Η Ζήλια

Ζήλια και επιθυμία
Η επιθυμία και η ζήλια είναι δύο συναισθήματα των οποίων η κινητήρια δύναμη διαφέρει, αλλά πολλές φορές τα μπερδεύουμε διότι φαίνεται ότι εκδηλώνονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και νοηματικά πλησιάζει η μία την άλλη σαν έννοιες.
Εκφράζουν λοιπόν και οι δύο μια αντίδραση απέναντι στην κτήση κάποιου πράγματος, ή μιας ιδιότητας την οποία κάποιος θέλει να αποκτήσει, ή να υπερασπιστεί. Η επιθυμία λοιπόν έχει να κάνει με κάτι που δεν κατέχουμε και θέλουμε να αποκτήσουμε, η ζήλια με κάτι που νομίζουμε ότι κατέχουμε, και φοβόμαστε μήπως το χάσουμε.
Αυτό επίσης που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι η επιθυμία είναι παροδική ενώ η ζήλια μπορεί να αφορά ολόκληρη την ζωή, δηλαδή αισθανθούμε την επιθυμία για κάτι το οποίο όταν αποκτηθεί θα περάσει η έντασή της, ενώ στην ζήλια αισθανόμαστε συνεχώς εκείνη την αίσθηση του φόβου της απώλειας του άλλου ή κάποιου πράγματος που μας ανήκει.
Με λίγα λόγια λοιπόν θα επαναλάβω ότι, η ζήλια εκφράζει το συναίσθημα φόβου να χάσουμε κάτι που έχουμε, ενώ η επιθυμία εκφράζει την ανάγκη να αποκτήσουμε κάτι που δεν έχουμε.
Η “φυσιολογικότητα” του συναισθήματος
Οι ερωτικές σχέσεις έρχονται να ξαναβγάλουν στην επιφάνεια καταστάσεις που έχουμε βιώσει στο παρελθόν. Ανησυχίες, φόβους, χαρές, θλίψη, όλα είναι συναισθήματα επανατροφοδοτούνται στην ερωτική σχέση και δεν μπορεί κανείς να τα αποφύγει διότι αποτελούν το περιεχόμενου του εαυτού μας και μετά γίνονται το βασικό διάκοσμο της ερωτικής σχέσης.
Η Ζήλια είναι λοιπόν, ένα συναίσθημα που προέρχεται από μέσα μας αυθόρμητα φυσιολογικό και φυσιολογικά αυθόρμητο. Είναι τόσο φυσιολογικό όσο φυσιολογικός είναι ο άνθρωπος διότι δεν υπάρχει κανείς που να μην έχει νιώσει αυτό το συναίσθημα. Πολλές φορές, η απουσία του μπορεί να θεωρηθεί προβληματική.
Μάλλον πρέπει να δεχτούμε ότι η αγάπη και η ζήλια πηγαίνουν μαζί. Αποτελούν ένα δίδυμο καθορισμένο από την φύση διότι αυτός που κατέχει την αγάπη κατέχει και την ζήλια, δηλαδή τον φόβο μην την χάσει!
Φυσικά υπάρχουν θεωρητικοί οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η ζήλια είναι ένα συναίσθημα το οποίο δεν είναι “φυσιολογικό”, αλλά υπάρχει μέσα από τον τρόπο σκέψης και απαντά στις συνθήκες που οι πολιτιστικοί παράγοντες επιβάλλουν μέσα από τους οποίους ο άλλος θεωρείται κτήμα μας, έχοντας το δικαίωμα να περιορίσουμε την ελευθερία του (γυναίκες).
Πάντως, όπως και να έχει το πράγμα, όπως σε όλες τις καταστάσεις, έτσι και με την ζήλια, υπάρχει ένα μέτρο. Το μέτρο είναι αυτό που χαρακτηρίζει μια κατάσταση φυσιολογική ή όχι. Το ποσοστό της ζήλιας είναι αυτό που θα ορίζει την λειτουργικότητα της, τόσο στην σχέση με τον άλλον, όσο και στην σχέση του ατόμου με τον εαυτό του.
Άρα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει η “φυσιολογική” ζήλια. Αυτή, που κάτω από ορισμένες συνθήκες, εκφράζεται με την μορφή της ανησυχίας ενός μέλους της ερωτικής σχέσης σχέσης, για την αγάπη του/της σύντροφό του/της.
Σε αυτή την περίπτωση ο ρόλος της είναι εποικοδομητικός για την σχέση, όσο και για το άτομο, εάν μείνει σε αυτή την ανησυχία, δηλαδή λειτουργήσει σε “φυσιολογικά επίπεδα! Αν όχι...τότε μιλάμε για τη μη “φυσιολογική” ζήλια.
Η “μη φυσιολογική” έρχεται να αποδομήσει την σχέση αφού πρώτα έχει αρχίσει να αποδημεί το άτομο. Η παρουσία της γίνεται καταστρεπτική. Τόσο η λογοτεχνία, όσο και η πραγματικότητα είναι γεμάτες με τέτοια παραδείγματα.
Η μη “φυσιολογική” ζήλια
Όπως είπαμε, χωρίσαμε θεωρητικά την ζήλια σε “φυσιολογική” και μη “φυσιολογική” Την μη “φυσιολογική”ζήλια θα την εξετάσουμε υπό το πρίσμα του φόβου της εγκατάλειψης, της έλλειψης της αγάπης, της ατέλειας του εαυτού, της έλλειψης εμπιστοσύνης, καθώς και από την ύπαρξη του τρίτου προσώπου, αλλά και των φανταστικών σεναρίων του ατόμου που είναι παραδομένο σε αυτή.
α) Ο φόβος της εγκατάλειψης
Η ζήλια έχει να κάνει με τον “άλλο” μέλος της ερωτικής σχέσης και την μορφή σύνδεσης μαζί του. Ένα βασικό συναίσθημα που καταλαμβάνει το άτομο και το κάνει “ζηλιάρη” είναι ο φόβος μήπως χάσει τον άλλον, μήπως εγκαταλειφθεί.
Ο φόβος απώλειας και εγκατάλειψης κάνουν το άτομο πολύ ευαίσθητο και αγχωτικό στην ερωτική σχέση. Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να μην προκαλούνται από ένα πραγματικό ερέθισμα, αλλά κάθε ερέθισμα από ένα τρίο πρόσωπο, (ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια λέξη), μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για να έρθουν στην επιφάνεια και να χρωματίσουν το συναισθηματικό πεδίο της σχέσης. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, ας δούμε μερικούς...
β) Η έλλειψη αγάπης
Η βιωμένη έλλειψη αγάπης κάνει το άτομο στο να προσπαθεί να υπερασπιστεί την πηγή αγάπης που είναι ο άλλος της ερωτικής σχέσης. Η έλλειψη αυτή προέρχεται από την σχέση με τους γονείς του και όπως λέει ο Βίννικοττ1 από την σχέση με την μητέρα.
Φαίνεται λοιπόν ότι η έλλειψη αγάπης είναι μια αίσθηση που διαπερνά τον χρόνο και ακολουθεί το άτομο σαν στοιχείο πλέον της ταυτότητας του. Πάνω σε αυτή την έλλειψη έχει κατασκευαστεί αυτό που είναι. Οι έρευνες όμως δείχνουν ότι αυτή η έλλειψη μπορεί να γίνει και η κινητήρια δύναμη στις σχέσεις που θα συνάψει από εκεί και πέρα.
Έτσι η παρουσία του άλλου και η σημασία που του αποδίδει έχει να κάνει με αυτή ακριβώς την έλλειψη, την οποία δεν θέλει να την εξαλείψει - πράγμα που θα περίμενε κάποιος - αλλά μάλλον να την διατηρήσει!
Δηλαδή από παρατηρήσεις που έχουμε, βλέπουμε ότι άτομα με τέτοιου είδους ελλείψεις διαλέγουν συντρόφους οι οποίοι δεν είναι σταθεροί, αλλά το αντίθετο, δημιουργούν και επιτείνουν το συναίσθημα ανασφάλειας από το οποίο θέλει να ξεφύγει το άτομο!
Μια εξήγηση πάνω σε αυτό είναι αυτό το συμπέρασμα, την δίνει ο Πωλ Ρικέρ2 που λέει, ότι δεν έχει σημασία η αποτελεσματικότητα των γεγονότων, όσο η λογική τους δομή, η διάρθρωσή τους, το νόημά τους.
γ) Η ατέλεια του εαυτού
Όταν το άτομο θεωρεί ότι μειονεκτεί απέναντι στους τους άλλους, αυτό βοηθάει στο να τους αισθάνεται σαν ανταγωνιστές και νιώθει συνεχώς απειλούμενο. Η τάση του είναι να ασφαλίσει την παρουσία του άλλου με μια προσπάθεια “ιδιοκατοίκησής” του. Δηλαδή να τον θεωρεί κτήση του. Βέβαια πριν να θεωρήσει τον άλλον σαν κτήση του, ο ίδιος αισθάνεται κτήση του άλλου.
Σε αυτή την περίπτωση ο σύντροφός του γίνεται τον κύριο σημείο αναφοράς της ύπαρξή του. Τον “ενσωματώνει” λοιπόν, και αντλεί από αυτόν το την αίσθηση της ταυτότητας του. Η σχέση μαζί του γίνεται τόσο ζωτική , όπως η σχέση με την μητέρα. Αυτό του δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας, ταυτόχρονα όμως παραδίδεται στο φόβο μη προδοθεί από αυτόν και χάσει κάτι που θεωρεί ότι του ανήκει. Έτσι ώστε η απώλεια του εκλαμβάνεται σαν απώλεια του εαυτού. Με αυτό τον τρόπο η σχέση δεν γίνεται ένας χώρος αγάπης και αποδοχής αλλά φόβου και συναισθηματικής εξάρτησης.
Η ζήλια γίνεται ένας μηχανισμός άμυνας με στόχο την αποφυγή αυτών των δυσάρεστων συναισθημάτων. Δημιουργείται με βάση την αναζήτηση της αγάπης και της αποδοχής που φανερώνει ότι το άτομο συναντά δυσκολία στο να αποδεχθεί τον ίδιο τον εαυτό του και να τον εκτιμήσει. Πράγμα που σημαίνει επίσης ότι το άτομο είναι ικανό να προσαρμοστεί στο κάθε τι μέσα στην σχέση, για να γίνει αποδεχτό και να αγαπηθεί, χωρίς να μπορεί να βάλει όρια, χωρίς να μπορεί να πει όχι.
Έτσι η γνώμη που έχει για τον εαυτό του καθορίζει και την μορφή ορίων που θα θέσει στους άλλους. Όσο πιο αρνητική είναι τόσο επιτρέπει στους άλλους να παραβιάζουν το χώρο και το χρόνο του, όσο θετική, τόσο προστατεύει τα όριά του και καθορίζει την απόσταση ελευθερίας από τους άλλους.
δ) Η εμπιστοσύνη στον εαυτό
Η εμπιστοσύνη στον εαυτό είναι μια έννοια την οποία την συναντάμε συχνά, όταν αναφερόμαστε σε θέματα ψυχολογίας και εκφράζει ακριβώς αυτό που λέει, την εμπιστοσύνη που έχουμε στον εαυτό μας, δηλαδή την ικανότητα αυτονόμησης του ατόμου και ολοκληρωμένης παρουσίας του στην ερωτική σχέση. Αυτό δεν σημαίνει την μη εξάρτηση του από τον άλλον, αλλά την ρύθμιση αυτής της εξάρτηση στα όρια του σεβασμού και της αγάπης απέναντι στον εαυτό του.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι το άτομο δεν παραδίδεται σε μια τυφλή αναζήτηση της αγάπης και της αναγνώρισης με οποιοδήποτε τρόπο που θα απειλεί την υπαρξιακή του ακεραιότητα, αλλά η αναζήτηση αυτή γίνεται στην βάση της πίστης σε αυτόν και στο τι του αξίζει, ώστε να γίνει καλύτερος, παρά σε κάτι που τον υποτιμά και τον υποβιβάζει. Άρα στην ερωτική σχέση δεν επικεντρώνεται τόσο στην παρουσία του άλλου όσο στην δική του, από όπου αντλεί τα χαρακτηριστικά της ύπαρξή της η σχέση.
Εδώ θα πρέπει να μιλήσουμε για τις συναισθηματικές ανάγκες που ο καθένας έρχεται να εκφράσει μέσα στην σχέση, οι οποίες, αν είναι περισσότερες από αυτές που μπορεί αυτή να καλύψει. Στην περίπτωση αυτή η μορφή της μπορεί να αλλάξει και από ερωτική να γίνει γονεϊκή. Δηλαδή μετατρέπεται σε μέσον εκπλήρωσης ελλείψεων οι οποίες δεν έχουν σχέση με τον έρωτα αλλά με την έλλειψη της αγάπης.
Την υπόθεση που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι ένα τέτοιο άτομο έχει ζήσει την έλλειψη αγάπης και αναγνώρισης στην παιδική του ηλικία, τις οποίες την σημασία δεν έχει αξιολογήσει σωστά. Στην ενήλικη ζωή συναντάει τα αποτελέσματα αυτής της παρελθοντικής κατάστασης, η οποία τον ξανακάνει παιδί και εκφράζεται με την έλλειψη εμπιστοσύνης που νιώθει και τον φόβο της ανασφάλειας που τον καταλαμβάνει στην σκέψη και μόνο ότι ο σύντροφός του/της μπορεί να ενδιαφερθεί για κάποιον/α άλλον/η.
Ο άλλος γίνεται το ολοκληρωτικό διάμεσο για να καλύψει αυτή την έλλειψη. Προβάλει επάνω του την ανάγκη ασφάλειας που έχει, όπως ακριβώς λειτουργούσε στην οικογένεια του σαν παιδί, αποδίδοντας σε αυτόν χαρακτηριστικά που ανήκαν στον γονέα του (πατέρα,ή μητέρα)
Άρα αυτό που δεν εισέπραξε τότε από αυτούς, το αναζητά στην ερωτική σχέση από τον/την σύντροφό του/της. Θα πρέπει να πούμε ότι σε αυτές τις καταστάσεις η αποζητούμενη συναισθηματική πληρότητα από την σχέση είναι πάντα ελλειμματική, για τον απλούστατο λόγο ότι ο άλλος δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό που του ζητάει.
Έτσι το άτομο δεν ικανοποιείται από την προσοχή του άλλου και βρίσκεται σε μια συνεχή ματαίωση. Αυτό μπορεί να το κάνει να κλειστεί στον εαυτό του, να πέσει σε κατάθλιψη, να εκδήλωση μια νευρικότητα στραμμένη προς τους άλλους με την μορφή της επιθετικότητας, ή προς τον εαυτό του με την μορφή των αυτοτραυματισμών.
ε) Το τρίτο πρόσωπο
Για να υπάρξει η ζήλια πρέπει να υπάρχει ένα τρίτο πρόσωπο. Κάποιος ο οποίος έρχεται να διεκδικήσει το αγαπημένο πρόσωπο και παίρνει πολύ γρήγορα την θέση του ανταγωνιστή. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να είναι οποιοδήποτε και μπορούμε να το συναντήσουμε παντού, όπου είμαστε μαζί με τον/την σύντροφό μας. Μπορεί να υπάρχουν πραγματικά στοιχεία γι αυτή την ανησυχία, όπως και φανταστικά.
Η σημασία που τους αποδίδουμε λειτουργεί ώστε να μπούμε στην ανησυχία ή να μείνουμε σταθεροί σε αυτό που πιστεύαμε μέχρι τώρα για την σχέση μας. Αυτό εξαρτάται από συναισθηματική ασφάλεια που μας διακρίνει, ή όχι.
Η πραγματική, ή φανταστική παρουσία κάποιου ανταγωνιστή αποτελεί το χαρακτηριστικό στοιχείο της ζήλιας. Τις περισσότερες φορές αυτό ο ανταγωνιστής βρίσκεται μόνο στο μυαλό αυτού που ζηλεύει!
ζ) Φανταστικά σενάρια
Αντιλαμβανόμαστε ότι ένα τέτοιο άτομο τυραννιέται από μια σειρά σεναρίων τα οποία πλάθει μέσα στο κεφάλι του γύρω από την ερωτική του σχέση. Σε αυτά τα σενάρια βάζει πάντα τον εαυτό του στην υποδεέστερη θέση, σε αυτή του εξαρτημένου, του αναζητητή της αγάπης, του εξαπατημένου. Στην θέση αυτού που “θυσιάζεται” για τον άλλον, ο οποίος δεν τον “καταλαβαίνει”.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια διαταραχή η οποία ξεπερνά τις περισσότερες φορές την πραγματικότητα και οδηγεί την σχέση σε φανταστικά σενάρια τα οποία έρχονται να δικαιολογήσουν μια ανύπαρκτη κατάσταση σαν υπαρκτή.
Το ζήτημα είναι ότι, όπως αναφέραμε και πάρα πάνω, αυτά τα άτομα τα οποία νιώθουν ανασφάλεια, “μαγνητίζονται” από συντρόφους οι οποίοι επιτείνουν αυτό το συναίσθημα. Δηλαδή διαλέγουν ανθρώπους που είναι ασταθείς, κρυψίνους και ανώριμοι.
Η Εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι διαλέγουν συντρόφους σύμφωνα με τα γονεϊκά τους πρότυπα. Με αυτό τον τρόπο φαίνεται ότι επαναλαμβάνουν το συναίσθημα που “μάθανε” στην οικογένεια καταγωγής τους. Αναπαράγουν το τότε συναίσθημα σαν κάτι γνωστό το οποίο θέλουν να αποφύγουν, αλλά το επανατροφοδοτούν!
Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η ζήλια στην ουσία δεν έχει να κάνει με τον άλλον, αλλά με εμάς τους ίδιους και τους φόβους μας. Ο άλλος είναι ένα διάμεσο! Κάποιος τον οποίο χρησιμοποιούμε για να φθάσουμε στην κατάσταση παροξυσμού!!
Ο φόβος είναι μια φυσιολογική δικαιολογία για να χρησιμοποιήσω τον άλλον σαν κτήμα μου. Δεν θέλω να τον χάσω, δεν τον αφήνω να μου ξεφύγει. Του θέτω όρους ώστε να μην πλησιάσει κανένα άλλον, και μάλιστα τον καθιστώ υπεύθυνο για κάτι τέτοιο, που σημαίνει ότι τον ενοχοποιώ για αυτό.
Το βασικό νόημα αυτών λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η εξάρτηση και όχι η αποφυγή της. Το πρόβλημα και όχι η λύση του.
Δηλαδή το νόημα της παρουσία του άλλου εντοπίζεται μέσα στο φόβο της απώλειας και πουθενά αλλού. Εάν δεν υπάρχει αυτή η αίσθηση τότε η παρουσία του σαν να μην αποκτά ενδιαφέρον και σαν η ερωτική σχέση να γίνεται κάτι κουραστικό και μονότονο.
Στο σημείο αυτό βλέπουμε ότι, τόσο μέσα από την απειλητική ύπαρξη του τρίτου προσώπου όσο και την ανάδειξη των φανταστικών σεναρίων, το μέτρο, που σημαίνει ο έλεγχος των συναισθημάτων της ζήλιας ξεπερνάει το “φυσιολογικό”. Το “τυφλώμνο” άτομο αντιλαμβάνεται λανθασμένα τα μηνύματα του περιβάλλοντος καθώς και τις προθέσεις των άλλων προσώπων. Σε αυτή την περίπτωση η μορφή της ζήλιας πλησιάζει την ψυχιατρική έννοια της “παράνοιας” στο βαθμό των συνεχών σκέψεων, τις οποίες το άτομο δεν μπορεί να περιορίσει, να ελέγξει και ξεπερνάνε την θέληση του. Έτσι η απεριόριστη ζήλια καταστρέφει το αντικείμενο του έρωτα, οδηγώντας το στην απομόνωση ή την φυγή.
Όταν μιλάμε, λοιπόν για μη “φυσιολογική” ζήλια, μιλάμε για ψυχικό πόνο, ο οποίος απομονώνει και οδηγεί στο μαρασμό.
Η “φυσιολογική” ζήλια
Η “φυσιολογική” ζήλια, όπως είπαμε ο ρόλος της είναι εποικοδομητικός για την ερωτική σχέση, και για το άτομο και θα μπορούσαμε να την ορίσουμε σαν ένα στοιχείο του ζευγαριού το οποίο λειτουργεί θετικά στην δέσμευση με τον/την άλλον/η.
Η ζήλια εδώ παίρνει την μορφή της αναγνώριση και την αποδοχή του ατόμου διότι η ερωτική σχέση παίξει σημαντικό ρόλο στην συνέχεια της κατασκευής της ταυτότητας του. Μια ερωτική σχέση μπορεί να δομήσει όπως και να αποδομήσει την ταυτότητα του ατόμου, διότι εμπλέκεται στην οικοδόμηση της εμπιστοσύνης στον εαυτό και αποτελέσει ένα βασικό παράγοντα για αυτήν.
Συχνά μέσα στην ερωτική σχέση ακούμε κάποιον να μιλάει για “θαυμασμό” του άλλου. Ο θαυμασμός λοιπόν του συντρόφου είναι ένα στοιχείο που μπορεί να εκφράζει ένα είδος ζήλιας, αλλά αυτή η ζήλια λειτουργεί θετικά για το ζευγάρι. Διότι αυτός που “θαυμάζεται”, αρχίζει να “θαυμάζει” αυτόν που τον “θαυμάζει” και τότε δημιουργείται μια θετική πορεία και για τους δύο.
Δηλαδή ο εκάστοτε ερωτικός σύντροφος μπορεί να γίνει πυροδότης για να μπορέσουν και οι δύο να εξελιχθούν και να αναπτύξουν τις ικανότητες τους. Γίνονται, ο ένας για τον άλλον, ένα παράδειγμα, όπου η μίμηση και η μάθηση παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στις αλληλεπιδράσεις τους.
Τότε, ο άλλος δεν αποτελεί το στοιχείο εξάρτησης του ατόμου, αλλά ένα στοιχείο που το βοηθάει να δει τον εαυτό του μέσα από τον “θαυμασμό” του, όπου η εμπιστοσύνη και η αυτοπεποίθηση μεγαλώνει και γίνεται πιο δημιουργικός, ευχάριστος, σίγουρος για τον αυτόν και για τον άλλον. Ο φόβος μην χάσουμε τον ερωτικό σύντροφο, και η στάση απέναντί του δεν έχει στόχο την κατάχτηση και το περιορισμό του, αλλά την συμμαχία και την ελεύθερη συναλλαγή.
Με αυτό τον τρόπο εκείνο που επανατροφοδοτείται είναι η πίστη στην ερωτική σχέση που στηρίζεται στην αλληλο-αναγνώριση του άλλου και την αλληλο-αποδοχή, οι οποίες βοηθούν την αυτο-αναγνώριση και την αυτο-αποδοχή του κάθε μέλους μέσα από αυτή. Που φανερώνει επίσης την σημαντικότητα του καθένα για τον άλλον, αλλά και την σημαντικότητα της ίδιας της σχέσης.
Η έννοια της πίστης έρχεται να συναντήσει αυτή της εμπιστοσύνης κάνοντας την ερωτική σχέση ένα βασικό χώρο/χρόνο επανατροφοδότησης των μελών της με αυτοπεποίθηση.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η “ζήλια” θα μπορούσαμε να πούμε ότι γίνεται κινητήριο δύναμη της εξέλιξης του ατόμου και όχι εμπόδιο του.
Κερεντζής Λάμπρος
σημειώσεις:
1http://kerentzis.blogspot.gr/2014/10/blog-post_42.html

2http://www.frenchphilosophy.gr/paul-ricoeur/#.VmQYEdLhDGg

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.