Οικονομική θεωρία, 
χρήμα και έντονη διαφθορά
 Οικονομία και Ψυχολογία


Tου δρος Θεοδώρου Xανιώτη*

Είναι νομίζω γεγονός αναμφισβήτητο ότι η κυρίαρχη οικονομική θεωρία είναι η λεγόμενη νεοκλασική. Η θεωρία αυτή διδάσκεται στα περισσότερα πανεπιστήμια των αναπτυγμένων χωρών του δυτικού κόσμου και, ως είναι γνωστό, αποτελεί την κύρια πηγή επιστημονικήςυποστήριξης της ελεύθερης αγοράς ως τρόπου οργάνωσης της οικονομίας. Σύμφωνα λοιπόν με τη νεοκλασική θεωρία εικάζεται ότι όλοι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους ιδιοτελείς και προστίθεται ότι όποιος δεν είναι κινδυνεύει να πέσει θύμα εκμετάλλευσης από αυτούς, οι οποίοι είναι λιγότερο αφελείς απ’ ό,τι ο ίδιος. Με άλλα λόγια, ο κάθε άνθρωπος ενδιαφέρεται μόνο για το προσωπικό του συμφέρον, όπως αυτός το αντιλαμβάνεται και επειδή γνωρίζει ότι όλοι οι άλλοι κάνουν ακριβώς το ίδιο φροντίζει να μην εμπιστεύεται κανένα προκειμένου να προφυλαχθεί από απόπειρες εκμετάλλευσης του, αφού κανείς δεν θέλει, όπως λέγεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, να πιαστεί κορόιδο. Πρόκειται δηλαδή για μια αμιγώς εγωιστική συμπεριφορά την οποία οικονομολόγοι ονομάζουν ορθολογική.

Κατά τον Άνταμ Σμιθ, όμως, που θεωρείται από πολλούς ως ο πατέρας της σύγχρονης οικονομικής σκέψης, η εγωιστική συμπεριφορά των ατόμων στο πλαίσιο των προσπαθειών τους να βελτιώσουν την οικονομική τους θέση, κάθε άλλο παρά επιβλαβής είναι αφού κάτω από ορισμένες συνθήκες η επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος ωφελεί όχι μόνο το ίδιο το άτομο, αλλά και το σύνολο της οικονομίας με την έννοια της μεγιστοποίησης της αξίας του εθνικού προϊόντος σε τιμές αγοράς. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένα «αόρατο χέρι» οδηγεί τα άτομα που δραστηριοποιούνται στην αγορά
να υιοθετούν συμπεριφορές που οδηγούν στην επίτευξη όχι μόνο των δικών τους στόχων, αλλά και στόχων ξένων προς αυτούς τους οποίους εξυπηρετούν χωρίς να το γνωρίζουν όπως είναι, παραδείγματος χάριν, το γενικό συμφέρον στην επίτευξη του οποίου συμβάλλουν χωρίς να το επιδιώκουν.

 Η εγωιστική συμπεριφορά αποκτά με αυτόν τον τρόπο, και για πρώτη ίσως φορά, κοινωνικό χαρακτήρα. Υπάρχει όμως και ο αντίλογος αφού όπως όλοι γνωρίζουμε, ο Άνταμ Σμιθ έζησε σε μια εποχή πολύ διαφορετική από τη δική μας, μια εποχή με άλλα λόγια στην οποία η οικονομία ήταν κυρίως αγροτικού χαρακτήρα, η αγορά δεν είχε μεγάλη έκταση και οι αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των ατόμων ήταν μάλλον περιορισμένες. Έκτοτε, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει δραστικά και πληθαίνουν συνεχώς, αυτοί οι οποίοι πιστεύουν ότι αντί να καθοδηγούμαστε στην οικονομική μας ζωή από το αόρατο χέρι του Άνταμ Σμιθ, όπως συνέβαινε παλαιότερα, σήμερα είναι πολύ πιο πιθανό να βρεθούμε παγιδευμένοι στο λεγόμενο δίλημμα του φυλακισμένου.

Με πολύ απλά λόγια, το δίλημμα του φυλακισμένου προειδοποιεί ότι κάτω από συνθήκες αλληλεξάρτησης σε καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων, όπου το αποτέλεσμα των ενεργειών μου εξαρτάται όχι μόνο από το τι κάνω εγώ αλλά επίσης από το τι κάνουν οι άλλοι, η συμφεροντολογική συμπεριφορά σε ατομικό επίπεδο δεν φτάνει για να λειτουργήσει σωστά η αγορά.

 Όταν κάποιος δεν είναι βέβαιος για τις προθέσεις του άλλου και εξαιτίας της αβεβαιότητας αυτής επιλέγει να μην εμπιστεύεται κανέναν, προκειμένου να αποφύγει, όπως είπαμε πιο πριν, να πιαστεί κορόιδο, τότε πολλές αμοιβαία ωφέλιμες ευκαιρίες θα περάσουν ανεκμετάλλευτες λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης. Ως εκ τούτου το εθνικό προϊόν θα είναι μικρότερο από αυτό που θα μπορούσε να είναι αν υπήρχε συνεργασία βασισμένα στην εμπιστοσύνη μεταξύ αυτών που συμμετέχουν είτε στην παραγωγή είτε στην κατανάλωση. Προκύπτει δηλαδή ότι η εμπιστοσύνη δεν ανήκει μόνο στον τομέα της ηθικής, αλλά επηρεάζει άμεσα και την οικονομία αφού η έλλειψη της συνεπάγεται απώλεια Εθνικού εισοδήματος.

Όταν λοιπόν μιλάμε για τους συντελεστές της παραγωγής δεν θα πρέπει να περιοριζόμαστε μόνο στην εργασία, το κεφάλαιο, και την επιχειρηματικότητα αλλά θα πρέπει εφεξής να αναφερόμαστε και στο κλίμα εμπιστοσύνης που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων που δρουν στην αγορά. Η παραγωγικότητα με άλλα λόγια δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα οικονομικό αλλά είναι οπωσδήποτε και κοινωνικό.

Για να δούμε τα πράγματα λίγο πιο τεχνικά θα πρέπει να αναφερθούμε στην θεωρία των Παιγνίων που αποτελεί το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναλύονται ζητήματα, όπως αυτό που προηγουμένως ονομάσαμε δίλημμα του φυλακισμένου. Η θεωρία αυτή λέει ότι όταν ο επιδιωκόμενος στόχος είναι το χρήμα ή κάποιο άλλο πράγμα η αξία του οποίου δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, τότε το άτομο που θέλει να λειτουργήσει ορθολογικά καλά

θα κάνει να μην εμπιστεύεται κανένα. Αυτή η τακτική που χαρακτηρίζεται από την άρνηση οποιασδήποτε μορφής συνεργασίας λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης, ονομάζεται «επιθετική». Κάτω λοιπόν από συνθήκες αλληλεξάρτησης σε καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων, τα άτομα που δρουν μεν ορθολογικά αλλά επιλέγουν την επιθετική τακτική αντί για τη συνεργασία λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης, δεν θα μπορέσουν, όπως πίστευε ο Άνταμ Σμιθ ότι θα συμβεί, να πετύχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα από την άποψη του συλλογικού συμφέροντος.

Το αόρατο χέρι δεν λειτουργεί κάτω από αυτές τις συνθήκες προς όφελος του συλλογικού συμφέροντος και υπό αυτήν την έννοια μπορούμε να πούμε ότι η αγορά αποτυγχάνει αφού κρίνεται αναποτελεσματική ως προς την αποστολή της, πράγμα που σημαίνει ότι η λύση, αν βέβαια υπάρχει, θα πρέπει να αναζητηθεί εκτός των ορίων της αγοράς. Θα μπορούσαμε με άλλα λόγια να στρέψουμε την προσοχή μας είτε στην πολιτεία, αναζητώντας μια λύση μέσω θεσμικών μεταρρυθμίσεων είτε στην κοινωνία με στόχο την προαγωγή κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας αντί ενός στείρου
ανταγωνισμού εξαιτίας μιας κακώς εννοούμενης ορθολογικότητας που οδηγεί σε μια διάχυτη καχυποψία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις επενδύσεις στο μέλλον και στην οικονομική δραστηριότητα εν γένει.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται νομίζω να συνοψίσουμε, όχι μόνο για να γίνουμε πιο κατανοητοί αλλά επίσης για να προετοιμάσουμε το έδαφος για την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων. Λέμε λοιπόν ότι όταν η μοναδική επιδίωξη του ανθρώπου είναι το χρήμα και αυτό γίνεται κάτω από συνθήκες αλληλεξάρτησης όπου το κέρδος του ενός είναι η ζημιά του άλλου ο οικονομικός ορθολογισμός επιτάσσει να μην εμπιστευόμαστε κανένα πράγμα που οδηγεί σε καταστάσεις που όλοι καταδικάζουμε ως ανεπιθύμητες και θα προτιμούσαμε να τις είχαμε αποφύγει.

Τα παραδείγματα είναι πολλά αλλά θα αναφέρω μόνο δύο. Την περιβαλλοντική ρύπανση και τη διαφθορά. Η περιβαλλοντική ρύπανση είναι η μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος ενώ η διαφθορά είναι η μόλυνση του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Και οι δύο αυτές μορφές ρύπανσης είναι απόρροια ενός συνδυασμού παραγόντων όπως:
α) Ο οικονομικός ορθολογισμός όπου το μόνο πράγμα που μετράει είναι το αποτέλεσμα,
 β) το χρήμα ως η μοναδική επιδίωξη με όλες τις άλλες αξίες να λειτουργούν απλώς ως μέσο για
την επίτευξη του ενός και μοναδικού σκοπού που είναι ο πλουτισμός,
γ) Η αλληλεξάρτηση σε καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων όπου το κέρδος του ενός είναι η ζημία του άλλου (παίγνια δηλαδή μηδενικού αθροίσματος).

 Ποια είναι λοιπόν η λύση; Η απάντηση κάθε άλλο παρά εύκολη είναι αλλά θα διακινδυνεύσουμε την άποψη ότι θα πρέπει πρώτον να πάψουμε
να θεοποιούμε το χρήμα και δεύτερον θα πρέπει να επαναφέρουμε στο προσκήνιο διαχρονικές αξίες, όπως η εντιμότητα, η εμπιστοσύνη, η διάθεση για συνεργασία και η προσήλωση στο καθήκον.

Όπως είπαμε πιο πριν οι αξίες αυτές λειτουργούν ουσιαστικά ως συντελεστές παραγωγής συμβάλλοντας όχι μόνο στην αύξηση του εθνικού εισοδήματος, αλλά και στη μείωση των αρνητικών παρενεργειών του οικονομικού ορθολογισμού όπως είναι η περιβαλλοντική και κοινωνική ρύπανση για τη φθοροποιό δράση των οποίων κανείς σήμερα δεν αμφιβάλλει.

Η προσπάθεια για την επιστροφή των ηθικών αξιών, όχι μόνο στην κοινωνία αλλά και στην οικονομία θα πρέπει να ξεκινήσει με την επανεξέταση της έννοιας του οικονομικού ορθολογισμού που αποτελεί και τον πυρήνα της σύγχρονης οικονομικής σκέψης. Θα πρέπει δηλαδή να ρωτήσουμε τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι ένα άτομο συμπεριφέρεται ορθολογικά.

 Η απάντηση είναι ότι σύμφωνα με την αρχή της ορθολογικότητας, όπως αυτή χρησιμοποιείται αναφορικά με την συμπεριφορά των ατόμων από τους οικονομολόγους, αυτό που μετράει στο τέλος είναι μόνο το αποτέλεσμα. Οι ηθικές αξίες υπό το πρίσμα του οικονομικού ορθολογισμού δεν αποτελούν οι ίδιες σκοπό αλλά μόνο μέσο και κρίνονται με βάση τη συμβολή τους στην επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου. Στο ερώτημα, παραδείγματος χάριν, αν επιτρέπεται να λέει κανείς ψέματα ή να αθετεί υποσχέσεις που έχει δώσει, η οικονομική θεωρία απαντάει «ναι, αν αυτό πρόκειται να σε ωφελήσει» ή αλλιώς «ναι, αν αυτό συμφέρει».

Η εξαπάτηση του άλλου με άλλα λόγια όχι μόνο δεν απαγορεύεται αλλά επιβάλλεται εφόσον προκύψει ότι είναι ορθολογικά σωστή – εφόσον δηλαδή κριθεί ότι συμφέρει με γνώμονα τον προσωπικό πλουτισμό και ανεξάρτητα από τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας γενικευμένης έκπτωσης των ηθικών αξιών.

 Μήπως λοιπόν η οικονομική θεωρία έχει και αυτή μερίδιο ευθύνης για την ηθική αποτελμάτωση που
σήμερα όλοι έκπληκτοι βιώνουμε μέσω ενός καταιγισμού αποκαλύψεων περιστατικών διαφθοράς σε όλους σχεδόν του τομείς της ελληνικής κοινωνίας;

* Θεόδωρος Χανιώτης
Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών με MASTER’S από το UNIVERSITY OF CALIFORNIA,
BERKELEY και Ph.D. από το UNIVERSITY OF OREGON, EUGENE.

πηγή: Οικονομική Καθημερινή

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.