Ρατσισμός και Εθνικισμός

Τα φαινόμενα του εθνικισμού και του ρατσισμού, παρόλο που συνδέονται μεταξύ τους τόσο θεωρητικά όσο και ιστορικά, δεν ταυτίζονται ούτε έχουν σχέση αιτίας – αποτελέσματος. Στην ιστορική ορολογία, ο εθνικισμός νοείται είτε ως εθνική ιδεολογία είτε ως πολιτικό κίνημα, το οποίο εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα48 και εμπεριέχει συχνά χειραφετητικά προτάγματα. Όμως, η δημιουργία και συγκρότηση των εθνών – κρατών, ακόμα και όταν δεν έχει εξαρχής ρατσιστικά χαρακτηριστικά, βασίστηκε στις βίαιες απόπειρες ομογενοποίησης των εγχώριων πληθυσμών και σε αποκλεισμούς ή «εκκαθαρίσεις» των ετερόδοξων.

 Οι ίδιοι οι νόμοι της ιθαγένειας, αν και διαφέρουν από κράτος σε κράτος ως προς την αυστηρότητά τους, οδηγούν στην υιοθέτηση της λογικής των διακρίσεων και μιας πατριωτικής αντίληψης των ανθρώπινων σχέσεων που εισάγει το φυλετικό στοιχείο ως καθοριστικό παράγοντα ένταξης σε μια εθνική κοινότητα, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη διαφωτιστική πολιτική προσέγγιση του έθνους, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στην ελεύθερη επιλογή του καθενός να ανήκει σε αυτό.49
Ο λόγος του εθνικισμού δανείζεται μεταφορές από αυτόν του ρατσισμού και το αντίστροφο. Έτσι, καθώς η κουλτούρα εθνικοποιείται στα πλαίσια του έθνους, οι ξένοι που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αφομοιωθούν, θεωρούνται απειλή και αντιμετωπίζονται ανάλογα. Σε αυτή την περίπτωση, ο εθνικισμός είναι εύκολο να μετατραπεί σε ρατσισμό, αφού το έθνος ταυτίζεται με τη φυλή όπου ο Άλλος δεν γίνεται αποδεκτός.

Πρόκειται κυρίως για ρατσισμό με τη σύγχρονη, πολιτισμική του διάσταση, ο οποίος δεν ανέχεται τη διασταύρωση ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες και τρόπους ζωής. Μια τέτοια ανάμιξη θεωρείται από τους ρατσιστές, όπως και από τους εθνικιστές, ότι απειλεί το έθνος. Επιπλέον, η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και διεκδικήσεων απέναντι σε υπαρκτούς ή μη εξωτερικούς εχθρούς, αποκτά συχνά επιθετικό, ρατσιστικό χαρακτήρα απέναντι σε ξένους μετανάστες ή μειονοτικούς που βρίσκονται στο εσωτερικό του έθνους – κράτους50 και στα μάτια των εθνικιστών υπονομεύουν την εθνική ομοψυχία.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτή η διαχρονική σύγκλιση του ρατσισμού με τον εθνικισμό που διαφαίνεται στην αντιμετώπιση του ξένου ως απόρριμμα το οποίοαπειλεί την ομοιογένεια, την εσωτερική αρμονία και την ασφάλεια του έθνους ή της φυλής.

Τα έθνη – κράτη εφαρμόζοντας τις στρατηγικές είτε της, βίαιης ή μη, αφομοίωσης είτε του διωγμού ή της εξόντωσης των ξένων επιχειρούσαν την εξαφάνιση της διαφορετικότητας από την επικράτειά τους. Το βαθύτερο αίτιο αυτής της τακτικής ήταν η ανάγκη των εθνικών κρατών να παρουσιάσουν το έθνος τους ως μια οργανική φαντασιακή ολότητα, ούτως ώστε να διατηρήσουν την εθνική ενότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Άλλωστε, όπως μας αποκαλύπτει η ψυχανάλυση, η φαντασίωση του αρμονικού Όλου έχει ισχυρά ερείσματα στο ασυνείδητο των ανθρώπων και επομένως, η θεώρηση του έθνους ως τέτοιου, τους «συγκινεί» και τους κινητοποιεί πολύ περισσότερο από αυτή της απλής πολιτικής ένωσης.

 Ο ρατσισμός από την πλευρά του, όπως προαναφέραμε, στηρίζεται επίσης σε τέτοιου είδους φαντασιώσεις και αρνείται με πάθος την ύπαρξη της Διαφοράς που προκαλεί άγχος στους ρατσιστές.
Σε όλους τους λαούς έχει εμφανιστεί ιστορικά ο αποκαλούμενος πρωτορατσισμός, ως πίστη σε ένα σύνολο γνωρισμάτων υπεροχής της δικής τους φυλής καταγωγής έναντι των άλλων φυλών ή εθνοτήτων. Διαχρονικά οι διάφοροι λαοί προβαίνουν σε φαντασιακές, ιδεολογικές κατασκευές που τους δίνουν τη δυνατότητα να πιστεύουν στη βιολογική, πνευματική ή ηθική υπεροχή της εθνικής ομάδας στην οποία ανήκουν σε σχέση με τους υποδεέστερους ξένους. Αυτή η αίσθηση υπεροχής είναι κοινή σε εθνικιστές και ρατσιστές. Εθνικισμός και ρατσισμός αποτελούν εκφάνσεις του συλλογικού ναρκισσισμού, ενώ οι εκδηλώσεις υπέρ του εθνικού μεγαλείου συγχωνεύονται συνήθως με φυλετικές ιδεολογίες, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις συγκρούσεις με άλλους λαούς ή κράτη που δικαιολογούνται στη βάση αναλλοίωτων και αγεφύρωτων φυλετικών διαφορών.51 Φυσικά και σε περιόδους ειρήνης, σε αρκετές περιπτώσεις, οι εθνικιστικές και ρατσιστικές προκαταλήψεις οδηγούν σε βίαιη αντιμετώπιση των ξένων ή των αντιφρονούντων.

Ο σύγχρονος πολιτισμικός ρατσισμός συνδέεται με τον εθνοτικό εθνοκεντρισμό, αφού από κοινού τονίζουν την απόλυτη αναγκαιότητα διατήρησης των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και αντιδρούν πανικόβλητα απέναντι στην αναπόφευκτη συγκρότηση πολυπολιτισμικών κοινωνιών στις μέρες μας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του κόμματος του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας του οποίου ο πολιτικός λόγος καταδεικνύει το πώς ο νεορατσισμός ενσωματώνεται στον εθνικισμό: «Διεκδικούμεγια τους Γάλλους το δικαίωμά μας να είμαστε διαφορετικοί [...] το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού μας [...] το δικαίωμα να προστατεύουμε την ταυτότητά μας» (Καρλ Λανγκ, 13 Ιουνίου 1989). Ασφαλώς, όταν οι εθνικιστές αναφέρονται στην εθνική ταυτότητα, την αντιμετωπίζουν ως ομοιογενή και την ορίζουν ως ένα σύνολο βιολογικών κληρονομικών χαρακτηριστικών που συνδέονται με μια κοινή πολιτιστική παράδοση, φανερώνοντας την άμεση σχέση του διαφορικού ρατσισμού με τον εθνικισμό.52

Ο εθνικιστής, που ταυτίζει την προσωπική του ακεραιότητα με αυτήν της εθνικής ομάδας του, νιώθει ότι κάθε πραγματική ή φανταστική απειλή για το έθνος του από ξένους αποτελεί μία επίθεση εναντίον του και έτσι μπορεί να αντιδράσει με ακραίο τρόπο. Όταν ακόμα και η απλή παρουσία του ξένου, του διαφορετικού βιώνεται ως απειλή, τότε ο εθνικιστής είναι εύκολο να μετατραπεί σε ρατσιστή αφού αμφότεροι εξάπτονται εξίσου απέναντι στην εικόνα του άλλου και τον απορρίπτουν ολοκληρωτικά, χωρίς να χρειάζονται κάποια σημαντική αφορμή, ενώ αναπτύσσουν συνεχώς σύνδρομα καταδίωξης.

Πρόκειται για χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτού που στην ψυχολογία του εγώ αποκαλείται «αυταρχική προσωπικότητα» και θεωρείται πως προκύπτει από μία «καταπιεστική» ανατροφή. Όμως, οι «αυταρχικές προσωπικότητες» δεν συνδέονται μόνο με μία υπερβολικά αυστηρή ή βάναυση ανατροφή αλλά και με την αντίστροφη, καθόλου αυστηρή, άνομη ανατροφή, που συχνά παίρνει το χαρακτήρα αυθαιρεσίας και μπορεί να οδηγήσει σε παρόμοια αποτελέσματα. Ο τύπος ανθρώπου που αντιστοιχεί σε αυτό που ονομάζεται «αυταρχική προσωπικότητα» είναι κομφορμιστής που αποδέχεται τις καθιερωμένες αντιλήψεις και τα στερεότυπα, επιζητεί την εξουσία, δεν έχει αυτόνομη ηθική συνείδηση ούτε την ικανότητα να διαφοροποιεί τα πράγματα και ταυτίζεται εύκολα με «οδηγούς – σωτήρες», οι οποίοι του υπόσχονται ασφάλεια απέναντι στον κίνδυνο του «άλλου».53

Από την άλλη πλευρά, ο Benedict Anderson θεωρεί πως οι διαφορές ανάμεσα στον εθνικισμό και το ρατσισμό είναι ριζικές. Κατά την άποψή του, ο εθνικισμός χρησιμοποιεί όρους ιστορικών πεπρωμένων, ενώ αντίθετα ο ρατσισμός αναφέρεται στο «καθαρό» αίμα της φυλής που μολύνεται συνεχώς μέσω απεχθών συνουσιών, κάτι που βρίσκεται έξω από την ιστορία. Πιστεύει ότι οι ρατσιστές βασίζουν τα επιχειρήματά τους περισσότερο στις ιδεολογίες της τάξης παρά σε αυτές του έθνους.Επίσης, προσθέτει ότι ενώ ο εθνικισμός στηρίζεται στην ανιδιοτελή αγάπη για την πατρίδα και την αφοσίωση μέχρι θυσίας σε αυτή, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός σχετίζονται άμεσα με το μίσος απέναντι στον αντίπαλο, κυρίως εξαιτίας της βιολογικής φυσιογνωμίας του και όχι λόγω πολιτικών ή ιστορικών αντιθέσεων. Επιπλέον, ο Anderson επισημαίνει ότι φαινόμενα ρατσισμού και αντισημιτισμού εκδηλώνονται συνήθως εντός των εθνικών συνόρων, με αποτέλεσμα να προκαλεί κυρίως εσωτερική καταπίεση και υποταγή. Αντιθέτως, ο εθνικισμός οδηγεί, ως επί το πλείστον, σε εξωτερικούς πολέμους.54

Παρόλο που ο Anderson επισημαίνει εύστοχα υπαρκτές διαφορές μεταξύ των δύο φαινομένων, δεν φαίνεται να ασχολείται με τις ομοιότητές τους σε ιδεολογικό επίπεδο, αν και παραδέχεται πως σε περιπτώσεις όπως αυτή της αποικιοκρατίας, ο εθνικισμός και ο ρατσισμός ήλθαν σε έναν «ιστορικό συμβιβασμό». Βέβαια, η ανάλυσή του αφορά κατά κύριο λόγο τον εθνικισμό που αναπτύχθηκε στην πρώτη φάση συγκρότησης του εθνικού κράτους, όταν η πρώτιστη επιδίωξη ήταν η δημιουργία των κρατών – εθνών ή η αποικιοκρατική τους επέκταση και δεν σχετίζεται τόσο με τις σημερινές συνθήκες. Ουσιαστικά ο Anderson προσεγγίζει τον εθνικισμό σε μια «καθαρή» κατάσταση, χωρίς να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναδύθηκε, αλλά και τη δυνατότητά του να αναμιγνύεται με άλλες ιδεολογίες, όπως με το ρατσισμό, προκειμένου να επιβιώνει ανεξάρτητα από τις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες. 55 Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται και στις μέρες μας όπου ο «πολιτιστικός εθνικισμός» συναρτάται με τον πολιτισμικό ρατσισμό, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε συχνά σε «εθνικοποίηση της φυλής» ή «φυλετικοποίηση του έθνους».56 Ο Kedourie μάλιστα τονίζει ότι ο γλωσσικός εθνικισμός δεν μπορεί να διαχωριστεί με σαφήνεια από τον φυλετικό. Θεωρεί πως παρόλο που οι εθνικιστές αρχικά έδιναν μεγαλύτερη βαρύτητα στο γλωσσικό στοιχείο, αυτό συνέβαινε για να αποτελεί η γλώσσα την ειδοποιό διαφορά του κάθε έθνους, ακριβώς επειδή τα έθνη θεωρούνταν ξεχωριστές φυλετικές οντότητες.57





Βιβλιογραφία
5448 Αντώνης Λιάκος, «Αντινομίες στην ανάλυση του ρατσισμού» στο: Κίνηση Πολιτών κατά του Ρατσισμού, Έξι κείμενα για το ρατσισμό, Παρασκήνιο, Αθήνα, 1998, σ. 44
49 Ό.π., σ. 45, 46
50 Ό.π., σ. 475
1 Νίκος Τζαβάρας, «Μια διαστροφική κατάχρηση των βιολογικών εννοιών», στο: Κίνηση Πολιτών κατά του Ρατσισμού...ό.π., σ. 75, 7652 Taguieff,
 Ο Ρατσισμός...ό.π., σ. 61
53 Λίποβατς, Η Ψυχοπαθολογία του Πολιτικού...ό.π., σ. 265
54 Μπένεντικτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Νεφέλη, Αθήνα, 1997, σ. 222, 223
55 Γκασμέντ Καπλάνι, Η αναζήτηση του Άλλου ως αναγκαία προϋπόθεση για τον επαναπροσδιορισμό του εγώ. Οι αναπαραστάσεις της Αλβανίας και των Αλβανών στον ελληνικό τύπο. Οι αναπαραστάσεις της Ελλάδας και των Ελλήνων στον αλβανικό έντυπο τύπο. Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα, 2006, σ. 76, 78
56 Ό.π., σ. 77
57 E. Kedourie, Ο Εθνικισμός, Κατάρτι, Αθήνα, 1999, σ. 113, 114

πηγή
Από την
Διπλωματική Εργασία
του
Γιάννη Φλουράκη
με τίτλο
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ 
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.