O Έρωτας
Το ζευγάρι 9

 Στην πιο απλή και άμεση μορφή του 
δεν είναι τίποτα άλλο
 παρά το πάθος που μας έλκει 
προς ένα πρόσωπο ανάμεσα στα πολλά.

Η διπλή φλόγα, Έρωτας και Ερωτισμός
Octavio Paz

Ας πάρουμε ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο. Ας πούμε ένα πιάνο. Ένα μεγάλο, μαύρο πιάνο με ουρά. Το πιάνο μας βρίσκεται σε μια όμορφη αίθουσα. Γύρω από το πιάνο μας υπάρχει μια τεράστια τζαμαρία που ατενίζει την απεραντοσύνη της θάλασσας. Δεν έχει σημασία αν η θάλασσα είναι ήρεμη ή ταραγμένη. Κάπου είναι ήρεμη και κάπου αλλού όχι. Όλες οι θάλασσες είναι η ίδια θάλασσα. Η αίθουσα βρίσκεται μόνη της. Δεν είναι μέρος ενός ευρύτερου αρχιτεκτονήματος. Παράλογα μόνη υψώνεται φιλοξενώντας μέσα της ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο, ας πούμε ένα μεγάλο, μαύρο πιάνο με ουρά. Κανείς δεν ξέρει αν πρώτα χτίστηκε η αίθουσα και μετά μπήκε το πιάνο ή αν η αίθουσα κτίστηκε για αυτό το μαύρο πιάνο. Η αίθουσα δεν έχει πόρτα και, ενώ όλοι γνωρίζουν την ύπαρξή της, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος για να φτάσεις εκεί.

Η άφιξη δεν είναι διαδικασία, είναι συμβάν. Ο κάθε ένας που μπαίνει στην αίθουσα ούτε γνωρίζει πώς μπήκε, ούτε πόσο θα παραμείνει. Όλοι όμως γνωρίζουν ένα πράγμα. Πρέπει να παίξουν πιάνο. Είναι ένα ομολογουμένως περίεργο μουσικό όργανο -αυτό το μεγάλο μαύρο πιάνο με την ουρά- ένα μουσικό όργανο για το οποίο δεν υπάρχουν παρτιτούρες και στο οποίο δεν παίζει κανέναν ρόλο η μουσική παιδεία. Ο κάθε άνθρωπος παίζει την μελωδία που του υπαγορεύει η ψυχή του, μια μελωδία που πάντα είναι αφιερωμένη σε κάποιον άλλον άνθρωπο. Υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που αυτός ο άλλος άνθρωπος κάθεται δίπλα και εκείνες οι άλλες, όπου το σόλο γίνεται ντουέτο. Η μελωδία δεν είναι απαραίτητα όμορφη ούτε στο σόλο, ούτε στο ντουέτο. Οι συγχορδίες αλλάζουν και η αίθουσα γεμίζει κάθε φορά από μια μουσική απρόβλεπτη και ο ρυθμός βάφει την αίθουσα με τα συναισθήματά του, με την ψυχή του ανθρώπου που παίζει στο πιάνο. Και η θάλασσα ακολουθεί.


Έρχεται κάποια στιγμή που ο κάθε άνθρωπος φεύγει -ποτέ οικιοθελώς- από αυτή την αίθουσα. Έτσι ξαφνικά. Όπως μπήκε. Όλοι βγαίνουν αλλαγμένοι από την αίθουσα. Όλοι θυμούνται για πάντα το τραγούδι τους. Κάποιοι εγκλωβίζονται σε αυτό. Κάποιοι άλλοι μαθαίνουν να ζουν με την ανάμνησή του. Κάποιοι -λιγότεροι- το ντουέτο των οποίων ήχησε στους ίδιους μάλλον όμορφα, αποφασίζουν να συνεχίσουν μαζί τον δρόμο τους -έχοντας την ανάμνηση κοινή- ακόμα και έξω από την αίθουσα. Κάποιοι τυχεροί ξαναμπαίνουν. Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που δεν βγαίνουν ποτέ από την αίθουσα, εκείνοι που τους έπνιξε η μουσική τους. Ο χρόνος παραμονής στην αίθουσα δεν έχει σημασία, γιατί εκεί ο χρόνος είναι διαφορετικά μετρήσιμος. Είναι ο χρόνος της μουσικής. Το διάστημα μεταξύ στιγμής και αιωνιότητας παύει να υφίσταται, όλος ο χρόνος συγκλίνει στο ίδιο και το αυτό σημείο και μέτρο άλλο δεν υπάρχει παρά η ψυχή.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν πολλοί, είτε πριν, είτε κατά τη διάρκεια, είτε μετά είναι ότι ναι μεν έχει αξία το τί μουσική θα παίξει ο καθένας, αλλά έχει διπλή -και ίσως αυτή να είναι και όλη- αξία απλά το ότι θα παίξει και όχι το τί. Εφόσον κάποιος μπει στην αίθουσα σημασία έχει να παίξει και όχι τί θα παίξει. Κι όταν η μουσική τελειώσει, ακόμα κι αν τελειώσει -όπως ίσως να νομίσει- βίαια και άδοξα, ο κάθε άνθρωπος ας αναλογιστεί την μουσική του, αλλά ας αναγνωρίσει πρώτα το ίδιο το γεγονός ότι κάθισε στο πιάνο.
Ας πάρουμε ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο. Ας πούμε ένα πιάνο. Ένα μεγάλο μαύρο πιάνο με ουρά. Το πιάνο μας βρίσκεται σε μια όμορφη αίθουσα. Γύρω από το πιάνο μας υπάρχουν πολλές συζητήσεις. Συζητήσεις ανθρώπων που έχουν μπει στην αίθουσα, ανθρώπων που φαντάζονται την αίθουσα, το πιάνο, τη θάλασσα, τη μελωδία. Πρόκειται για μια συζήτηση που διαρκεί αιώνες. Μια ιστορία παλιά, όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Ο καθένας, ανάλογα με την εποχή του, την κοινωνία του, τις εμπειρίες του, την κλίση του, μίλησε γι’ αυτό.

Πολλοί έγραψαν κείμενα θεωρητικά, πολλοί το ζωγράφισαν, πολλοί έγραψαν μουσική, πολλοί ποίηση, πολλοί ο,τιδήποτε. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αυτό το μεγάλο, μαύρο πιάνο με την ουρά, η αίθουσα και η μουσική, έχουν καταναλώσει πολύ φαιά ουσία της ανθρωπότητας. Ησίοδος, Σαπφώ, Πλάτωνας, Ευριπίδης, Σολομώντας, οι 16 άγνωστοι συγγραφείς του «Χίλιες και μία Νύχτες», Άγιοι Πατέρες, Άγιος Αυγουστίνος, Δάντης, Μιχαήλ Άγγελος, Οβίδιος, Ιωάννης του Σταυρού, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Φρόυντ, Σταντάλ, Μπωντλαίρ, Πικάσσο, Ουίλλιαμς, Ελύτης, Παζ, Μπαρτ, Μπωντριγιάρ.

Ο κατάλογος είναι ατελείωτος και δεν έχει κανένα νόημα η παράθεσή του. Κάθε στιγμή, σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο είναι πολλοί οι άνθρωποι που σκέφτονται ένα μεγάλο, μαύρο πιάνο με ουρά, μια αίθουσα, μια μελωδία και μια θάλασσα, ακόμα και σε εποχές όπου δεν υπήρχε πιάνο, αλλά ένα οποιοδήποτε άλλο μουσικό όργανο.

Ο κάθε ένας έδωσε την δική του οπτική, ο κάθε ένας το βάπτισε όπως ήθελε και του έδωσε τις ιδιότητες που πίστεψε ότι είχε. Άλλοι περιέγραψαν το πιάνο, άλλοι την αίθουσα, άλλοι το πιάνο σε σχέση με την αίθουσα, άλλοι τον άνθρωπο, άλλοι τη μελωδία. Ο κάθε ένας ό,τι τον ενέπνευσε, στον συνδυασμό που τον ενέπνευσε. Πολλοί είδαν την αίθουσα στην πάροδο του χρόνου και είπαν ότι άλλαξε. Πολλοί είπαν ότι είναι εφεύρεση ή επανακάλυψη. Άλλοι είπαν ότι είναι κρυστάλλωση και άλλοι τους κατηγόρησαν γι’ αυτό. Άλλοι την εξήγησαν ιατρικά. Άλλοι την είδαν να διολισθαίνει στον μεταμοντερνισμό του παρόντος τους. Να χάνεται στον καταναλωτισμό και στην απάθεια των σύγχρονών τους.

Εγώ με τη σειρά μου βλέπω όχι την αίθουσα, όχι το πιάνο, όχι τον άνθρωπο, όχι τη μουσική, όχι τη θάλασσα. Βλέπω τις νότες. Βλέπω μια βάση, μια πρώτη ύλη, κάποια συστατικά. Στο πέρασμα των χρόνων, στο πέρασμα των τόπων, στο πέρασμα των ανθρώπων οι ήχοι, οι μελωδίες, το πιάνο -ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο- οι θάλασσες αλλάζουν. Η βάση, όμως, οι νότες, παραμένουν κοινές. Η μουσική μπορεί να κρίνεται ως θεϊκή ή εξευτελισμένη, τόκος εν τω καλώ ή τω κακώ, όμως η μουσική παραμένει μουσική. Και όσο υπάρχει μελωδία, η όποια μελωδία, οι νότες θα είναι οι ίδιες. Αυτό που αλλάζει είναι οι συγχορδίες, ο συνδυασμός, οι αναγνώσεις, οι εποχές, οι άνθρωποι. Άλλωστε καμία μελωδία δεν μοιάζει με κάποια άλλη.

Είναι, πιστεύω, οι μουσικές σαν τους ανθρώπους. Απρόβλεπτες, τυχαίες, ανομοιοκατάληκτες, πάντα εξαιρέσεις σε κανόνες.

Έρωτας. Τί είναι ο έρωτας; Ένα μαύρο πιάνο με ουρά, σε μια γυάλινη αίθουσα και γύρω-γύρω θάλασσα; Και γύρω-γύρω μουσική; Το καθρέφτισμα της ψυχής εκείνου που παίζει στο πιάνο; Έρωτας. Μια ψυχή που πάλλεται στο όνομα κάποιας άλλης ψυχής. Εν ρυθμώ, ακόμα κι αν η άλλη ψυχή αδυνατεί να ακούσει την μελωδία. Έχει άραγε σημασία; Θεμιτό το άκουσμα, θεμιτή η απόκριση, αλλά τα συναισθήματα που εκπορεύονται, οι μελωδίες, είναι προσωπικές. Το ιδανικό είναι η σύγκληση, αλλά ακόμα και αν υπάρξει είναι τυχαία και πάντα συμπληρωματική. Ποτέ δύο άνθρωποι δεν παίζουν την ίδια μελωδία. Κι όμως μπορεί στις μελωδίες τους να υπάρχει αυτός ο κοινός εσωτερικός ρυθμός, ο αμοιβαίος, που είναι και το ζητούμενο.

Δεν έχω σκοπό να προσπαθήσω να ορίσω τον έρωτα. Ούτε να αναζητήσω την πορεία του στο πέρασμα των αιώνων. Προσπάθειά μου είναι να εντοπίσω τις νότες, τα σημεία εκείνα που συνθέτουν έναν οποιονδήποτε έρωτα, ανεξάρτητα εποχής, χώρου, ηλικίας. Ο Octavio Paz στο βιβλίο του «Η διπλή φλόγα, Έρωτας και Ερωτισμός» γράφει:

«…πολλοί είχαν τον πειρασμό να σχεδιάσουν μια συνδυαστική των ερωτικών παθών. Είναι ένα εγχείρημα που κανείς δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει με επιτυχία. Εγώ προσωπικά το θεωρώ αδύνατο. Δεν πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει ότι ο έρωτας είναι, όπως έλεγε ο Δάντης, ένα τυχαίο γεγονός που συμβαίνει σ’ ένα ανθρώπινο ον, και ότι το ίδιο αυτό το ανθρώπινο ον είναι απρόβλεπτο.»
Δεν θα διαφωνήσω με την παραπάνω πρόταση. Όμως ο πειρασμός παραμένει πειρασμός. Και ενώ είναι βέβαιο αυτό που λέει ο Δάντης, επίσης δεν πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει ότι ακόμα και ένα τυχαίο γεγονός, όπως ο έρωτας, σε ένα απρόβλεπτο όν, όπως ο άνθρωπος, στη βάση του έχει κάποια συστατικά, κοινά, με όλα τα τυχαία γεγονότα σε όλα τα απρόβλεπτα όντα, εφόσον αυτά χαρακτηρίζονται έρωτας - άνθρωποι. Είναι σαν τα σύννεφα. Ποτέ δεν θα βρεις δύο όμοια κι όμως όλα δεν είναι τίποτα περισσότερο από αέρας κι νερό.

Το άλλο ζήτημα που τίθεται είναι για ποιον έρωτα μιλάω, εγώ, ένας δυτικός άνθρωπος του 21ου αιώνα; Σε ένα άλλο βιβλίο σκόνταψα στο εξής ερώτημα:
«Πόσοι άνθρωποι θα είχαν ερωτευθεί εάν δεν είχαν ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για έρωτα;»4
Έστω ότι η απάντηση είναι «κανένας». Για ποιον έρωτα έχουμε ακούσει και άρα πώς ποθούμε να ερωτευτούμε; Οι άνθρωποι ακροβατούν παράλογα στους μύθους τους. Και δύο είναι οι μύθοι του έρωτα που στοιχειώνουν την ανθρωπότητα (έστω τη δυτική) και την κάνουν να ονειρεύεται. Αφ’ ενός έχουμε τον Τριστάνο και την Ιζόλδη. Ο έρωτας-πάθος. Χωροχρονική αφετηρία: 12ος αιώνας, μεσαιωνική Ευρώπη, Τροβαδούροι.
«Άρχοντες, θά’ ταν της αρεσκείας σας ν’ακούσετε ένα ωραίο παραμύθι έρωτα και θανάτου;…»5
Η εναρκτήρια πρόταση τα λέει όλα. Το ζευγάρι μοιραία ερωτεύεται παράφορα, τα εμπόδια το χωρίζουν, ξαναενώνεται, ξαναχωρίζει, ώσπου ένα δόλιο ψέμα πριν την επανένωση των εραστών οδηγεί τον Τριστάνο στον θάνατο και την Ιζόλδη να πεθαίνει στην αγκαλιά του νεκρού εραστή της.«Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κανείς τον Τριστάνο του Μπερούλ ή του Μ. Μπεντιέ, ούτε να έχει ακούσει την όπερα του Βάγκνερ, για να υποστεί στην καθημερινή ζωή τη νοσταλγική κυριαρχία ενός τέτοιου μύθου. Αυτή προδίδεται στα περισσότερα από τα μυθιστορήματα και τα κινηματογραφικά έργα μας, την επιτυχία τους στις μάζες, την ευμενή διάθεση που ξυπνά στις καρδιές των αστών, των ποιητών, των κακοπαντρεμένων και της μοδιστρούλας που ονειρεύεται θαυματοποιούς έρωτες.

 Ο μύθος δρα παντού όπου οι άνθρωποι ονειρεύονται το πάθος ως ιδεώδες και δεν το σκιάζονται σαν κακοήθη πυρετό· παντού όπου τη μοιραία του επέλευση, την επικαλούνται, τη φαντάζονται ως μια ωραία και επιθυμητή καταστροφή και καθόλου ως απλή καταστροφή. Ζει με την ίδια τη ζωή εκείνων που πιστεύουν ότι ο έρωτας είναι ένα πεπρωμένο (ήταν το φίλτρο της Μυθιστορίας) ότι χύνεται πάνω στον αδύναμο και γητεμένο άνθρωπο για να τον κατακάψει με καθάρια φωτιά· και ότι είναι πιο δυνατός και πιο αληθινός από την ευτυχία, την κοινωνία και την ηθική. Ζει με την ίδια τη ζωή του εντός μας υπάρχοντος ρομαντισμού».6

Αφ’ετέρου έχουμε τον άλλο μύθο, τον ευτυχισμένο έρωτα, όμως αυτός «δεν έχει ιστορία».7 Ακόμα και τα παραμύθια που ασχολούνται με αυτόν τον μύθο τον ξεπετάνε με μια πρόταση στο τέλος: «και ζήσανε αυτοί καλά». Ομοίως και ο κινηματογράφος και η μυθιστορία του ευτυχισμένου τέλους ποτέ δεν δείχνει το τέλος, αλλά τις αντιξοότητες και εκείνο το κομβικό γεγονός (συνήθως έναν γάμο) που υπονοεί αυτό το «και ζήσανε αυτοί καλά». Ο Οβίδιος διηγείται στο όγδοο βιβλίο των Μεταμορφώσεών του έναν τέτοιο μύθο μέχρι τέλους. Την ιστορία του Φιλήμονα και της Βακχίδας.
Είναι μαζί από νέοι και ζούν μια ήρεμη, ευτυχισμένη ζωή στη Φρυγία. Δέχονται να φιλοξενήσουν δύο ζητιάνους στο φτωχικό τους που τελικάαποδεικνύεται ότι είναι ο Δίας και ο Ερμής. Οι θεοί για αντάλλαγμα μεταμορφώνουν το φτωχικό τους σε ναό και ο Δίας τους ρωτάει τί επιθυμούν. Τότε ο Φιλήμονας του λέει ότι θα ήθελαν να είναι φύλακες του ναού και προσθέτει: «Ζούμε μαζί από όταν ήμασταν νέοι και θέλουμε να πεθάνουμε την ίδια στιγμή, ενωμένοι. Να μην δω την πυρά της Βακχίδας και ούτε αυτή να χρειαστεί να με θάψει.» Έγιναν, λοιπόν φύλακες του ναού, όπως το ζήτησαν, και με τη φθορά του χρόνου άρχισαν να καλύπτονται από φυλλώματα. Μαζί άνοιξαν τα στόματα τους και είπαν «Χαίρε σύζυγε» και ο φλοιός του δέντρου σκέπασε τα στόματά τους. Ο Φιλήμων και η Βακχίδα μεταμορφώθηκαν σε δύο δέντρα, μια βελανιδιά και μια φλαμουριά.

Ο Octavio Paz κάνει λόγο για έναν ακόμα μύθο. Λέει:
«Υπάρχει ένα ζευγάρι που συνοψίζει όλα τα ζευγάρια, από τους γηραιούς Φιλήμονα και Βακχίδα ως τους εφήβους Ρωμαίο και Ιουλιέτα8. Η μορφή και η ιστορία τους είναι η μορφή και η ιστορία της ανθρώπινης μοίρας ανά τους αιώνες και απανταχού. Πρόκειται για τον Αδάμ και την Εύα. Είναι το αρχέγονο ζευγάρι, αυτό που τα περικλείει όλα. Μολονότι πρόκειται για ιουδαιοχριστιανικό μύθο, έχει αντιστοιχίες και παράλληλες εκδοχές στις αφηγήσεις άλλων θρησκειών. Ο Αδάμ και η Εύα είναι η αρχή και το τέλος κάθε ζευγαριού. Ζουν στον παράδεισο, έναν τόπο που δεν βρίσκεται επέκεινα του χρόνου αλλά στην απαρχή του. Ο παράδεισος είναι αυτό που υπήρξε πριν…Το αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας τους κατακρημνίζει στη διαδοχικότητα του χρόνου, στη μεταβολή, το τυχαίο, την εργασία και τον θάνατο…Ο Αδάμ και η Εύα διασχίζουν αυτόν τον σκληρό και εχθρικό κόσμο, τον γεμίζουν με τις πράξεις και τα όνειρα τους, τον μουσκεύουν με τα δάκρυα τους και τον ιδρώτα του κορμιού τους. Γνωρίζουν τη δόξα της πράξης και της αναπαραγωγής, την εργασία που φθείρει το σώμα, το πέρασμα των χρόνων που θολώνει την όραση και το πνεύμα, τη φρίκη τουγιου τους που πεθαίνει και του γιου τους που σκοτώνει, τρώνε το ψωμί του πόνου και πίνουν το νερό της ευτυχίας. Ο χρόνος τους κατοικεί και ο χρόνος τους ερημώνει. Κάθε ζευγάρι εραστών ξαναζεί την ιστορία τους, κάθε ζευγάρι πάσχει από τη νοσταλγία του παραδείσου, κάθε ζευγάρι έχει επίγνωση του θανάτου και βιώνει μια διαρκή αντιπαράθεση, σώμα με σώμα, με τον ασώματο χρόνο.

 Η επανεφεύρεση του έρωτα ισοδυναμεί με την επανεφεύρεση του αρχέγονου ζευγαριού, των εξόριστων της Εδέμ, των δημιουργών αυτού του κόσμου, αυτής της ιστορίας.»9
Ο Αδάμ και η Εύα είναι το αρχέγονο ζευγάρι. Τραγικοί πρώτοι ήρωες, δεν έχουν απλώς την επίγνωση του θανάτου, είναι οι ίδιοι που ανακαλύπτουν τον θάνατο, τον χρόνο. Κι όμως παραμένουν ενωμένοι στη τύχη τους, στη φθορά του χρόνου και των σωμάτων τους. Μορφώνονται και μεταμορφώνουν τον κόσμο γύρω τους. Το πρώτο πλατωνικό ανδρόγυνο. «Σαρξ εκ της Σαρκός μου» λέει ο Αδάμ για την Εύα και η πρόταση δεν είναι μεταφορά. Ανδρόγυνο χωρίς τον αφαλό, την αρχέγονη τομή, ανάμνηση του διασπαραγμού από τον μεγάλο θεό. Κι όμως η τομή υπάρχει πιο βίαιη πέρα από τα σώματά τους. Υπάρχει γύρω τους και σιγά-σιγά τούς επιβάλλεται. Αυτοί οι αιώνιοι νέοι, οι άνθρωποι που δημιουργηθήκαν χωρίς τη σκιά της εξουσίας του θανάτου, γεύονται τη γνώση και αποκτούν μνήμη. Μνήμη που εγγράφεται στα σώματα, στο πνεύμα, στη ψυχή. Αν η μνήμη είναι το μέτρο του χρόνου, τότε είναι και το μέτρο του θανάτου.

Υπάρχει, ωστόσο, μια προβληματική. Αν ο Αδάμ και η Εύα είναι το αρχέγονο ζευγάρι, αυτό σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και το αρχέγονο ερωτευμένο ζευγάρι; Ο έρωτας είναι πάνω απ’όλα επιλογή, είτε την ονομάζουμε τύχη, είτε σύμπτωση, είτε πεπρωμένο. Ακόμα και το διχοτομημένο ον του Πλάτωνα αναζητεί το άλλο του μισό. Πρόκειται για μιαανα-γνώριση στο πρόσωπο κάποιου άλλου. Ίσως αυτή η ανα-γνώριση να είναι αυτό που ο Μπρετόν ονόμασε «αντικειμενικό τυχαίο».
«Το αντικειμενικό τυχαίο, στη μυθολογία του Μπρετόν, παίζει το ρόλο του μαγικού φίλτρου στο μύθο του Τριστάνου και της Ιζόλδης και του μαγνήτη στις μεταφορές της αναγεννησιακής ποίησης. Το αντικειμενικό τυχαίο δημιουργεί έναν χώρο κυριολεκτικά μαγνητικό. Οι εραστές, σαν υπνοβάτες προικισμένοι με διαίσθηση, περπατούν, διασταυρώνονται, χωρίζουν και ξαναβρίσκονται. Δεν αναζητά ο ένας τον άλλο: ανταμώνουν».10

Αντάμωμα ή ανα-γνώριση, οι εραστές «υπνοβατούν» και μέσα στο πλήθος βρίσκουν ή ανακαλύπτουν εκείνο το «άλλο τους μισό» που θα τους φέρει στην αρχέγονη κατάσταση του εν. ¨Όμως ο Αδάμ και η Εύα δεν ανα-γνωρίζουν ούτε ανα-γνωρίζονται. Δεν έχουν την επιλογή, την ελευθερία που αυτή προσφέρει. Είναι δύο σε έναν κόσμο πλασμένο για δύο. Για αυτούς τους δύο. Ο απαγορευμένος καρπός προσφέρει τη γνώση. Από τη στιγμή που καλύπτουν τα -ως τότε- γυμνά τους μέλη εφευρίσκουν τον ερωτισμό. Όχι όμως και τον έρωτα. Δεν επιλέγουν, αποδέχονται. Αποδέχονται να γνωρίσει ο ένας το σώμα του άλλου, αποδέχονται την έκπτωση, αποδέχονται να ζήσουν μαζί και να επιβιώσουν μαζί, αποδέχονται ίσως να αγαπηθούν.

«Είμαι ερωτευμένος δεν σημαίνει αναγκαία αγαπώ. Είμαι ερωτευμένος, είναι μια κατάσταση· αγαπώ, είναι μια πράξη· μια κατάσταση την υφίστασαι, μια πράξη την αποφασίζεις.»11
Είναι περιττό να πούμε ότι αγαπώ δεν σημαίνει αναγκαία είμαι ερωτευμένος.«Πόσοι άνθρωποι θα είχαν ερωτευθεί εάν δεν είχαν ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για έρωτα;»12
Αδάμ και Εύα, Φιλήμων και Βακχίς, Τριστάνος και Ιζόλδη. Αρχέγονοι μύθοι του έρωτα που κάνουν τους ανθρώπους να ονειρεύονται, που ορίζουν συμπεριφορές έστω κι αν δρουν υποσυνείδητα. Ως ποιο όμως σημείο οι μύθοι ορίζουν τις επιλογές μας στον έρωτα;

«…οι μύθοι, σαν νόμοι επισημαίνουν το γενικό, ενώ το πρόσωπο είτε είναι μοναδικό είτε ανύπαρκτο. Οι μύθοι μας οδηγούν στον τύπο, ενώ το πρόσωπο είναι η οδός προς έναν εαυτό χωρίς προηγούμενο, τον μόνο ικανό για ένα έρωτα καινούργιο. Το πρόσωπο βρίσκει την απόδειξη της αληθινής του ελευθερίας μέσα στην μοναδικότητα των αποφάσεών του, που δεν ορίζονται καθόλου από νόμους γενικούς, προϋπάρχοντες, κοινούς για όλους –τους οποίους βεβαίως είναι φρόνιμο να λαμβάνουμε υπ’όψιν- αλλά από ένα σκοπό όλως ιδιάζοντα στο πρόσωπο, πάντοτε προπορευμένο, τον οποίο
πραγματοποιεί πλησιάζοντάς τον, αυτοπραγματοποιούμενο και το ίδιο απ’αυτό το πλησίασμα.»13

 βοβλιογραφία
 4 Την ερώτηση την θέτει ο Λα Ροσφουκώ στο Ν. ντε Ρουζμόν, Ο έρως και η Δύση, σελ. 216
5 Αρχή του Τριστάνου του Μπεντιέ. Ν. ντε Ρουζμόν, Ο έρως και η Δύση,
 6 Οπ.π. σελ. 25-26
7 Οπ.π. σελ 15 208
8 Ο συσχετισμός με τον Τριστάνο και την Ιζόλδη είναι περιττός.
9 O. Paz, Η διπλή φλόγα, Έρωτας και Ερωτισμός, σελ. 212-213
10 Οπ.π. σελ. 144
11 Ν. ντε Ρουζμόν, Ο έρως και η Δύση, σελ. 383
12 Βλ. υποσημείωση 2
13 Ν. ντε Ρουζμόν, Οι μύθοι του Έρωτα, σελ. 38
πηγή:
 Διπλωματική εργασία στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών
 Πολιτιστική Πολιτική, Διοίκηση και Επικοινωνία του Παντείου Πανεπιστημίου
με θέμα:
"η σημειολογία του
έρωτα
ένα εικαστικό
σχεδίασμα"

του
Κούρκουλου Αντώνιου
Πίνακας: Annie Predal

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.