Ταυτότητα – Ετερότητα



Η μελέτη της προέλευσης και της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα σημαντική ερμηνευτική πτυχή που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξήγηση των ιστορικών συμβάντων απαιτεί την ιστορική αναδρομή στους τρόπους προσδιορισμού της σχέσης των ατόμων με τους “άλλους”.

Οι “άλλοι” είναι είτε “μη άνθρωποι”, δηλαδή θεοί, θεότητες, πνεύματα, ζώα, μηχανές είτε “διαφορετικοί άνθρωποι”, δηλαδή αλλόφυλοι, αλλόθρησκοι, “περιθωριακοί”, πάσης φύσεως μειονότητες, καθώς και γυναίκες –όταν πρόκειται για ανδροκρατούμενες κοινωνίες.

«Ο τρόπος κατανόησης του “άλλου” προσδιορίζει την επικοινωνιακή δομή μιας κοινωνίας» 1 , αφού η έννοια της ταυτότητας, παρόλο που, σύμφωνα με ορισμένους ισχυρισμούς αναφέρεται σ’ ένα “φαντασιακό αντικείμενο”, βρίσκεται στο επίκεντρο της διαλεκτικής σχέσης του ενός και του πολλαπλού.

Οι έννοιες του εαυτού και του άλλου είναι κατά βάση συμπληρωματικές, δομικά συστατικά του αισθήματος της προσωπικής ταυτότητας. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η έννοια της “ετερότητας” αποτελεί «βασικό στοιχείο για κάθε κοινωνιογνωστικό σύστημα κατηγοριοποιήσεων και αναπαραστάσεων του περιβάλλοντος» 2 και παράλληλα την «αναγκαία, συστατική, αλλά ταυτόχρονα και την πιο προβληματική συνιστώσα της ταυτότητας»3 .

Η ύπαρξη όμως του “άλλου” δηλώνει ως ένα σημείο την αμφισβήτηση του “εγώ”, ενώ συγχρόνως προσδιορίζει το βαθμό ανεκτικότητας που διακρίνει κάθε ομάδα ανθρώπων. Το άτομο εκτελεί διαρκώς μια διττή διαδικασία ενσωμάτωσης / διαφοροποίησης, που του επιτρέπει να ζει αρμονικά στην κοινωνία: από τη μια πλευρά επιδιώκει να βρίσκει κοινά χαρακτηριστικά με άλλα άτομα και να ενσωματώνεται σε πάσης φύσεως συλλογικές οντότητες και από την άλλη να διαφοροποιείται από άλλους και να συγκροτεί μια ξεχωριστή μονάδα.

Γίνεται, επομένως, αντιληπτό ότι η αυτογνωσία και η συνειδητοποίηση της ταυτότητάς μας περνάει μέσα από την αποδοχή της ταυτότητας του άλλου. Είναι αναμφισβήτητα απόλυτα φυσιολογική η διάθεση κάθε ανθρώπου να ενώνεται με τους άλλους για να αποτελέσει μαζί τους μια οντότητα και να αναζητά σε αυτούς ομοιότητες και κοινά χαρακτηριστικά που θα συναποτελέσουν τα στοιχεία της ταυτότητας της ομάδας, στοιχεία διαφορετικότητας σε σύγκριση με όσους δεν ανήκουν σε αυτήν.

Επομένως, η έννοια της “ταυτότητας” θέτει τα όρια της “ετερότητας”. Όπως αναφέρει άλλωστε ο Κλ. Ναυρίδης η ταυτότητα είναι «[..] το δυναμικό αποτέλεσμα μιας διαρκούς αντιπαράθεσης, μιας αντίστιξης ανάμεσα σε ένα “μέσα” και ένα “έξω”…»4 .

Αυτή ακριβώς η διατύπωση παραπέμπει στην άποψη του Ch. Taylor, ο οποίος εμμένει ότι, επειδή η ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από μια διαλογική διαδικασία αναγνώρισης, η πραγματοποίηση τού ιδανικού της αυθεντικότητας προϋποθέτει την αναγνώριση από τους άλλους της προσωπικής και ιδιαίτερης ταυτότητας του καθενός5 .

Στη σημερινή εποχή η συζήτηση για τις έννοιες της ταυτότητας και της ετερότητας επανέρχεται στο προσκήνιο πιο επίκαιρη παρά ποτέ. Σύμφωνα με τον M. Parès I Maicas6 ανάμεσα στους βασικότερους παράγοντες “κατασκευής” ταυτότητας συγκαταλέγονται η επικράτεια, η εθνική κυριαρχική ομάδα, οι κοινωνικές δομές, η ιστορία, η “κουλτούρα”, η γλώσσα, η θρησκεία, το πολιτικό-νομικό σύστημα, η οικονομική ανάπτυξη, η εκπαίδευση και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Από την πλευρά του σε μία μελέτη του ο E. Hobsbawm7 αναγνωρίζει τέσσερα κριτήρια που διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο κατά τη συγκρότηση της ταυτότητας του ατόμου:
ι) την ιδεολογία,
ιι) την ιστοριογραφία που σχετίζεται με την εθνική αναφορά,
ιιι) τη λογοτεχνία, που επεξεργάζεται, αναπλάθει, δραματοποιεί και αφηγείται την καθημερινή ζωή και
ιv) τη γλώσσα, που αποτελεί το βασικότερο εργαλείο κοινωνικοποίησης.

Γενικότερα, ο προσδιορισμός της ταυτότητας, ως «νοητικής κατασκευής που διαμορφώνεται μέσα από μακρόχρονες και πολύπλοκες ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαδικασίες»8 , βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των διαφόρων θεωρητικών αναζητήσεων που θέτουν ερωτήματα αναφορικά με τη φύση, τη μορφή και τις διαδικασίες διαμόρφωσής της.

Το βέβαιον είναι ότι η ταυτότητα εμπεριέχει την ύπαρξη του Άλλου, δηλαδή τη διαφορετικότητα. Πάντως είναι γεγονός ότι ο όρος “ταυτότητα” παρουσιάζεται ως ιδιαιτέρως δύσκολος να ορισθεί. Μάλιστα σήμερα δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που αμφισβητούν την ταυτότητα ως έννοια, διότι υποστηρίζουν ότι είναι ιδεολογικά συνυφασμένη με τη φυλάκιση του “εγώ” σε δεσμευτικά, βιολογικά εν γένει, πλαίσια9 .

Χαρακτηριστικά για το θέμα αυτό είναι όσα σημειώνει σε μελέτη του ο Κ. Βρύζας: «Η ταυτότητα είναι μια λέξη αμφίσημη. Από τη μια μεριά σημαίνει την απόλυτη ομοιότητα ή ισότητα ανάμεσα σε άτομα, ομάδες, απόψεις, πράγματα ή σύμβολα, τα οποία ταυτίζονται το ένα με το άλλο αντίστοιχα. Από την άλλη μεριά, αντίθετα, υποδηλώνει το σύνολο των χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν κάποιον ή κάτι από κάτι άλλο. Και ανάμεσα υπάρχει μια αμφιβολία: ταυτότητα σημαίνει αυτό που κάποιος ισχυρίζεται πως είναι.

Στην πραγματικότητα όμως, οι ορισμοί των ταυτοτήτων ανήκουν στη δικαιοδοσία εκείνων που ορίζουν με όλες τις σημασίες της λέξης, δηλαδή σ’ αυτούς που οριοθετούν, διαμορφώνουν και εξουσιάζουν. Και τούτο, γιατί η επαλήθευση των ισχυρισμών για την ταυτότητα εξαρτάται μάλλον από τη δύναμη που έχει ο ισχυριζόμενος να επιβάλλει την άποψή του παρά από το δίκιο του»10.


Σημειώσεις:

1 «Εμείς» και οι «άλλοι» αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Χρ. Κωνσταντοπούλου – Λ. Μαράτου-Αλιπράντη – Δ. Γερμανός – Θ. Οικονόμου (επιμ.), εκδ. τυπωθήτω Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2000, σ. 11.
2 Ό.π., σ. 12.
3 Ό.π., σ. 12.
4 Πρόκειται για τη διατύπωση του Κλ. Ναυρίδη στην «Εισαγωγή» του στο συλλογικό έργο Ταυτότητες, επιμ. Κλ. Ναυρίδη & Ν. Χρηστάκη, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1997.
5 Βλ. A. Gutmann, Πολυπολιτισμικότητα, μτφρ. Φ. Παιονίδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1977, σ. 83.
6 Βλ. M. Parès I Maicas, Η κατασκευή της πραγματικότητας από τα Μ.Μ.Ε., εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σ. 50.
7 Βλ. σχετικά E. Hobsbawm, Έθνη και εθνικισμός από το 1870 μέχρι σήμερα, μτφρ. Χρυσ. Νάντις, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994, επ.
8 Λάουρα Μαράτου – Αλιπράντη, «Εισαγωγή Α΄ ενότητας» στο «εμείς» και οι «άλλοι» αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, ό.π., σ. 33.
9 Φυσικά όμως δεν είναι δυνατόν να απορρίπτουμε επιστημονικά μια έννοια -μακραίωνη όσο και η παρουσία του ανθρώπου πάνω στη γη- μόνο και μόνο επειδή κάποια στιγμή εξυπηρέτησε τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης ως σήμερα ρατσιστικής ιδεολογίας. Πρόκειται για πρακτική που δεν προάγει τη γνώση.
10 Κ. Βρύζας, Παγκόσμια Επικοινωνία, Πολιτιστικές Ταυτότητες, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1997, σ.

Πηγή:
Η εισαγωγή από την Διπλωματική Εργασία της Μεταπτυχιακής Φοιτήτριας
Κορτσάρη Ολυμπίας,
με τίτλο:
Μορφές του “Άλλου” σε ξενόγλωσσα μεταφρασμένα βιβλία λογοτεχνίας για παιδιά πρώτης σχολικής ηλικίας

πίνακας:www.emona-art.com

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.