Η προβολή των αντιλήψεων των νηπίων για το φύλο τους στο παιχνίδι




Οι έρευνες του Lewis και των συνεργατών του έδειξαν ότι από την ηλικία των 18 μηνών και μετά το παιδί αποκτά επίγνωση του εαυτού του εφόσον μπορεί να αναγνωρίζει το είδωλο του στον καθρέφτη (Lewis et al., 1979).
Από την ηλικία των 3 αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι είναι ξεχωριστά άτομα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως η ηλικία (Edwards & Lewis, 1979) και το φύλο. Στη φάση αυτή το παιδί διαφοροποιεί τα αγόρια από τα κορίτσια με σταθερότητα και συνέπεια και συνάμα μαθαίνει τις μορφές συμπεριφοράς που θεωρούνται κατάλληλες για κάθε φύλο (Τhompson, 1975).

Το φύλο αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που επιδρούν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις κατά τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου. Σε γενικές γραμμές, ο όρος «βιολογικό φύλο» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις βιολογικές κατηγορίες του άνδρα και της γυναίκας ενώ ο όρος «κοινωνικό φύλο» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις κοινωνικές κατηγορίες της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας, δηλαδή τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά που αποδίδονται στο καθένα από τα δύο φύλα.

Το κοινωνικό φύλο προσδιορίζεται από κοινωνικούς παράγοντες και αναφέρεται στα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά που αποδίδεται σε κάθε ένα από τα δύο φύλα (Μαραγκουδάκη, 1993).Το περιεχόμενο των ρόλων των δύο φύλων περιλαμβάνει πεποιθήσεις για τους άνδρες και τις γυναίκες , προτιμήσεις και υιοθέτηση ορισμένων τρόπων συμπεριφοράς (Huston, 1983).

O ρόλος του φύλου διαμορφώνεται σταδιακά με την πάροδο της ηλικίας. Ήδη στην ηλικία των δύο ετών το παιδί μπορεί να διακρίνει το φύλο σε εικόνες παραδοσιακών ανδρών και γυναικών (αναγνώριση φύλου) και χρησιμοποιούν σωστά τις λέξεις «μαμά», «μπαμπά», «αγόρι», «κορίτσι». Παρόλα αυτά δεν κατανοεί ακόμη ότι το φύλο είναι ένα σταθερό και μόνιμο στοιχείο της ταυτότητας.

Η σταθερότητα και η μονιμότητα του φύλου έρχεται αργότερα όταν το παιδί αντιληφθεί πως το βιολογικό φύλο παραμένει το ίδιο, παρά τις εξωτερικές αλλαγές στην εμφάνιση ή στα ενδιαφέροντα, π.χ. στην κόμμωση ή την ενδυμασία (Marcus and Overton, 1978; Emmerich and Shepard, 1982).

Στην ηλικία των 4-5 ετών η κατηγορική αντίληψη του εαυτού έχει αναπτυχθεί σε βαθμό που το παιδί μπορεί να περιγράψει τον εαυτό του σε μια αρκετά ευρεία κλίμακα κατηγοριών και να τον συγκρίνει με τους άλλους με βάση τις ίδιες κατηγορίες. Όσο μεγαλώνουν τα παιδιά διαφοροποιούν την έννοια του εαυτού τους, προσθέτοντας περισσότερες κατηγορίες αυτοπεριγραφών στο ρεπερτόριο τους (Μακρή-Μπότσαρη, 2001).

Οι αυτοπεριγραφές των μικρών παιδιών δηλαδή αναφέρονται σε συμπεριφορές, επιτεύγματα, προτιμήσεις, κατοχή υλικών αγαθών, σωματικά χαρακτηριστικά και στοιχεία της κοινωνικής τους ταυτότητας που είναι εύκολο να παρατηρήσουν. Σε αυτή την περίοδο οι αυτοπεριγραφές δεν αναφέρονται σε ψυχολογικά χαρακτηριστικά που διαχωρίζουν το άτομο από τους άλλους αντίθετα μπορεί να αφορούν συναισθήματα, στάσεις και απόψεις της στιγμής (Selman, 1980)

Από το τρίτο ή τέταρτο έτος της ηλικίας τους, πολλά παιδιά έχουν επίγνωση των στερεοτύπων του φύλου σε ότι αφορά τα παιχνίδια και τις δραστηριότητες των παιδιών, τι φορούν άνδρες και γυναίκες, πως χρησιμοποιούν και ασχολούνται με διαφορετικά πράγματα. 

Ως στερεότυπα φύλου χαρακτηρίζονται οι κοινωνικές αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες ορισμένα προτερήματα, μειονεκτήματα, μορφές συμπεριφοράς αποδίδονται στα άτομα ανάλογα με το αν αυτά είναι άνδρες ή γυναίκες, αγνοώντας ή παραβλέποντας τις ατομικές τους διαφορές και ιδιαιτερότητες.

Οι στερεότυπες αυτές αντιλήψεις για το φύλο, υπάγονται σε κανόνες στους οποίους πρέπει να συμμορφωθούν τα άτομα προκειμένου να αποκτήσουν δύναμη και επιτυχία στην κοινωνία (Μαραγκουδάκη, 1993). Ο Γεώργας (1990) συμφωνεί υποστηρίζοντας πως η κάθε κοινωνία καθορίζει για το κάθε φύλο ένα πρότυπο συμπεριφοράς. 

 Πρώτη η οικογένεια είναι αυτή που ασκεί πίεση για τη συμμόρφωση προς αυτό το πρότυπο, ύστερα το σχολείο και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Μπορεί οι γονείς να ασκούν διαφορετική μεταχείριση στα αγόρια από ότι στα κορίτσια ή να έχουν διαφορετική αντίδραση στην ίδια συμπεριφορά. Επίσης, τα παιδιά, ανάλογα με το φύλο τους, ίσως αντιδρούν διαφορετικά στην ίδια μεταχείριση από τους γονείς.

Από την ηλικία των δύο ετών λοιπόν και έπειτα, γίνονται εμφανείς οι διαφορές φύλου στο είδος των παιχνιδιών που διαλέγουν τα παιδιά και στο είδος των δραστηριοτήτων τους στο παιχνίδι (Αυγη-τίδου, 2001). Συστηματική παρατήρηση παιδιών δυο έως τεσσάρων ετών στο σπίτι τους, στο νηπιαγωγείο και στις ομάδες παιχνιδιού αποκάλυψε ότι τα αγόρια έπαιζαν συχνότερα από ότι τα κορίτσια με αυτοκινητάκια κύβους, εργαλεία και μπάλες, ενώ τα κορίτσια ασχολούνταν περισσότερο με τη ζωγραφική και το σχέδιο και έπαιζαν πιο συχνά με κούκλες και οικιακά σκεύη, και με παιχνίδια όπως κουζίνες και σίδερα σιδερώματος (Huston, 1983). 

Επίσης τα αγόρια διαφέρουν από τα κορίτσια και στα θέματα που προτιμούν όταν υποδύονται ρόλους στα παιχνίδια τους. Ειδικότερα τα κορίτσια υιοθετούν ρόλους που σχετίζονται με διαπροσωπικές σχέσεις όπως μαμά και παιδί, οικιακές δραστηριότητες και ενασχολήσεις όπως είναι το μαγείρεμα και τα ψώνια.

Αντίθετα τα αγόρια υιοθετούν συχνότερα ρόλους φανταστικούς και περιπέτειας όπως τέρατα, αστροναύτες και ήρωες της τηλεόρασης. Μάλιστα έχει διαπιστωθεί (Maccoby and Jacklin, 1974) ότι το παιχνίδι των
τρίχρονων και τετράχρονων αγοριών χαρακτηρίζεται από περισσότερη σωματική δράση και ενεργητικότητα συγκριτικά με το παιχνίδι των κοριτσιών (όπως το τρεξιμο, το πέταγμα αντικειμένων, οι κλωτσιές και τα κτυπήματα).

Οι διαφορές αυτές σε επίπεδο δραστηριότητας και παιχνιδιών δικαιολογεί και το ότι από την προσχολική περίοδο και έπειτα, τα παιδιά έχουν την τάση να παίζουν με άλλα παιδιά του ίδιου φύλου. Παρατηρήσεις σε ομάδες παιχ-νιδιού και σε νηπιαγωγεία έχουν δείξει ότι κατά το διάστημα του ελεύθερου παιχνιδιού περίπου τα δύο τρίτα των συμπαιχτών είναι του ίδιου φύλου (Hartup, 1983)...

πηγή:
ΠΡΑΚΤΙΚΑ 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Προσχολικής Αγωγής (22, 23 και 24 Οκτωβρίου 2010)
Απόσπασμα
από την παρουσίαση της έρευνας
με τίτλο: 

Η προβολή των αντιλήψεων των νηπίων για το φύλο τους στο
παιχνίδι

των
Μπαστάνη Ελένη, Βρεφονηπιοκόμος, ΤΕΙ Αθήνας
Δημέγγελη Αλεξάνδρα, Βρεφονηπιοκόμος, ΤΕΙ Αθήνας
Σχίζα Μελπομένη, MSc στην εκπαίδευση, εργαστηριακός συνεργάτης, ΤΕΙ Αθήνας

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου