Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012





Ρατσισμός και Εθνικισμός

Τα φαινόμενα του εθνικισμού και του ρατσισμού, παρόλο που συνδέονται μεταξύ τους τόσο θεωρητικά όσο και ιστορικά, δεν ταυτίζονται ούτε έχουν σχέση αιτίας – αποτελέσματος. Στην ιστορική ορολογία, ο εθνικισμός νοείται είτε ως εθνική ιδεολογία είτε ως πολιτικό κίνημα, το οποίο εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα48 και εμπεριέχει συχνά χειραφετητικά προτάγματα. Όμως, η δημιουργία και συγκρότηση των εθνών – κρατών, ακόμα και όταν δεν έχει εξαρχής ρατσιστικά χαρακτηριστικά, βασίστηκε στις βίαιες απόπειρες ομογενοποίησης των εγχώριων πληθυσμών και σε αποκλεισμούς ή «εκκαθαρίσεις» των ετερόδοξων.

 Οι ίδιοι οι νόμοι της ιθαγένειας, αν και διαφέρουν από κράτος σε κράτος ως προς την αυστηρότητά τους, οδηγούν στην υιοθέτηση της λογικής των διακρίσεων και μιας πατριωτικής αντίληψης των ανθρώπινων σχέσεων που εισάγει το φυλετικό στοιχείο ως καθοριστικό παράγοντα ένταξης σε μια εθνική κοινότητα, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη διαφωτιστική πολιτική προσέγγιση του έθνους, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στην ελεύθερη επιλογή του καθενός να ανήκει σε αυτό.49
Ο λόγος του εθνικισμού δανείζεται μεταφορές από αυτόν του ρατσισμού και το αντίστροφο. Έτσι, καθώς η κουλτούρα εθνικοποιείται στα πλαίσια του έθνους, οι ξένοι που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αφομοιωθούν, θεωρούνται απειλή και αντιμετωπίζονται ανάλογα. Σε αυτή την περίπτωση, ο εθνικισμός είναι εύκολο να μετατραπεί σε ρατσισμό, αφού το έθνος ταυτίζεται με τη φυλή όπου ο Άλλος δεν γίνεται αποδεκτός.

Πρόκειται κυρίως για ρατσισμό με τη σύγχρονη, πολιτισμική του διάσταση, ο οποίος δεν ανέχεται τη διασταύρωση ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες και τρόπους ζωής. Μια τέτοια ανάμιξη θεωρείται από τους ρατσιστές, όπως και από τους εθνικιστές, ότι απειλεί το έθνος. Επιπλέον, η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και διεκδικήσεων απέναντι σε υπαρκτούς ή μη εξωτερικούς εχθρούς, αποκτά συχνά επιθετικό, ρατσιστικό χαρακτήρα απέναντι σε ξένους μετανάστες ή μειονοτικούς που βρίσκονται στο εσωτερικό του έθνους – κράτους50 και στα μάτια των εθνικιστών υπονομεύουν την εθνική ομοψυχία.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτή η διαχρονική σύγκλιση του ρατσισμού με τον εθνικισμό που διαφαίνεται στην αντιμετώπιση του ξένου ως απόρριμμα το οποίοαπειλεί την ομοιογένεια, την εσωτερική αρμονία και την ασφάλεια του έθνους ή της φυλής.

Τα έθνη – κράτη εφαρμόζοντας τις στρατηγικές είτε της, βίαιης ή μη, αφομοίωσης είτε του διωγμού ή της εξόντωσης των ξένων επιχειρούσαν την εξαφάνιση της διαφορετικότητας από την επικράτειά τους. Το βαθύτερο αίτιο αυτής της τακτικής ήταν η ανάγκη των εθνικών κρατών να παρουσιάσουν το έθνος τους ως μια οργανική φαντασιακή ολότητα, ούτως ώστε να διατηρήσουν την εθνική ενότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Άλλωστε, όπως μας αποκαλύπτει η ψυχανάλυση, η φαντασίωση του αρμονικού Όλου έχει ισχυρά ερείσματα στο ασυνείδητο των ανθρώπων και επομένως, η θεώρηση του έθνους ως τέτοιου, τους «συγκινεί» και τους κινητοποιεί πολύ περισσότερο από αυτή της απλής πολιτικής ένωσης.

 Ο ρατσισμός από την πλευρά του, όπως προαναφέραμε, στηρίζεται επίσης σε τέτοιου είδους φαντασιώσεις και αρνείται με πάθος την ύπαρξη της Διαφοράς που προκαλεί άγχος στους ρατσιστές.
Σε όλους τους λαούς έχει εμφανιστεί ιστορικά ο αποκαλούμενος πρωτορατσισμός, ως πίστη σε ένα σύνολο γνωρισμάτων υπεροχής της δικής τους φυλής καταγωγής έναντι των άλλων φυλών ή εθνοτήτων. Διαχρονικά οι διάφοροι λαοί προβαίνουν σε φαντασιακές, ιδεολογικές κατασκευές που τους δίνουν τη δυνατότητα να πιστεύουν στη βιολογική, πνευματική ή ηθική υπεροχή της εθνικής ομάδας στην οποία ανήκουν σε σχέση με τους υποδεέστερους ξένους. Αυτή η αίσθηση υπεροχής είναι κοινή σε εθνικιστές και ρατσιστές. Εθνικισμός και ρατσισμός αποτελούν εκφάνσεις του συλλογικού ναρκισσισμού, ενώ οι εκδηλώσεις υπέρ του εθνικού μεγαλείου συγχωνεύονται συνήθως με φυλετικές ιδεολογίες, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις συγκρούσεις με άλλους λαούς ή κράτη που δικαιολογούνται στη βάση αναλλοίωτων και αγεφύρωτων φυλετικών διαφορών.51 Φυσικά και σε περιόδους ειρήνης, σε αρκετές περιπτώσεις, οι εθνικιστικές και ρατσιστικές προκαταλήψεις οδηγούν σε βίαιη αντιμετώπιση των ξένων ή των αντιφρονούντων.

Ο σύγχρονος πολιτισμικός ρατσισμός συνδέεται με τον εθνοτικό εθνοκεντρισμό, αφού από κοινού τονίζουν την απόλυτη αναγκαιότητα διατήρησης των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και αντιδρούν πανικόβλητα απέναντι στην αναπόφευκτη συγκρότηση πολυπολιτισμικών κοινωνιών στις μέρες μας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του κόμματος του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας του οποίου ο πολιτικός λόγος καταδεικνύει το πώς ο νεορατσισμός ενσωματώνεται στον εθνικισμό: «Διεκδικούμεγια τους Γάλλους το δικαίωμά μας να είμαστε διαφορετικοί [...] το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού μας [...] το δικαίωμα να προστατεύουμε την ταυτότητά μας» (Καρλ Λανγκ, 13 Ιουνίου 1989). Ασφαλώς, όταν οι εθνικιστές αναφέρονται στην εθνική ταυτότητα, την αντιμετωπίζουν ως ομοιογενή και την ορίζουν ως ένα σύνολο βιολογικών κληρονομικών χαρακτηριστικών που συνδέονται με μια κοινή πολιτιστική παράδοση, φανερώνοντας την άμεση σχέση του διαφορικού ρατσισμού με τον εθνικισμό.52

Ο εθνικιστής, που ταυτίζει την προσωπική του ακεραιότητα με αυτήν της εθνικής ομάδας του, νιώθει ότι κάθε πραγματική ή φανταστική απειλή για το έθνος του από ξένους αποτελεί μία επίθεση εναντίον του και έτσι μπορεί να αντιδράσει με ακραίο τρόπο. Όταν ακόμα και η απλή παρουσία του ξένου, του διαφορετικού βιώνεται ως απειλή, τότε ο εθνικιστής είναι εύκολο να μετατραπεί σε ρατσιστή αφού αμφότεροι εξάπτονται εξίσου απέναντι στην εικόνα του άλλου και τον απορρίπτουν ολοκληρωτικά, χωρίς να χρειάζονται κάποια σημαντική αφορμή, ενώ αναπτύσσουν συνεχώς σύνδρομα καταδίωξης.

Πρόκειται για χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτού που στην ψυχολογία του εγώ αποκαλείται «αυταρχική προσωπικότητα» και θεωρείται πως προκύπτει από μία «καταπιεστική» ανατροφή. Όμως, οι «αυταρχικές προσωπικότητες» δεν συνδέονται μόνο με μία υπερβολικά αυστηρή ή βάναυση ανατροφή αλλά και με την αντίστροφη, καθόλου αυστηρή, άνομη ανατροφή, που συχνά παίρνει το χαρακτήρα αυθαιρεσίας και μπορεί να οδηγήσει σε παρόμοια αποτελέσματα. Ο τύπος ανθρώπου που αντιστοιχεί σε αυτό που ονομάζεται «αυταρχική προσωπικότητα» είναι κομφορμιστής που αποδέχεται τις καθιερωμένες αντιλήψεις και τα στερεότυπα, επιζητεί την εξουσία, δεν έχει αυτόνομη ηθική συνείδηση ούτε την ικανότητα να διαφοροποιεί τα πράγματα και ταυτίζεται εύκολα με «οδηγούς – σωτήρες», οι οποίοι του υπόσχονται ασφάλεια απέναντι στον κίνδυνο του «άλλου».53

Από την άλλη πλευρά, ο Benedict Anderson θεωρεί πως οι διαφορές ανάμεσα στον εθνικισμό και το ρατσισμό είναι ριζικές. Κατά την άποψή του, ο εθνικισμός χρησιμοποιεί όρους ιστορικών πεπρωμένων, ενώ αντίθετα ο ρατσισμός αναφέρεται στο «καθαρό» αίμα της φυλής που μολύνεται συνεχώς μέσω απεχθών συνουσιών, κάτι που βρίσκεται έξω από την ιστορία. Πιστεύει ότι οι ρατσιστές βασίζουν τα επιχειρήματά τους περισσότερο στις ιδεολογίες της τάξης παρά σε αυτές του έθνους.Επίσης, προσθέτει ότι ενώ ο εθνικισμός στηρίζεται στην ανιδιοτελή αγάπη για την πατρίδα και την αφοσίωση μέχρι θυσίας σε αυτή, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός σχετίζονται άμεσα με το μίσος απέναντι στον αντίπαλο, κυρίως εξαιτίας της βιολογικής φυσιογνωμίας του και όχι λόγω πολιτικών ή ιστορικών αντιθέσεων. Επιπλέον, ο Anderson επισημαίνει ότι φαινόμενα ρατσισμού και αντισημιτισμού εκδηλώνονται συνήθως εντός των εθνικών συνόρων, με αποτέλεσμα να προκαλεί κυρίως εσωτερική καταπίεση και υποταγή. Αντιθέτως, ο εθνικισμός οδηγεί, ως επί το πλείστον, σε εξωτερικούς πολέμους.54

Παρόλο που ο Anderson επισημαίνει εύστοχα υπαρκτές διαφορές μεταξύ των δύο φαινομένων, δεν φαίνεται να ασχολείται με τις ομοιότητές τους σε ιδεολογικό επίπεδο, αν και παραδέχεται πως σε περιπτώσεις όπως αυτή της αποικιοκρατίας, ο εθνικισμός και ο ρατσισμός ήλθαν σε έναν «ιστορικό συμβιβασμό». Βέβαια, η ανάλυσή του αφορά κατά κύριο λόγο τον εθνικισμό που αναπτύχθηκε στην πρώτη φάση συγκρότησης του εθνικού κράτους, όταν η πρώτιστη επιδίωξη ήταν η δημιουργία των κρατών – εθνών ή η αποικιοκρατική τους επέκταση και δεν σχετίζεται τόσο με τις σημερινές συνθήκες. Ουσιαστικά ο Anderson προσεγγίζει τον εθνικισμό σε μια «καθαρή» κατάσταση, χωρίς να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναδύθηκε, αλλά και τη δυνατότητά του να αναμιγνύεται με άλλες ιδεολογίες, όπως με το ρατσισμό, προκειμένου να επιβιώνει ανεξάρτητα από τις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες. 55 Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται και στις μέρες μας όπου ο «πολιτιστικός εθνικισμός» συναρτάται με τον πολιτισμικό ρατσισμό, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε συχνά σε «εθνικοποίηση της φυλής» ή «φυλετικοποίηση του έθνους».56 Ο Kedourie μάλιστα τονίζει ότι ο γλωσσικός εθνικισμός δεν μπορεί να διαχωριστεί με σαφήνεια από τον φυλετικό. Θεωρεί πως παρόλο που οι εθνικιστές αρχικά έδιναν μεγαλύτερη βαρύτητα στο γλωσσικό στοιχείο, αυτό συνέβαινε για να αποτελεί η γλώσσα την ειδοποιό διαφορά του κάθε έθνους, ακριβώς επειδή τα έθνη θεωρούνταν ξεχωριστές φυλετικές οντότητες.57





Βιβλιογραφία
5448 Αντώνης Λιάκος, «Αντινομίες στην ανάλυση του ρατσισμού» στο: Κίνηση Πολιτών κατά του Ρατσισμού, Έξι κείμενα για το ρατσισμό, Παρασκήνιο, Αθήνα, 1998, σ. 44
49 Ό.π., σ. 45, 46
50 Ό.π., σ. 475
1 Νίκος Τζαβάρας, «Μια διαστροφική κατάχρηση των βιολογικών εννοιών», στο: Κίνηση Πολιτών κατά του Ρατσισμού...ό.π., σ. 75, 7652 Taguieff,
 Ο Ρατσισμός...ό.π., σ. 61
53 Λίποβατς, Η Ψυχοπαθολογία του Πολιτικού...ό.π., σ. 265
54 Μπένεντικτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες – Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Νεφέλη, Αθήνα, 1997, σ. 222, 223
55 Γκασμέντ Καπλάνι, Η αναζήτηση του Άλλου ως αναγκαία προϋπόθεση για τον επαναπροσδιορισμό του εγώ. Οι αναπαραστάσεις της Αλβανίας και των Αλβανών στον ελληνικό τύπο. Οι αναπαραστάσεις της Ελλάδας και των Ελλήνων στον αλβανικό έντυπο τύπο. Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα, 2006, σ. 76, 78
56 Ό.π., σ. 77
57 E. Kedourie, Ο Εθνικισμός, Κατάρτι, Αθήνα, 1999, σ. 113, 114

πηγή
Από την
Διπλωματική Εργασία
του
Γιάννη Φλουράκη
με τίτλο
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ 
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

 
 Η θεωρία του δεσμού 

Edward John Mostyn “John” Bowlby  (1907-1990)



Ο ψυχολόγος, ψυχίατρος και ψυχαναλυτής John Bowlby γεννήθηκε στις 26 Ιανουαρίου του έτους 1907 στο Λονδίνο. Σπούδασε ιατρική και ψυχολογία στο πανεπιστήμιο του Cambridge και υπηρέτησε ως ψυχίατρος στον αγγλικό στρατό. Από το 1946 κι έπειτα (έως το τέλος της ζωής του) εργάστηκε εντατικά στην κλινική Tavistock του Λονδίνου.
Στην ηλικία των επτά ετών ξεκίνησε να φοιτά σε οικοτροφείο (boarding school, μέρος όπου οι μαθητές διέμεναν μόνιμα με τους εκπαιδευτικούς και τους συμμαθητές τους) επιλογή σχετική με την κοινωνική τάξη από την οποία προερχόταν. Ο ίδιος το θεωρούσε ως μια από τις χειρότερες εμπειρίες στη ζωή του˙ στο βιβλίο του Attachment and loss, Vol. II: Separation: Anxiety and anger αναφέρει ότι εκεί δε θα έστελνε ούτε σκύλο (Bowlby, 1973).

Η μητέρα του πίστευε ότι η γονεϊκή προσοχή και φροντίδα προς τα παιδιά είναι «επικίνδυνη» για την διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Ο Bowlby έλαβε περισσότερη στοργή από την βοηθό φροντίδας της οικογένειας Bowlby παρά από τη μητέρα του. Η βοηθός έφυγε από την οικογένεια όταν ο Bowlby ήταν τεσσάρων ετών, ένα γεγονός που ο ίδιος θεώρησε ως απώλεια μιας πραγματικής «μητέρας». Ο πατέρας του, Sir Anthony Alfred Bowlby, πρώτος βαρονέτος, ήταν ιατρός-χειρούργος στο βασιλικό παλάτι. Όταν ο πατέρας του Bowlby ήταν πέντε ετών, ο πατέρας του και παππούς του Bowlby, Thomas William Bowlby, απεβίωσε ενώ εργαζόταν ως ανταποκριτής πολέμου στους Πολέμους Οπίου ή αλλιώς Αγγλοκινεζικούς Πολέμους που έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 1839 και 1860. Η εμπειρία του αυτή συνέβαλλε στην καλλιέργεια της ευαισθησίας του προς τα παιδιά που έχουν ιδιαίτερες ανάγκες (π.χ. συναισθηματικές) κατά τη διάρκεια της ζωής τους.


Παρότι θεώρησε το οικοτροφείο ως μια από τις χειρότερες εμπειρίες της ζωής του και, με βάση δεδομένα που συνέλεξε για τις αναπτυξιακές διαφορές των παιδιών ως προς την σωματική και συναισθηματική τους ανάπτυξη, σημείωσε ότι τα οικοτροφεία είναι μέρη κατάλληλα για παιδιά οκτώ ετών και άνω. Επιπλέον, διατύπωσε και μια άποψη «δεμένη» με την εποχή της για τα παιδιά με σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής: Ότι θα  ήταν ωφέλιμο να απέχουν ορισμένους μήνες από τις εντάσεις που επικρατούν σε κάθε πλαίσιο όπου διαμένουν (σχολείο, σπίτι) και να παρακολουθούν πρόγραμμα οικοτροφείου˙ το οικοτροφείο θα συνέβαλλε στη διατήρηση δεσμών με την οικογένεια του παιδιού και, λόγω του ότι αποτελούσε μια όλο και πιο συνηθισμένη κοινωνική επιλογή για την εποχή εκείνη (Bowlby, 1951), θεωρούσε ότι το παιδί δε θα ένιωθε διαφορετικό από τα άλλα παιδιά. Πίστευε ότι η επιλογή αυτή θα συνέβαλλε στη βελτίωση των οικογενειακών σχέσεων κατά τη διάρκεια της παραμονής των παιδιών στο οικοτροφείο (Bowlby, 1951).

Ο Bowlby παντρεύτηκε την Ursula Longstaff, κόρη χειρούργου, στις 16 Απριλίου του έτους 1938˙ απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Το ένα από αυτά, ο (Sir) Richard Bowlby, έγινε αργότερα τρίτος βαρονέτος.
Ο Bowlby σπούδασε ψυχολογία και προ-κλινικές επιστήμες (pre-clinical sciences, επιστήμες υγείας που ερευνούν, ελέγχουν και αξιολογούν διαδικασίες και θεραπείες πριν εκείνες χρησιμοποιηθούν ως επίσημες εφαρμογές) στο Trinity College της πόλης του Cambridge κερδίζοντας αρκετά βραβεία για άριστη ακαδημαϊκή επίδοση. Μετά τις σπουδές του εργάστηκε με παιδιά που παρουσίαζαν δυσκολίες προσαρμογής (π.χ. παιδιά με παραβατική συμπεριφορά) ενώ στα 22 του χρόνια ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα στο University College Hospital του Λονδίνου. Στα 26 του χρόνια ολοκλήρωσε σπουδές στην ιατρική ενώ ήδη παρακολουθούσε μαθήματα ψυχανάλυσης στο Institute for Psychoanalysis του Λονδίνου. Στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην ψυχιατρική στο  Maudsley Hospital ενώ το 1937, στα 30 του χρόνια, απέκτησε τον τίτλο του ψυχαναλυτή. Από το 1936 εργαζόταν στην Κλινική Καθοδήγησης Παιδιών (Child Guidance Clinic) του Λονδίνου εργασία που διατήρησε έως την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Bowlby διετέλεσε αντισυνταγματάρχης στο Βασιλικό Ιατρικό Σώμα του Βρετανικού Στρατού. Μετά το τέλος του πολέμου, διετέλεσε αναπληρωτής διευθυντής της κλινικής Tavistock και από το 1950 κι έπειτα Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας (Mental Health Consultant) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.).

Με αφορμή την εμπειρία του με παιδιά με δυσκολίες προσαρμογής, ξεκίνησε να ενδιαφέρεται συστηματικότερα για την ανάπτυξη των παιδιών. Σε αυτό το ενδιαφέρον συνετέλεσαν ορισμένα γεγονότα αποχωρισμού παιδιών από σημαντικούς άλλους ανθρώπους που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα γεγονότα αυτά ήταν η διάσωση 10.000 παιδιών με εβραϊκή, κυρίως, καταγωγή με βάση τις ενέργειες Kindertransport (ή Refugee Children Movement, R.C.M., Κίνημα Παιδιών Προσφύγων) και η τοποθέτησή τους σε θετές οικογένειες ή η επανατοποθέτησή τους στις οικογένειές τους˙ η εκκένωση παιδιών από το Λονδίνο για την προστασία τους από τις αεροπορικές επιδρομές˙ η χρήση ομαδικών παιδικών δωματίων, ενέργεια που πίστευε ότι θα επέτρεπε στις μητέρες των παιδιών να συνεισφέρουν κατά τη διάρκεια του πολέμου (Mercer, 2006).

Ο Bowlby ενδιαφερόταν από την αρχή της καριέρας του για τα προβλήματα που αφορούν τον αποχωρισμό του ατόμου από σημαντικά άλλα πρόσωπα˙ επίσης, εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο της ψυχαναλύτριας παιδιών Anna Freud και της ψυχαναλύτριας παιδιών και παιδαγωγού Dorothy Trimble Tiffany Burlingham όπως και της επιστημονικής εργασίας του ψυχαναλυτή René Árpád Spitz για τα παιδιά που διαβιούσαν σε ορφανοτροφεία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 διέθετε μια μεγάλη βάση δεδομένων (θεωρίας και παρατήρησης) με βάση τα οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει τη θεμελιώδη σημασία της ανάπτυξης δεσμού (attachment) ανάμεσα στο βρέφος και σε ένα σημαντικό πρόσωπο αναφοράς (Schwartz, 1999).

Ο Bowlby ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να ανακαλύψει τα πραγματικά μοτίβα των οικογενειακών αλληλεπιδράσεων σε υγιείς και μη πληθυσμούς και συγκεκριμένα με ποιον τρόπο οι δυσκολίες δεσμού μεταβιβάζονται στην επόμενη γενιά. Με αφορμή το ερώτημα αυτό και με βάση το ενδιαφέρον του για τις πρώιμες αλληλεπιδράσεις  μεταξύ βρέφους και σημαντικών άλλων ανέπτυξε τη θεωρία δεσμού (attachment theory) κατά την οποία το βρέφος εκδηλώνει συμπεριφορά δεσμού (σε όλο το ζωικό βασίλειο) προς ένα πρόσωπο φροντίδας κάτι που αποτελεί εξελικτική στρατηγική επιβίωσης για την προστασία του από εξωτερικές απειλές. 

Η εξελικτική ψυχολόγος Mary Dinsmore Salter Ainsworth, φοιτήτρια του Bowlby, επεξέτεινε την επιστημονική εργασία του για τη θεωρία του δεσμού και πρότεινε την ιδέα ύπαρξης διαφορετικών τύπων δεσμού (attachment types) με βάση εκτεταμένες μελέτες παρατήρησης που διεξήγαγε στην Ουγκάντα της Αφρικής (Ainsworth, 1967).

Καθόλη τη διάρκεια της ζωής του ο Bowlby παρέμεινε εξαιρετικά ανήσυχος όσον αφορά τις απόψεις που επικρατούσαν για τις απαρχές του συναισθηματικού δεσμού στον άνθρωπο. Η ψυχαναλυτική θεωρία και η θεωρία μάθησης του ψυχολόγου Clark Leonard Hull υποστήριζαν ότι ο συναισθηματικός δεσμός με την πρωτογενή φιγούρα φροντίδας ήταν μια δευτερογενής ορμή βασισμένη στη διαδικασία του ταίσματος. Ωστόσο, υπήρχαν ήδη δεδομένα ότι στον κόσμο των ζώων τα νεαρά μέλη μπορούν να σχηματίζουν δεσμό με ενήλικα ομοειδή τους (όπως και με μη ομοειδή τους καθώς και με ανθρωποειδείς φιγούρες) που δεν τα τάιζαν. Ο Bowlby καινοτόμησε υποστηρίζοντας ότι το βρέφος έρχεται στον κόσμο με την προδιάθεση να συμμετέχει σε κοινωνική αλληλεπίδραση. Η βασική συνεισφορά του έγκειται στην αταλάντευτη εστίαση της μελέτης του στην ανάγκη του βρέφους για έναν πρώιμο ασφαλή δεσμό με ένα πρόσωπο αναφοράς (π.χ. τη μητέρα). Υπέθεσε ότι το βρέφος που δεν σχηματίζει τον παραπάνω δεσμό είναι σε κίνδυνο να βιώσει σημεία μερικής αποστέρησης (π.χ. υπερβολική ανάγκη για αγάπη και εκδίκηση, έντονη ενοχή και κατάθλιψη) ή ολικής αποστέρησης (π.χ. νωθρότητα, αθόρυβη μη απόκριση σε ερεθίσματα και καθυστέρηση στην ανάπτυξη)˙ επίσης, αργότερα στην ανάπτυξή του, σημεία παρορμητικής συμπεριφοράς (π.χ. αναζήτηση έντονων συγκινήσεων, έλλειψη συγκέντρωσης, συμπεριφορά εξαπάτησης, παρορμητική συμπεριφορά κλοπής).

Η θεωρία δεσμού (attachment theory) του Bowlby (Bowlby, 1969) δίνει έμφαση στις βιολογικές καταβολές του δεσμού. Αναφέρεται στην αξία του δεσμού για την επιβίωση του βρέφους μέσω ενίσχυσης της αίσθησης ασφάλειας που αναπτύσσεται με την εγγύτητα ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς. Ο δεσμός σύμφωνα με τον Bowlby είναι πρωταρχικά μια διαδικασία αναζήτησης εγγύτητας (proximity seeking) προς μία φιγούρα δεσμού (attachment figure) που αποτελεί το πρόσωπο αναφοράς-φροντίδας σε καταστάσεις όπου το βρέφος αντιλαμβάνεται ότι αναστατώνεται και σε περιπτώσεις όπου αντιλαμβάνεται κίνδυνο.

Τα βρέφη σχηματίζουν δεσμό από την ηλικία των 6-8 μηνών μέχρι την ηλικία των 18-24 μηνών (φάση του σαφούς δεσμού: Bowlby, 1969) με πρόσωπα που είναι ευαίσθητα και ανταποκρίνονται με επάρκεια σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Η γονεϊκή ανταπόκριση στο βρέφος ενεργοποιεί πρότυπα δεσμού τα οποία σταδιακά μετατρέπονται σε εσωτερικευμένα μοντέλα εργασίας και τα οποία καθοδηγούν τα αισθήματα, τις σκέψεις και τις προσδοκίες στις ύστερες διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου (Bretherton, 1992). Επιπλέον, ο Bowlby (1969) αναφέρθηκε στην φάση προ του δεσμού (γέννηση-6 βδομάδες), στη φάση του υπό διαμόρφωση δεσμού (6 βδομάδες-6-8 μήνες) και στη φάση αμοιβαίων σχέσεων (18-24 μήνες και αργότερα).
Καθώς το βρέφος αναπτύσσεται, χρησιμοποιεί τους σημαντικούς άλλους με τους οποίους σχημάτισε δεσμό ως ασφαλή βάση εξερεύνησης διαπροσωπικών σχέσεων. Με βάση την ιδέα περί ασφαλούς βάσης εξερεύνησης του περιβάλλοντος η Ainsworth και οι συνεργάτες της (Ainsworth, Blehar, Waters, & Wall, 1978) ανέπτυξαν ένα εργαλείο έρευνας το οποίο ονομάστηκε Διαδικασία Συνθήκης με τον Ξένο (Strange Situation Procedure) για την διερεύνηση και κατηγοριοποίηση διαφορετικών τύπων δεσμού.

 Οι τύποι δεσμού που πρότεινε η Ainsworth είναι ο ασφαλής, ο ανασφαλής/αποφυγής, ο ανασφαλής/αμφιθυμίας ενώ οι Main και Solomon (1986) πρόσθεσαν τον δεσμό αποδιοργάνωσης. Για τον σχεδιασμό του παραπάνω εργαλείου έρευνας η Ainsworth και οι συνεργάτες της αξιοποίησαν και τις υπό μελέτη συμπεριφορές της επιφυλακτικότητας προς τον ξένο (strange wariness) και των συμπεριφορών επανασύνδεσης (reunion behaviors) προς το πρόσωπο αναφοράς. Η διαδικασία δεσμού δεν εξαρτάται από το φύλο ενώ η ποιότητα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης θεωρείται σημαντικότερη από το χρονικό διάστημα που θα λάβει χώρα η αλληλεπίδραση.

Ο Bowlby τόνισε ότι ο δεσμός ενισχύει τη διαδικασία του ταίσματος, την εξερεύνηση και την ακόλουθη μάθηση του περιβάλλοντος καθώς και την κοινωνική αλληλεπίδραση ενώ προάγει ένα περιβάλλον προστασίας από εξωτερικές απειλές. Ο ίδιος δανείστηκε από την ηθολογία τον όρο σύστημα συμπεριφοράς (behavior system) για να εξηγήσει τις βιολογικές καταβολές των συμπεριφορών δεσμού. Αυτό είναι και ένα από τα βασικά σημεία της διαφοράς ανάμεσα στις απόψεις της ψυχανάλυσης και της θεωρίας του δεσμού˙ η δεύτερη υποστηρίζει ότι ένα σύστημα συμπεριφοράς εμπλέκει εγγενείς μηχανισμούς κινήτρων και ότι ο μηχανισμός του δεσμού είναι ανεξάρτητος και δεν ανάγεται σε άλλες ορμές του οργανισμού. Η άποψη αυτή εξηγεί γιατί το τάισμα δεν συνδέεται αιτιολογικά με τον δεσμό και γιατί ο δεσμός σχηματίζεται και σε βρέφη που δέχονται κακοποίηση από σημαντικούς άλλους.

Ο Bowlby αναφέρθηκε σε τρία συστήματα συμπεριφοράς, τον δεσμό, την εξερεύνηση και τον φόβο τα οποία ρυθμίζουν την συμπεριφορική προσαρμογή και ανάπτυξη του παιδιού. Το σύστημα του φόβου αναστέλλει εκείνο της εξερεύνησης και ενεργοποιεί εκείνο του δεσμού ως επείγουσα ανάγκη για επιβεβαίωση από το πρόσωπο αναφοράς. Το πρόσωπο αναφοράς είναι το συμπληρωματικό βιολογικό σύστημα του ενήλικα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του συστήματος δεσμού. Ο στόχος του συστήματος δεσμού αρχικά συνίσταται στη μείωση του φόβου μέσω διατήρησης του επιθυμητού βαθμού εγγύτητας προς το πρόσωπο αναφοράς. Ο βαθμός στον οποίο η εγγύτητα του προσώπου αναφοράς εξασφαλίζει μια αίσθηση ασφάλειας και προστασίας προς το παιδί θα επηρεάσει την ισχύ του δεσμού που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων σημαντικός θεωρείται ο παράγοντας της ευαισθησίας του προσώπου αναφοράς προς το βρέφος.

Στον δεύτερο τόμο της τριλογίας του ο Bowlby τόνισε ότι στόχος του συστήματος δεσμού είναι η διατήρηση της προσβασιμότητας και της ανταπόκρισης του προσώπου αναφοράς˙ πρόκειται για την διαθεσιμότητα (availability) του προσώπου αναφοράς (Bowlby, 1973). Ωστόσο, στον τρίτο τόμο της τριλογίας του αναφέρθηκε στον σημαντικό ρόλο της γνωστικής αποτίμησης (appraisal) που λαμβάνει τη μορφή μιας προσδοκίας κατά τη λειτουργία του συστήματος δεσμού. Συγκεκριμένα, διαθεσιμότητα σημαίνει έμπιστη προσδοκία ότι η φιγούρα δεσμού (πρόσωπο αναφοράς) θα είναι διαθέσιμη˙ η προσδοκία αυτή αντανακλά ακριβείς εμπειρίες αναπαράστασης της εμπειρίας του βρέφους με το πρόσωπο αναφοράς. Το σύστημα δεσμού, δηλαδή, υπόκειται σε ένα σύνολο γνωστικών μηχανισμών, τους οποίους ο Bowlby αποκαλεί μοντέλα αναπαράστασης (representational models) (Bowlby, 1969) ή, σύμφωνα με τον Craik, εσωτερικευμένα μοντέλα διεργασίας (internal working models) (Craik, 1943).

 Με βάση τα μοντέλα αυτά θεωρείται ότι οργανώνεται η επικείμενη συμπεριφορά του ατόμου στο πλαίσιο των σχέσεων δεσμού με άλλα άτομα στην παιδική και ενήλικη ζωή. Επαρκείς σχέσεις στο πλαίσιο ασφαλούς δεσμού (secure attachment, ένας από τους τύπους δεσμού που πρότεινε η Ainsworth) κατά την βρεφική ηλικία συνδέονται με την μακροπρόθεσμη προσδοκία του ατόμου ότι οι σχέσεις του θα είναι ασφαλείς και ότι θα αξίζει να δεχτεί στοργή μέσα από εκείνες. Ο ανασφαλής δεσμός (insecure attachment) συνδέεται με την προσδοκία του ατόμου ότι θα τα καταφέρει μόνο του χωρίς υποστήριξη˙ επίσης, το άτομο μπορεί να προσδοκά ότι θα έχει αίσθηση ανασφάλειας και συνεχούς ανησυχίας και ότι δε θα εκπληρωθούν με στοργή οι σχέσεις δεσμού που θα αναπτύξει με τους άλλους.

Οι τρεις βασικότερες αφορμές για τη διατύπωση της θεωρίας δεσμού ήταν: Πρώτον, η πρώιμη εργασία του Bowlby με παιδιά με δυσκολίες προσαρμογής και παιδιά με παραβατική συμπεριφορά. Δεύτερον, ένα φιλμ για παιδιά που βίωσαν σύντομο αποχωρισμό με τίτλο A two-year old goes to the hospital το οποίο δημιούργησε ο ψυχιατρικός κοινωνικός λειτουργός και ψυχαναλυτής James Robertson στην κλινική Tavistock˙ το φιλμ απεικόνιζε την επίδραση της απώλειας και αναστάτωσης νεαρών παιδιών που αποχωρίστηκαν πρωτογενή πρόσωπα αναφοράς και συνέβαλλε δραστικά σε μια καμπάνια για την άρση των περιορισμών όσον αφορά τους κανόνες επισκεπτήριου των γονέων στα νοσοκομεία. Όταν το 1952 το φιλμ παρουσιάστηκε ενώπιον της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (British Psychoanalytical Society), οι ψυχαναλυτές δεν αποδέχθηκαν ότι ένα παιδί μπορεί να θρηνεί ή να βιώνει πένθος κατά τον αποχωρισμό και αντέτειναν ότι η αναστάτωση ενός παιδιού σε αυτές τις περιπτώσεις οφείλεται σε στοιχεία ασυνείδητων φαντασιώσεων (επειδή στο φιλμ η μητέρα που εμφανίζεται, κυοφορεί) (Schwartz, 1999). 

Τέλος, ένα ακόμη γεγονός που συνετέλεσε στη διατύπωση της θεωρίας δεσμού ήταν και η παρουσία της Melanie Reizes Klein, επόπτριας του Bowlby κατά την εκπαίδευσή του στην ψυχανάλυση. Ο Bowlby είχε διαφορετική άποψη από την Klein όσον αφορά τον ρόλο της μητέρας στην διαχείριση της συμπεριφοράς ενός παιδιού ηλικίας τριών ετών. Η Klein έδινε έμφαση στις φαντασιώσεις του παιδιού για τη μητέρα του ενώ ο Bowlby έδινε έμφαση στα πραγματικά, καθημερινά, περιστατικά μεταξύ μητέρας και βρέφους-παιδιού. Οι θέσεις του Bowlby ότι τα παιδιά ανταποκρίνονται σε γεγονότα της καθημερινής ζωής και όχι σε ασυνείδητες φαντασιώσεις απορρίφθηκαν από τους ψυχαναλυτές ενώ ο Bowlby εξοστρακίστηκε από την ψυχαναλυτική κοινότητα. Αργότερα εξέφρασε την άποψη ότι το ενδιαφέρον του για τις εμπειρίες και καταστάσεις της καθημερινής ζωής ήταν ασύμβατο με την οπτική της Klein (Schwartz, 1999).

Το 1949 ο Bowlby, ως ειδικός σύμβουλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, συνέγραψε επιστημονική αναφορά για την ψυχική υγεία παιδιών χωρίς στέγη στη μεταπολεμική Ευρώπη˙ η αναφορά αυτή βασιζόταν στην επιστημονική εργασία του Bowlby με παιδιά με δυσκολίες προσαρμογής καθώς και στη μελέτη των επιπτώσεων της ιδρυματικής φροντίδας στα παιδιά (Bretherton, 1992). Απαύγασμα αυτής της αναφοράς αποτελεί το βιβλίο Maternal care and mental health που εκδόθηκε το 1951 (Bowlby, 1951).

Τα επιστημονικά συμπεράσματα της έρευνας του Bowlby ήταν ότι τα βρέφη και τα νεαρά παιδιά είναι σημαντικό να βιώσουν μια θερμή, οικεία και συνεχή διαρκή σχέση (δεσμός) με ένα πρόσωπο φροντίδας στο πλαίσιο της οποίας και τα δύο μέλη βιώνουν ικανοποίηση και απόλαυση˙ επίσης, ότι η μη σύναψη αυτής της μοναδικής σχέσης μπορεί να έχει σημαντικές και ανεπανόρθωτες συνέπειες στην ψυχική υγεία του ατόμου στο μέλλον (αυτό, ωστόσο, αμφισβητείται, όπως δείχνουν σύγχρονα εμπειρικά δεδομένα για την μακροπρόθεσμη επιρροή του δεσμού σε παιδιά που υιοθετούνται: Βλέπε π.χ. Rutter, 2009, Νοέμβριος).

Επρόκειτο για μια «επαναστατική» αναφορά διότι ο Π.Ο.Υ. εκείνη την περίοδο είχε ισχυρό δυναμικό επιρροής στην πρόκληση ευρέων αλλαγών στις πρακτικές ιδρυματικής φροντίδας των βρεφών και των παιδιών. Όπως προαναφέρθηκε, οι θεωρητικές απόψεις του Bowlby ήρθαν σε αντίθεση με εκείνες της ψυχανάλυσης που υποστήριζαν ότι οι φαντασιώσεις των παιδιών διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο από τα καθημερινά γεγονότα στη ζωή τους. Επίσης, πολλοί διαφώνησαν ανοικτά με την θέση του Bowlby περί αναγκαιότητας ύπαρξης της μητρικής (ή υποκατάστατης) στοργής ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την ομαλή λειτουργικότητα του βρέφους (Wooton, 1962) ή με τη θέση του ότι ο σχηματισμός μιας διαρκούς σχέσης με ένα παιδί αποτελεί βασικό στοιχείο γονεϊκότητας (Rutter, 1995). Επιπλέον, ασκήθηκε κριτική όσον αφορά την επιστημονικότητα των ευρημάτων του Bowlby και συγκεκριμένα ότι δεν διευκρινίζονταν οι ξεχωριστές επιρροές στην ανάπτυξη του βρέφους των όρων στέρηση (privation, δηλαδή της μη ύπαρξης αρχικής φιγούρας δεσμού) και αποστέρηση (deprivation, δηλαδή της απώλειας της πρωτογενούς φιγούρας δεσμού) καθώς και της επιρροής άλλων τύπων περιβαλλόντων με διαφορετικά επίπεδα χαμηλών ερεθισμάτων που όμως δεν προσομοιάζουν στις δύο παραπάνω καταστάσεις (Rutter, 1981).

Επιπλέον, η αναφορά «χρησιμοποιήθηκε» και για πολιτικούς σκοπούς˙ ότι θα αποτελεί καταστροφή για το κάθε παιδί αν δεν βιώσει τη σχέση δεσμού με την μητέρα του ήταν κάτι που προωθήθηκε για να αποθαρρύνει τις μητέρες να εργάζονται και ακολούθως να αναγκαστούν να εμπιστεύονται τα παιδιά τους σε υπηρεσίες κέντρων ημέρας που, μέσω κυβερνητικών πρακτικών, ενδιαφέρονταν να αυξήσουν τα ποσοστά απασχόλησης σε αντίστοιχους χώρους (Rutter, 1981).

Το 1962 η Ainsworth, με την άδεια του Bowlby, τοποθετήθηκε με νέα αναφορά με τίτλο Deprivation of maternal care: A Reassessment of its effects (Ainsworth, Andry, Harlow, Lebovici, Mead, Prugh, & Wooton, 1962) όπου παρουσιάστηκαν νέα επιστημονικά δεδομένα και αποκαταστάθηκαν παρανοήσεις (Ainsworth, 1962). Η ανανεωμένη δεύτερη αναφορά αναφερόταν και στον «παραμελημένο» μέχρι τότε ρόλο της πατρικής στοργής και στην υπόδειξη ότι απουσιάζουν δεδομένα για τις πιθανές συνέπειες της πατρικής αποστέρησης στην ανάπτυξη του παιδιού. Σύμφωνα με τον Rutter (1995) η συνεισφορά του Bowlby έγκειται στην έμφαση που έδωσε ότι οι πρώιμες εμπειρίες των διαπροσωπικών σχέσεων των παιδιών αποτελούν θεμέλιο λίθο για την μετέπειτα ολόπλευρη ανάπτυξή τους.

Ο Bowlby σταδιακά επηρεαζόταν όλο και περισσότερο από την γνωστική ψυχολογία και ιδιαίτερα από το θεωρητικό μοντέλο επεξεργασίας πληροφοριών για τη νευρωνική και γνωστική λειτουργικότητα του ατόμου (Bowlby, 1980). Οι γνωστικοί ψυχολόγοι της παραπάνω κατεύθυνσης όρισαν τα μοντέλα αναπαράστασης με όρους πρόσβασης σε συγκεκριμένους τύπους πληροφοριών και δεδομένων˙ στο ίδιο μήκος κύματος, ο Bowlby πρότεινε ότι διαφορετικά πρότυπα του συστήματος δεσμού αντανακλούν διαφορές στον βαθμό που το άτομο έχει πρόσβαση σε σκέψεις, συναισθήματα και αναμνήσεις. Για παράδειγμα μερικά άτομα με ανασφαλή δεσμό αποφυγής (insecure/avoidant attachment) παρουσιάζουν περιορισμένη πρόσβαση σε σκέψεις, συναισθήματα και αναμνήσεις σχετικές με τις εμπειρίες δεσμού ενώ άλλα άτομα με τον ίδιο τύπο δεσμού προβάλλουν υπερβολικές ή διαστρεβλωμένες πληροφορίες σχετικά με τις παραπάνω εμπειρίες. Έτσι, για τον Bowlby η πρόσβαση σε γνωστικού και συναισθηματικού τύπου πληροφορίες για το σύστημα δεσμού αποτελεί ένα δείγμα της φύσης της σχέσης δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς. Εμπειρικά δεδομένα έχουν στηρίξει την θεωρία του Bowlby (βλ. Cassidy & Shaver,1999) ενώ με τα χρόνια έχουν γίνει περισσότερες συνδέσεις με τις ψυχαναλυτικές ρίζες των ιδεών του (Fonagy, 2001).

Στο έργο του A secure base: Clinical applications of attachment theory (Bowlby, 1988) ο Bowlby σημειώνει ότι τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν στο βιβλίο του Maternal care and mental health (Bowlby, 1951) δεν αποτελούσαν μέρος κάποιας συγκεκριμένης θεωρίας ούτε, αρχικά, υπήρχε ο σκοπός για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, επειδή ήταν δυσαρεστημένος από τις υπάρχουσες εξηγήσεις για τις πρώιμες εμπειρίες του βρέφους αποφάσισε να προτείνει μια νέα θεωρία (την θεωρία δεσμού, όπως ονομάστηκε τελικά) η οποία βασίστηκε σε απόψεις γνωστικής επιστήμης, εθνολογίας, εξελικτικής βιολογίας, εξελικτικής ψυχολογίας, και θεωρίας ελέγχου συστημάτων. Η θεωρία δεσμού βασίζεται στην ιδέα ότι οι μηχανισμοί που θέτουν σε λειτουργία τις συμπεριφορές δεσμού είναι αποτέλεσμα εξελικτικής πίεσης (Cassidy, 1999). Ουσιαστικά ο Bowlby αντιλήφθηκε ότι θα ήταν χρήσιμο να προτείνει μια νέα θεωρία κινήτρων και ελέγχου της συμπεριφοράς βασισμένη σε επιστημονικά δεδομένα και όχι στην επικρατούσα τότε θεωρία του νευρολόγου και ψυχαναλυτή Sigmund Freud (Bretherton, 1992).

Από τη δεκαετία του 1950 κι έπειτα ο Bowlby είχε συχνές επιστημονικές επαφές και συναντήσεις με επιστήμονες όπως ο ζωολόγος και ηθολόγος Robert Aubrey Hinde, ο ζωολόγος, ηθολόγος και ορνιθολόγος Konrad Zacharias Lorenz και ο ηθολόγος και ορνιθολόγος Nikolaas “Niko” Tinbergen. Με βάση συστηματική επιστημονική μελέτη των παραπάνω επιστημών και μέσα από συχνή συνεργατική δράση ο Bowlby ανέπτυξε νέου τύπου επιστημονικές εξηγήσεις της συμπεριφοράς του συστήματος του δεσμού στον άνθρωπο. Συγκεκριμένα, αμφισβήτησε ανοικτά την θεωρητική άποψη με την ονομασία Στοργή από Συμφέρον (Cupboard Love, άποψη κατά την οποία η στοργή που προσφέρεται είναι για την απόκτηση κάποιας αμοιβής) που επικρατούσε για τον δεσμό στις ψυχαναλυτικές και μαθησιακές θεωρήσεις των δεκαετιών του 1940 και του 1950.

Επίσης εισήγαγε τις έννοιες της περιβαλλοντικά σταθερής ή ασταθούς ανθρώπινης συμπεριφοράς (environmentally stable or labile human behaviour)˙ οι έννοιες αυτές συνδυάζουν θεωρητικά την ιδέα της γενετικής τάσης των ειδών να σχηματίζουν δεσμό με την έννοια των ατομικών διαφορών ως προς τον βαθμό ασφάλειας που βιώνει το άτομο στο πλαίσιο των σχέσεων δεσμού. Επίσης, πρόκειται για έννοιες που αναφέρονται στην εκμάθηση και εσωτερίκευση σταθερών ή/και ασταθών στρατηγικών προσαρμογής των ειδών στο περιβάλλον μέσω του συστήματος δεσμού κατά τη διάρκεια της ανατροφής τους από σημαντικά πρόσωπα αναφοράς.

Όλες οι παραπάνω ιδέες του Bowlby για τη φύση και τη λειτουργία των σχέσεων δεσμού επηρέασαν αντίστοιχα τη διεξαγωγή ηθολογικής έρευνας και ενέπνευσαν επιστήμονες όπως ο Hinde [ο Bowlby ώθησε τον Hinde να ξεκινήσει τις έρευνες του για τον δεσμό στα πρωτεύοντα θηλαστικά (στους ανθρώπους και στις μαϊμούδες)], ο ψυχολόγος Harry Frederick Harlow και ο Tinbergen. Γενικότερα ο Bowlby έδωσε έμφαση στη σημασία του επιστημονικού στοχασμού για τη μελέτη της ανθρώπινης ανάπτυξης από εξελικτική σκοπιά κάτι που προμήνυσε μια νέα διεπιστημονική προσέγγιση στην εξελικτική ψυχολογία (Van der Horst, Van der Veer & Van IJzendoorn, 2007).
Το τελευταίο έργο του Bowlby εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και πρόκειται για μια βιογραφία του νατουραλιστή Charles Robert Darwin (Κάρολου Δαρβίνου). Στο έργο αυτό ο Bowlby πραγματεύεται το θέμα των δυσκολιών ψυχικής υγείας που είχε ο Δαρβίνος και οι οποίες πιστεύεται ότι ήταν ψυχοσωματικού τύπου.
Συνοψίζοντας, η θεωρία δεσμού του Bowlby κινητοποίησε σημαντική ερευνητική δράση και κριτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Τα γενικότερα σημεία της θεωρίας είναι τα εξής: 

Μεταξύ 6-8 μηνών και 18-24 μηνών τα βρέφη διαθέτουν την εγγενή τάση να συνάπτουν συναισθηματικούς δεσμούς με οικεία πρόσωπα φροντίδας, ιδιαίτερα με πρόσωπα που δείχνουν επαρκή συμπεριφορά ευαισθησίας και ανταπόκρισης στις βασικές ανάγκες τους. Ο δεσμός του βρέφους αντανακλάται στις προτιμήσεις του για συγκεκριμένα οικεία πρόσωπα, την τάση του να αναζητά την εγγύτητα με αυτά τα πρόσωπα, ιδιαίτερα σε καταστάσεις όπου αναστατώνεται, ως ασφαλείς βάσεις εξερεύνησης του περιβάλλοντος. Ο σχηματισμός του δεσμού αποτελεί σημαντικό θεμέλιο της ύστερης συναισθηματικής και προσωπικής ανάπτυξης του ατόμου ενώ η συμπεριφορά δεσμού του βρέφους παρουσιάζει σχετική συνάφεια με την κοινωνική συμπεριφορά κατά τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις αργότερα. Καταστάσεις απότομου αποχωρισμού από τα σημαντικά άλλα πρόσωπα ή καταστάσεις όπου τα πρόσωπα αναφοράς δεν δείχνουν επαρκείς συμπεριφορές στοργής προς το βρέφος συνδέονται με πιθανές δυσκολίες στον διαπροσωπικό τομέα κατά την ενήλικη ζωή.

πηγή: http://www.typologos.com/?p=338

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012





Η Κατάθλιψη 
ως Κοινωνικό Φαινόμενο:
Αλλοτρίωση και Απάθεια


ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΤΣΑΣ


Η κατάθλιψη μπορεί να μελετηθεί από διάφορες οπτικές. Η παρούσα παρουσίαση προσεγγίζει την
κατανόηση της κατάθλιψης ως κοινωνικό φαινόμενο και όχι ως ατομική κατάσταση. Παραδοσιακά, η Κοινωνιολογία αναφέρεται σε σχετικά θέματα μέσα από την εξέταση του φαινομένου την αλλοτρίωσης. Μία συνέπεια της αλλοτρίωσης είναι και η απάθεια. Έτσι, προτείνεται η χρησιμοποίηση της απάθειας προς τα κοινά ως το μετρήσιμο μέγεθος που αντιπροσωπεύει την κατάθλιψη από κοινωνικής απόψεως. Η παρουσίαση ξεκινά με μία ανασκόπηση της χρήσης αυτών των εννοιών καθώς και αναφορά στο κοινωνικό πλαίσιο που τις καθορίζει. Ακολούθως γίνεται μιά τοποθέτηση που συνδέει την έννοια της απάθειας προς τα κοινά και της αλλοτρίωσης. Συμπερασματικά, η αύξηση της απάθειας προς τα κοινά σηματοδοτεί μεγαλύτερο επίπεδο αλλοτρίωσης και συνεπώς, κατάθλιψης. Η παρουσίαση κλείνει με προτάσεις γιά ποσοτικοποίηση αυτών των επιχειρημάτων.
Λέξεις κλειδιά: Αλλοτρίωση, απάθεια, συμμετοχή, κατάθλιψη

Εισαγωγή 

Πολλά ακούγονται και γράφονται τον τελευταίο χρόνο σχετικά με την κρίση που μαστίζει την Ελληνι-
κή κοινωνία. Ένα από τα αποτελέσματα της κρίσης είναι και σημαντική αύξηση των κρουσμάτων κατάθλιψης. Αυτό είναι καλά τεκμηριωμένο στην βιβλιογραφία (Γιωτάκος 2010, Κυριόπουλος & Τσιάντου 2011). Υπάρχουν άλλοι πολύ πιό ειδικοί από εμένα γιά να μιλήσουν γιά την κατάθλιψη ως ψυχιατρικό φαινόμενο σε ατομικό επίπεδο. Η θέση μου εδώ, ως κοινωνιολόγου είναι να αναφερθώ στην κατάθλιψη ως κοινωνικό φαινόμενο και τις κοινωνικές συνέπειές Πρέπει, λοιπόν, να οριοθετήσουμε το πλαίσιο της παρουσίασης σε κοινωνικό επίπεδο. Θα ξεκινήσω με μιά αξιολογικά κριτική αναφορά στην χρήση της λέξης «κρίση». Θα συνεχίσω υποστηρίζοντας ότι η «κρίση» υπό τις συνθήκες που παρουσιάζεται και βιώνεται οδηγεί νομοτελειακά στην αλλοτρίωση των κοινωνικών ομάδων. Αυτή είναι η πιό σημαντική και επικίνδυνη συνέπεια των παρουσών συνθηκών σε κοινωνικό επίπεδο. Οι τρόποι με τους οποίους εκφαί- νεται η αλλοτρίωση είναι πολλοί. Η συγκεκριμένη παρουσίαση αναφέρεται μόνον σε έναν: την πολιτική απάθεια και την αποχή από τα κοινά. Κατά συνέπεια η παρουσίαση αυτή υποστηρίζει ότι η παρατηρούμενη απάθεια είναι αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης.

Κοινωνία και Κρίση

Η ιστορία μιας κρίσης δεν μπορεί να γραφτεί σε ένα ή δυο χρόνια μετά την έναρξη της. Θα χρειαστεί
να περάσει πολύς καιρός ώστε οι κοινωνικοί επιστή- μονες να καταγράψουν και να εξηγήσουν με ψύχραιμη ματιά τα αίτια και τις επιπτώσεις αυτού που σήμερα ονομάζουμε κρίση. Οι κρίσεις δεν εμφανίζονται έτσι από το πουθενά. Είναι αποτελέσματα διεργασιών μέσα από πολύπλοκες κοινωνικές δομές. Ο μελετητής αυτού του ζητήματος καλείται να ερμηνεύσει τις διεργασίες που οδηγούν σε μια κατάσταση ώστε να κατανοήσει την δυναμική της όποιας κρίσης.

Επιπρόσθετα, ο όρος «κρίση» είναι προβληματικός γιατί δεν είναι αξιολογικά ουδέτερος (Becker,
1967, Weber, 1958). Αν ορίσουμε κάτι ως κρίση, αυτόματα εισάγουμε ένα προσωπικό στοιχείο: κατά
πόσο επιρρεάζει εμάς τους ίδιους και κατά συνέπεια την ερμηνεία που του δίνουμε. Γιατί υπάρχει και
αυτή η διάσταση: είναι κρίση αυτό που περνάμε; Σίγουρα είναι μια αλλαγή που βιώνεται μαζικά. Ας
μου επιτραπεί, λοιπόν, αυτό που περνάμε να μην το ονομάσω κρίση, αλλά να χρησιμοποιήσω έναν πιο δυναμικό όρο: κοινωνική αλλαγή.

Η συγκεκριμένη περίοδος κοινωνικών αλλαγώνπου βιώνουμε δεν είναι οικονομική κρίση. Έτσι πα-
ρουσιάζεται απο τα ΜΜΕ. Είναι μια βαθύτατα κοινωνική πρόκληση που βιώνεται ως οικονομική κρίση. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι αυτό που οι επιστήμες ονομάζουν αλλαγή τρόπου σκέψης (paradigmshift) (Kuhn, 1996). Αυτές οι παραδειγματικές μετατοπίσεις πάντα συνέβαιναν και είναι δομικά συστατικά της κοινωνικής αλλαγής. Ας αναλογιστούμε τη δεκαετία του 1960 που έφερε σοβαρότατες προκλήσεις στην καθεκυστυια τάξη μέσα απο συνεχείς αμφισβητήσεις ισχυρότατων θεσμών. Πολιτικές, στρατιωτικές, φυλετικές πρακτικές που επι δεκαετίας ήταν δεδομένες αμφισβητήθηκαν. Ας μην πάμε πολύ πίσω. Η αρχή της δεκαετίας του 1990 έφερε την αμφισβήτηση του υπαρκτού σοσιαλισμού μέσα απο μια παραδειγματική μετατόπιση που είχε τεράστιες πολιτικές, πολιτισμικές και οικονομικές αλλαγές τις οποίες βιώνουμε και σήμερα.

Η Αλλοτρίωση ως Κοινωνικό Φαινόμενο

Η σημερινή κατάσταση είναι ίσως η σοβαρότερη αμφισβήτηση του καπιταλισμού ώς κοινωνικού και
οικονομικού συστήματος και ουσιαστικά καταλήγει σε μια κριτική της παγκοσμιοποίησης. Αυτή η κριτική είναι κοινωνικά σημαντική και εξαιρετικά δύσκολη. Μεμονομένα άτομα, αλλά και ολόκληρες ομάδες στην κοινωνία αποδέχονται ότι το οικονομικό σύστημα είναι πολύ μεγάλο και ισχυρό γιά να δεχθεί ένα καίριο πλήγμα μέσα από την κριτική εναντίον του. Συνεπώς, ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός κοινωνικών ομάδων παραιτούνται από την προσπάθεια και παραμένουν αδρανείς αποδεχόμενοι το μάταιο του εγχειρήματος. Αυτή είναι η απαρχή της αλλοτρίωσης.

 Ο Μαρξ είχε περιγράψει πρώτος τον όρο ως «αδυναμία λόγω απομόνωσης.» (Blauner, 1964).
Παραδείγματα αυτής της αλλοτρίωσης είναι η αύξηση στον αριθμό αυτοκτονιών (Wenz, 1979), η
αυξανόμενη ατομική και κοινωνική απομόνωση και οι αλλαγές στο εργασιακό περιβάλλον που τείνουν να απομονώνουν τους εργαζόμενους (Waring, 1991). Αυτά τα παραδείγματα συντείνουν στο εξής πρακτικό και ουσαιαστικό αποτέλεσμα: οι εργαζόμενοι αποξενώνονται από τους γύρω τους. Εργάζονται γιά να συντηρήσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Αυτό παίρνει την μορφή μιάς ιδιοτελούς αναζήτησης. Το όφελος γιά την ευρύτερη κοινότητα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο.

Η ιδιοτέλεια γίνεται όλο και πιό σημαντική σε σύγκριση με το ενδιαφέρον για την κοινωνική ομάδα. Αυτό οδηγεί στην αλλοτρίωση από τους συντρόφους(Macionis, 2008: 100). Ο καθορισμός του ανθρώπου ως μία ύπαρξη χωρίς νόημα είναι άλλη μία πλευρά της αλλοτρίωσης. Αυτό σχετίζεται ως μία κατάσταση όπου το άτομο αδυνατεί να ελέγξει τα αποτελέσματα των πράξεών του σε ατομικό επίπεδο. Ως συνέπεια, αποδέχεται ότι ισχυρότεροι, εξωτερικοί παράγοντες καθορίζουν την όποια εξέλιξη σε κοινωνικό αλλά και σε ατομικό επίπεδο. Αυτή η αποδοχή ενός εξωτερικού κέντρου ελέγχου επιφέρει ακόμα μεγαλύτερη αλλοτρίωση και το εξής αίσθημα: «ότι και να κάνω, άλλοι αποφασίζουν». Το άτομο, συνεπώς, χάνει το νόημα της αυτόνομης ύπαρξής του και μπαίνει σε μιά ρουτίνα σπειροειδούς πτώσης (Seeman, 1959). Ολοένα και μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες δυσκολεύονται να δούν την ύπαρξή τους ως αναπόσπαστο κομμάτι ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Αντίθετα αυτοκαθορίζονται ως διακριτές ομάδες που δεν σχετίζονται με τίποτα με τον κοινωνικό τους περίγυρο. Συνεπώς χάνουν την σημασία της συμμετοχής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της απώλειας σημασίας είναι και η απάθεια προς τα κοινά.

Η Απάθεια προς τα Κοινά

Η κατανόηση της κατάθλιψης ως κοινωνικό φαινόμενο και όχι ως ατομικής κατάστασης μέσω
της αλλοτρίωσης μας οδηγεί σε μιά προσπάθεια εύρεσης μετρήσιμου μεγέθους. Αυτή η παρουσίαση
προτείνει ότι ένας τρόπος να μετρήσουμε την κοινωνική κατάθλιψη είναι μέσω της κατανόησης του φαινομένου της απάθειας.

Όπως ένας ασθενής με κατάθλιψη χάνει το ενδιαφέρον γιά διάφορες δραστηριότητες της ζωής, έτσι
και μία κοινωνική ομάδα αποσύρεται από την ενεργήσυμμετοχή και αφήνεται στην όποια εξέλιξη την
οποία όμως δεν ελέγχει. Η μη συμμετοχή στα κοινά είτε ενσυνείδητα είτε ασυνείδητα είναι ενδεικτική μιάς κοινωνικής παθολογίας και όχι έλλειψης ατομικού χαρακτήρα. Με βάση τα παραπάνω είναι αναμενόμενο να αυξάνονται τα επίπεδα απάθειας προς την συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα. Αυτό αποτελεί ένα παράδοξο. Σε περιόδους οικο- νομικής πίεσης, το αναμενόμενο είναι να στραφούν οι πολίτες κατά του πολιτικού συστήματος. Ως ένα βασικό σημείο αυτό έχει γίνει. Όμως, ο φόβος του αγνώστου και το αίσθημα αδυναμίας που προέρχεται από αυτό, καταλήγει σε μία αδρανοποίηση. Αυτή η αδρανοποίηση είναι η απάθεια προς τα κοινά λόγω της αυξανόμενης αποξένωσης. Εφόσον, λοιπόν υπάρχει αυξανόμενη αλλοτρίωση θα παρατηρήσουμε και μεγαλύτερα ποσοστά απάθειας. Αυτό είναι δυσάρεστο και προβλέπει δυσοίωνες εξελίξεις στο μέλλον. Όπως είχε πει ο Paul Wellstone, ένας Γερουσιαστής των ΗΠΑ: «Όταν πολλοί Αμερικανοί δεν ψηφίζουν και δεν συμμετέχουν, ορισμένοι βλέπουν απάθεια και απελπισία. Εγώ βλέπω απογοήτευση και θυμό.»

Συμπεράσματα, Επίλογος

Η θεωρία μας λέει, λοιπόν, ότι η αλλοτρίωση με την μορφή της απάθειας υπάρχει και πιθανόν να αυξάνεται από γενιά σε γενιά. Σχετικά με αυτό η παρουσίαση αυτή καταλήγει σε δύο σημαντικά
συμπεράσματα. Πρώτον, ότι η όποια απάθεια είναι ένδειξη κοινωνικής και όχι ατομικής κατάθλιψης.
Δεύτερον, ότι ποσοτικοποιώντας την αλλοτρίωση ώς απάθεια κατανοούμε πολύ καλύτερα την κρίση.
Αρωγός σε αυτήν την προσπάθεια είναι η Κοινωνιολογία και η κοινωνιολογική προσέγγιση των κοινωνικών αλλαγών που βιώνουμε. Μένει να διεξαχθούν εμπειρικές έρευνες που θα εμβαθύνουν στην κατανόηση αυτής της συσχέτισης όπως εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες ομάδες στον πληθυσμό.


ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΤΣΑΣ
Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνιολογίας,
Deree-The American College of Greece

πίνακας:Keith Vaughan

πηγή: http://www.encephalos.gr/pdf/48-4-02g.pdf

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012