Οι άνδρες φοβούνται τον ψυχολόγο!





Από την επαγγελματική μου εμπειρία, αυτό που έχω αποκομίσει τόσα χρόνια, είναι η άρνηση των ανδρών να επισκεφτούν ένα ψυχολόγο ή θεραπευτή, ακόμα και αν η κατάστασή τους ατομικά και οικογενειακά είναι χάλια. Σύμφωνα λοιπόν με τις στατιστικές ένας στους 10 άνδρες πάσχει από κατάθλιψη, γεγονός που οι ίδιοι δυσκολεύονται να το αποδεχθούν και να παραδεχτούν ότι είναι δυστυχισμένοι, καθώς η κοινωνία απαιτεί από αυτούς να κρατούν πάντα τον ρόλο τον οποίο τους έχει αποδώσει, δηλαδή να κρατούν την εξουσία σαν παντοδυναμία στην ζωή τους και την ζωή των άλλων. Αυτή την θέση κρατούν επίσης όταν το παιδί τους, ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας παρουσιάζει πρόβλημα, με κίνδυνο η κατάσταση να επιδεινωθεί και το μικρό πρόβλημα να γίνει ανυπέρβλητο. 
 
Τα βασικά σλόγκανς που ακούμε από το στόμα του άνδρα είναι “ Τι θα μου πει εμένα ο ειδικός” “ Δεν πιστεύω εγώ αυτά, δεν πιστεύω στην ψυχολογία”. Αυτή την θέση την κρατάν τόσο οικογενειάρχες και όσο και οι ελεύθεροι άνδρες. 
 
Προσπαθώντας να ερμηνεύσω αυτή την στάση, άρχισα να πιστεύω ότι οι άνδρες είναι θύματα το κοινωνικού τους ρόλου. Ότι είναι θύματα της ιδέας που έχουν για αυτούς, δηλαδή της ικανότητας που η κοινωνία τους αποδίδει σαν αρσενικά, τα οποία σύμφωνα με τον κοινωνικό ρόλο τους πρέπει να τα καταφέρνουν όλα, όπου μια ελάχιστη αίσθηση δυσκολίας ή αναζήτηση βοήθειας μπορεί να μαρτυρήσει την ανεπάρκειά τους και να αισθανθούν μειωμένοι απέναντι στην γυναίκα και τα παιδιά τους. 
 
Στην άρνηση αυτή διακρίνω δύο σκέλη,
από την μια,
άρνηση να αποδεχτούν το πρόβλημα τους.
και από την άλλη
άρνηση να αποδεχτούν ότι κάποιος θα τους συμβουλεύσει. 
 
Από την μια λοιπόν η παραδοχή του προβλήματος, κατά την γνώμη τους, αποτελεί αδυναμία. Από την άλλη η αποδοχή του ειδικού σαν το άτομο που θα τους συμβουλεύσει, θεωρείται σαν άσκηση εξουσίας και σαν υποταγή απέναντί του, δηλαδή αποδοχή, επίσης της αδυναμίας τους. 
 
Με την έκφραση “τι θα μου πει εμένα ο ειδικός” αντιλαμβάνομαι ότι ο άνδρας μπαίνει σε κατάσταση σύγκρισης με τον ειδικό ή την ειδικό και σε αυτή την σύγκριση νιώθει μειωμένος. Άρα ο σκοπός του είναι να μην βρεθεί σε μια τέτοια θέση.

Η άλλη έκφραση “ Δεν πιστεύω εγώ στην ψυχολογία” δείχνει ένα πνεύμα ανωτερότητας, μια απαίτηση από τον εαυτό να μην αναγνωρίσει το πρόβλημά του, μη αναγνωρίζοντας μια επιστήμη, που σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη του ψυχικού κόσμου του ιδίου και των άλλων.

Πια σχέση έχει αυτή η στάση του άνδρα απέναντι στο ψυχολόγο, ή την ψυχολόγο με την έννοια του ανδρισμού του;. 
 
Πόσο μπορεί να νομίζει ότι μειώνεται σαν άνδρας στα μάτια τα δικά του και στων άλλων, όταν αποδέχεται το πρόβλημά του;

Εκείνο που μπορώ να πω στους άνδρες, είναι το παράδειγμα που χρησιμοποιώ σε αυτές τις περιπτώσεις, με τον μηχανικό αυτοκινήτων. Δηλαδή όταν ένας άντρας σηκώνεται το πρωί και πάει να βάλει μπρος στο αυτοκίνητό του και δεν παίρνει, το πρώτο που θα κάνει είναι να ανοίξει το καπό και να δει αν μπορεί να διορθώσει το πρόβλημα μόνος του. Αν τα καταφέρει τότε όλα είναι καλά, αν όμως το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, τότε είναι αναγκασμένος να φωνάξει το μηχανικό. Σε αυτή την περίπτωση δεν νιώθει μειωμένος και ανώριμος, αντίθετα η ενέργειά του μπορεί να θεωρηθεί σωστή και ώριμη. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, όταν ένα ψυχικό πρόβλημα δεν μπορούμε να το λύσουμε μόνοι μας, τότε πρέπει να απευθυνθούμε στο ειδικό.

Επίσης εκείνο που μπορώ να πω στους άνδρες είναι, ότι η παραδοχή ενός προβλήματος, ή μιας δυσκολίας δεν αποτελεί μια μορφή αδυναμίας, αλλά μια μορφή δύναμης. 

 
Μορφή δύναμης στο βαθμό που, εκείνος αναλαμβάνει να λύσει το πρόβλημα και βρίσκει τον τρόπο για να πετύχει, στο πρόσωπο του ειδικού. Η παρουσία του ειδικού δεν είναι μια λύση που οι άλλοι σερβίρουν σε εκείνον , αλλά είναι μια λύση που έχει επιλέξει και σύμφωνα με την επιλογή του, εκείνος ορίζει και ελέγχει την κατάσταση που βρίσκεται. Ο ειδικός λοιπόν δεν είναι κάποιος που θα του επιβάλει κάποια λύση την οποία θα έπρεπε να έχει βρει μόνος του, αλλά κάποιος, που θα βοηθήσει να βρει την λύση ο πελάτης, όπως βρήκε και την λύση του ειδικού που, όπως τονίσαμε, εκείνος έχει επιλέξει, όπως τον μηχανικό για το αμάξι του. πράγμα που δεν τον μειώνει αλλά τον εξυψώνει στο βαθμό που
Άρα το να απευθυνθεί ένας άντρας σε ένα ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή δεν μπορεί παρά να είναι μια ενέργεια ελέγχου της κατάστασης που δεν μειώνει τον ρόλο του σαν άνδρα, αλλά τον δυναμώνει και σαν σύντροφο και πατέρα. Διότι μέσω της επιλογής ενός τρίτου προσώπου, του ειδικού, ο άντρας κατανοεί την δυσκολία του προβλήματος και επιμελείται για την επίλυσή του μέσα από την επιλογή του. Αυτή η στάση του μαρτυρά την πρόθεσή του να το αντιμετωπίσει κρατώντας μια ενεργητική στάση απέναντί του. Με λίγα λόγια αντιμετωπίζοντας το
 
Άρα η προσφυγή στον ειδικό για τον άντρα αλλά και για οποιονδήποτε δεν είναι μια κατάντια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, αλλά είναι μια ώριμη πράξη κάποιου που αναγνωρίζει την δυσκολία του ελέγχου των καταστάσεων που βιώνει καθημερινά και θέλει να βάλει σε τάξη

Η προσφυγή στον Ψυχολόγο ή τον θεραπευτή δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή. Όμως η προσφυγή εμπεριέχει και τα δύο και το τέλος και την αρχή, σε μία συνεχή πάλη, 
 όπου το μεν τέλος αντιστέκεται, ενώ η αρχή λαχταρά.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.