί από κάτι που τον απειλεί. Έτσι και το παιδί μπορεί να νιώσει ότι απειλείται και να εκφράσει τον φόβο με το κλάμα ή και με άλλες συμπεριφορές, κάτι που δεν θα έπρεπε σαν γονείς να το αντιμετωπίσουμε σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
Από τους 8 περίπου πρώτους μήνες της ζωής του, μέχρι την προ εφηβεία τα παιδιά μπορούν να εκτεθούν σε καταστάσεις φοβικές που πολλοί γονείς δεν τους αποδίδουν την σημασία που έχουν για τα παιδιά και μερικές φορές μπορούν και ηθελημένα να εκθέσουν σε αυτές είτε διηγόντας τους μια ιστορία, είτε παροτρύνοντας τα να δουν μια ταινία, είτε εκθέτοντας τα σε καταστάσεις που γνωρίζουν ότι τα φοβίζουν. Φυσικά η προσπάθεια των γονέων είναι να ξεπεράσουν τα παιδιά τους φόβους τους, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει έτσι. Είναι μια διεργασία κοινωνική η οποία διαμορφώνεται από την σχέση του παιδιού με το περιβάλλον του και εξαρτάται από την ασφάλεια που μπορεί να αντλήσει από αυτό. Ο φόβος των παιδιών εξαρτάται από την ικανότητα να καταλάβουν ορισμένα πράγματα και καταστάσεις οι οποίες για αυτά μπορούν να πάρουν διαστάσεις μυστηριακές, τις οποίες δεν μπορούν να τις ερμηνεύσουν σωστά, άρα βρίσκονται μπροστά σε κάτι άγνωστο το οποίο προκαλεί το συναίσθημα της ανασφάλειας.
Πρέπει να ξέρουμε:
α)Ότι δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στο φόβο και στην διανοητική κατάσταση των παιδιών.
β) Και ότι τα παιδιά με μεγάλη φαντασία είναι πιο ευάλωτα στους φόβους.

Οι φόβοι

α) Ο φόβος εγκατάλειψης
Ό πρώτος και βασικός φόβος που εκδηλώνεται από πολύ νωρίς, δηλαδή από την βρεφική ηλικία και αφορά όλα τα παιδιά, είναι ο φόβος της εγκατάλειψης. Όλα τα παιδιά περνάνε από αυτό το φόβο στην σχέση με την μητέρα που γι αυτά αποτελεί την πρωταρχική σχέση με ένα πρόσωπο που είναι “έξω από” αυτό. Δηλαδή η μητέρα είναι ο πρώτος “ άλλος” μέσα από τον οποίο αντιλαμβάνεται την ετερότητα του. Πάνω σε αυτό ή όχι τον φόβο κατασκευάζει, κτίζει την σχέση με τους επόμενους άλλους της ζωή του.

β) το σκοτάδι
Η πλειονότητα επίσης των παιδιών αντιδρά φοβικά στο σκοτάδι με διάφορους τρόπους. Άλλα παιδιά δεν δέχονται να βγουν έξω από το σπίτι όταν πέφτει η νύχτα, άλλα δεν δέχονται να πάνε σε ένα δωμάτιο το οποίο δεν έχει φως, άλλα δεν δέχονται να κοιμηθούν μόνα τους στο δωμάτιο τους. Αυτοί λοιπόν οι φόβοι έχουν να κάνουν με την αίσθηση του άγνωστου και του μυστηριακού.

γ) φανταστικά πρόσωπα
Στην ίδια τάξη πραγμάτων μπορούμε να κατατάξουμε τους φόβους που δημιουργούνται αντικείμενα και πρόσωπα φανταστικά. Όπως ο φόβος για διάφορες μάσκες, πρόσωπα, ζώα ( ο κακός λύκος, από κάποιο σκύλο που μπορεί να το δαγκώσει) τα οποία μπορεί να αποτελούν το περιεχόμενο παραμυθιών ή ιστοριών και ταινιών.

δ) Οι θόρυβοι
Μια άλλη κατηγορία φόβων είναι ο φόβος των θορύβων, όπως οι βροντές και οι αστραπές, η εκπυρσοκρότηση όπλων, βεγγαλικών, και άλλων βίαιων θορύβων που συμβαίνει να είναι εκτεθειμένα.

ε) Mικρά ζώα έντομα
Μια άλλη κατηγορία είναι ο φόβος ο οποίος συνοδεύεται από ένα αίσθημα αηδίας για μικρά ζώα όπως είναι τα ποντίκια, οι αράχνες, οι σφίγγες καθώς και το αίμα αλλά και πτώματα μικρών ζώων.

ζ)Περίεργους ανθρώπους
Επίσης τα παιδιά μπορούν να φοβηθούν ανθρώπους που δεν γνωρίζουν, που είναι “ξένοι” όπως και ανθρώπους που συμπεριφέρονται περίεργα, όπως κάποιο μεθυσμένο, κάποιο ζητιάνο. Μπορεί να φοβάται κάποιο κλέφτη που κρύβεται κάτω από το κρεβάτι του, πίσω από τις κουρτίνες.

η) Δυσάρεστα συμβάντα
Ακόμα υπάρχουν φόβοι που την πηγή τους την έχουν σε ένα δυσάρεστο συμβάν , όπως ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο, ή το ποδήλατό του, ή ο φόβος από τον κίνδυνος να μην πνιγεί στην θάλασσα, φόβοι οι οποίοι πολλές φορές συνοδεύουν ακόμα και ενηλίκους.

θ) Οι γιατροί και οι ενέσεις
Οι φόβοι προς τους γιατρούς και για την ιατρική εξέταση καθώς και για την θεραπεία η οποία μπορεί να περιλαμβάνει φάρμακα και ενέσεις συναντιέται σε όλα τα παιδιά.

Οι αντιδράσεις

Μπροστά σε ένα φόβου κάθε παιδί μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά

α) Μέσα αποφυγής του κινδύνου
Μπορεί να το βάλει στα πόδια που λέμε, να τρέξει σε ένα πρόσωπο που θεωρεί ότι μπορεί να το προστατεύσει (μητέρα, πατέρας κ. λ. π.) να κάνει βίαιες κινήσεις για να αποφύγει τον κίνδυνο.

β)Τα σημάδια του φόβου
Μπορεί να βρεθούμε μπροστά σε μια κρίση που εκφράζεται με κλάμα, με το να τρέμει σε όλο του το σώμα, με χάσιμο του χρώματος στο πρόσωπο ( άσπρισε το πρόσωπό του), με ανακοπή της ανάσας.

γ) H παράλυση
Μπορούμε να ΄βρεθούμε και σε μια παράλυση, δηλαδή να μείνει ακίνητο και να μην μπορεί να κουνηθεί. Ακόμα και όταν του διηγούμαστε μια ιστορία το παιδί μπορεί να κάθεται σε μια θέση και να μην τολμά να μετακινηθεί. Όχι μόνο ένα παιδί μπορεί να μείνει ακίνητο από το φόβο αλλά δεν μπορεί και να μιλήσει. Χάνει την φωνή του

Τι πρέπει να κάνουμε σαν γονείς

Οι φόβοι που εκθέσαμε πάρα πάνω μπορεί να μην είναι φόβοι μόνο των παιδιών αλλά και των ενηλίκων. Δεν μπορεί να είναι μόνο φανταστικοί, δηλαδή “τα παιδιά τις έχουν μέσα στο μυαλό τους”, αλλά εμπεριέχουν και μια αλήθεια στο βαθμό που το ίδιο το περιβάλλον του παιδιού, τους αναπαράγει και σαν δικούς του φόβους. Με αυτό θέλουμε να πούμε ότι μια φοβική κατάσταση μπορεί να έχει αντικειμενικά κριτήρια και να μην την βρίσκουμε μόνο στην παιδική φαντασία.
Σαν πρώτη συμβουλή θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή στους γονείς στον τρόπο που μπορεί οι ίδιοι να αναπαράγουν φόβους που μπορεί να έχουν σχέση με αυτούς και την παιδική τους ηλικία, η την ενήλικη.
Σε αυτή λοιπόν την αγωνία, άγχος και τελικά φόβο που νιώθει το παιδί, ο πιο βασικός βοηθητικός παράγοντας είσθε εσείς και το οικογενειακό περιβάλλον του. Δηλαδή η γονεϊκή σχέση και μόνο αυτή μπορεί να βοηθήσει το παιδί, χωρίς οι φόβοι που περιγράψαμε πάρα πάνω να δημιουργήσουν εμπόδια στην κοινωνικοποίηση του. Όσο πιο σίγουρο νιώθει, όσο πιο ασφάλεια νιώθει από την δική σας παρουσία, τόσο πιο εύκολα θα μπορέσει να υπερνικήσει τους φόβους, που προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον. Έτσι η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας ( ότι το παιδί φοβάται), θα βοηθήσει πολύ το παιδί σας να πάψει να φοβάται.
Μια λύση λοιπόν σε ένα πρώτο στάδιο είναι να μπορέσετε να περιορίσουμε αυτούς τους φόβους μέσα σας, “ότι κάτι συμβαίνει που δεν είναι φυσιολογικό”, ή “κάτι δεν πάει καλά”, Η ανησυχία του γονέα αν το παιδί του είναι “φυσιολογικό” ή όχι μεταδίδεται” στο παιδί και το κάνουν να φοβάται περισσότερο. Όσο πιο "ήσυχοι" είσθε εσείς σαν γονείς τόσο μεγαλύτερη ασφάλεια προσδίδεται στο παιδί σας.
Έπειτα σε ένα δεύτερο στάδιο, να του προσφέρεται την δυνατότητα να εκφράσει αυτούς τους φόβους, να μιλήσει για αυτούς που σημαίνει να να τους “ακούσετε” και να προσπαθήσετε να τους συζητήσετε μαζί του απομυθοποιώντας τους, δίνοντας του την πραγματική του διάσταση και όχι να τους αποφύγετε. Αυτή η στάση θα του δώσει την δύναμη, να τους ελέγξει και να μειώσει την ένταση μέσα του.
Μπορείτε επίσης να περιορίσετε τους εξωτερικούς παράγοντες, όπως στην περίπτωση του φόβου στο σκοτάδι να βάλετε ένα μικρό φως στο δωμάτιο του, ή στο φόβο των ξένων προσώπων να περιορίσετε και να ελέγξετε τους ανθρώπους που πλησιάζουν το παιδί με μια συμπεριφορά που μπορεί να το τρομάξει, δηλαδή μιλάνε δυνατά, κάνουν απότομες κινήσεις και κατά κάποιο τρόπο δεν “σέβονται” τον φόβο του. Τέτοιοι παράγοντες μπορεί να είναι πρόσωπα της ευρύτερης οικογένειας που μπορούν να επεμβαίνουν δίχως να υπολογίζουν το φόβο του παιδιού, λέγοντας ότι πρέπει να το ξεπεράσει κάνοντας συγκρίσεις με άλλα παιδιά.
Σε ένα τρίτο στάδιο να προσπαθήσετε να περιορίσετε αυτούς τους φόβου μέσα από την παρουσία σας με τον καθησυχαστικό, επεξηγηματικό και υποστηρικτικό σας λόγο. Π. Χ. επιβεβαιώνοντας το ότι είσθε κοντά του, ότι είσθε εκεί και μπορεί να υπολογίζει στην παρουσία σας. Έπειτα λέγοντας του παραμύθια που περιέχουν ήρωες που υπερνικούν τις δυσκολίες που συναντάνε . Όταν σε κάθε ιστορία που του λέτε το καλό νικάει αυτό σημάνει ότι νικάει το παιδί σας.
Και κάτι τελευταίο,
μην βιάζεστε, μην κάντε συγκρίσεις, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να αδικείται το παιδί σας.
Και κάτι άλλο.
Στο βαθμό που ο χρόνος περνάει και τα παιδιά εγκαταλείπουν συμπεριφορές πολύ γρήγορα και υιοθετούν άλλες, αυτό που βλέπεται στο παιδί σας δεν θα το ξαναδείτε. Άρα αφήστε τον εαυτό σας να το ζήσετε, διότι αυτό που βιώνει το παιδί σας και αυτό που βιώνεται εσείς συναντιόνται και μέσα από αυτά τα συναισθήματα αναπτύσσετε, εξελίσσεται και μαζί του αναπτύσσεστε και εσείς. Έτσι κτίζεται η γονεϊκή σχέση.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: http://artpictural.com/oeuvres/Veronique-Naffetat-creations-2012-gattieres

Η εξουσία της ρητορείας






Η εξουσία της ρητορείας επικεντρώνεται στην προσπάθεια να πείσει τον πολίτη για την πραγματοποίηση ενός έργου, ασχέτως αν αυτό το έχει πραγματοποιηθεί.

Το κάθε τι μπορεί να πραγματωθεί μέσα από το ρητορικό λόγο, ασχέτως αν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πραγματώνεται μέσα από το λόγο.

Την ρητορική εξουσία δεν την ενδιαφέρει η πραγματοποίηση ενός έργου, όσο την ενδιαφέρει να πείσει ότι το έργο υπάρχει ακόμα και όταν δεν υπάρχει.

Αυτή η διαδικασία από μόνη της αποτελεί μια σημαντική λειτουργία για την ύπαρξή της, ύπαρξη που στηρίζεται όχι στα πεπραγμένα, αλλά στην πιθανότητα τα πεπραγμένα να έχουν πραγματοποιηθεί.

Από την στιγμή που καταφέρνει να πείσει ότι, η πιθανότητα να έχουν πραγματοποιηθεί αληθεύει, η ίδια η πραγματοποίηση δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία.

Σημασία έχει, σύμφωνα με την τέχνη της ρητορικής, αυτό που φαίνεται αληθινό ακόμα και όταν δεν είναι. 

 Κερεντζής Λάμπρος
 
Πίνακας: AURELIA GARAY 604 × 453 - juliapescecuilhe.blogspot.com

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Η ανάπτυξη του παιδιού σύμφωνα με τον Ντόναλντ Βίννικοτ




Ο Ντόναλτ Βίννικοτ γεννήθηκε στο Πλίμουθ της Αγγλίας το 1896 και πέθανε στο Λονδίνο το 1971. Σπούδασε Ψυχιατρική, αλλά από πολύ νωρίς στράφηκε στην ψυχανάλυση. Μαθητής της Μελανί Κλάιν, αφού πέρασε αρκετά χρόνια ανάλυσης μαζί της γίνετε μέλος της Αγγλικής εταιρίας ψυχαναλυτών, αλλά δεν τάσσετε στις δυο μεγάλες ομάδες που έχουν σχηματιστεί εκείνη την εποχή γύρω από την Μελανί Κλάιν και την Άννα Φρόιντ, αλλά ακολουθεί μια τρίτη ομάδα η οποία βασίζεται περισσότερο στην εμπειρία παρά στο θεωρητικό δογματισμό. Τελικά όλες οι εργασίες του Βίννικοτ στηρίχθηκαν στην διπλή εμπειρία του, και τις γνώσεις που απέκτησε σαν ψυχίατρος και σαν ψυχαναλυτής

Το 1940 κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου συμμετέχει σε ένα σχέδιο προστασία των παιδιών του Λονδίνου και μαζί με τον John Bowlbie ( η θεωρία του Δεσμού) αναλαμβάνουν την προστασία των παιδιών και την ψυχολογική ενίσχυσή τους από την τραυματική εμπειρία που περνούσαν λόγο του αποχωρισμού τους από την μητέρα, εξαιτίας του πολέμου. Φαίνεται ότι αυτή η εμπειρία υπήρξε πολύ σημαντική για την εξέλιξη της σκέψης του Βίννικοτ διότι από εκεί και πέρα όλο σχεδόν το έργο του επικεντρώνεται σε αυτή την σχέση, δηλαδή στην σχέση μητέρας- παιδιού, διατυπώνοντας την θεωρία του και ερμηνεύοντας τις αντικοινωνικές, παραβατικές συμπεριφορές των παιδιών.

Παραβατικότητα εκφράζει την έλλειψη συναισθηματικής κάλυψης

Σύμφωνα λοιπόν με τον Βίννικοτ η παραβατικότητα που εκδηλώνει ένα παιδί οφείλεται στην στέρηση της φροντίδας, που σημαίνει την περιορισμός της συναισθηματικής κάλυψης του από το οικογενειακό περιβάλλον, και ιδίως από την μητέρα, κάλυψη που διαμορφώνει ένα πεδίο ασφαλές για την ανάπτυξή του. Πολλές φορές αυτή την φροντίδα μπορεί να την είχε, αλλά την έχασε βίαια, ίσως από δική του αμέλεια, είτε από την παρουσία ενός άλλου παιδιού. Πάντως με την πράξη του αυτή το παιδί αναζητάει το καιρό που μπορούσε να πάρει πράγματα (βρεφική, ή νηπιακή ηλικία), από κάποιο πρόσωπο, όπως ήταν η μητέρα του, απλώς επειδή ήταν η μητέρα του. Έτσι ξεκινάει μια διαδικασία επαναφοράς ενός προσώπου για ένα πρόσωπο που έχει χαθεί και της αίσθηση της παρουσία της, μέσα από την απόκτηση ενός αντικειμένου. Το γεγονός αυτό μπορεί να το οδηγήσει σε αντικοινωνικές πράξεις σε μια προσπάθεια να ξαναπάρει πίσω αυτό που του ανήκε. Έτσι όταν π. χ. ένα παιδί κλέβει, με αυτή την πράξη του εκφράζει την ανάγκη της απόκτησης αυτού που έχασε δηλαδή την συναισθηματική κάλυψη που του πρόσφερε η μητέρα. 'Έτσι το αντικείμενο της κλοπής, είναι μια προσπάθεια αναπλήρωσης του συναισθήματος της απώλειας από την απουσία μιας υγιούς γονεϊκής σχέσης. Όπως γράφει χαρακτηριστικά “ Ο κλέφτης δεν γυρεύει το αντικείμενο που παίρνει. Γυρεύει ένα πρόσωπο. Γυρεύει την μητέρα του αλλά δεν το ξέρει”1

Η σχέση μητέρας - παιδιού

Τον Βίννικοτ λοιπόν, τον ενδιαφέρει η σχέση μητέρας – παιδιού περισσότερο για τον ψυχολογικό της περιεχόμενο παρά για το βιολογικό. Το  περιεχόμενο αυτό εκφράζεται, από την μια μεριά, με την εξάρτηση του νεογέννητου από την μητέρα και από την άλλη με τις ταυτίσεις της μητέρας με το νεογέννητο. Ο Βίννικοτ, όσον αφορά την ψυχανάλυση, υιοθέτησε μια άλλη προσέγγιση διαφορετική από αυτή του Φρόιντ, ο οποίος είχε επικεντρωθεί στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα το οποίο περιόριζε, κατά την γνώμη του, την δυνατότητα τις έρευνας σε μεγαλύτερη έκταση για τι συμβαίνει κατά την ανάπτυξη του παιδιού. Ο Βίννικοτ υποστήριζε ότι το παιδί παρουσίαζε νευρωτικές, ψυχοσωματικές ή και ψυχωτικές διαταραχές πολύ πιο πριν από το στάδιο ανάπτυξης του οιδιπόδειου συμπλέγματος και αυτές τις διαταραχές τις απέδιδε στις δυσκολίες τις οποίες είχε συναντήσει κατά την διάρκεια της ανάπτυξή του στο πρωταρχικό στάδιο του θηλασμού.

Ενώ λοιπόν ο Φρόιντ έθετε ως πρωταρχικό παράγοντα την σεξουαλική παρόρμηση του μωρού και θεωρούσε ότι η παρουσία της μητέρας ότι δεν είναι τόσο σπουδαία όσο η ίδια η παρόρμηση, αντιθέτως ο Βίννικοτ θεωρούσε σαν πρωταρχικό παράγοντα την παρουσία της μητέρας και σαν δευτερεύοντα την ίδια την παρόρμηση. Υπεστήριζε, λοιπόν ότι η σχέση μητέρας - παιδιού αποτελούσε τον πρωταρχικό παράγοντα στην ανάπτυξη του παιδιού, η οποία δεν συνδεόταν με καμιά ερωτική του ζώνη. Με αυτό το σκεπτικό ο Βίννικοτ ορίζει την σχέση με τον “άλλον” σαν πρωταρχικό παράγοντα της ανάπτυξης του εαυτού, δηλαδή τονίζει την σημασία του πρωταρχικού “άλλου”, που στην περίπτωση του βρέφους είναι η μητέρα, για την ανάπτυξη του εγώ.

Η σημαντικότητα της μητρικής παρουσίας

Η παρουσία της μητέρας για τον Βίννικοτ χωρίζεται σε δύο επίπεδα, το πρώτο σαν “μητέρα-αντικείμενο” και το δεύτερο σαν “μητέρα-περιβάλλον”. Σαν “μητέρα-αντικείμενο”, προσφέρει το “ καλό στήθος” στην κατάλληλη στιγμή, σαν “μητέρα-περιβάλλον” προστατεύει και φροντίζει το παιδί. Σε αυτή την σχέση με την “μητέρα-αντικείμενο” το παιδί μπορεί να αισθανθεί παντοδύναμο και να θέλει να ελέγξει την σχέση και το “ καλό στήθος”. Εάν η μητέρα απουσιάσει, μπορεί το παιδί να αισθανθεί άσχημα, να αισθανθεί ενοχή, να αισθανθεί ότι ήταν απαιτητικό, και η μητέρα χάθηκε, και χάθηκε διότι μπορεί να προκάλεσε βλάβη στο “καλό στήθος”. Έτσι το παιδί μπορεί να αισθανθεί υπεύθυνο, ανήσυχο, ενοχοποιημένο από αυτή την απουσία. Μια τέτοια κατάσταση επίσης εξαρτάται και από περιβάλλον της οικογένειας που συμβαίνει. Δηλαδή σε μια οικογένεια που επιτρέπει στο παιδί να κάνει “πίσω” στην ιδέα της παντοδυναμίας του, είναι πιο εύκολο να ξαναδείξει την “ενδιαφέρον” του προς την μητέρα και θα υπάρξει η δυνατότητα να εκφράσει την “ μετάνοιά” του. Εάν όμως η οικογένεια δεν του το επιτρέπει τότε η μη δυνατότητα να έκφρασης της “μετάνοιας” του, μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, όπως ενοχή, κατάθλιψη, υποταγή.

Στην διάρκεια αυτής της περιόδου λοιπόν, η μητέρα είναι κυριολεκτικά αφιερωμένη στην ικανοποίηση των αναγκών του μωρού της και νιώθει μια ακαταμάχητη αναγκαιότητα να το ικανοποιήσει διότι η δυσφορία του μωρού, είναι κάτι που δεν το επιτρέπει στο εαυτό της. Έτσι το βρέφος και η μητέρα αποτελούν μια δυάδα. 
 
Την περίοδο αυτή ο Βίννικοτ την ορίζει σαν “Το στάδιο του ενδιαφέροντος” (sollicitude). Δηλαδή μιλάει για την “ενδιαφέρον” της μητέρας προς το παιδί και του παιδιού προς την μητέρα η οποία αποτελεί το βασικό συστατικό για την ανάπτυξη του. Ο Βίννικοτ θεωρεί ότι τρεις λειτουργίες της μητέρας ασφαλίζουν την σωστή ανάπτυξη του μωρού

α) η παρουσία της,(l'object-presenting), δηλαδή η μητέρα είναι εκεί πάντα έτοιμη να απαντήσει στις ανάγκες του παιδιού της κάθε στιγμή. Αυτή η λειτουργία της επιτρέπει στο παιδί να αισθανθεί την δική του παρουσία σαν υπαρκτή, πραγματική, αλλά του δίνει και την εντύπωση ότι αυτό “δημιουργεί” και ελέγχει την μητέρα προσδίδοντάς του μια αίσθηση παντοδυναμίας.

β) η μητέρα “συγκρατεί”(holding) το παιδί μέσα από την φροντίδα της, την αγκαλιά της επιτρέποντάς του να αισθάνεται το σώμα του και τις εντάσεις τις οποίες δεν μπορεί από μόνο του να τις ελέγξει. Αυτή η λειτουργία λοιπόν είναι σημαντική από την μια για την μητέρα η οποία καταφέρνει να αισθάνεται την κατάσταση του παιδιού και τι νιώθει, και από την άλλη για την προσαρμογή του παιδιού κατά την διάρκεια της ψυχοκινητικής ανάπτυξης του δημιουργώντας τα όρια μέσα στα οποία θα δημιουργήσει το “εγώ είμαι”

γ) η φροντίδα της μητέρας προσφέρει την δυνατότητα της “ψυχικής χειριστικότητας”(handling) του παιδιού το οποίο αρχίζει να αντιλαμβάνεται την εσωτερικότητα του καθώς και τα όρια του σώματός του, π. χ. Κατά την διάρκεια του μπάνιου όπου με το ζεστό νερό που κυλάει επάνω του, αντιλαμβάνεται την σωματική του διάπλαση και αυτό το βοηθάει στην απόκτηση της αίσθησης της προσωπικότητας του.

Έτσι ο Βίννικοτ θεωρεί μια μητέρα αρκετά καλή στο βαθμό που ενώ η εξάρτηση ανάμεσα σε αυτή και το παιδί της είναι όλο και περισσότερο δυνατή, είναι ικανή να βοηθήσει το παιδί της να αντέξει και μάλιστα να διδαχτεί από την δυσφορία που θα νιώσει από την απουσία της. Δηλαδή θα μπορεί να κυριαρχήσει στο δικό της συναίσθημα και να βοηθήσει το παιδί της με το τρόπο που οργανώνει την παρουσία και την απουσία της. Δηλαδή να είναι παρούσα αλλά χωρίς αυτή η παρουσία να γίνεται κτητική και υπερπροστατευτική. Ο τρόπος λοιπόν που θα οργανώσει την παρουσία/απουσία της βοηθάει το παιδί αφήσει σιγά αυτή την συγχωνευτική σχέση με την μητέρα χωρίς μεγάλες αγωνίες και κρίσεις.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το να κατανοήσει η μητέρα ότι:

α) Η συνεχής παρουσία της, ή οποία εκφράζει μια αγάπη χωρίς περιορισμούς, εμποδίζει το παιδί να διαφοροποιηθεί από αυτή, να αισθανθεί την έλλειψη και να μπορέσει να διαχειριστεί σε ψυχολογικό επίπεδο αυτή την έλλειψη.

β) Η συνεχής παρουσία της, χωρίς μέτρο την αναγκάζει να περιορίσει τις δικές της ανάγκες απέναντι στις ανάγκες του παιδιού και να υποταχθεί σε αυτές δημιουργώντας μια μια υποτίμηση του εαυτού της και αθέτηση αναγκών της.

γ) Αυτή η κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει συναισθήματα κατάθλιψης στην μητέρα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του παιδιού, ή να ανταποκρίνεται αποσπασματικά, χαοτικά.

Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα:

α) το παιδί να εκλάβει αυτή την συμπεριφορά σαν αδιαφορία η άρνηση.

β) Δεν του προσφέρει την δυνατότητα ν΄ αποφύγει την κατασκευή ενός κόσμου κατακερματισμένου

γ) Δημιουργεί ένα “κλείδωμα” του εαυτού και μια παραμόρφωση στην λειτουργία του “εγώ”

Αυτή η κατάσταση μπορεί να επιφέρει νευρωτικά συμπτώματα όπως ψυχαναγκασμούς, φοβίες, ψυχοσωματικές διαταραχές, και σε μερικές περιπτώσεις ψυχωτικά επεισόδια.

Το “μεταβατικό αντικείμενο”

Μιλώντας για τον Βίννικοτ δεν πρέπει να παραλείψουμε το “μεταβατικό αντικείμενο” όρος που υιοθέτησε το 1950 θέλοντας να προσδιορίσει ένα αντικείμενο που μπορεί να χρησιμοποιήσει το παιδί΄ σαν αντικαταστάτη ενός προσώπου που λείπει, όπως η μητέρα. Αυτή η λειτουργία μπορεί να το κάνει να νιώσει ασφάλεια και να αποφύγει ψυχολογικές εντάσεις, προσδίδοντας του μαγικές ιδιότητες.

Επιτρέπει στο παιδί να διατηρήσει την ένωσή του με την μητέρα (ευχαρίστηση) ακόμα και όταν απουσιάζει, αλλά και το βοηθάει να αισθανθεί το διαχωρισμό από αυτή. Δηλαδή το βοηθάει στην φανταστική απομάκρυνση από αυτή και στην επεξεργασία της αυτονομίας του. Από την άλλη αποτελεί το πρώτο αντικείμενο που είναι δικό του. Μέσα από αυτό λοιπόν του δύνεται η δυνατότητα να δημιουργήσει, να φανταστεί, να εφεύρει και να κατακτήσει το αντικείμενο, δημιουργώντας μια σχέση μαζί του, διαφορετική από αυτή με την μητέρα. 
 
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι το άτομο για τον Βίννικοτ δεν υπάρχει παρά μόνο μέσα από την σχέση του με τον άλλον, (μητέρα) και κατ΄επέκταση με τον κόσμο. Για να μπορέσει ένα παιδί να αναπτυχθεί φυσιολογικά πρέπει να συναντήσει ένα περιβάλλον “καλό”, που σημαίνει, ήρεμο, αποδεικτικό, υποστηρικτικό που να του δημιουργεί την αίσθηση της ασφάλειας για τον εαυτό του και τους άλλους. Δηλαδή το “καλό”περιβάλλον αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα για την ανάπτυξη του παιδιού.

Κερεντζής Λάμπρος

Βιβλιογραφία :

Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος
Το παιδί , το παιχνίδι και η πραγματικότητα
Από την ψυχιατρική στην ψυχανάλυση
Το παιδί και η οικογένεια 


1Ντ. Βίννικοτ: Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος

Ο “κοινός λόγος”





Ο “κοινός λόγος” που εκφράζει τον “κοινό νου”, έχει την τάση να ντύνει κάθε καινούργια ιδέα με κάποια παλιά, κάθε τι νέο με τα ρούχα του παλιού. Μέσα από αυτή την λειτουργία της ομοιότητας του παρελθόντος με το μέλλον, μπορεί καλύτερα να κατανοήσει το παρόν.

Με αυτό τον τρόπο, δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα καινούργιο που να μην μοιάζει με κάτι παλιό, κάτι νέο με κάτι περασμένο. Δηλαδή ακόμα και αν υπάρξει κάτι νέο, διαφορετικό, ο ίδιος ο “κοινός λόγος” και το φαντασιακό του υπόβαθρο θα το συγκρίνει με κάτι παλιό, για να το φέρει στα μέτρα του και να αποκτήσει νόημα γι αυτόν.

 Έτσι ο “κοινός νους” κάνει δικό του κάτι νέο, μόνο όταν το απογυμνώσει από το καινούργιο νόημα και του αποδώσει το παλιό.

Επειδή ο κοινός λόγος που εκφράζει τον κοινό νου, είναι βιασμένος από την ρητορεία της εξουσίας, δεν έχει καταλάβει ότι το παλιό δεν είναι παρά το πτώμα ενός νοήματος καταδικασμένου στην μονοδιάστατη ύπαρξη της δυστυχίας του.

Δεν έχει καταλάβει ότι το παλιό είναι κρυμμένο στις καταθλιπτικές εκφράσεις ενός “κοινού λόγου” που υπερασπίζεται την αδιέξοδα επαναλαμβανόμενη εκδοχή της ζωής του, υποτιμώντας ότι καινούργιο φαίνεται στον ορίζοντα σαν να είναι παλιό. 

Κερεντζής Λάμπρος 

Πίνακας : Yue Minjun930 × 632 - melty.fr

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Η τύφλωση της εξουσίας





    Ως τα δεκάξι μου χρόνια παπούτσια δεν φόρεσα, μήτε καινούργιο ρούχο. Ο πατέρας μου μιαν έννοια είχε, να αποχτήσει πολλά χωράφια, λιόδεντρα και συκοπερίβολα. Η μάνα μου έκανε δεκατέσσερις γέννες. Μα της ζήσανε μόνο εφτά παιδιά και από τούτα τα τέσσερα της τά φάγαν οι πόλεμοι.
    Δεν θυμάμαι να μου ΄δωκε ποτέ ο πατέρας μου κανένα μεταλλίκι να αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Μια μέρα που ήταν να μεταλάβω μαζί με τα δυο μικρότερα αδέλφια μου, πήγαμε και του ζητήσαμε συγχώρεση, με την κρυφή ελπίδα πως θα ΄βγαζε να μας δώσει κάτι. Κείνος όμως, σαν πήρε είδηση πως περιμέναμε λεφτά, αγρίεψε και γύρεψε να μας δείρει. Κινήσαμε τότες και πήγαμε να φιλήσουμε το χέρι των νουνών μας, μήπως και έβγαινε από εκεί τίποτα. Όταν μας δώσανε από ένα γρόσι στο καθένα ξετρελαθήκαμε! Ο πιο μικρός, ο Σταμάτης, έτρεξε ίσια στο μπακάλικο του κυρ Θόδωρου, που είχε κάτι χρωματιστά κάντια, μεγάλα σαν λιθάρια και χόρτασε με αυτά την λίμα του. Ο Γιωργής κι εγώ είχαμε άλλο μεράκι, λαχταρούσαμε να πιάσουμε παιχνίδι στο χέρι μας. Ο Γιωργής αγόρασε την πρώτη τρουμπέτα που του ΄λαχε. Εγώ συγκράτησα την βιασύνη μου, έψαχνα για κάτι καλύτερο. Όταν πέτυχα ένα σταχτί τενεκεδένιο ποντικάκι μ΄ ελατήριο, τ΄ άρπαξα και δεν δίστασα να δώσω όλο το χαρτζιλίκι μου.
    Γυρίσαμε στο σπίτι να κάνουμε το κομμάτι μας. Ο αδελφός μου κορδωμένος παρίστανε το σαλπιγκτή και δεν έλεγε να βγάλει την τσαμπούνα από το στόμα του. Εγώ έπεσα φαρδύς πλατύς χάμου, ακούμπησα προσεχτικά το ποντικάκι στο πάτωμα, τράβηξα ένα λαστιχάκι από την κοιλιά του και σαν το είδα να τρέχει πέρα δώθε άρχισα να φωνάζω:
   - Σαλεύει! Είναι ζωντανό!
  Μαζεύτηκαν τα αδέρφια μου και κάναν σαν παλαβοί, ποιος θα πρωτοτραβήξει το ελατήριο να φέρει βόλτες το ποντίκι. Μεγαλύτερη συγκίνηση δεν ένιωσα σ΄ όλα τα παιδικά μου χρόνια. Καθώς ήμασταν παραδωμένοι στην γλύκα του παιχνιδιού, τσάκωσα με την άκρη του ματιού μου την όψη του πατέρα μου να γίνεται σκληρή. Μα πριν βγάλω κρίση, άκουσα φουρκισμένη την προσταγή του:
   - Για...εσείς! Φέρτε μου δω αυτά τα μαραφέτια.
   Δεν πρόκανε να αποσώσει το λόγο του, αρπάζω το ποντίκι το χώνω προστατευτικά μέσα στο κόρφο μου και κατρακυλάω πέντε πέντε τα σκαλοπάτια του χαγιατιού.Ο αδερφός μου ο Γιώργης δε μ΄ακολούθησε, θες γιατί δεν μυρίστηκε τον κίνδυνο, θες γιατί δεν τόλμησε να εναντιωθεί , πλησίασε τον πατέρα, του παράδωσε την τρουμπέτα κι έμεινε να τον κοιτάζει με ανοιχτά τρομαγμένα μάτια. Κείνος τη χούφτωσε, τη στράβωσε μέσα στην πετρωμένη παλάμη του κι απε την πέταξε μάσα στο τζάκι.
  -Να, λεχρίτες Για να μάθετε να ξοδεύετε τον παρά σας σε τέτοια παλιοπράματα. Χάθηκε να αγοράστε, μπρε, κάνα τετράδιο, κάνα μολύβι;
  Ήταν η πρώτη φορά που αντικρίστηκα με την τύφλωση της εξουσία κι αναστατώθηκα. Που να ΄ξερα πως σ΄ ολόκληρο τον βίο μου μ΄ αυτήνα θα αντιπάλευα...

από το βιβλίο
ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ
Διδώ Σωτηρίου

πίνακας: Γ. Μανουσάκης215 × 280 - in2life.gr