Κάμερες επιτήρησης στα σχολεία!!


Η θλίψη κυριαρχεί. Η αίσθηση ότι η μικρή κοινωνία του σχολείου μπορεί να μετατραπεί σε χώρο επιτήρησης ορίζοντας τα παιδιά σαν εν δυνάμει κακοποιά στοιχεία παίρνει την θέση της στην πραγματικότητα της Ελληνικής επικράτειας, με μια ελαφρότητα που σκανδαλίζει. Αυτή η αφοπλιστική άγνοια σε σχέση με την εκπαίδευση και την ψυχολογία, καταντά στην χώρα μας ένα εγκληματικό στοιχείο, στο βαθμό που δεν υπολογίζονται βασικοί κανόνες παιδαγωγικών και ψυχολογικών διαδικασιών στην σχέση τόσο του παιδιού με τον εαυτό του, όσο και με τούς άλλους. Συστήματα επιτήρησης εγκαθίστανται με σαθρά προσχήματα τα οποία θα ταίριαζαν σε χώρους κράτησης, έτσι ώστε η παρουσία της κάμερας ασφαλείας, όπως λένε, θα μετατρέψει το προαύλιο του σχολείου σε προαύλιο φυλακής.
Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι η έννοια της “μάθησης” δεν περιορίζεται μέσα στους τοίχους της τάξης, αλλά το σχολείο σαν ολότητα αποτελεί πεδίο μαθησιακής διαδικασίας και χώρος κοινωνικοποίησης για το κάθε παιδί, αλλά και ενήλικο που βρίσκεται μέσα του. Δεν γνωρίζουν επίσης ότι ο χώρος του προαυλίου του σχολείου καθώς και ο χρόνος που τα “παιδιά” περνάνε μέσα σε αυτό είναι ένας παιδαγωγικός χώρος. Ένα χώρος και χρόνος ο οποίος δεν στερείται σημαντικότητας από αυτόν της σχολικής τάξης.
Αν πιστεύουμε ότι το διάλειμμα είναι ένας χρόνος απλής “ξεκούρασης” από το μάθημα στην τάξη, κάνουμε ένα τεράστιο λάθος διότι το διάλειμμα είναι ένας χώρος/χρόνος κοινωνικής ζωής. Είναι χώρος/χρόνος μάθησης μέσα από την αλληλεπίδραση με τα άλλα “παιδιά”, άρα ισάξιος της σχολικής τάξης. Εάν τώρα αναγνωρίσουμε την σημασία του χώρου του προαυλίου του σχολείου σαν κοινωνικοποιητικό παράγοντα, τότε ερχόμαστε να προσεγγίσουμε την “ψυχολογία” που “κατασκευάζεται” μέσα σε αυτόν για το κάθε “παιδί” και την σημασία που έχει για την ανάπτυξη του. Η αλληλεπίδραση με τα άλλα παιδιά δημιουργεί την αίσθηση της παρουσίας του μέσα από την σχέση με τον “άλλον”. Στο χώρο του προαυλίου αυτή η διαδικασία είναι πιο σημαντική, διότι εκεί καλείται το “παιδί” να έρθει σε επαφή χωρίς την παρουσία του δασκάλου, η οποία πολλές φορές παίζει ένα προστατευτικό ή και αποτρεπτικό ρόλο.
Το κάθε “παιδί”, έφηβος, ή έφηβη βρίσκεται μόνο του σε αυτό το χώρο και χρόνο για να δημιουργήσει τον εαυτό του μέσα από την ελεύθερη αλληλεπίδραση με τον άλλο “παιδί”. Το διάλειμμα λοιπόν είναι ένας χώρος/χρόνος καθόλου εύκολος. Διότι το “παιδί” καλείται να “δοκιμάσει” τον εαυτό του στην κατ' ευθείαν σχέση με τους άλλους, χωρίς την διαμεσολάβηση του δασκάλου που σημαίνει την ανάληψη της ευθύνης της πράξης του, η οποία εκφράζει την επιθυμία του, καθώς και τα μέσα που θέτει σε ενέργεια για να πετύχει.
Είτε πρόκειται για ένα απλό παιχνίδι, είτε για κάτι πιο περίπλοκο το “παιδί” βρίσκεται πάντα σε μια προβληματική κατάσταση στην σχέση με τον άλλον, την οποία καλείται να λύσει και αυτή η διαδικασία εμπεριέχει ολόκληρη την ουσία της κοινωνικής μάθησης. Μέσω της αλληλεπίδρασης με τα άλλα “παιδιά” καλείται να θέσει σε ενέργεια αυτά που έχει “μάθει” μέσα από τις ταυτίσεις και τις μιμήσεις των κοινωνικών μοντέλων σχέσεων που έχει εσωτερικεύσει, είτε αυτά έχουν σχέση με την οικογένεια, είτε άλλες πηγές κοινωνικών προτύπων. Καλείται να τα εκφράσει και να τα δοκιμάσει και ανάλογα την απήχηση που θα έχουν στους άλλους να τα κρατήσει είτε να τα αλλάξει. Καλείται να “επιβιώσει”! Άρα διάλειμμα στο προαύλιο του σχολείου είναι ένας χωρόχρονος τόσο πλούσιος σε ερέθισμα που γίνεται ισάξιος με αυτόν της σχολικής τάξης. 'Έτσι εάν το “μάθημα” στην τάξη έχει σχέση με το γνωστικό στοιχείο της μάθησης αυτό του προαυλίου έχει με το ψυχολογικό και το κοινωνικό.
Η απουσία της επιτήρησης- καθοδήγησης του δασκάλου στο προαύλιο με την έννοια που συμβαίνει μέσα στην τάξη, δεν είναι παρά ένα παιδαγωγικό εργαλείο για την βοήθεια του “παιδιού” να έρθει σε επαφή με τα άλλα παιδιά στηριζόμενο περισσότερο στον εαυτό του. Στην ουσία η απουσία του δασκάλου-καθηγητή είναι μια τεχνητή εκπαιδευτική διαδικασία η οποία “ αφήνει” τα παιδιά εκτεθειμένα στην σχέση με τον άλλον χωρίς την μεσολαβητική του παρουσία. Είναι μια “προπόνηση“, θα λέγαμε, για την κοινωνική ζωή όπου ενεργοποιείται, τόσο το άγχος της ύπαρξης, όσο και η ευχαρίστηση της επαφής με τον άλλο και της αίσθησης τους εαυτού που απορρέει από αυτή την σχέση. Είναι λοιπόν, όπως ανέφερα, το διάλειμμα, ένα εργαλείο μάθησης που βασίζεται στην έννοια της αυτονόμησης και της πρωτοβουλίας. Ο χώρος λοιπόν του προαυλίου είναι ένα χώρος κοινωνικής μάθησης, όπου δοκιμάζονται οι δεξιότητες του “παιδιού” τόσο σε πρακτικό όσο και σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο.
Κατά την γνώμη μου πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο χώρος του σχολείου είτε αυτός είναι η τάξη, ο διάδρομος, οι τοίχοι, η διακόσμηση, τα χρώματα, είτε το προαύλιο, οι μπασκέτες, τα τοιχάκια που κάθονται τα “παιδιά”, ή ακουμπάνε, είναι εκπαιδευτικοί χώροι, οι οποίοι ο καθένας εκφράζει διαφορετική μορφή στην διαδικασία της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την Μορφολογική ψυχολογία η μαθησιακή διαδικασία βασίζεται στην αντίληψη της μορφής του αντικειμένου γνώσης σαν όλον, το οποίο όλον περιλαμβάνει όχι μόνο το αντικείμενο αυτό κάθε αυτό. αλλά και τις συνθήκες που περιβάλλουν την διαδικασία της μάθησης, οι οποίες ταξινομούνται σαν μορφές και συνδέονται με το αντικείμενο θετικά ή αρνητικά. Έτσι η μάθηση λαμβάνει χώρα μέσα από τα επιμέρους κομμάτια που την αποτελούν όπως είναι η τάξη, ο καθηγητής, ο συμμαθητής,το θρανίο, ο περιβάλλοντας γενικά χώρος. Όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν τα οποία αποτελούν το περιβάλλοντα χώρο αποτελούν κομμάτια που συνθέτουν την γνωστική διαδικασία.
Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι, ο χώρος του προαυλίου του σχολείο δεν είναι ένας ανεξέλεγκτος χώρος. Είναι ένας περιοριστικός χώρος. Έχει κάγκελα που τον περιφράζουν και τον διαχωρίζουν από τον κοινόχρηστο χώρο, τα οποία περιορίζουν τις κινήσεις των μαθητών κατά την ώρα του διαλείμματος. Η πόρτα είναι κλειδωμένη και όταν κάποιος μαθητής ή μαθήτρια θέλει να βγει πρέπει να πάρει άδεια. Ακόμα και όταν κάποιος ενήλικος, γονέας επισκέπτεται το σχολείο πρέπει να του ανοίξουν. Αυτό δηλώνει την ασφάλεια του χώρου και την ικανότητα της επιτήρησης του από οποιοδήποτε σημείο. Επιτήρηση η οποία γίνεται με την παρουσία ενός δασκάλου κατά την διάρκεια των διαλειμμάτων.
Δυστυχώς σήμερα στην χώρα μας βρισκόμαστε στην δύσκολη θέση να αντιμετωπίσουμε την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με την λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας στο προαύλιο χώρου του σχολείου με το πρόσχημα την ασφάλεια. Σαν πρώτη παρατήρηση θα λέγαμε ότι η παρουσία της κάμερας δεν είναι παρά ένα μάτι που βλέπει και καταγράφει το τι συμβαίνει στο χώρο. Η γνώση της ύπαρξής της διαφοροποιεί τις αλληλεπιδράσεις στο χώρο και τις διαμορφώνει σύμφωνα με αυτό που “πρέπει” να διαδραματίζεται. Έτσι με τον ίδιο τρόπο που η παρουσία του δασκάλου έρχεται να οριοθετήσει το παιδί στην σχολική τάξη και να αφαιρέσει την αυθόρμητη έκφραση και την απρόσκοπτη χαρά του παιχνιδιού, επαναφέροντας τους όρους της γνωστικής μάθησης, έτσι και η κάμερα επιτήρησης του προαυλίου του σχολείου έρχεται να προσδιορίσει το χώρο/χρόνο του διαλείμματος.
Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι, η παρουσία και μόνο της κάμερας σαν στοιχείο του προαυλίου χώρου, ξέχωρα από την λειτουργία της, αποτελεί ένα στοιχείο νομιμοποίησης της επιτήρησης ακόμα και όταν δεν συμβαίνει. Είναι ένα “βλέμμα” που επιβάλλει την πειθαρχία μετατρέποντας το διάλειμμα σε αντικείμενο παρατήρησης και επεξεργασίας των ενηλίκων, στην φαντασία των “παιδιών”. “ Μας βλέπουν”. “ Μας παρακολουθούν” Δηλαδή, το ότι ο χώρος παρακολουθείται για τα “παιδιά” δεν χρειάζεται να είναι μια πραγματικότητα, η φαντασία τους μπορεί να οργιάζει ακόμα και αν τα επιβεβαιώνουμε για το αντίθετο. Έτσι ξέχωρα από την λειτουργία της, έρχεται να οριοθετήσει την αλληλεπίδραση στο χώρο, αφαιρώντας το αυθόρμητο της συμπεριφοράς, εγκαθιδρύοντας την παρουσία της παράβασης σαν στοιχείο της διαπροσωπικής σχέσης, προκαλώντας την ενοχή και τον φόβου της τιμωρίας.
Μια τρίτη παρατήρηση έγκειται στο ότι, η κάμερα επιτήρησης με την λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας δηλώνει την εν δυνάμει παρουσία της παραβατικής συμπεριφοράς. Δηλώνει ότι ο οποιοσδήποτε είναι υποψήφιος παραβάτης. Έτσι η παράβαση μέσα από την κάμερα στοχεύει την παρουσία του καθένα προβάλλοντας ότι η παραβατικότητα είναι στοιχείο που κυριαρχεί σε σχέση με τα άλλα χαρακτηριστικά των ανθρώπων, προκαλώντας το. Με αυτό τον τρόπο δεν κάνει διακρίσεις, αλλά η παρουσία της, μας οδηγεί να σκεφτούμε την παράβαση ακόμα και όταν δεν την έχουμε στο μυαλό μας. Συγχρόνως κάνει τους “παραβάτες” εν δυνάμει παρουσίες ακόμα και όταν δεν υπάρχουν. Η κάμερα ενοχοποιεί την συμπεριφορά του “παιδιού” σαν αξιόποινη πράξη.
Βέβαια οι άνθρωποι που προτείνουν αυτές τις λύσεις πρέπει να γνωρίζουν ότι τα παραδείγματα από χώρες που οι κάμερες έχουν εγκατασταθεί δεν απέδωσαν αυτό που αναμενόταν. Δηλαδή δεν απέφυγαν τους βανδαλισμούς, ούτε και την δυνατότητα ξένων στοιχείων να εισέλθουν στο προαύλιο του σχολείου από μέρη που η κάμερα αδυνατούσε να καλύψει. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε σχολεία όπου οι κάμερες εγκαταστάθηκαν ακόμα και μέσα στους διαδρόμους, ένα κύμα αντίδρασης πυροδοτήθηκε από τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες και τους συλλόγους γονέων για το περιορισμό της αυτονομίας και την περιχάραξη της ελευθερίας των μαθητών. Μπορεί φυσικά να περιόρισαν λίγο τις εκδηλώσεις βίας ανάμεσα στους μαθητές μέσα στο σχολείο, αλλά δεν απέτρεψαν την βία, η οποία μεταφέρθηκε σε χώρους που δεν υπήρχαν κάμερες.
Φυσικά μιλάμε για χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν μια μεγάλη παραβατικότητα και εκδηλώσεις παιδικής και εφηβικής βίας ακόμα και μέσα στους χώρους του σχολείου είναι πολύ μεγάλη, πράγμα που στην μικρή μας χώρα αυτό δεν συμβαίνει. Αναφερόμαστε δηλαδή σε χώρες όπου οι δεσμοί της οικογένειας έχουν χάσει την ικανότητα τους να οριοθετούν και να κοινωνικοποιούν τα νέα μέλη τους. Παρ' όλα αυτά ακόμα και οι κάμερες δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τα κρούσματα βίας ανάμεσα στα “παιδιά”. Εκτός λοιπόν από την ανασταλτική παρουσία τους, η λειτουργία τους δεν δικαιολογείται από τις σχολικές συνθήκες στην Ελληνική πραγματικότητα.
Εκείνο λοιπόν που προέχει για την μικρή μας χώρα δεν είναι ο μιμητισμός πρακτικών επιτήρησης και ελέγχου οι οποίες δεν έχουν από την μια αποτελέσματα, και από την άλλη ανάγκη ύπαρξης. Δεν έχουμε ανάγκη από πρακτικές οι οποίες δεν δικαιολογούνται από τις συνθήκες που διαμορφώνει η ελληνική κοινωνία, προβάλλοντας την δήθεν βία και τους “βανδαλισμούς” σαν στοιχεία που απαιτούν την περιχάραξη της αυτονόμησης και της ελευθερίας των “παιδιών”. Πρακτικές που προβάλλουν επίσης μια λανθασμένη εκτίμηση της ελληνικής πραγματικότητας δίνοντας την εντύπωση ότι η ελληνική κοινωνία είναι βίαιη και πρέπει να την καταστείλουμε με οποιοδήποτε μέσον.
Στην ουσία αυτές οι πρακτικές, στηρίζονται στον ψυχρό τεχνολογικό εξοπλισμό και την παρουσία απρόσωπων εταιριών παρακολούθησης χωρίς δικλίδες ασφαλείας για τα προσωπικά δεδομένα κάθε “παιδιού” και κάθε πολίτη. Αυτή η συνθήκη αποτελεί από μόνη της μια βίαιη πράξη και θεωρώ ότι πρέπει να την λάβουμε σοβαρά υπόψιν. Πρόκειται για μια πράξη βίας ενός συστήματος ελέγχου, επιτήρησης και τιμωρίας το οποίο δεν θέλει να μειώσει την βία αλλά να την προβάλει μέσα από την παρουσία του.
Έτσι η απουσία του ανθρώπινου παράγοντα όπως των σχολικών φυλάκων, όπου η ανθρώπινη σχέση αποτελούσε το στοιχείο παρέμβασης σε καταστάσεις ξεπεράσματος των ορίων και η αντικατάστασή τους από ένα τεχνολογικό υλικό αμφιβόλου προέλευσης και ελέγχου, γενικώς, δεν έρχονται να αναστείλουν την βία, αλλά έρχονται να την προβάλλουν σαν μια μελλοντική πιθανότητα η οποία δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα.
Κερεντζής Λάμπρος



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου