Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Η ένταξη


Η αίσθηση του υπάρχω καταγράφεται σε σχέσεις οι οποίες αποτελούν τα ιστορικά σημεία της ζωή μας. Άνθρωποι που μας αγάπησαν και αγαπήσαμε καθρεφτίζονται μαζί μας εκφράζοντας την ύπαρξή μας μέσα από αυτούς και την ύπαρξή τους μέσα από εμάς. Χαμογελούν και μας κοιτάζουν καθώς πλησιάζουμε και απομακρυνόμαστε εμπλεκόμενοι σε καινούργιες σχέσεις που κουβαλάνε το παλιό ρυθμό τους ψάχνοντας αυτό που μάθανε από την πρώτη στιγμή της παρουσία μας στην γη: την αποδοχή.

Η αποδοχή εκφράζει την ανάγκη της ένταξης, την ανάγκη της συνύπαρξης στην ζωή. Η ένταξη στα βλέμματα των άλλων, στα λόγια τους, στις αγκαλιές τους. Η Ένταξη αποτελεί το πρελούδιο των αναπτυσσόμενων σχέσεων, την αναζήτηση της μουσικής αρμονία του “ανήκειν” στη ζωή. Χωρίς την αίσθηση ότι αποτελούμε ένα μέρος ενός όλου, η σημασία της παρουσίας μας γίνεται απουσία.

Ακόμα και η μοναχικότητα μας, η μοναξιά μας καθορίζεται από την απουσία της ένταξης, από την απουσία της αίσθησης ότι ανήκουμε σε ένα σύνολο. Η μοναξιά δεν είναι παρά η απουσία τους συνόλου που σηματοδοτεί την ύπαρξη σαν συνύπαρξη. Ο ψυχικός μαρασμός επέρχεται από την αποπομπή από το σύνολο του οποίου αποτελούσαμε μέρος. Η ατομικότητα λοιπόν δεν είναι παρά μια άλλη μορφή συλλογικότητας.

Η αίσθηση του υπάρχω φανερώνει την δύναμη της μέσα από την έκφραση ενός συνόλου που μας εμπεριέχει εμπεριέχοντας το. Μόνο μέσα από αυτό μπορούμε να κατανοήσουμε το εύρος αλλά και το βάθος του εαυτού. Έτσι ώστε ιστορία μας δεν είναι μια ατομική ιστορία, αλλά μια συλλογική που τέμνεται και αναπτύσσεται μέσα στο χρόνο με τις ιστορίες τον άλλων, διεκδικώντας την ένταξή της μέσα σε αυτές.

Κερεντζής Λάμπρος

Πίνακας:Hans Andersen Brendekilde

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

ΒΙΑ: Εννοιολογικό πλαίσιο και ερμηνείες




Η βία συνιστά μια πολύπλοκη έννοια και ως εκ τούτου η διατύπωση ενός σαφούς και κοινά αποδεκτού ορισμού της, αποτελεί δύσκολο εγχείρημα. Διαποτίζει όλη την κοινωνική ζωή, περιβάλλεται με νόμους, σύμβολα, τελέσεις κ.α. Εκδηλώνεται με πολλές μορφές –φυσική, ηθική, ψυχολογική και για αυτό το λόγο συνδέεται με πολλούς τομείς του κοινωνικού βίου-με το δίκαιο, την αγωγή, την εργασία ακόμη και με το θέαμα..18 Η «βία» είναι μια ευρέως χρησιμοποιούμενη έννοια με πολλές σημασίες για την οποία δεν υπάρχει ικανοποιητικός και γενικά αποδεκτός ορισμός. Για αυτό εξάλλου έχει χαρακτηρισθεί ως Catch - all Concept, σημασιολογικό σύμφυρμα κλπ.

Η βία διακρίνεται σε πραγματική (real) και φανταστική (fictive). Η πραγματική βία περιλαμβάνει τις συμπεριφορές που προκαλούν φυσικές ή ψυχικές βλάβες σε άλλα ζωντανά όντα ή πράγματα ή αποσκοπούν στο να τις προκαλέσουν. Η φανταστική βία αφορά πράξεις που εμφανίζονται ότι τελούνται χωρίς να εκτελούνται πραγματικά. Η πραγματική βία προβάλλεται από τις ειδήσεις, τα ντοκυμαντέρ, τις εφημερίδες, τις ταινίες και τις ανταποκρίσεις, ενώ η φανταστική βία προβάλλεται από τις ταινίες και τα περιοδικά (π.χ. κόμικς)

Η βία διακρίνεται επίσης σε προσωπική και σε δομική. Ως προσωπική βία θεωρείται η σκόπιμη φυσική και ψυχική βλάβη ενός ατόμου, ενός ζωντανού όντος η πραγμάτων από ένα ή περισσότερα άτομα. Εάν επιχειρήσει να αξιολογήσει κανείς την πρόθεση του ασκούντος βία ή την αντίληψη του αποδέκτη της βίαιης συμπεριφοράς ότι υπάρχει τέτοια πρόθεση εκ μέρους του βιαιοπραγούντος, διαπιστώνει ότι πρόκειται για μια δύσκολη διαδικασία. Με την έννοια της προσωπικής βίας συνδέεται και η επιθετικότητα.

Η επιθετικότητα αποδίδεται σε τρεις αιτίες: α) στο βιαίο ένστικτο, το οποίο υπάρχει στην ανθρώπινη φύση, β) στην απογοήτευση σε συνδυασμό με ορισμένους περιστασιακούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα, τη συναισθηματική φόρτιση, την προσβολή κλπ και γ) στις διαδικασίες εκμάθησης. Ο Galtung (1975) προσδιορίζει ως δομική βία την συγκεκαλυμμένη βία η οποία υπάρχει σε ένα κοινωνικό σύστημα με οποιαδήποτε μορφή, παραδείγματος χάρη, ως κοινωνική αδικία. Η εκδήλωσή της δεν συνδέεται με την ανάγκη ύπαρξης κάποιου δράστη, ο οποίος την ασκεί αμέσως, ή κάποιου θύματος το οποίο έχει συνείδηση ότι του ασκείται.

Η έννοια της βίας είναι συναφής με την έννοια της χειραγώγησης, αφού όπως τονίζει ο Galtung , δομική βία υπάρχει όταν επηρεάζονται οι άνθρωποι τόσο πολύ, ώστε τα σωματικά και πνευματικά τους επιτεύγματα να είναι μικρότερα από τις πραγματικές τους δυνατότητες. Η δομική βία είναι αιτία της διαφοράς ανάμεσα σ’αυτό που έχει επιτευχθεί σε μια κοινωνία και σ’αυτό το οποίο μπορεί να επιτευχθεί. 19 Η καθημερινή χρησιμοποίηση της λέξεως βίας συνδυάζεται με την σημασία της άσκησης φυσικής δύναμης και μάλιστα κατά ένα τρόπο ξαφνικό, υπερβολικό, ανεπίτρεπτο. Ο συσχετισμός της βίας με το βιάζω και τον βιασμό, προσδίδει στη λέξη και το νόημα της παράνομης, απαγορευμένης άσκησης δύναμης που αντιτίθεται στη νόμιμη και επιτρεπτή –συνήθως από το κράτος- άσκηση της, για την οποία χρησιμοποιούμε τον όρο καταναγκασμός. Η βία δεν είναι μόνο σωματική αλλά και ψυχολογική.

Σύμφωνα με έρευνες της κοινωνιολογίας και της πολιτικής επιστήμης η βία προσδιορίζεται ως δύναμη που ασκείται με ένταση μη αναγκαία, είναι αδύνατο να προβλεφθεί και έχει ασυνήθιστη καταστρεπτικότητα. Είναι με άλλα λόγια η συμπεριφορά προς την οποία οι άλλοι δεν μπορούν να προσανατολισθούν (ηθελημένα ή όχι) εμποδίζοντας και την ανάπτυξη σταθερών προσδοκιών (από τους άλλους) σχετικά με αυτήν. 20 H βία σε διάκριση προς τη δύναμη, τον εξαναγκασμό ή τη ρώμη –χρειάζεται πάντοτε εργαλεία (όπως εδώ και επισήμανε ο Engels). Η επανάσταση της τεχνολογίας, επανάσταση στην κατασκευή εργαλείων που εκδηλώθηκε ιδιαίτερα έντονα στην οργάνωση και διεξαγωγή του πολέμου. 21

Για τον Μαrx ο ρόλος της βίας στην ιστορία ήταν δευτερεύων, δεν ήταν η βία που επέφερε το τέλος της παλιάς κοινωνίας, αλλά οι εγγενείς αντιφάσεις της. Τα ξεσπάσματα βίας προηγούνταν της ανάδυσης μιας νέας κοινωνίας, αλλά δεν την προκαλούσαν, για αυτό και ο Marx τα παρομοίαζε με τις ωδίνες του τοκετού, οι οποίες προηγούνται μεν του γεγονότος της οργανικής γέννησης, αλλά φυσικά δεν το προκαλούν. Υπ’ αυτό το πρίσμα αντιλαμβανόταν το κράτος ως εργαλείο βίας στα χέρια της άρχουσας τάξης αλλά η πραγματική δύναμη της άρχουσας τάξης δεν συνίστατο ούτε στηριζόταν στη βία. Οριζόταν από το ρόλο που έπαιζε η άρχουσα τάξη στην κοινωνία, ή ακριβέστερα, από το ρόλο της στη διαδικασία της παραγωγής. 22 Εφόσον η βία αποτελεί εκδήλωση εσωτερικών κοινωνικών συγκρούσεων και αντιθέσεων, η ανάλυσή της καθιστά ορατή την προτεραιότητα του πολιτικού στοιχείου και των σχέσεων εξουσίας στην κοινωνική ζωή. 23

H πολιτική βία είναι ένα γενικό φαινόμενο της εποχής με ομαδική-υπερατομική βάση και με πολύ μεγαλύτερη σημασία από εκείνη που έδιναν οι εγκληματολόγοι ή οι κοινωνιολόγοι όταν μελετούσαν τις περιπτώσεις άσκησης παράνομης βίας. Πολιτική βία μπορεί να ανευρεθεί στα γκέτο, στους ανταρτοπόλεμους, στις εξεγέρσεις, στις στάσεις, στα πραξικοπήματα, στις επαναστάσεις και στα ολοκληρωτικά κράτη. Πολιτική βία είναι δυνατόν να ασκείται από ένα κράτος και στο εξωτερικό πεδίο (επί άλλων λαών) και στο εσωτερικό (από όργανα του κράτους). Το πολίτευμα της δημοκρατίας αρνείται τη βία γιατί η βία αντιτίθεται στη βασική του προυπόθεση το λόγο. 

Έλλογη βία δεν υπάρχει. Η βία είναι παράλογη και άναρθρη. 24 Αν στραφούμε σε συζητήσεις γύρω από το φαινόμενο της δύναμης, σύντομα διαπιστώνουμε την ομοφωνία που υπάρχει μεταξύ θεωρητικών της πολιτικής από την Αριστερά μέχρι και τη Δεξιά ως προς το ότι η βία δεν είναι τίποτε περισσότερο από την πιο κατάφωρη εκδήλωση δύναμης. «Όλη η πολιτική είναι ένας αγώνας για δύναμη, το απώτατο είδος δύναμης είναι η βία» έλεγε ο Wright Mills, ακολουθώντας τρόπον τινά τον ορισμό του Weber για το κράτος ως «εξουσία ανθρώπων πάνω σε ανθρώπους που βασίζεται στα μέσα της νόμιμης, δηλαδή της φερόμενης ως νόμιμης, βίας». Η ομοφωνία είναι πολύ παράξενη διότι το να εξομοιώνει κανείς την πολιτική δύναμη με «την οργάνωση της βίας» έχει νόημα μόνο αν ασπάζεται την εκτίμηση του Μarx ότι το κράτος είναι όργανο καταπίεσης στα χέρια της άρχουσας τάξης. 25

Η δύναμη όπως αποδεικνύεται είναι εργαλείο εξουσίας, ενώ η εξουσία όπως μαθαίνουμε, οφείλει την ύπαρξή της «στο ένστικτο της κυριαρχίας». Αναφέροντας τον Jouvenel ο «άνθρωπος αισθάνεται πιο κοντά στη φύση του όταν επιβάλλεται στους άλλους και τους κάνει όργανα της θέλησής του» πράγμα που του δίνει «ασύγκριτη ευχαρίστηση». Η «δύναμη» λέει ο Voltaire, «συνίσταται στο να κάνω τους άλλους να πράττουν όπως εγώ επιλέγω», είναι παρούσα οπουδήποτε έχω την ευκαιρία «να επιβάλλω τη θέλησή μου ενάντια στην αντίσταση των άλλων», λέει ο Weber, θυμίζοντας μας τον ορισμό του Clauzewitz για τον πόλεμο ως «πράξη βίας ώστε να εξαναγκασθεί ο αντίπαλος να κάνει αυτό που θέλουμε».26

Πριν από τις πρόσφατες ανακαλύψεις ενός εγγενούς ενστίκτου κυριαρχίας και μιας έμφυτης επιθετικότητας στον άνθρωπο, είχαν εμφανισθεί παρόμοιες φιλοσοφικές απόψεις. Σύμφωνα με τον Jοhn Stuart. Mill, «το πρώτο μάθημα του πολιτισμού είναι το μάθημα της υπακοής», ο ίδιος μιλάει για «τις δυο καταστάσεις των διαθέσεων… η μια είναι η επιθυμία των ανθρώπων να εξουσιάζουν άλλους, η άλλη …η απροθυμία τους να εξουσιάζονται οι ίδιοι». Αν εμπιστευθούμε τις δικές μας εμπειρίες σε αυτά τα θέματα, θα δούμε ότι το ένστικτο της υποταγής, μια τάση να υπακούει και εξουσιάζεται κανείς από έναν κραταιό άνθρωπο, είναι τουλάχιστον εξίσου ευδιάκριτο στην ανθρώπινη ψυχολογία με τη θέληση για δύναμη, ίσως δε από πολιτική άποψη, να έχει μεγαλύτερη σημασία.

Το παλιό ρητό «αυτός που μπορεί να εξουσιάζει μπορεί εξίσου καλά και να υπακούει (how fit he is to sway /that can so well obey), δείχνει μια αλήθεια: ότι η θέληση για δύναμη και η θέληση για υποταγή είναι αλληλένδετες. «Η πρόθυμη υποταγή στην τυρρανία» χρησιμοποιώντας για μια ακόμη φορά τα λόγια του Jοhn. Stuart Mill, δεν προκαλείται πάντα από «ακραία παθητικότητα». Αντίστροφα, μια έντονη απροθυμία να υπακούει κανείς συνοδεύεται συχνά από μια εξίσου έντονη απροθυμία να κυριαρχεί και να διατάζει. 27

Μια από τις προφανέστερες διακρίσεις μεταξύ δύναμης και βίας είναι ότι η δύναμη έχει πάντοτε την ανάγκη μεγάλου αριθμού ατόμων, ενώ η βία μέχρι ενός σημείου μπορεί να τα καταφέρει χωρίς αυτούς επειδή στηρίζεται σε εργαλεία. Η βία είναι φύσει εργαλειακή, έχει πάντα ανάγκη καθοδήγησης και δικαιολόγησης από τον σκοπό που επιδιώκει. 28 Η βία δεν εξαρτάται από αριθμούς ή γνώμες αλλά από όργανα. Αυτοί που αντιτάσσουν απλή δύναμη στη βία σύντομα διαπιστώνουν ότι έχουν να αναμετρηθούν όχι με ανθρώπους αλλά με κατασκευές των ανθρώπων, που η απανθρωπιά και η καταστροφική αποτελεσματικότητα τους αυξάνονται κατ’ αναλογία προς την απόσταση που χωρίζει τους αντιπάλους. Η βία μπορεί πάντα να καταστρέψει τη δύναμη, από την κάννη ενός όπλου βγαίνει η πιο αποτελεσματική διαταγή, με αποτέλεσμα την πιο άμεση και τέλεια υπακοή. Αυτό που ποτέ δεν μπορεί να προέλθει από την κάννη είναι η δύναμη. Από πολιτική άποψη η δύναμη και η βία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Δύναμη και βία είναι πράγματα αντίθετα, όταν η μια επικρατεί απόλυτα, η άλλη απουσιάζει.

Η βία εμφανίζεται εκεί όπου η δύναμη κινδυνεύει, αλλά αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, καταλήγει στην εξαφάνιση της δύναμης. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι σωστό να θεωρείται αντίθετο της βίας η μη βία, η αναφορά στη μη βίαιη δύναμη είναι στην πραγματικότητα πλεονασμός. Η βία μπορεί να καταστρέψει τη δύναμη αλλά είναι εντελώς ανίκανη να τη δημιουργήσει. 29 Σε μια μετωπική σύγκρουση μεταξύ βίας και δύναμης, η έκβαση είναι αβέβαιη. Αν η εξαιρετικά ισχυρή και επιτυχής στρατηγική της μη βίαιης αντίστασης του Ghandi είχε έλθει αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό εχθρό- τη Ρωσία του Stalin, τη Γερμανία του Hitler, ακόμη και την προπολεμική Ιαπωνία, αντί για την Αγγλία – το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ο τερματισμός της αποικιοκρατίας, αλλά η σφαγή και η υποταγή. 30

Σημειώσεις:

18 Δημητρίου, Σ.(2003), Αθήνα, Σαββάλας, σελ.27.
19Λαμπροπούλου, Ε. (1999β). Η κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, σελ.61-2.
20 Δασκαλάκης 1969 :1 παραπέμποντας. Δασκαλάκης, Γ.Δ. (1969). Η στρατηγική της αβιαίης βίας. Ανάτυπο από το Χριστουγεννιάτικο Τεύχος της ȃȑĮȢ ǼıIJȓĮȢ,σελ.1, παραπέμποντας αντίστοιχα στον S.Wolin και Ch.Johnson. 21Αrendt, H.(2000). Ȇİȡȓ ȕȓĮȢ, εισαγωγή-μετάφραση: Βάνα Νικολαίδου- Κυριανίδου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, σελ.66.
22 Στο ίδιο σελ. 74
23 Ό.π.σελ. 27
24 Δασκαλάκης (1969), σελ. 6-7
25 Αrendt (2000),σελ. 95 26 Στο ίδιο σελ. 96
27Ό.π.σελ. 99
28 Ό.π. σελ. 101και 112
29 Ό.π.σελ. 115 και 118
30 Ό.π. σελ.115

Απόσπασμα από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Το πείραμα Stanford (1971) και η ερμηνεία της βίας.
Η απήχησή του στην εγκληματολογική θεωρία.
Της
Μαρία Τζιράρκα
από το κεφάλαιο

Οι εγκληματολογικές προσεγγίσεις και η διαχείριση της βίας 

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Διασχίζοντας το πένθος


...........Η εμπειρία του πένθους βιώνεται μοναχικά. Δεν είναι μόνο πόνος και θλίψη. Επιθετικότητα, θυμός, οργή, είναι όλα παρόντα στο ραντεβού. Δύσκολο να το παραδεχτείς: οι νεκροί και τα νεογέννητα υποτίθεται ότι δεν αφυπνίζουν παρά μόνο αισθήματα τρυφερά, σεβασμού, συμφωνημένα. Κάθε υπερβολή απαγορεύεται. Τι ψέμα!

Η ψυχή είναι πιο περίπλοκη. Αποτελείται από ασαφείς κινήσεις, από βάσανα και από αδιάκοπε μεταστροφές, δεν είναι ποτέ λεία, αμιγής, μονοσήμαντη. Γύρω από το θάνατο και την γέννηση (την αρρώστια, το σμίξιμο, τον ερωτικό χωρισμό κτλ.), τα συναισθήματα συνωθούνται μέσα από μια έντονη ορμητικότητα που μας αποσταθεροποιούν, μας ανατρέπουν με την δύναμη και την ακαταστασία τους. Πρόκειται για στιγμές έντονων εσωτερικών ανακατατάξεων, Μας παρασύρουν στην εξερεύνηση δρόμων που δεν περπατήσαμε ποτέ, μας ωθούν να ανοίγουμε πίστες κακοσηματοδοτημένες, να τολμήσουμε να υπερπηδήσουμε εμπόδια που μοιάζουν αδύνατον να αντιμετωπίσουμε. Μας οδηγούν πέρα από τα όριά μας.

Όταν μένεις ορφανός, ακόμα και σε ένα προχωρημένο στάδιο της ζωής σου, αναγκάζεσαι να αντιληφθείς διαφορετικά τον εαυτό σου. Μιλάμε για την διαδικασία πένθους, θα μπορούσαμε επίσης να το αποκαλέσουμε και τελετουργικό της μετάβασης, μεταμόρφωση.

Τα κοφτερά αγκάθια του αρχικού πόνου αμβλύνονται, αμηχανίες και εξεγέρσεις δίνουν την θέση τους σε μια μικρή αποδοχή της πραγματικότητας. Ο πόνος βαθαίνει. Μαζί στιγμές κενού, απουσίας, θύελλας. Ένας τρυφερός πόνος τυλίγει την εικόνα του ίδιου του απόντα. Ο νεκρός έχει κουρνιάσει μέσα μας. Αυτή η διαδρομή δεν γνωρίζει συντομεύσεις. Κανείς δεν μπορεί να την αποφύγει. Ο θάνατος ανήκει στην ζωή, η ζωή συμπεριλαμβάνει τον θάνατο.

Το άδειασμα του σπιτιού των εκλιπόντων οξύνει την δοκιμασία του πένθους, τονίζει όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η διαδικασία αυτή φανερώνει σαν χημική ανάλυση μέχρι και το πιο ελάχιστο μόριο των δεσμών μας, των συγκρούσεών μας, των απογοητεύσεων μας. Ακόμη και οι πενθούντες που φέρνουν επαγγελματίες να “καθαρίσουν τα πάντα” δεν μπορούν να ελέγξουν αυτές τις μνήμες ούτε την οδύνη τους. Όλοι βουλιάζουμε μέσα σ' αυτές. Υπάρχει όμως ένας χρόνος για τον πόνο και ένας χρόνος για την χαρά.

Η Περσεφόνη, αφού πέρασε τους χειμωνιάτικους μήνες κάτω από την γη, έρχεται και πάλι στο φως του ήλιου, σπέρνει τους αγρούς και τους κάμπους. Άνθη και καρποί αναγεννιούνται. Δεν είναι καλό να κλειδωνόμαστε μέσα στην μελαγχολία...........

Απόσπασμα από το βιβλίο
“Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου”
της
Ψυχαναλύτριας
ΛΙΝΤΙΑ ΦΛΕΜ
Πίνακας: J Ch Boquet 

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Το παιδικό σχέδιο ως μορφή αφήγησης




Το παιδικό σχέδιο είναι μια μορφή αφήγησης, αφού αποτελεί μια ιστορία. Υπάρχουν πρωταγωνιστές και ήρωες, έχει πλοκή και κάποια δράση. Αυτό μπορούμε να το αντιληφθούμε αν ζητήσουμε από ένα παιδί να ζωγραφίσει, για παράδειγμα την οικογένειά του και κατόπιν το ρωτήσουμε τι κάνουν τα πρόσωπα που ζωγράφισε. Τότε το παιδί, αρχίζοντας με το τι κάνει το κάθε πρόσωπο μπορεί να φτιάξει μια ιστορία, η οποία είτε μπορεί ν’ αποτελεί μια καθημερινή μέρα της οικογενειακής του ζωής ή μπορεί να είναι φανταστική. Στο κεφάλαιο αυτό λοιπόν θ’ αναφερθώ στις απόψεις του ερευνητή-ψυχολόγου Jerome Bruner, σχετικά με τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τη σημασία της αφήγησης. Θα παρουσιάσω δηλαδή τις απόψεις του και κατόπιν θα εξετάσω το παιδικό σχέδιο ως μια μορφή αφήγησης, μέσω του οποίου το παιδί διηγείται ιστορίες που αφορούν είτε το ίδιο ή τα μέλη της οικογένειάς του.

Ο J. Bruner στο βιβλίο του «Πράξεις Νοήματος» εξηγεί ότι είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τον τρόπο που σκέπτεται, συμπεριφέρεται και επικοινωνεί ο άνθρωπος, αν δεν λάβουμε υπόψιν μας ότι αποτελεί θέμα επιβίωσης να προσδώσει νόημα στις πράξεις του. Για την κατανόηση όμως της συμπεριφοράς ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στον οποίο έχουν κινηθεί. Σύμφωνα με τον Bruner, οποιαδήποτε ανθρώπινη πράξη ή σκέψη υποκινείται από κάποιο σκοπό και παίρνει τη σημασία της σε σχέση με το ευρύτερο πλαίσιο. Επομένως, η ανθρώπινη φύση είναι αδιαχώριστη απ’ τον πολιτισμό.

Αντιθέτως, η Ψυχολογία ξεκίνησε απ’ το αξίωμα ότι υπάρχει μια αμετάβλητη ανθρώπινη φύση ανεξάρτητη από την ιστορία και το χώρο, ενώ προσπάθησε για δεκαετίες, ν’ αποκρυπτογραφήσει τους καθολικούς νόμους της συμπεριφοράς και της σκέψης του ανθρώπου. Την αντίθεση αυτή μπορούμε να τη δούμε συγκρίνοντας τις απόψεις του Piaget και του Bruner, όπου ενώ κι οι δυο θεωρούν την αλληλεπίδραση ως βασικό μέσο της κατασκευής της πραγματικότητας, δεν' την ορίζουν με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, ο Piaget, μελετά κυρίως τις αλληλεπιδράσεις του παιδιού με τα συγκεκριμένα ή αφηρημένα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου. Αφού οι κανόνες της δράσης πάνω στα αντικείμενα είναι παντού ίδιοι, ο Piaget καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ενιαίες δομές οργάνωσης της ανθρώπινης γνώσης, που αναδύονται μέσα απ’ την πράξη και είναι ανεξάρτητες από τα διάφορα πλαίσια εφαρμογής τους.

Αντιθέτως, ο Bruner δίνει μεγαλύτερηέμφαση στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αφού οι σχέσεις με τους άλλους εξαρτώνται απ’ τους πολιτισμικούς κώδικες που ισχύουν σ’ ένα δεδομένο πλαίσιο, η κατασκευή της πραγματικότητας διαφοροποιείται, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κάθε πλαισίου. Ο Bruner εξετάζει μερικούς απ’ τους τρόπους με τους οποίους το μικρό παιδί κατακτά τη δύναμη της αφήγησης, τονίζοντας όμως πως η κατάκτηση αυτής της δεξιότητας δεν είναι απλώς μια νοητική κατάκτηση, αλλά μια κατάκτηση κοινωνικής πρακτικής που παρέχει σταθερότητα στην κοινωνική
ζωή του παιδιού.

Για ν’ αποδείξει τη θεωρία του αυτή, προχωράει στη λειτουργία κατάκτησης της γλώσσας κι έρχεται σ’ αντιπαράθεση με τον Chomsky και άλλους γλωσσολόγους. Σύμφωνα με τη θεωρία του Chomsky^0 , λοιπόν, υπήρχε ένας έμφυτος «μηχανισμός κατάκτησης της γλώσσας, που λειτουργούσε αποδεχόμενος εκείνα μόνο τα γλωσσικά στοιχεία (απ’ το σύνολο αυτών που εισάγονται στο άμεσο περιβάλλον του νηπίου) που συμφωνούσαν με μια εσωτερική δομή, η οποία θεωρείται σαν δεδομένο χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπινων γλωσσών. Η αντίληψή του για την εσωτερική δομή, ήταν εντελώς συντακτική και δεν είχε καμία σχέση με το «νόημα» ή έστω με τις πραγματικές χρήσης της γλώσσας. Δεν εξέταζε δηλαδή τι σήμαιναν οι προτάσεις ή πως χρησιμοποιούνταν.

Σύμφωνα με τον Bruner, όμως, η κατάκτηση της μητρικής γλώσσας είναι πολύ ευαίσθητη όσον αφορά στο επικοινωνιακό πλαίσιο, πράγμα που σημαίνει ότι ο ρυθμός της κατάκτησης είναι πολύ καλύτερος όταν το παιδί ήδη αντιλαμβάνεται με κάποιο «προγλωσσικό» τρόπο τη σημασία αυτού που συζητείται ή την κατάσταση μέσα στην οποία διεξάγεται η συζήτηση.

Εκτιμώντας το επικοινωνιακό πλαίσιο, το παιδί φαίνεται πιο ικανό ν’ αντιληφθεί όχι μόνο το λεξιλόγιο, αλλά και τις κατάλληλες πτυχές της γραμματικής μιας γλώσσας. Για τον Bruner, η πιο σημαντική μορφή διαλόγου στην ανθρώπινη επικοινωνία, είναι η αφήγηση. Η αφηγηματική δομή είναι έμφυτη στην πράξη της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, πριν ακόμη αυτί) επιτύχει τη γλωσσική της έκφραση. Πιστεύει, επίσης ότι, υπάρχει ένα είδος «ώθησης»- για τη δημιουργία μιας αφήγησης που καθορίζει τη σειρά προτεραιότητας με την οποία κατακτώνται οι γραμματικοί τύποι από ένα μικρό παιδί.

Εκείνη λοιπόν που εξασφαλίζει την υψηλή προτεραιότητα των γραμματικών και λεξιλογικών γνωρισμάτων στο πρόγραμμα κατάκτησης της γλώσσας είναι η ανθρώπινη επιθυμία για οργάνωση των εμπειριών με τρόπο αφηγηματικό. Τα παιδιά παράγουν και κατανοούν ιστορίες, ανακουφίζονται και ταράζονται από αυτές, πολύ καιρό πριν να είναι σε θέση να χειριστούν τις πιο θεμελιώδεις απ’ τις λογικές προτάσεις του Piaget που μπορούν να διατυπωθούν σε γλωσσική μορφή. Πράγματι, είναι γνωστό κι από πολλές άλλες μελέτες όπως του A.R. Luria και της Margaret Donaldson, ότι οι λογικές προτάσεις γίνονται πιο εύκολα κατανοητές απ’ το παιδί, όταν εγκλείονται σε μια συνεχιζόμενη ιστορία.

Για να αποδείξει τις απόψεις του αυτές ο Bruner χρησιμοποιεί κάποια παραδείγματα από εργασίες δικές του, καθώς και άλλων με παιδιά, οι οποίες αποδεικνύουν ότι τα παιδιά από. πολύ νωρίς αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότιαυτό που έχουν κάνει ή σχεδιάζουν να κάνουν, θα ερμηνευτεί όχι μόνο βάσει
της ίδιας της πράξης, αλλά και βάσει της αφήγησής του για την πράξη αυτή. Ο Λόγος και η Πράξη είναι, από πολιτισμική πλευρά, αναπόσπαστα. Το πολιτισμικό πλαίσιο των ίδιών των πράξεών μας, μας αναγκάζει να γίνουμε αφηγητές. Ως απόδειξη (επεξήγηση) της παραπάνω άποψης, θ’ αναφέρω τον τρόπο που το παιδί γίνεται αφηγητής μέσα απ’ το καθημερινό «οικογενειακό δράμα».

Το μικρό παιδί λοιπόν, έχει τις δικές του επιθυμίες, αλλά λόγω της εξάρτησής του απ’ την οικογένεια για στοργή, οι επιθυμίες του αυτές συχνά δημιουργούν συγκρούσεις, όταν έρχονται σε οξεία αντίθεση με τις επιθυμίες των αδερφών και των γονιών. Καθήκον του παιδιού, όταν δημιουργούνται συγκρούσεις, είναι να εξισορροπήσει τις δικές του επιθυμίες με τις υποχρεώσεις του απέναντι στα άλλα μέλη της οικογένειας. Και μαθαίνει πολύ σύντομα ότι η πράξη δεν αρκεί για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός. Η διήγηση της κατάλληλης ιστορίας και η τοποθέτηση των πράξεων και των επιθυμιών του σ’ ένα πλαίσιο που τις καθιστά θεμιτές, είναι πράγματα εξίσου σημαντικά.

Το παιδί, λοιπόν, γρήγορα κατακτά τις γλωσσικές μορφές που του επιτρέπουν ν' αναφέρεται στις πράξεις και στις συνέπειές τους, ενώ αμέσως μετά μαθαίνει ότι αυτό που κάνει κανείς επηρεάζεται σημαντικά απ’ τον τρόπο με τον οποίο εξιστορεί αυτό που κάνει. Έτσι, τα μικρά παιδιά φτάνουν να κατανοούν την «καθημερινή» αφήγηση όχι μόνο σαν μια μορφή εξιστόρησης, αλλά και σαν μια μορφή ρητορικής. Μαθαίνει δηλαδή και πολλές από τις χρήσιμες μορφές ερμηνείας, αναπτύσσοντας έτσι μια πιο διεισδυτική) συναισθηματική κατανόηση. Με τον τρόπο αυτό εισέρχεται στην ανθρώπινη κουλτούρα.

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του «Πράξεις Νοήματος» ο Bruner κάνει μια προσπάθεια ανάλυσης της έννοιας του εαυτού, αναφέροντας διάφορες θεωρίες. Μια απ’ τις θεωρίες αυτές, θεωρεί την έννοια του Εαυτού ως αφηγητή ιστοριών. Ο Εαυτός δηλ., αφηγείται ιστορίες που περιλαμβάνουν και μια σκιαγράφηση του εαυτού που αποτελεί μέρος της ιστορίας αυτής. Σημαντικός αντιπρόσωπος της θεωρίας αυτής, ήταν ο Donald Spence, ο οποίος μέσα απ’ το χώρο της ψυχανάλυσης υποστήριζε ότι το εγώ (ή ο Εαυτός) παίζει το ρόλο ενός αφηγητή, ενός κατασκευαστή αφηγήσεων / νοημάτων, που έχουν σχέση με τη ζωή. Ο Bruner, προσθέτει ότι, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και τα πολιτισμικά πλαίσια μέσα στα οποία δημιουργούνται τα νοήματα. Τα πλαίσια αυτά είναι πάντοτε πλαίσια πράξης : είναι πάντοτε απαραίτητο να ρωτάμε τι κάνουν οι άνθρωποι ή τι προσπαθούν να κάνουν μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.

Αφού παρουσίασα τις απόψεις του Bruner, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να τις συσχετίσω με το παιδικό ιχνογράφημα. Θα θεωρήσουμε το σχέδιο ως ένα είδος αφήγησης και θα υιοθετήσουμε τις απόψεις του Bruner για τη λειτουργία κατάχτησης της γλώσσας ως προς τον τρόπο που σχεδιάζουν τα
παιδιά.

Το παιδικό ιχνογράφημα, λοιπόν, είναι ένα είδος αφήγησης, αφού αποτελεί μια ιστορία. Υπάρχουν πρωταγωνιστές και ήρωες, έχει πλοκή και κάποια δράση. Αυτό μπορούμε να το αντιληφθούμε αν ζητήσουμε από ένα παιδί να ζωγραφίσει, για παράδειγμα την οικογένειά του, και κατόπιν να το ρωτήσουμε τι κάνουν τα πρόσωπα που ζωγράφισε. Τότε το παιδί, αρχίζοντας με το π κάνει το κάθε πρόσωπο, μπορεί να φτιάξει μια ιστορία, η οποία είτε μπορεί ν’ αποτελεί μια καθημερινή μέρα της οικογενειακής ζωής του, ή μπορεί να είναι φανταστική. Υιοθετώντας, λοιπόν, τις παραπάνω απόψεις του Bruner, εξετάζω το σχέδιο όχι μόνο εξελικτικά αλλά και αναφορικά με την ψυχική κατάσταση και το κοινωνικό πλαίσιο του παιδιού. Δε θεωρώ δηλαδή το παιδικό σχέδιο μόνο ως μια νοητική κατάκτηση, η οποία σύμφωνα με τον Piaget βασίζεται σε ενιαίες δομές οργάνωσης της ανθρώπινης γνώσης που είναι ανεξάρτητες απ’ τα πολιτισμικά πλαίσια εφαρμογής τους. Αντιθέτως, θεωρώ βασικό κίνητρο για ζωγραφική, την ανθρώπινη επιθυμία για οργάνωση των εμπειριών με τρόπο αφηγηματικό, αφού όπως ανέφερα και παραπάνω, τα παιδιά παράγουν και κατανοούν ιστορίες, πολύ καιρό πριν να έχουν φτάσει στο ανάλογο εξελικτικό στάδιο.

Μπορούμε να πούμε πως η εργασία αυτή δεν προσεγγίζει το παιδικό σχέδιο εξελικτικά, αλλά δίνει έμφαση και στο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει το παιδί και από το οποίο επηρεάζεται. Όπως δηλ. ένα παιδί αρχίζει να δημιουργεί ιστορίες επηρεαζόμενο κυρίως απ' τα ερεθίσματα του κοινωνικού περιβάλλοντος του, για τον ίδιο λόγο και ζωγραφίζει, απεικονίζοντας μια ιστορία, σκέψεις και επιθυμίες του.

Σίγουρα, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο η ηλικία που βρίσκεται το παιδί στον τρόπο που ζωγραφίζει. Δεν πρέπει, όμως, να θεωρούμε ότι, τα παιδιά ζωγραφίζουν ή μιλάνε «μηχανικά» μόνο βάσει αναπτυξιακών λόγων; χωρίς να μελετάμε το λόγο που το κάνουν και το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Όπως υποστηρίζει κι ο Bruner, πρέπει να βρίσκουμε το νόημα της κάθε πράξης και να εξετάζουμε το λόγο που ώθησε ένα άτομο να προσδώσει αυτό το νόημα.

Τέλος, υιοθετώντας τη θεωρία της έννοιας του Εαυτού, ως αφηγητή ιστοριών, μπορούμε να πούμε πως και στο παιδικό σχέδιο το Εγώ (ο Εαυτός) του παιδιού παίζει το ρόλο ενός αφηγητή, ενός κατασκευαστή νοημάτων. Σημαντικό ρόλο παίζουν τα πολιτισμικά πλαίσια στα οποία δημιουργούνται τα νοήματα αυτά, καθώς και ο λόγος για τον οποίο γίνονται.

Για την παρακάτω ανάλυση των σχεδίων θα χρησιμοποιήσω τις θεωρίες που ανέφερα στο κεφάλαιο αυτό καθώς και στο προηγούμενο. Για το λόγο αυτό λοιπόν οφείλω να εξηγήσω πως συνδέεται η αφήγηση (μέσα από το παιδικό σχέδιο) με το όνειρο και τους μηχανισμούς του. Με το σχέδιο, όπως ανέφερα και παραπάνω, το παιδί δημιουργεί και αφηγείται ιστορίες, δίνοντας σ' αυτές κάποιο νόημα. Οι ιστορίες αυτές που απεικονίζονται στο σχέδιό του μπορεί να αφορούν την αναβίωση παλιών συναισθημάτων ή την έκφραση φαντασιώσεών του.

Σύμφωνα με τη θεωρία των ονείρων του Φρόυντ’, μια ασυνείδητη σκέψη ή επιθυμία συχνά αναγκάζεται ν’ αλλάξει μορφή για να μπορέσει να περάσει από τη λογοκρισία του νόμου που την απαγορεύει. Όπως λοιπόν στο όνειρο, έτσι και στο σχέδιο έχουμε το έκδηλο και το λανθάνον περιεχόμενο. Ξεκινώντας από το έκδηλο (τις εικόνες) θα προσπαθήσω να φτάσω στο λανθάνον περιεχόμενο του σχεδίου που είναι τα συναισθήματα και οι ασυνείδητες σκέψεις τον παιδιού. Αυτό γίνεται μέσα από τις διαδικασίες της συμπύκνωσης και της μετάθεσης, οι οποίες λειτουργούν όπως και στα όνειρα.

Βέβαια, το ν’ αναλύσει κάποιος το λανθάνον περιεχόμενο του σχεδίου είναι πολύ δύσκολο, καθώς κυριαρχείται από ένα πολύπλοκο συμβολισμό. Επίσης, θα πρέπει να γνωρίζει το παιδί πολύ καλά για να μπορέσει να καταλάβει τα ακριβή συναισθήματά του. Στην παρούσα εργασία θα γίνει μια προσπάθεια ανάλυσης κάποιων συμβολικών στοιχείων στα σχέδια των παιδιών με σκοπό ν’ αποκαλυφθούν συναισθήματα και ασυνείδητες σκέψεις που πιθανόν να
υπάρχουν κι αφορούν την οικογένειά τους.

Σημειώσεις:
29. Jerome Bmner.npacstc Nonuatoc. εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1997
30 Institutional Repository - Library & Information Centre - University of Thessaly
31 Noam Chomsky, Language and Mind. New York: Harcoyrt, Brace and Word, 1968


Απόσπασμα
από την πτυχιακή εργασία
της

Σπανοπούλου Αγγελική

με τίτλο
Το παιδικό σχέδιο ως μορφή αφήγησης των

οικογενειακών σχέσεων

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Το γονεϊκό παιδί



Η Μίκα μιλά για τους γονείς της και κάθε φορά που αναφέρεται σε αυτούς δακρύζει και είναι αναγκασμένη να πάρει χαρτομάντιλα από το τραπεζάκι που είναι μπροστά της για να σκουπίσει τα μάτια της. Στο ερώτημα τι την κάνει να συγκινείται τόσο πολύ μόνο με την απλή αναφορά στους γονείς της, εκείνη μιλάει για την άσχημη ζωή που είχαν, για τις δυσκολίες και την έλλειψη ευχαρίστησης που βίωσαν . Μιλάει για τα δικά τους βιώματα σαν να είναι δικά της. Μιλάει με τέτοιο τρόπο ώστε δεν μου είναι εύκολο να διακρίνω ποιος είναι ο γονέας και ποιο το παιδί, που είναι τα όρια ανάμεσα τους. Πρέπει να πούμε επίσης ότι η Μίκα δεν είναι παντρεμένη, μένει με τους γονείς της και εργάζεται και χάριν στην εργασία της μπορεί μαζί με την σύνταξή των γονιών, η οικογένεια να διατηρεί ένα ανεκτό επίπεδο ζωής.
Η Μίκα είχε ερωτικές σχέσεις αλλά ποτέ δεν προχώρησε κάτι σοβαρά, αλλά και ποτέ δεν το έμαθε ο πατέρας της, ενώ η μητέρα της κάτι μαθαίνει από την προσωπική της ζωή. Τώρα είναι χωρίς σχέση και νιώθει πολύ άσχημα, έχει άγχος, δεν θέλει να βγαίνει έξω, αλλά και όταν βγαίνει δεν αισθάνεται καλά. Ασχολείται με τις ανάγκες του σπιτιού και τους γονείς και αυτό είναι το πιο σημαντικό για αυτή.
Η Μίκα δεν είναι η μόνη η οποία έχει αναλάβει τους γονείς της με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πολλά παιδιά τα οποία γίνονται γονείς των γονιών τους από μικρή ηλικία και κυκλοφορούν ανάμεσά μας κουβαλώντας την ευθύνη τους. Για να το καταλάβουμε καλύτερα στην μικρή μας κοινωνία παλιά, αλλά και ακόμα και σήμερα πάντα η οικογένεια ξεχώριζε ένα παιδί που θα αναλάμβανε το ρόλο να “προσέξει” περισσότερο τους γονείς, να τους γεροκομήσει. Το παιδί αυτό ήταν και είναι “προορισμένο” να μην κάνει οικογένεια, αλλά να μείνει μαζί τους μέχρι να φύγουν από την ζωή. Τα παιδιά αυτά τα ονομάζουμε γονεϊκά παιδιά.
Οι Simon, Sterlinet Wynne στο έργο τους The Langage of amly therapie 1985 ορίζουν το γονεϊκό παιδί σαν αυτό στο οποίο, μέσα στο οικογενειακό σύστημα, έχει ανατεθεί ο γονεϊκός ρόλος. Δηλαδή καταλαμβάνει τον ρόλο του γονιού απέναντι στους γονείς και όχι μόνο σε αυτούς. Μια τέτοια κατάσταση διαταράζει τις οικογενειακές σχέσεις καταργώντας τις διαφορές των γενεών και την τάξη που επικρατεί ανάμεσά τους.
Από το 1973 Ο Boszormenyi-Nagy et Sparks στο έργο τους Invisible loyalties μίλησαν για αυτό το φαινόμενο σαν μια υποκειμενική παραμόρφωση των σχέσεων όταν το ένα μέλος της παίρνει την θέση του γονέα και το άλλου του παιδιού. Αυτή η κατάσταση, τις περισσότερες φορές δημιουργεί ένα τεράστιο πρόβλημα στα παιδιά, διότι δεν τους επιτρέπει από την μια να ζήσουν το γεγονός ότι είναι παιδιά και από την άλλη να ασχοληθούν με την προσωπική τους ζωή.
Έτσι έχουμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο όπου ένα παιδί, ένας/μια έφηβος/η αναλαμβάνει μια υπευθυνότητα στο οικογενειακό σύστημα η οποία δεν αναλογεί στην ηλικία του και το επίπεδο της ωριμότητας του οδηγώντας τον/την να γίνει γονιός των γονιών του/της. Βέβαια με περισσότερη προσοχή θα δούμε ότι αυτή η κατάσταση είναι μια επανάληψη ανάμεσα στις γενιές που έφυγαν και θα έρθουν, δηλαδή κάτι τέτοιο έχει παρατηρηθεί και στις προηγούμενες γενιές μιας συγκεκριμένης οικογένειας.

Λειτουργίες του Γονεϊκού παιδιού
Όπως μας λέει ο Ο Boszormenyi-Nagy το γονεϊκό παιδί έχει διάφορες λειτουργίες στην οικογένεια που σημαίνει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη να φροντίζει τους γονείς, είτε αυτό έχει σχέση με την υγεία τους, την οικονομική τους κατάσταση, την ανάγκες του σπιτιού. Επίσης μπορεί να γίνει το ενδιάμεσο της επικοινωνίας των γονέων, ο “διασκεδαστής” και “φροντιστής” της ψυχικής τους ηρεμίας και διακρίνεται από τα άλλα ως προς την καλοσύνη του, την ηρεμία, την επιδεκτικότητα του και την ενοχή του πάνω στην οποία η οικογένεια επενδύει την φαντασιακή ικανοποίηση του μέλλοντος της, και στηρίζεται η πραγμάτωση των γονεϊκών της προσδοκιών. Επίσης πολλές φορές το γονεϊκό παιδί μπορεί να επωμιστεί το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου κουβαλώντας όλα τα αρνητικά της οικογένειας βοηθώντας της με αυτό τον τρόπο να διατηρήσει την συνοχή της .
Άλλοι θεωρητικοί βλέπουν ότι το γονεϊκό παιδί ιδιοποιείται την εξουσία του γονέα προς τα άλλα μικρότερα αδέλφια. Γίνεται ο γονιός των μικρότερων αδελφών και αυτό το συναντάμε κατά κόρον παλιά στην κοινωνία μας όταν οι γονείς, λόγο εργασίας, άφηναν το μεγάλο παιδί, συνήθως κορίτσι να φροντίζει τα μικρότερα αδέλφια του.
Για τις μορφές που μπορεί να πάρει η λειτουργία του γονεϊκού παιδιού μέσα στην οικογένεια, μίλησε το 1979 Η Froma Walsh Σύμφωνα με αυτή συναντάμε το γονεϊκό παιδί στο ρόλο του γονέα σε σχέση με τον γονιό και με τα αδέλφια του, όπως το συναντάμε στο ρόλο του συζύγου, ακόμα και το ρόλο του παππού. Για την Froma Walsh ο ρόλος του γονέα είναι λιγότερο καταστρεπτικός από το ρόλο του συζύγου.
Για τον Jurkovic η γονικότητα εκφράζεται με δυο μορφές λειτουργίας πρώτα συγκινησιακή μορφή, η οποία βασίζεται στην συναισθηματική στήριξη η οποία εμπεριέχει σαν βασικό της στοιχείο την εμπιστοσύνη ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Και δεύτερον στην υλική στήριξη της καθημερινότητα του γονέα, η οποία έχει σχέση με την υγεία, την οικονομία, την διαχείριση του σπιτιού, και τις σχέσεις των γονέων με τον έξω κόσμο.

Επιπτώσεις
Αυτό που παρατηρείται είναι ότι σε όλες τις μορφές οικογένειας το γονεϊκό παιδί κάνει την εμφάνισή του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ακόμα στο ζευγάρι συμβαίνει πολλές φορές το ένα μέλος να αναλαμβάνει το άλλο σαν γονέας.
Για τα παιδιά λοιπόν που παίζουν το ρόλο του γονιού δεν είναι πάντα δυσάρεστες καταστάσεις, εξαρτάται από την διάρκεια της λειτουργίας αλλά και την αναγνώριση του ρόλου τους. Από την μια, σε ένα πρώτο βαθμό ο ρόλος αυτός βοηθά το παιδί να ταυτιστεί πιο εύκολα με τον γονέα, αλλά, από την άλλη, όταν αυτή η κατάσταση διαρκεί, τότε το βάρος ευθυνών οι οποίες δεν του αναλογούν ξεπερνάνε τις ικανότητες του έτσι λειτουργούν ενάντια στην προσωπική του ανάπτυξη και εξέλιξη. Το γονικό παιδί δεν μπορεί να απομακρυνθεί από την οικογένεια, δεν μπορεί να ασχοληθεί με την “δική” του ζωή.
Ο Le Golff ξεχώρισε το 1999 τους παράγοντες εκείνους που είναι θετικοί για το γονεϊκό παιδί και αυτούς που δεν είναι.

Αρνητικοί παράγοντες
α) Το παιδί είναι αναγκασμένο να απαντήσει σε απαιτήσεις που το ξεπερνάνε νοητικά ,συναισθηματικά και φυσικά.
β) Οι γονείς έχουν απαιτήσεις που δεν βοηθάνε στην εξέλιξη του παιδιού.
γ) Οι ανάγκες του παιδιού δεν λαμβάνονται υπ όψιν.
δ) Δεν του αναγνωρίζεται αυτό που προσφέρει.
ε) Αισθάνεται ενοχή και θεωρούν την συμπεριφορά του άσχημη.
ζ) Υπάρχει ένας διάχυτος ερωτισμός στην σχέση με τους γονείς που εγκλωβίζει το παιδί.
η) Απουσία των γονέων.
θ) Η ενοχή των γονέων από την παρέμβαση κάποιου τρίτου που ασκεί εξουσία.

Θετικοί παράγοντες
α) Η αναγνώριση από τους γονείς.
β) Βοήθεια του παιδιού από τους γονείς, ή κάποιον άλλον.
γ) Η εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται μέσα στην σχέση.
δ) Οι γονείς αποφεύγουν δεν ζητούν από το παιδί μια πίστη που περιορίζει την ελευθερία του.
ε) Εάν οι γονείς εμποδίζονται στην αναγνώρηση του ρόλου του τότε η ύπαρξη κάποιο άλλο μέλους της οικογένειας μπορεί να βοηθήσει με την αναγνώριση της συνεισφορά του.
ζ) Οι αλλαγές στην οικογένεια, θάνατοι , χωρισμοί, επανασυνδέσεις
θ) Τα παιδιά δεν είναι εγκλωβισμένα ερωτικά στην σχέση.
η) Η έλλειψη ενοχοποίησης.

Από την μεριά του, ο Jurkivic προτείνει τέσσερις διαφορετικές μορφές του ρόλου ανάλογα με τις επιπτώσεις στο παιδί που τον αναλαμβάνει, οι οποίοι εξαρτώνται από τις κοινωνικές συνθήκες που αναπτύσσεται η οικογένεια.:
α) Την καταστροφική μορφή, όταν οι ευθύνες του παιδιού, είτε υλικές, είτε συναισθηματικές γίνονται οι μόνες πηγές κατασκευής της ταυτότητας του.
β) Την προσαρμοστική μορφή , όταν το παιδί παρ΄ όλες τις ευθύνες παραμένει κάποιος τον οποίο στηρίζεται και αυτός από την οικογένεια του και από τον κοινωνικό του περίγυρο.
γ) Την απουσία γονικότητας, όταν αυτό το παιδί ασκεί τις ευθύνες που του αναλογούν σύμφωνα με την ηλικία του και στηρίζεται από τους ενήλικες για την κατασκευή της ταυτότητας του.
δ) Τον παλιμπαιδισμό, όταν το παιδί κρατείται δέσμιο μια συντηρούμενης παιδικότητας που δεν του επιτρέπει να εξελιχτεί και να αναπτυχθεί όπως του αρμόζει.


Συμπεράσματα
Αυτό που καταλαβαίνουμε ότι δημιουργεί πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη του γονεϊκού παιδιού, αλλά η αγνόησή και η υποτίμηση αυτής της λειτουργίας. Δηλαδή η μη αναγνώριση των προσπαθειών του γονικού παιδιού προς του γονείς του και κατ επέκταση η έλλειψη βοήθειας... που προσφέρουν σε αυτό.
Οι περισσότεροι γονείς θεωρώντας ότι είναι υποχρέωσή του παιδιού να τους “ κοιτάξει” με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δεν του αναγνωρίζουν τις προσπάθειες, αλλά τις περισσότερες φορές παραπονιούνται ότι τους “παρατάει” για να κοιτάξει την ζωή του. Η στάση αυτή από την μια γεμίζει το γονεϊκό παιδί με μια απογοήτευση, διότι δεν αναγνωρίζεται η προσπάθεια που καταβάλει και από την άλλη προδικάζει την ύπαρξη της ενοχής σαν κινητήρια δύναμη που το κατακλύζει και δεν του επιτρέπει να ασχοληθεί με τον ίδιο του τον εαυτό.
Η αναγνώριση του ρόλου του προσφέρει στο παιδί την ικανοποίηση της ύπαρξή του διότι μέσα από αυτό το ρόλο διαμορφώνει την ταυτότητα του με τέτοιο τρόπο ώστε πολύ γρήγορα αναλαμβάνει και προσπαθεί να φέρει εις πέρας δυσκολίες που δεν έχουν σχέση μόνο με τον οικογενειακό του ρόλο αλλά και με την θέση του στην κοινωνία σε κοινωνικές ομάδες διαφορετικές από την οικογένεια του.
Στην αντίθετη περίπτωση, η μη αναγνώριση της λειτουργίας του, το αφήνει πάντα σε μια έλλειψη πληρότητας του εαυτού του και παρ όλο που “καταναλώνει” χρόνο και συναίσθημα στην βοήθεια προς του γονείς, μένει πάντα ένα κενό μέσα του το οποίο δεν μπορεί να συμπληρωθεί παρά μόνο από την αναγνώριση της προσπάθειά του.
Έτσι αισθάνεται συνεχώς ότι δεν κάνει τα πράγματα έτσι όπως πρέπει, ότι δεν είναι αυτό που έπρεπε να είναι για τους άλλους και ότι και αν κάνει δεν τα καταφέρνει έτσι όπως οι άλλοι προσδοκούν. Σε αυτή την περίπτωση το γονεϊκό παιδί νιώθει μια συναισθηματική αστάθεια, μια μικρότητα, και το κυριεύει ένα συνεχές άγχος παρ όλες τις προσπάθειες του να μην λείψει τίποτα στους γονείς ή αυτούς που έχει αναλάβει στην οικογένεια.

Βιβλιογραφία
Boszormenyi Nagy I., Spark G. (1973): Invisible loyalties : Reciprocity in intergenerational family therapy. Brunner Mazel, New York.
 Jacobvitz D., Riggs S., Jonhson E. (1999): Cross-sex and same-sex family alliancers in Chase N. Burdened children. Sage publications, Thousand Oaks (CA).
 Jurkovic, G.J. (1999): Assessing childhood parentification. in Chase N.Burdened Children. Sage publications, Thousand Oaks (CA).
Le Goff, J.-F. (1999): L’enfant parent de ses parents. L’Harmattan, Paris.
Walsh, F. (Ed.). (1993). Normal family processes (2nd. ed.). New York: Guilford Press. (Italian edition, Milan 1996.) 


Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Πρόγραμμα απεξάρτησης από την Ηρωίνη





Λίγα λόγια...
γα την εξάρτηση


Η εξάρτηση αποτελεί το βασικό στοιχείο των αλληλεπιδράσεων των μελών της οικογένειας. Δια μέσου της εξάρτησης δημιουργείται η συνοχή της.
Κάθε μέλος ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου, μπορεί να εξαρτήσει και να εξαρτηθεί. Αυτή την περίπτωση την ονομάζουμε «αλληλεξάρτηση».
Η εξάρτηση λοιπόν ως ένα βαθμό, αποτελεί μια φυσιολογική κατάσταση του ατόμου και λειτουργεί θετικά στην επιβίωσή του. Άρα το να μιλάμε για ανεξαρτησία είναι σαν να μιλάμε για μια άλλη μορφή εξάρτησης.
Στην κατάσταση της ανεξαρτησίας δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαρτήσεις αλλά ότι οι εξαρτήσεις αυτές είναι ρυθμισμένες έτσι ώστε να μην προκαλούν προβλήματα στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ατόμου, και της οικογένειας του, αλλά να μπορούν να αποτελέσουν και στοιχεία προώθησης αυτής της ανάπτυξης.


Λίγα λόγια...
γα την χρήση


Η χρήση ηρωίνης σήμερα περισσότερο από ποτέ, αποτελεί για το νέο η την νέα το τελετουργικό χωρόχρονο της αδιαφορίας η οποία εκλαμβάνεται σαν εμπειρία εσωτερικής και εξωτερικής διαφοροποίησης.
Η χρήση αποτελεί την πράξη δια μέσου της οποίας χάνεται ο έλεγχος της παρουσίας. 
Η Χρήση είναι η πράξη της απουσίας όπου βασιλεύει η απουσία της πράξης, η απουσία της δράσης.
Το άτομο ζει όχι μέσα στην δράση αλλά στην αντίδραση. Είναι αυτό στην αντίδραση διότι την δράση την έχει αναλάβει η ηρωίνη . Η δράση της είναι αυτό που κάνει το άτομο να αντιδρά. 
Η Πράξη του χρήστη είναι η αντίδραση στην ύπαρξη της ηρωίνης. Άρα η χρήση δεν έχει καμία σχέση με το άτομο αυτό κάθε αυτό, αλλά με την απουσία του ατόμου.


Λίγα λόγια...
γα το χρήστη


Ο χρήστης δεν είναι παρά μόνο χρήστης δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο.
Ο Χρήστης υπάρχει μόνο δια μέσου της χρήσης και πολλές φορές εκλαμβάνει την πράξη του σαν δράση ενώ όπως είπαμε δεν είναι παρά μια αντίδραση.
Η σχέση με την ηρωίνη είναι η σχέση με τον φόβο της απώλειας της ουσίας. Χάνοντας την, χάνεται και ο εαυτός, χάνονται οι σχέσεις γύρω από αυτόν.
Ο χρήστης καλύπτει τα προβλήματα με το να δημιουργεί καινούργια. Εκείνος βλέπει μόνο την κάλυψη των προβλημάτων, αλλά όχι την δημιουργία τους. Οι γονείς το αντίθετο, βλέπουν την δημιουργία και όχι την κάλυψη.


Λίγα λόγια...
γα την οικογένεια

Η ηρωίνη αναποδογυρίζει τα πάντα όταν μπαίνει μέσα στο οικογενειακό κορμί. Με την χρήση τα πάντα υποτάσσονται στην χρήση. Η Κατάσταση είναι πάντα τεταμένη.
Με την χρήση οι όροι αλληλεξάρτησης μέσα στην οικογένεια δεν χαλαρώνουν, αλλά δυναμώνουν σε τέτοιο βαθμό, όπου όλα τα μέλη κινούνται στο χωρόχρονο της απουσίας, την οποία υποβάλει η χρήση. Συγχρόνως δυναμώνει το αίσθημα της ματαιότητας των πραγμάτων σε όλους. Τα οικογενειακά δεσμά γίνονται βαριά σαν αλυσίδες που πληγώνουν τα μέλη του σώματος, εσωτερικά και εξωτερικά.
Ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν τα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους και ο τρόπος που συμπεριφέρονται καθορίζονται από την ανασφάλεια και από τον φόβο που δημιουργεί η παρουσία της χρήσης.
Ζούνε σε ένα πλαίσιο συνεχούς πίεσης και εκνευρισμού μην μπορώντας να καθορίσουν και να ελέγξουν την εξέλιξη των καταστάσεων.
Ο Εκβιασμός και η βία είναι το αρρωστημένο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το κάθε τι μέσα στην οικογένεια. του χρήστη.
Το αίσθημα της εμπιστοσύνης κλονίζεται ανάμεσα στο χρήστη και στην οικογένεια σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί να οδηγήσει τα μέλη σε συμπεριφορές τρέλας.




ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟΤΟΞΙΝΩΣΗΣ


Η προσέγγιση του προβλήματος της ηρωίνης περιλαμβάνει το οργανικό όσο και το ψυχολογικό επίπεδο.


Το Οργανικό σύνδρομο στέρησης


Το οργανικό σύνδρομο στέρησης, εμφανίζεται με την παύση της χρήση και αποτελεί μια οδυνηρή εμπειρία που ο ασθενής δεν μπορεί να τη περάσει χωρίς ιατρική και φαρμακευτική βοήθεια.

Προτείνουμε λοιπόν, την εισαγωγή στην κλινική όπου ένα οργανωμένο επιτελείο γιατρών που το απαρτίζεται από ψυχίατρο, παθολόγο, ψυχολόγο και νοσηλευτικό προσωπικό με την συνεργασία των οποίων, σε ένα περιβάλλον που εμπνέει εμπιστοσύνη, το σύνδρομο στέρησης μπορεί να καταπολεμηθεί φαρμακευτικά, σε διάστημα περίπου δέκα ημερών.


Το ψυχολογικό σύνδρομο στέρησης


Το ψυχολογικό σύνδρομο στέρησης, αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της εξάρτησης καθώς και της απεξάρτησης. Κατέχει μια κεντρική θέση και στην μία και στην άλλη. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο ασθενής ψυχολογικά είναι υποταγμένος στην ουσία με τέτοιο τρόπο ώστε η ουσία τον “ κατοικεί”. Η ουσία τον κατέχει, ώστε ακόμα και όταν έχει καταπολεμηθεί το οργανικό σύνδρομο, η ψυχολογική στέρηση είναι ικανή να τον οδηγήσει εκ νέου στην χρήση.

Η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη προσφέρει στον ασθενή την δυνατότητα να ξαναδημιουργήσει μια φυσιολογική ζωή, θέτοντας εκ νέου στόχους και δημιουργώντας νέες σχέσεις με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Προσφέρει την δυνατότητα να ξαναδώσει νόημα στην ζωή του.

Προτείνουμε ψυχοθεραπευτική υποστήριξη τόσο του ασθενή όσο και της οικογένειας του κατά την διάρκεια της παραμονής στην κλινική αλλά και μετά από την αποχώρηση του από αυτή. Το πρόγραμμα ψυχοθεραπευτικής υποστήριξης θα είναι σε πρώτο κύκλο για έξη μήνες, ανάλογα την εξέλιξη της απεξάρτησης.



ΤΟ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ
Πρώτον,
στηρίζεται στην ικανότητα του ασθενή, δηλαδή στο τι μπορεί να κάνει για τον εαυτό του και όχι στο τι θέλουμε να κάνουμε εμείς για αυτόν.

Τονίζουμε όσο το δυνατόν ότι, η προσπάθεια εντοπίζετε περισσότερο στην ενδυνάμωσης της προσωπικότητας του, και την σημασία στις ικανότητες του και με ποιο τρόπο μπορεί να τις ενεργοποιήσει, ώστε να περιορίσει και να βάλει όριο σε αυτό που τον πεθαίνει.

Θεωρούμε πως ένας από τους βασικότερους στόχους στην ψυχοθεραπεία δεν είναι να βάλουμε όρια στο θεραπευόμενο, αλλά να τον βοηθήσουμε να τα ανακαλύψει και να τα βάζει μόνος του.


Δεύτερον,

στηρίζεται στο ρόλο της οικογένειας το διάστημα της απεξάρτησης, διότι θεωρούμε ότι πρέπει και αυτή να εξετάσει την μέχρι τώρα στάση της απέναντι στο πρόβλημα της τοξικομανίας ενός μέλους της και τον τρόπο, από δω και πέρα, με τον οποίο θα προσπαθήσει να το βοηθήσει, βοηθώντας και τον εαυτό της . Διότι πιστεύουμε ότι:

«Το άτομο συμμετέχει στα ίδια του τα βιώματα σαν αντικείμενο, ποτέ σαν υποκείμενο. Και τούτο γιατί βασίζεται μόνο στις κοινωνικές σχέσεις και διενέργειες του ατόμου, γιατί μόνο μέσω των υπολοίπων ατόμων μπορεί το ίδιο να σχηματιστεί μια οργανωμένη εικόνα του εαυτού του…..γιατί μόνο λαμβάνοντας υπόψη την συμπεριφορά των άλλων απέναντί του μπορεί το άτομο να γίνει αντικείμενο του εαυτού του».

Ο κύκλος ψυχοθεραπευτικών συνεδριάσεων

Μετά από την έξοδο από την κλινική οι ψυχοθεραπευτικές συναντήσεις θα γίνονται μία φορά την βδομάδα και Θα περιλαμβάνουν τόσο ατομικές όσο και οικογενειακές συνεδρίες, ανάλογα με την εξέλιξη της θεραπείας.

Για τις τιμές του προγράμματος (ασφαλιστικά ταμεία δεκτά), και περισσότερες πληροφορίες

τηλ 6937165876

Κερεντζής Λάμπρος

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Ο εθισμός






Ο εθισμός είναι η κατάσταση εκείνη όπου ένα άτομο δεν μπορεί να ξεπεράσει ένα αντικείμενο, ή μια συμπεριφορά. Όταν αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να βρει την δύναμη να αντισταθεί στην επίδραση της, έχει να κάνει με μια εθιστική κατάσταση. Έτσι πρόβλημα εθισμού έχουμε όταν ένα άτομο αντιμετωπίζει δυσκολία να βάλει τέλος σε μια συνήθεια όταν αυτή δεν του προσφέρει ευχαρίστηση, αλλά αντιθέτως του προκαλεί δυσαρέσκεια. Σε αυτή την περίπτωση η ικανοποίηση δεν είναι απαραίτητη για να μετατραπεί μια εμπειρία σε εθιστική. Έτσι ο εθισμός είναι η εγκατάσταση μια συνήθειας ξέχωρα από την ικανοποίηση που προσδίδει.

Πολλές φορές το άτομο δεν θέλει να σκέπτεται τα προβλήματα της καθημερινότητας και έχει ανάγκη να δημιουργήσει το “κενό” εκείνο που θεωρεί ότι του παρέχει μια ηρεμία. Η εγκατάλειψη του ατόμου μέσα σε αυτό, μοιάζει με μια μορφή παθητικότητας με βασικό περιεχόμενο την έλλειψη σκέψης, την έλλειψη προβληματισμού. Η συμπεριφορά αυτή καταντά μηχανική δημιουργώντας την ψευδή αίσθηση του ελέγχου του άγχους της καθημερινότητας με την αποφυγή του μέσα από την επανάληψή μιας συγκεκριμένης πράξης. (φαγητό, ερωτικό πάθος, τηλεόραση, παιχνίδι, χρήση ναρκωτικών).

Δηλαδή, για να το πούμε απλά, το άτομο αφήνεται σε αυτή την συνήθεια για να μην σκέπτεται της δυσκολίες που συναντά στη ζωή. Έτσι ο χρόνος κυλάει χωρίς κανένα πρόβλημα να ζητά την επίλυσή του. Με αυτό το σκεπτικό ο εθισμός λειτουργεί σαν φυγή απέναντι σε μια δυσάρεστη πραγματικότητα την οποία το άτομο δεν μπορεί να αποδεχτεί.

Πολλές φορές αυτή η συνήθεια μπορεί να πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε το άτομο να μην ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο εκτός από αντικείμενα ή καταστάσεις που είναι συνδεδεμένες με αυτή. Έτσι ο εθισμός μπορεί να ξεκινήσει σαν μια ανώδυνη πράξη και να μετατραπεί σε κεντρικό στοιχείο της ύπαρξης του ατόμου. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για το περιβάλλον, την δουλειά, η μοναχικότητα και η περιθωριοποίηση του ατόμου εμπεριέχονται στα έμμεσα αποτέλεσμα του εθισμού.

Ο εθισμός μπορεί επίσης να λειτουργεί σαν ένα καταφύγιο, σαν άμυνα μετά από ένα τραυματικό γεγονός, ή σαν μια προσπάθεια αντιμετώπισης ων δυσκολιών της ζωής ή ενός απειλητικού περιβάλλοντος. Αυτός όμως που παρατηρείται είναι ότι το ποσοστό απειλής που μπορεί να νιώσει το άτομο απέναντι στο περιβάλλον είναι αντιστρόφως ανάλογο με την συμμετοχή σε αυτό. Όσο μέσα από την εθιστική συμπεριφορά το άτομο απομακρύνεται και αποκόβεται προσπαθώντας να το αποφύγει, τόσο το περιβάλλον γίνεται απειλητικό.

Ο εθισμός λοιπόν οδηγεί το άτομο σε μια κατάσταση απομόνωσης μέσ' από την επαναληπτικά μηχανική πράξη αναζήτησης ικανοποίησης. Η επανάληψη οδηγεί την συμπεριφορά του σε μια νοσηρή κατάσταση που την αντιλαμβάνεται ο ίδιος αλλά και το κοινωνικό του περιβάλλον την οποία σχολιάζεται άσχημα. Έτσι ο εθισμός οδηγεί στην έλλειψη αυτοπεποίθησης, στην έλλειψη αυτοεκτίμησης στην αυτο-λύπηση και σε τελικό στάδιο στην αυτοτιμωρία.

Δηλαδή από ένα σημείο και μετά η εθιστική συμπεριφορά μετατρέπεται σε πράξη αυτοτιμωρίας η οποία στοχεύει στην εξαφάνισης του ατόμου και όχι στην ικανοποίηση του.

Κερεντζής Λάμπρος


πίνακας: Paulo Zerbato