
Η θεωρία του δεσμού
Edward John Mostyn “John” Bowlby (1907-1990)
Ο ψυχολόγος, ψυχίατρος και ψυχαναλυτής John Bowlby γεννήθηκε στις 26
Ιανουαρίου του έτους 1907 στο Λονδίνο. Σπούδασε ιατρική και ψυχολογία
στο πανεπιστήμιο του Cambridge και υπηρέτησε ως ψυχίατρος στον αγγλικό
στρατό. Από το 1946 κι έπειτα (έως το τέλος της ζωής του) εργάστηκε
εντατικά στην κλινική Tavistock του Λονδίνου.
Στην ηλικία των επτά ετών ξεκίνησε να φοιτά σε οικοτροφείο
(boarding school, μέρος όπου οι μαθητές διέμεναν μόνιμα με τους
εκπαιδευτικούς και τους συμμαθητές τους) επιλογή σχετική με την
κοινωνική τάξη από την οποία προερχόταν. Ο ίδιος το θεωρούσε ως μια από
τις χειρότερες εμπειρίες στη ζωή του˙ στο βιβλίο του Attachment and loss, Vol. II: Separation: Anxiety and anger αναφέρει ότι εκεί δε θα έστελνε ούτε σκύλο (Bowlby, 1973).
Η μητέρα του πίστευε ότι η γονεϊκή προσοχή και φροντίδα προς τα
παιδιά είναι «επικίνδυνη» για την διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Ο
Bowlby έλαβε περισσότερη στοργή από την βοηθό φροντίδας της οικογένειας
Bowlby παρά από τη μητέρα του. Η βοηθός έφυγε από την οικογένεια όταν ο
Bowlby ήταν τεσσάρων ετών, ένα γεγονός που ο ίδιος θεώρησε ως απώλεια
μιας πραγματικής «μητέρας». Ο πατέρας του, Sir Anthony Alfred Bowlby,
πρώτος βαρονέτος, ήταν ιατρός-χειρούργος στο βασιλικό παλάτι. Όταν ο
πατέρας του Bowlby ήταν πέντε ετών, ο πατέρας του και παππούς του
Bowlby, Thomas William Bowlby, απεβίωσε ενώ εργαζόταν ως ανταποκριτής
πολέμου στους Πολέμους Οπίου ή αλλιώς Αγγλοκινεζικούς Πολέμους που
έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 1839 και 1860. Η εμπειρία του αυτή συνέβαλλε
στην καλλιέργεια της ευαισθησίας του προς τα παιδιά που έχουν
ιδιαίτερες ανάγκες (π.χ. συναισθηματικές) κατά τη διάρκεια της ζωής
τους.
Παρότι θεώρησε το οικοτροφείο ως μια από τις χειρότερες εμπειρίες της
ζωής του και, με βάση δεδομένα που συνέλεξε για τις αναπτυξιακές
διαφορές των παιδιών ως προς την σωματική και συναισθηματική τους
ανάπτυξη, σημείωσε ότι τα οικοτροφεία είναι μέρη κατάλληλα για παιδιά
οκτώ ετών και άνω. Επιπλέον, διατύπωσε και μια άποψη «δεμένη» με την
εποχή της για τα παιδιά με σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής: Ότι θα ήταν
ωφέλιμο να απέχουν ορισμένους μήνες από τις εντάσεις που επικρατούν σε
κάθε πλαίσιο όπου διαμένουν (σχολείο, σπίτι) και να παρακολουθούν
πρόγραμμα οικοτροφείου˙ το οικοτροφείο θα συνέβαλλε στη διατήρηση δεσμών
με την οικογένεια του παιδιού και, λόγω του ότι αποτελούσε μια όλο και
πιο συνηθισμένη κοινωνική επιλογή για την εποχή εκείνη (Bowlby, 1951),
θεωρούσε ότι το παιδί δε θα ένιωθε διαφορετικό από τα άλλα παιδιά.
Πίστευε ότι η επιλογή αυτή θα συνέβαλλε στη βελτίωση των οικογενειακών
σχέσεων κατά τη διάρκεια της παραμονής των παιδιών στο οικοτροφείο
(Bowlby, 1951).
Ο Bowlby παντρεύτηκε την Ursula Longstaff, κόρη χειρούργου, στις 16
Απριλίου του έτους 1938˙ απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Το ένα από αυτά, ο
(Sir) Richard Bowlby, έγινε αργότερα τρίτος βαρονέτος.
Ο Bowlby σπούδασε ψυχολογία και προ-κλινικές επιστήμες
(pre-clinical sciences, επιστήμες υγείας που ερευνούν, ελέγχουν και
αξιολογούν διαδικασίες και θεραπείες πριν εκείνες χρησιμοποιηθούν ως
επίσημες εφαρμογές) στο Trinity College της πόλης του Cambridge
κερδίζοντας αρκετά βραβεία για άριστη ακαδημαϊκή επίδοση. Μετά τις
σπουδές του εργάστηκε με παιδιά που παρουσίαζαν δυσκολίες προσαρμογής
(π.χ. παιδιά με παραβατική συμπεριφορά) ενώ στα 22 του χρόνια ξεκίνησε
να παρακολουθεί μαθήματα στο University College Hospital του Λονδίνου.
Στα 26 του χρόνια ολοκλήρωσε σπουδές στην ιατρική ενώ ήδη παρακολουθούσε
μαθήματα ψυχανάλυσης στο Institute for Psychoanalysis του Λονδίνου. Στη
συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην ψυχιατρική στο Maudsley Hospital ενώ το
1937, στα 30 του χρόνια, απέκτησε τον τίτλο του ψυχαναλυτή. Από το 1936
εργαζόταν στην Κλινική Καθοδήγησης Παιδιών (Child Guidance Clinic) του
Λονδίνου εργασία που διατήρησε έως την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Bowlby διετέλεσε αντισυνταγματάρχης στο
Βασιλικό Ιατρικό Σώμα του Βρετανικού Στρατού. Μετά το τέλος του πολέμου,
διετέλεσε αναπληρωτής διευθυντής της κλινικής Tavistock και από το 1950
κι έπειτα Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας (Mental Health Consultant) του
Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.).
Με αφορμή την εμπειρία του με παιδιά με δυσκολίες προσαρμογής,
ξεκίνησε να ενδιαφέρεται συστηματικότερα για την ανάπτυξη των παιδιών.
Σε αυτό το ενδιαφέρον συνετέλεσαν ορισμένα γεγονότα αποχωρισμού παιδιών
από σημαντικούς άλλους ανθρώπους που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του
πολέμου. Τα γεγονότα αυτά ήταν η διάσωση 10.000 παιδιών με εβραϊκή,
κυρίως, καταγωγή με βάση τις ενέργειες Kindertransport (ή Refugee
Children Movement, R.C.M., Κίνημα Παιδιών Προσφύγων) και η τοποθέτησή
τους σε θετές οικογένειες ή η επανατοποθέτησή τους στις οικογένειές
τους˙ η εκκένωση παιδιών από το Λονδίνο για την προστασία τους από τις
αεροπορικές επιδρομές˙ η χρήση ομαδικών παιδικών δωματίων, ενέργεια που
πίστευε ότι θα επέτρεπε στις μητέρες των παιδιών να συνεισφέρουν κατά τη
διάρκεια του πολέμου (Mercer, 2006).
Ο Bowlby ενδιαφερόταν από την αρχή της καριέρας του για τα προβλήματα
που αφορούν τον αποχωρισμό του ατόμου από σημαντικά άλλα πρόσωπα˙
επίσης, εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο της ψυχαναλύτριας παιδιών Anna Freud
και της ψυχαναλύτριας παιδιών και παιδαγωγού Dorothy Trimble Tiffany
Burlingham όπως και της επιστημονικής εργασίας του ψυχαναλυτή René Árpád
Spitz για τα παιδιά που διαβιούσαν σε ορφανοτροφεία. Στα τέλη της
δεκαετίας του 1950 διέθετε μια μεγάλη βάση δεδομένων (θεωρίας και
παρατήρησης) με βάση τα οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει τη θεμελιώδη
σημασία της ανάπτυξης δεσμού (attachment) ανάμεσα στο βρέφος και σε ένα σημαντικό πρόσωπο αναφοράς (Schwartz, 1999).
Ο Bowlby ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να ανακαλύψει τα πραγματικά μοτίβα
των οικογενειακών αλληλεπιδράσεων σε υγιείς και μη πληθυσμούς και
συγκεκριμένα με ποιον τρόπο οι δυσκολίες δεσμού μεταβιβάζονται στην
επόμενη γενιά. Με αφορμή το ερώτημα αυτό και με βάση το ενδιαφέρον του
για τις πρώιμες αλληλεπιδράσεις μεταξύ βρέφους και σημαντικών άλλων
ανέπτυξε τη θεωρία δεσμού (attachment theory) κατά την οποία το
βρέφος εκδηλώνει συμπεριφορά δεσμού (σε όλο το ζωικό βασίλειο) προς ένα
πρόσωπο φροντίδας κάτι που αποτελεί εξελικτική στρατηγική επιβίωσης για
την προστασία του από εξωτερικές απειλές.
Η εξελικτική ψυχολόγος Mary
Dinsmore Salter Ainsworth, φοιτήτρια του Bowlby, επεξέτεινε την
επιστημονική εργασία του για τη θεωρία του δεσμού και πρότεινε την ιδέα
ύπαρξης διαφορετικών τύπων δεσμού (attachment types) με βάση εκτεταμένες μελέτες παρατήρησης που διεξήγαγε στην Ουγκάντα της Αφρικής (Ainsworth, 1967).
Καθόλη τη διάρκεια της ζωής του ο Bowlby παρέμεινε εξαιρετικά
ανήσυχος όσον αφορά τις απόψεις που επικρατούσαν για τις απαρχές του
συναισθηματικού δεσμού στον άνθρωπο. Η ψυχαναλυτική θεωρία και η θεωρία
μάθησης του ψυχολόγου Clark Leonard Hull υποστήριζαν ότι ο
συναισθηματικός δεσμός με την πρωτογενή φιγούρα φροντίδας ήταν μια
δευτερογενής ορμή βασισμένη στη διαδικασία του ταίσματος. Ωστόσο,
υπήρχαν ήδη δεδομένα ότι στον κόσμο των ζώων τα νεαρά μέλη μπορούν να
σχηματίζουν δεσμό με ενήλικα ομοειδή τους (όπως και με μη ομοειδή τους
καθώς και με ανθρωποειδείς φιγούρες) που δεν τα τάιζαν. Ο Bowlby
καινοτόμησε υποστηρίζοντας ότι το βρέφος έρχεται στον κόσμο με την προδιάθεση
να συμμετέχει σε κοινωνική αλληλεπίδραση. Η βασική συνεισφορά του
έγκειται στην αταλάντευτη εστίαση της μελέτης του στην ανάγκη του
βρέφους για έναν πρώιμο ασφαλή δεσμό με ένα πρόσωπο αναφοράς (π.χ. τη
μητέρα). Υπέθεσε ότι το βρέφος που δεν σχηματίζει τον παραπάνω δεσμό
είναι σε κίνδυνο να βιώσει σημεία μερικής αποστέρησης (π.χ. υπερβολική
ανάγκη για αγάπη και εκδίκηση, έντονη ενοχή και κατάθλιψη) ή ολικής
αποστέρησης (π.χ. νωθρότητα, αθόρυβη μη απόκριση σε ερεθίσματα και
καθυστέρηση στην ανάπτυξη)˙ επίσης, αργότερα στην ανάπτυξή του, σημεία
παρορμητικής συμπεριφοράς (π.χ. αναζήτηση έντονων συγκινήσεων, έλλειψη
συγκέντρωσης, συμπεριφορά εξαπάτησης, παρορμητική συμπεριφορά κλοπής).
Τα βρέφη σχηματίζουν δεσμό από την ηλικία των
6-8 μηνών μέχρι την ηλικία των 18-24 μηνών (φάση του σαφούς δεσμού:
Bowlby, 1969) με πρόσωπα που είναι ευαίσθητα και ανταποκρίνονται με
επάρκεια σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Η γονεϊκή ανταπόκριση στο βρέφος
ενεργοποιεί πρότυπα δεσμού τα οποία σταδιακά μετατρέπονται σε
εσωτερικευμένα μοντέλα εργασίας και τα οποία καθοδηγούν τα αισθήματα,
τις σκέψεις και τις προσδοκίες στις ύστερες διαπροσωπικές σχέσεις του
ατόμου (Bretherton, 1992). Επιπλέον, ο Bowlby (1969) αναφέρθηκε στην φάση προ του δεσμού (γέννηση-6 βδομάδες), στη φάση του υπό διαμόρφωση δεσμού (6 βδομάδες-6-8 μήνες) και στη φάση αμοιβαίων σχέσεων (18-24 μήνες και αργότερα).
Καθώς το βρέφος αναπτύσσεται, χρησιμοποιεί τους σημαντικούς άλλους με
τους οποίους σχημάτισε δεσμό ως ασφαλή βάση εξερεύνησης διαπροσωπικών
σχέσεων. Με βάση την ιδέα περί ασφαλούς βάσης εξερεύνησης του
περιβάλλοντος η Ainsworth και οι συνεργάτες της (Ainsworth, Blehar,
Waters, & Wall, 1978) ανέπτυξαν ένα εργαλείο έρευνας το οποίο
ονομάστηκε Διαδικασία Συνθήκης με τον Ξένο (Strange Situation
Procedure) για την διερεύνηση και κατηγοριοποίηση διαφορετικών τύπων
δεσμού.
Οι τύποι δεσμού που πρότεινε η Ainsworth είναι ο ασφαλής, ο
ανασφαλής/αποφυγής, ο ανασφαλής/αμφιθυμίας ενώ οι Main και Solomon
(1986) πρόσθεσαν τον δεσμό αποδιοργάνωσης. Για τον σχεδιασμό του
παραπάνω εργαλείου έρευνας η Ainsworth και οι συνεργάτες της αξιοποίησαν
και τις υπό μελέτη συμπεριφορές της επιφυλακτικότητας προς τον ξένο (strange wariness) και των συμπεριφορών επανασύνδεσης
(reunion behaviors) προς το πρόσωπο αναφοράς. Η διαδικασία δεσμού δεν
εξαρτάται από το φύλο ενώ η ποιότητα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης
θεωρείται σημαντικότερη από το χρονικό διάστημα που θα λάβει χώρα η
αλληλεπίδραση.
Ο Bowlby τόνισε ότι ο δεσμός ενισχύει τη διαδικασία του ταίσματος,
την εξερεύνηση και την ακόλουθη μάθηση του περιβάλλοντος καθώς και την
κοινωνική αλληλεπίδραση ενώ προάγει ένα περιβάλλον προστασίας από
εξωτερικές απειλές. Ο ίδιος δανείστηκε από την ηθολογία τον όρο σύστημα συμπεριφοράς
(behavior system) για να εξηγήσει τις βιολογικές καταβολές των
συμπεριφορών δεσμού. Αυτό είναι και ένα από τα βασικά σημεία της
διαφοράς ανάμεσα στις απόψεις της ψυχανάλυσης και της θεωρίας του
δεσμού˙ η δεύτερη υποστηρίζει ότι ένα σύστημα συμπεριφοράς εμπλέκει
εγγενείς μηχανισμούς κινήτρων και ότι ο μηχανισμός του δεσμού είναι
ανεξάρτητος και δεν ανάγεται σε άλλες ορμές του οργανισμού. Η άποψη αυτή
εξηγεί γιατί το τάισμα δεν συνδέεται αιτιολογικά με τον δεσμό και γιατί
ο δεσμός σχηματίζεται και σε βρέφη που δέχονται κακοποίηση από
σημαντικούς άλλους.
Ο Bowlby αναφέρθηκε σε τρία συστήματα συμπεριφοράς, τον δεσμό, την εξερεύνηση και τον φόβο
τα οποία ρυθμίζουν την συμπεριφορική προσαρμογή και ανάπτυξη του
παιδιού. Το σύστημα του φόβου αναστέλλει εκείνο της εξερεύνησης και
ενεργοποιεί εκείνο του δεσμού ως επείγουσα ανάγκη για επιβεβαίωση από το
πρόσωπο αναφοράς. Το πρόσωπο αναφοράς είναι το συμπληρωματικό βιολογικό
σύστημα του ενήλικα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του συστήματος
δεσμού. Ο στόχος του συστήματος δεσμού αρχικά συνίσταται στη μείωση του
φόβου μέσω διατήρησης του επιθυμητού βαθμού εγγύτητας προς το πρόσωπο
αναφοράς. Ο βαθμός στον οποίο η εγγύτητα του προσώπου αναφοράς
εξασφαλίζει μια αίσθηση ασφάλειας και προστασίας προς το παιδί θα
επηρεάσει την ισχύ του δεσμού που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Για την
επίτευξη των παραπάνω στόχων σημαντικός θεωρείται ο παράγοντας της
ευαισθησίας του προσώπου αναφοράς προς το βρέφος.
Στον δεύτερο τόμο της τριλογίας του ο Bowlby τόνισε ότι στόχος του
συστήματος δεσμού είναι η διατήρηση της προσβασιμότητας και της
ανταπόκρισης του προσώπου αναφοράς˙ πρόκειται για την διαθεσιμότητα (availability)
του προσώπου αναφοράς (Bowlby, 1973). Ωστόσο, στον τρίτο τόμο της
τριλογίας του αναφέρθηκε στον σημαντικό ρόλο της γνωστικής αποτίμησης (appraisal) που λαμβάνει τη μορφή μιας προσδοκίας κατά τη λειτουργία του συστήματος δεσμού. Συγκεκριμένα, διαθεσιμότητα
σημαίνει έμπιστη προσδοκία ότι η φιγούρα δεσμού (πρόσωπο αναφοράς) θα
είναι διαθέσιμη˙ η προσδοκία αυτή αντανακλά ακριβείς εμπειρίες
αναπαράστασης της εμπειρίας του βρέφους με το πρόσωπο αναφοράς. Το
σύστημα δεσμού, δηλαδή, υπόκειται σε ένα σύνολο γνωστικών μηχανισμών,
τους οποίους ο Bowlby αποκαλεί μοντέλα αναπαράστασης (representational models) (Bowlby, 1969) ή, σύμφωνα με τον Craik, εσωτερικευμένα μοντέλα διεργασίας
(internal working models) (Craik, 1943).
Με βάση τα μοντέλα αυτά θεωρείται ότι οργανώνεται η επικείμενη συμπεριφορά του ατόμου στο πλαίσιο των σχέσεων δεσμού με άλλα άτομα στην παιδική και ενήλικη ζωή. Επαρκείς σχέσεις στο πλαίσιο ασφαλούς δεσμού (secure attachment, ένας από τους τύπους δεσμού που πρότεινε η Ainsworth) κατά την βρεφική ηλικία συνδέονται με την μακροπρόθεσμη προσδοκία του ατόμου ότι οι σχέσεις του θα είναι ασφαλείς και ότι θα αξίζει να δεχτεί στοργή μέσα από εκείνες. Ο ανασφαλής δεσμός (insecure attachment) συνδέεται με την προσδοκία του ατόμου ότι θα τα καταφέρει μόνο του χωρίς υποστήριξη˙ επίσης, το άτομο μπορεί να προσδοκά ότι θα έχει αίσθηση ανασφάλειας και συνεχούς ανησυχίας και ότι δε θα εκπληρωθούν με στοργή οι σχέσεις δεσμού που θα αναπτύξει με τους άλλους.
Οι τρεις βασικότερες αφορμές για τη διατύπωση της θεωρίας δεσμού
ήταν: Πρώτον, η πρώιμη εργασία του Bowlby με παιδιά με δυσκολίες
προσαρμογής και παιδιά με παραβατική συμπεριφορά. Δεύτερον, ένα φιλμ για
παιδιά που βίωσαν σύντομο αποχωρισμό με τίτλο A two-year old goes to the hospital
το οποίο δημιούργησε ο ψυχιατρικός κοινωνικός λειτουργός και
ψυχαναλυτής James Robertson στην κλινική Tavistock˙ το φιλμ απεικόνιζε
την επίδραση της απώλειας και αναστάτωσης νεαρών παιδιών που
αποχωρίστηκαν πρωτογενή πρόσωπα αναφοράς και συνέβαλλε δραστικά σε μια
καμπάνια για την άρση των περιορισμών όσον αφορά τους κανόνες
επισκεπτήριου των γονέων στα νοσοκομεία. Όταν το 1952 το φιλμ
παρουσιάστηκε ενώπιον της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (British
Psychoanalytical Society), οι ψυχαναλυτές δεν αποδέχθηκαν ότι ένα παιδί
μπορεί να θρηνεί ή να βιώνει πένθος κατά τον αποχωρισμό και αντέτειναν
ότι η αναστάτωση ενός παιδιού σε αυτές τις περιπτώσεις οφείλεται σε
στοιχεία ασυνείδητων φαντασιώσεων (επειδή στο φιλμ η μητέρα που
εμφανίζεται, κυοφορεί) (Schwartz, 1999).
Τέλος, ένα ακόμη γεγονός που
συνετέλεσε στη διατύπωση της θεωρίας δεσμού ήταν και η παρουσία της
Melanie Reizes Klein, επόπτριας του Bowlby κατά την εκπαίδευσή του στην
ψυχανάλυση. Ο Bowlby είχε διαφορετική άποψη από την Klein όσον αφορά τον
ρόλο της μητέρας στην διαχείριση της συμπεριφοράς ενός παιδιού ηλικίας
τριών ετών. Η Klein έδινε έμφαση στις φαντασιώσεις του παιδιού για τη
μητέρα του ενώ ο Bowlby έδινε έμφαση στα πραγματικά, καθημερινά,
περιστατικά μεταξύ μητέρας και βρέφους-παιδιού. Οι θέσεις του Bowlby ότι
τα παιδιά ανταποκρίνονται σε γεγονότα της καθημερινής ζωής και όχι σε
ασυνείδητες φαντασιώσεις απορρίφθηκαν από τους ψυχαναλυτές ενώ ο Bowlby
εξοστρακίστηκε από την ψυχαναλυτική κοινότητα. Αργότερα εξέφρασε την
άποψη ότι το ενδιαφέρον του για τις εμπειρίες και καταστάσεις της
καθημερινής ζωής ήταν ασύμβατο με την οπτική της Klein (Schwartz, 1999).
Το 1949 ο Bowlby, ως ειδικός σύμβουλος του Παγκόσμιου Οργανισμού
Υγείας, συνέγραψε επιστημονική αναφορά για την ψυχική υγεία παιδιών
χωρίς στέγη στη μεταπολεμική Ευρώπη˙ η αναφορά αυτή βασιζόταν στην
επιστημονική εργασία του Bowlby με παιδιά με δυσκολίες προσαρμογής καθώς
και στη μελέτη των επιπτώσεων της ιδρυματικής φροντίδας στα παιδιά
(Bretherton, 1992). Απαύγασμα αυτής της αναφοράς αποτελεί το βιβλίο Maternal care and mental health που εκδόθηκε το 1951 (Bowlby, 1951).
Τα επιστημονικά συμπεράσματα της έρευνας του Bowlby ήταν ότι τα βρέφη
και τα νεαρά παιδιά είναι σημαντικό να βιώσουν μια θερμή, οικεία και
συνεχή διαρκή σχέση (δεσμός) με ένα πρόσωπο φροντίδας στο πλαίσιο της
οποίας και τα δύο μέλη βιώνουν ικανοποίηση και απόλαυση˙ επίσης, ότι η
μη σύναψη αυτής της μοναδικής σχέσης μπορεί να έχει σημαντικές και
ανεπανόρθωτες συνέπειες στην ψυχική υγεία του ατόμου στο μέλλον (αυτό,
ωστόσο, αμφισβητείται, όπως δείχνουν σύγχρονα εμπειρικά δεδομένα για την
μακροπρόθεσμη επιρροή του δεσμού σε παιδιά που υιοθετούνται: Βλέπε π.χ.
Rutter, 2009, Νοέμβριος).
Επρόκειτο για μια «επαναστατική» αναφορά διότι ο Π.Ο.Υ. εκείνη την
περίοδο είχε ισχυρό δυναμικό επιρροής στην πρόκληση ευρέων αλλαγών στις
πρακτικές ιδρυματικής φροντίδας των βρεφών και των παιδιών. Όπως
προαναφέρθηκε, οι θεωρητικές απόψεις του Bowlby ήρθαν σε αντίθεση με
εκείνες της ψυχανάλυσης που υποστήριζαν ότι οι φαντασιώσεις των παιδιών
διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο από τα καθημερινά γεγονότα στη ζωή
τους. Επίσης, πολλοί διαφώνησαν ανοικτά με την θέση του Bowlby περί
αναγκαιότητας ύπαρξης της μητρικής (ή υποκατάστατης) στοργής ως
απαραίτητης προϋπόθεσης για την ομαλή λειτουργικότητα του βρέφους
(Wooton, 1962) ή με τη θέση του ότι ο σχηματισμός μιας διαρκούς σχέσης
με ένα παιδί αποτελεί βασικό στοιχείο γονεϊκότητας (Rutter, 1995).
Επιπλέον, ασκήθηκε κριτική όσον αφορά την επιστημονικότητα των ευρημάτων
του Bowlby και συγκεκριμένα ότι δεν διευκρινίζονταν οι ξεχωριστές
επιρροές στην ανάπτυξη του βρέφους των όρων στέρηση (privation, δηλαδή της μη ύπαρξης αρχικής φιγούρας δεσμού) και αποστέρηση
(deprivation, δηλαδή της απώλειας της πρωτογενούς φιγούρας δεσμού)
καθώς και της επιρροής άλλων τύπων περιβαλλόντων με διαφορετικά επίπεδα
χαμηλών ερεθισμάτων που όμως δεν προσομοιάζουν στις δύο παραπάνω
καταστάσεις (Rutter, 1981).
Το 1962 η Ainsworth, με την άδεια
του Bowlby, τοποθετήθηκε με νέα αναφορά με τίτλο Deprivation of maternal care: A Reassessment of its effects (Ainsworth,
Andry, Harlow, Lebovici, Mead, Prugh, & Wooton, 1962) όπου
παρουσιάστηκαν νέα επιστημονικά δεδομένα και αποκαταστάθηκαν παρανοήσεις
(Ainsworth, 1962). Η ανανεωμένη δεύτερη αναφορά αναφερόταν και στον
«παραμελημένο» μέχρι τότε ρόλο της πατρικής στοργής και στην υπόδειξη
ότι απουσιάζουν δεδομένα για τις πιθανές συνέπειες της πατρικής
αποστέρησης στην ανάπτυξη του παιδιού. Σύμφωνα με τον Rutter (1995) η
συνεισφορά του Bowlby έγκειται στην έμφαση που έδωσε ότι οι πρώιμες
εμπειρίες των διαπροσωπικών σχέσεων των παιδιών αποτελούν θεμέλιο λίθο
για την μετέπειτα ολόπλευρη ανάπτυξή τους.
Ο Bowlby σταδιακά επηρεαζόταν όλο και περισσότερο από την γνωστική
ψυχολογία και ιδιαίτερα από το θεωρητικό μοντέλο επεξεργασίας
πληροφοριών για τη νευρωνική και γνωστική λειτουργικότητα του ατόμου
(Bowlby, 1980). Οι γνωστικοί ψυχολόγοι της παραπάνω κατεύθυνσης όρισαν
τα μοντέλα αναπαράστασης με όρους πρόσβασης σε συγκεκριμένους τύπους
πληροφοριών και δεδομένων˙ στο ίδιο μήκος κύματος, ο Bowlby πρότεινε ότι
διαφορετικά πρότυπα του συστήματος δεσμού αντανακλούν διαφορές στον
βαθμό που το άτομο έχει πρόσβαση σε σκέψεις, συναισθήματα και
αναμνήσεις. Για παράδειγμα μερικά άτομα με ανασφαλή δεσμό αποφυγής
(insecure/avoidant attachment) παρουσιάζουν περιορισμένη πρόσβαση σε
σκέψεις, συναισθήματα και αναμνήσεις σχετικές με τις εμπειρίες δεσμού
ενώ άλλα άτομα με τον ίδιο τύπο δεσμού προβάλλουν υπερβολικές ή
διαστρεβλωμένες πληροφορίες σχετικά με τις παραπάνω εμπειρίες. Έτσι, για
τον Bowlby η πρόσβαση σε γνωστικού και συναισθηματικού τύπου
πληροφορίες για το σύστημα δεσμού αποτελεί ένα δείγμα της φύσης της
σχέσης δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς. Εμπειρικά
δεδομένα έχουν στηρίξει την θεωρία του Bowlby (βλ. Cassidy &
Shaver,1999) ενώ με τα χρόνια έχουν γίνει περισσότερες συνδέσεις με τις
ψυχαναλυτικές ρίζες των ιδεών του (Fonagy, 2001).
Στο έργο του A secure base: Clinical applications of attachment theory (Bowlby, 1988) ο Bowlby σημειώνει ότι τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν στο βιβλίο του Maternal care and mental health
(Bowlby, 1951) δεν αποτελούσαν μέρος κάποιας συγκεκριμένης θεωρίας
ούτε, αρχικά, υπήρχε ο σκοπός για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, επειδή ήταν
δυσαρεστημένος από τις υπάρχουσες εξηγήσεις για τις πρώιμες εμπειρίες
του βρέφους αποφάσισε να προτείνει μια νέα θεωρία (την θεωρία δεσμού,
όπως ονομάστηκε τελικά) η οποία βασίστηκε σε απόψεις γνωστικής
επιστήμης, εθνολογίας, εξελικτικής βιολογίας, εξελικτικής ψυχολογίας,
και θεωρίας ελέγχου συστημάτων. Η θεωρία δεσμού βασίζεται στην ιδέα ότι
οι μηχανισμοί που θέτουν σε λειτουργία τις συμπεριφορές δεσμού είναι
αποτέλεσμα εξελικτικής πίεσης (Cassidy, 1999). Ουσιαστικά ο Bowlby
αντιλήφθηκε ότι θα ήταν χρήσιμο να προτείνει μια νέα θεωρία κινήτρων και
ελέγχου της συμπεριφοράς βασισμένη σε επιστημονικά δεδομένα και όχι
στην επικρατούσα τότε θεωρία του νευρολόγου και ψυχαναλυτή Sigmund Freud
(Bretherton, 1992).
Επίσης εισήγαγε τις έννοιες της περιβαλλοντικά σταθερής ή ασταθούς ανθρώπινης συμπεριφοράς
(environmentally stable or labile human behaviour)˙ οι έννοιες αυτές
συνδυάζουν θεωρητικά την ιδέα της γενετικής τάσης των ειδών να
σχηματίζουν δεσμό με την έννοια των ατομικών διαφορών ως προς τον βαθμό
ασφάλειας που βιώνει το άτομο στο πλαίσιο των σχέσεων δεσμού. Επίσης,
πρόκειται για έννοιες που αναφέρονται στην εκμάθηση και εσωτερίκευση
σταθερών ή/και ασταθών στρατηγικών προσαρμογής των ειδών στο περιβάλλον
μέσω του συστήματος δεσμού κατά τη διάρκεια της ανατροφής τους από
σημαντικά πρόσωπα αναφοράς.
Όλες οι παραπάνω ιδέες του Bowlby για τη φύση και τη λειτουργία των
σχέσεων δεσμού επηρέασαν αντίστοιχα τη διεξαγωγή ηθολογικής έρευνας και
ενέπνευσαν επιστήμονες όπως ο Hinde [ο Bowlby ώθησε τον Hinde να
ξεκινήσει τις έρευνες του για τον δεσμό στα πρωτεύοντα θηλαστικά (στους
ανθρώπους και στις μαϊμούδες)], ο ψυχολόγος Harry Frederick Harlow και ο
Tinbergen. Γενικότερα ο Bowlby έδωσε έμφαση στη σημασία του
επιστημονικού στοχασμού για τη μελέτη της ανθρώπινης ανάπτυξης από
εξελικτική σκοπιά κάτι που προμήνυσε μια νέα διεπιστημονική προσέγγιση
στην εξελικτική ψυχολογία (Van der Horst, Van der Veer & Van
IJzendoorn, 2007).
Το τελευταίο έργο του Bowlby εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και
πρόκειται για μια βιογραφία του νατουραλιστή Charles Robert Darwin
(Κάρολου Δαρβίνου). Στο έργο αυτό ο Bowlby πραγματεύεται το θέμα των
δυσκολιών ψυχικής υγείας που είχε ο Δαρβίνος και οι οποίες πιστεύεται
ότι ήταν ψυχοσωματικού τύπου.
Συνοψίζοντας, η θεωρία δεσμού του Bowlby κινητοποίησε σημαντική
ερευνητική δράση και κριτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.Τα γενικότερα σημεία της θεωρίας είναι τα εξής:
Μεταξύ 6-8 μηνών και 18-24 μηνών τα
βρέφη διαθέτουν την εγγενή τάση να συνάπτουν συναισθηματικούς δεσμούς με
οικεία πρόσωπα φροντίδας, ιδιαίτερα με πρόσωπα που δείχνουν επαρκή
συμπεριφορά ευαισθησίας και ανταπόκρισης στις βασικές ανάγκες τους. Ο
δεσμός του βρέφους αντανακλάται στις προτιμήσεις του για συγκεκριμένα
οικεία πρόσωπα, την τάση του να αναζητά την εγγύτητα με αυτά τα πρόσωπα,
ιδιαίτερα σε καταστάσεις όπου αναστατώνεται, ως ασφαλείς βάσεις
εξερεύνησης του περιβάλλοντος. Ο σχηματισμός του δεσμού αποτελεί
σημαντικό θεμέλιο της ύστερης συναισθηματικής και προσωπικής ανάπτυξης
του ατόμου ενώ η συμπεριφορά δεσμού του βρέφους παρουσιάζει σχετική
συνάφεια με την κοινωνική συμπεριφορά κατά τις κοινωνικές
αλληλεπιδράσεις αργότερα. Καταστάσεις απότομου αποχωρισμού από τα
σημαντικά άλλα πρόσωπα ή καταστάσεις όπου τα πρόσωπα αναφοράς δεν
δείχνουν επαρκείς συμπεριφορές στοργής προς το βρέφος συνδέονται με
πιθανές δυσκολίες στον διαπροσωπικό τομέα κατά την ενήλικη ζωή.
πηγή: http://www.typologos.com/?p=338
Σχόλια