Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Οι ψυχολογικές προσεγγίσεις της βίας




Η ψυχολογική θεώρηση εξετάζει τη βία και την καταστροφικότητα ως εκδήλωση της ψυχικής υπόστασης του ανθρώπου. Οι κατευθύνσεις κινούνται προς δύο θέσεις : την ιδιότητα του ενστίκτου και ( σε αντίθεση με την πρώτη ) την απόδοση της καταστροφικής βίας σε περιβαλλοντικούς παράγοντες. Ειδικότερα, ο Freud, στην αρχικές μελέτες του είχε υποστηρίξει ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις στον άνθρωπο είναι δύο κατηγορίες ενστίκτων: το σεξουαλικό ένστικτο (libido) και το ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Αργότερα προέβη σε μια βασική αναθεώρηση και προχωρώντας πάλι σε μια διχοτόμηση των ενστίκτων διακρίνοντας: το ένστικτο της ζωής ( έρως ) και το ένστικτο του θανάτου , καταλήγοντας ότι ο άνθρωπος βρίσκεται κάτω από την παρόρμηση είτε να καταστρέψει τον εαυτό του είτε τους άλλους. Η αντίθετη θέση στη θεωρία της συμπεριφοράς, δέχεται πως η συμπεριφορά του ατόμου διαμορφώνεται αποκλειστικά από την επίδραση του περιβάλλοντος, κοινωνικού και πολιτιστικού και όχι από ενδογενείς παράγοντες. Η θεωρία αυτή κάνει χρήση της πειραματικής μεθόδου, καθώς αντικείμενο της ψυχολογίας αποτελεί η συμπεριφορά του ατόμου, η οποία είναι προϊόν εκμάθησης απόλυτα προσδιορισμένη από το περιβάλλον του. 

 Στο πλαίσιο της θεωρίας της συμπεριφοράς, διαμορφώθηκε και μια γενικότερη θεωρία για την προέλευση της βίας και της επιθετικότητας γνωστής ως θεωρία frustration-agression ( ματαίωση / διάψευση - επιθετικότητα ) και όπου ο όρος frustration αποδίδεται είτε ως παρεμπόδιση μιας δραστηριότητας προσανατολισμένης σε ένα σκοπό είτε ως η άρνηση μιας επιθυμίας. Η θεωρία της ματαίωσης - επιθετικότητας ανασκευάστηκε στη βάση της συμπεριφορικής θεωρίας της μάθησης από τον J. Dollard και τους συνεργάτες του. Η θεωρία τους βασίζεται περισσότερο στο λειτουργικό παρά στο βιολογικό μοντέλο και υποστηρίζει ότι η ματαίωση που συνδέεται με την προσπάθεια επίτευξης ενός στόχου οδηγεί στην επιθετικότητα.

Η επαναλαμβανόμενη ματαίωση έχει ως αποτέλεσμα την συσσώρευση της επιθετικής ενέργειας, η οποία πρέπει να αποδεσμευθεί. Η αποδέσμευση της συσσωρευμένης επιθετικής ενέργειας είτε άμεσα μέσω ενεργούς βίας, είτε έμμεσα μέσω έντονων αθλημάτων, λειτουργεί αποκαθαρτικά, δηλαδή ελαττώνει την επιθετική ενόρμηση.

Ο Adorno και οι συνεργάτες του διατύπωσαν την υπόθεση ότι η συσσωρευμένη ματαίωση ευθυνόταν για την επιθετική τάση την οποία εντόπισαν στην αυταρχική προσωπικότητα που προσπάθησαν να περιγράψουν. Ο μηχανισμός του ερεθισμού προς επιθετική συμπεριφορά προσεγγίζει την άποψη που διατύπωσε αρχικά ο Dollard και οι συνεργάτες του το 1939, σύμφωνα με την οποία η εκδήλωση της επιθετικής συμπεριφοράς ( συμπεριφοράς της οποίας στόχος είναι η πρόκληση βλάβης σε ένα ζωντανό όν ή σε ένα υποκατάστατό του ) είναι προιόν απογοήτευσης (frustration). ς απογοήτευση θεωρείται η ψυχική κατάσταση η οποία προκύπτει όταν παρεμποδίζεται ή αποκλείεται η πραγματοποίηση συνειδητής και σκόπιμης συμπεριφοράς.

Η ματαίωση δεν προκαλεί πάντα επιθετικότητα. Κάποιες ματαιώσεις προκαλούν επιθετικότητα, ενώ κάποιες άλλες όχι. Ο Berkowitz, προσπάθησε να ερμηνεύσει στηριζόμενος στη θεωρία ( της νύξης διέγερσης ,) η οποία αποτελεί τροποποίηση της άποψης περί ματαίωσης επιθετικότητας στο γεγονός ότι οι επιθετικές αντιδράσεις καθοδηγούνται από νύξεις του περιβάλλοντος. Επιπλέον, σύμφωνα με τη θεωρία της μάθησης μια αντίδραση που αμείβεται, έχει την τάση να επαναλαμβάνεται και με τον καιρό να γίνεται συνήθεια.

Προτού επιχειρηθεί μια ανάλυση του μοντέλου της μάθησης και της ( κοινωνικογνωστικής θεωρίας της ηθικής ), σκόπιμη είναι και η παρουσίαση του μοντέλου επικοινωνίας του Tedeschi, η οποία εξετάζει την επιθετικότητα βάσει των απειλών και των τιμωριών ως μέσων επικοινωνίας, υποστηρίζοντας ότι οι εξαρτημένες απειλές απαιτούν ένα είδος ενδοτικότητας. Έτσι, ο πρωταρχικός σκοπός του αυτουργού μπορεί να μην είναι η παρεμπόδιση ή ο εξαναγκασμός αλλά και ο εκφοβισμός. Ο Tedeschi καταλήγει σε ένα συμπέρασμα το οποίο υποστηρίζει επίσης σε άλλη έρευνα ο Toch ότι η ποινή που επιβάλλουν οι επόπτες ή η αστυνομία αποτελεί μια αποκατάσταση της εξουσίας καιτης νομιμότητας σε ένα κοινωνικό πλαίσιο.

Τα αποτελέσματα των ερευνών τόσο στις κοινωνικές όσο και τις φυσικές επιστήμες τείνουν να παρουσιάζουν τη βίαιη συμπεριφορά ακόμη περισσότερο ως φυσική αντίδραση. Η επιθετικότητα οριζόμενη ως ενστικτώδης ορμή, θεωρείται ότι παίζει τον ίδιο λειτουργικό ρόλο στο βασίλειο της φύσης όπως τα ένστικτα της πείνας και της σεξουαλικότητας στη διαδικασία της ζωής του ατόμου και του είδους. Τα ένστικτα αυτά ενεργοποιούνται από πιεστικές σωματικές ανάγκες και από εξωτερικά ερεθίσματα, όταν τα ίδια επιθετικά ένστικτα στο ζωικό βασίλειο μοιάζουν ανεξάρτητα από τέτοια πρόκληση.

Η απουσία πρόκλησης φαίνεται να οδηγεί σε ματαίωση του ενστίκτου, σε «καταπιεσμένη » επιθετικότητα που σύμφωνα με τους ψυχολόγους , προκαλεί απόφραξη της ενέργειας, όπου μια ενδεχόμενη έκρηξη της οποίας θα είναι πολύ πιο επικίνδυνη. Βάσει αυτής της ερμηνείας η απρόκλητη βία είναι φυσική, όταν δεν αφορά την αυτοσυντήρηση και γίνεταιανορθολογική. Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι μπορούν να είναι πιο κτηνώδεις από άλλα ζώα. (Στη σχετική βιβλιογραφία μας υπενθυμίζεται διαρκώς η γενναιόδωρη συμπεριφορά των λύκων, οι οποίοι δεν σκοτώνουν τον ηττημένο εχθρό)39.

Για την Arendt η βία δεν είναι ούτε ζωώδης ούτε ανορθολογική. Ότι η βία ξεπηδάει συχνά από την οργή είναι γνωστό και η οργή πράγματι μπορεί να είναι ανορθολογική και παθολογική, όπως οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Είναι δυνατόν να δημιουργηθούν συνθήκες υπό τις οποίες οι άνθρωποι λειτουργούν απάνθρωπα, χωρίς όρια ή φραγμούς - όπως σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, βασανιστήρια - αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι γίνονται ζωώδεις , και υπό τέτοιες συνθήκες, δεν είναι η οργή και η βία αλλά η καταφανής απουσία τους. Είναι το σαφέστερο σημάδι έλλειψης ανθρωπιάς.. .

Η προσφυγή στη βία, όταν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με ακραίες καταστάσεις ή συνθήκες είναι πολύ μεγάλος πειρασμός λόγω της εγγενούς αμεσότητας και ταχύτητας. Συνεχίζοντας ηArendt θεωρεί ότι η οργή και η βία ανήκουν στα φυσικά ανθρώπινα πάθη και η όποια θεραπεία του ανθρώπου απ αυτά δε θα σήμαινε τίποτα λιγότερο από τον απανθρωπισμό ή τον ευνουχισμό του .

Σημειώσεις

33Ό.π. Αrendt (2000), σελ. 119-20.
34 Ό.π. Παπαδάτος (1980), σελ.27-8
35 Ό.π. Χαρίτου- Φατούρου (2003), σελ. 233
36Ό.π. Λαμπροπούλου (1999β), σελ. 68
37Ό.π. Χαρίτου- Φατούρου(2003), σελ. 234
38 Στο ίδιο σελ. 239
39Ό.π. Αrendt (2000), σελ. 121

Πηγή:  
Απόσπασμα 
από την
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της
Μαρίας Τζιράρκας

με τίτλο

Το πείραμα Stanford (1971) και η ερμηνεία της βίας
Η απήχησή του στην εγκληματολογική θεωρία
.
πίνακας: Tof Vanmarque

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Οικογενειακά σενάρια αποσταθεροποιημένης σταθερότητας Νο 2





 Δεν έβλεπε καμιά βοήθεια από πουθενά


Η Δέλτα παντρεύτηκε στα 27 της τον άντρα που ερωτεύτηκε αφού είχε τελειώσει με τις σπουδές της και αφού είχε εξασφαλίσει και μια καλή εργασία με την βοήθεια των γονιών της. Οι γονείς της και γενικά η οικογένεια της δεν ήταν ευχαριστημένοι με την επιλογής της διότι θεωρούσαν ότι ο άντρας της καθώς και η οικογένεια του ήταν “παρακατιανοί”. Δεν αντιστοιχούσαν στα ανώτερα κοινωνικά πρότυπα που είχαν για την δική τους οικογένεια και τους θεωρούσαν “βλάχους” και “άξεστους”. Εντούτοις δέχτηκαν και ο γάμος έγινε, και ευτυχισμένοι οι νεόνυμφοι μπήκαν στο δικό τους σπίτι. 

Με την πάροδο του χρόνου ήρθε και ένα παιδάκι, όχι όμως με τις καλύτερες συνθήκες διότι ο σύζυγος εμφάνισε ένα πρόβλημα σε σχέση με την κινητικότητα του σπέρματος και αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε τεχνική γονιμοποίηση.
 
Στο διάστημα αυτό ο σύζυγός της σαν δημόσιος υπάλληλος, ζήτησε και πήρε μια μετάθεση στην πόλη της καταγωγής του, κοντά στους γονείς του. Αυτό δεν έγινε ευχάριστα αποδεχτό από την οικογένεια της, η οποία την παρότρυνε να μείνει κοντά τους αφήνοντας τον άντρα της να φύγει και να βλέπονται κάθε βδομάδα. 

Βέβαια η επαφή με την οικογένεια της δεν ήταν κάτι ευχάριστο για εκείνη. Η μητέρα της καθώς και ο πατέρας, συνέχιζαν να δείχνουν την “αντιπάθειά” τους προς το σύζυγο της και να λένε λόγια πίσω από την πλάτη του, όπως επίσης συνέχιζαν να κατηγορούν και εκείνη για την επιλογή της. Έτσι ακόμα και αν δεν το επιθυμούσε δέχτηκε να τον ακολουθήσει στην πόλη του.

Στην επαρχεία η Δέλτα άρχισε να εργάζεται σε μια κοινή επιχείρηση που είχαν μαζί με το πατέρα και τον αδελφός του συζύγου της. Η κατάσταση αυτή δημιουργούσε κάποια προβλήματα διότι ο πατέρας του ήταν ένας επίμονος άνθρωπος και ήθελε αυτός να έχει πάντα τον πρώτο λόγο.

Επίσης πρέπει να σημειώσουμε ότι ούτε και με την πεθερά της είχε καλή σχέση διότι σε ότι συνέβαινε μέσα στο ζευγάρι η πεθερά ήταν εκεί για να υπερασπιστεί το γιο της και να υπογραμμίσει την ανεπάρκειά της.

Σε παράπονα που έκανε στο σύζυγό της εκείνος την παρότρυνε να μην δίνει σημασία και να τον ανεχθεί μέχρι να αποτραβηχτεί από την εργασία λόγω ηλικίας.

Το διάστημα αυτό, κάθε φορά που τηλεφωνιόταν με την δική της οικογένεια και ιδίως με την μητέρα της, και της εξέθετε τους προβληματισμούς της, εκείνη της έλεγε ότι ήταν δικής της επιλογή αυτός ο άντρας και ότι θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνη της. Βέβαια δεν παρέλειπε να φορτώνει με κοσμητικά επίθετα εκείνον και την οικογένεια του, όπως είπαμε “Βλάχους”, “άξεστους” “επαρχιώτες” κ. λ. π.

Οι καταστάσεις άρχισαν να δυσκολεύουν πραγματικά όταν η Δέλτα πληροφορήθηκε από μια φίλη, που είχε κάνει στην καινούργια πόλη της κατοικίας της, ότι πρέπει να προσέχει τον σύζυγό της διότι δεν είναι και τόσο ήσυχος όσο φαίνεται. Αυτό την έκανε να ανησυχήσει πραγματικά και μετά από μια σχετική παρακολούθηση έμαθε ότι εκείνος είχε συνάψει ερωτική σχέση με μια συνάδελφό του και μάλιστα τους είδε και μαζί να βγαίνουν χαρούμενοι από ένα ξενοδοχείο της περιοχής.

Αισθάνθηκε προδομένη, απογοητευμένη και τηλεφώνησε στην μητέρα της για να την πληροφορήσει για το γεγονός και να πάρει κάποια συμπαράσταση. Η μητέρα της βρήκε την ευκαιρία να της υπενθυμίσει με αυστηρό ύφος ότι την είχε προειδοποιήσει για αυτό το γάμο, ότι ήταν πάντα απερίσκεπτη, ότι την έπιαναν πάντα κορόιδο διότι ήταν ευκολόπιστη και δεν είχε το θάρρος να πει την γνώμη της. Επίσης της είπε ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει για αυτή και το παιδί της ήταν να την δεχτεί ξανά στο σπίτι της.

Από την μεριά της οικογένειας του συζύγου στο γεγονός αυτό δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία αντιθέτως ένιωσε μια συμμαχία μαζί του και σαν να θεωρούσαν εκείνη υπεύθυνη που δεν μπόρεσε να “κρατήσει τον άντρα της”. Η μάνα του έλεγε :“Το παιδί της δεν θα έκανε κάτι αν δεν υπήρχε μια αιτία”.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η Δέλτα πήρε το παιδί της και γύρισε στο πατρικό της το οποίο ήταν αρκετά μεγάλο για να φιλοξενηθεί. Η επιστροφή της ήταν αρκετά οδυνηρή διότι ένιωσε ότι σε μια δύσκολη στιγμή η μητέρα της καθώς και η οικογένεια ενώ φαινόταν ότι την υποστήριζαν στο πρόβλημά της, καθημερινά την περνούσαν από ένα ελεγκτικό παροξυσμό του στυλ, “γιατί κλαις αφού δεν αξίζει”, “δεν πρέπει να ξαναγυρίσεις πίσω”, “ποτέ δεν άκουγες την γνώμη μας”, “πάντα ήμασταν εδώ για να σε βοηθούμε και αυτό δεν το εκτιμάς”. “ Δεν φταίμε εμείς που έμπλεξες έτσι” ' Πάντα ήσουν απερίσκεπτη”.

Και δεν ήταν μόνο η μητέρα της αλλά και ο πατέρας που έλεγε, “ Μην σκεφτείς να τα ξαναφτιάξεις με αυτόν, εγώ δεν θα τον δεχτώ μέσα στο σπίτι μου”. Και η αδελφή της έπαιρνε μέρος σε αυτή την ψυχική απομόνωση της, η οποία έμενε ακόμα με τους γονείς της και της είχε πει περισσότερο από μια φορά, “η επιστροφή σου αναστάτωσε την ησυχία της οικογένειας και θα έπρεπε να το είχες σκεφτεί καλά πριν πηδηχτείς με ένα τέτοιο άνθρωπο”. Με λίγα λόγια επενέβαιναν στην ζωή της ανεξέλεγκτα,και τις περισσότερες φορές ένιωθε να έχει χάσει τα δικαιώματα της σαν γυναίκα, μητέρα και σύζυγος.

Παρ΄ όλα αυτά η Δέλτα δεν ήθελε να χαλάσει τον γάμο της. Έβλεπε μπροστά της ένα πολύ δύσκολο μέλλον, σαν γυναίκα με ένα παιδί και μάλιστα κορίτσι. Δηλαδή έβλεπε την μελλοντική μοναξιά της, διότι ακόμα και αν έβρισκε κάποιον άνθρωπο, ποιος θα την επιβεβαίωνε ότι όταν το κοριτσάκι της μεγάλωνε εκείνος δεν θα άπλωνε τα χέρια του επάνω της. Γι αυτούς τους λόγους ήθελε να προσπαθήσει να σώσει τον γάμο της, αλλά καταλάβαινε ότι δεν μπορούσε να επανέλθει στην σχέση κάτω από τους ίδιους όρους.

Εκείνος στο τηλέφωνο της φαινόταν μετανιωμένος και της ζητούσε να βρεθούν και να συζητήσουν μήπως μπορέσουν να σώσουν τον γάμο τους. Για εκείνη το καλύτερο θα ήταν, ή ο σύζυγός της να πάρει μετάθεση από την πόλη του και να κατέβει στην πρωτεύουσα, ή να αλλάξουν ολοκληρωτικά οι όροι διαβίωσης στην πόλη του. Δηλαδή να φύγει ο πατέρας του από το μαγαζί και να περάσει στο όνομά το δικό της και του αδελφού του.

Έτσι μετά από ένα μήνα διάστασης συναντήθηκαν σε μια ουδέτερη πόλη και δέχτηκε άπειρες επιβεβαιώσεις από εκείνον ότι έχει μετανοήσει και ότι πρέπει να ξαναγυρίσει στο σπίτι τους. Του πρότεινε αυτό που θεωρούσε καλύτερο για αυτούς και το παιδί τους, δηλαδή να πάρει εκ νέου μετάθεση και να κατέβει στην πρωτεύουσα και να νοικιάσουν ένα καινούργιο σπίτι μακριά από την οικογένεια του και την δική της οικογένεια και να κάνουν μια καινούργια αρχή. Τελικά εκείνος φάνηκε ότι δέχτηκε την δεύτερη λύση που του πρότεινε να γυρίσει εκείνη στην πόλη του και την διαβεβαίωσε ότι γράψει το μαγαζί στο όνομά της και θα απομακρύνει τον πατέρα τους από αυτό. Δηλαδή ότι θα βάλει όριο στον πατέρα του καθώς και στην οικογένεια του και το σπουδαιότερο ότι έχει ξεκόψει από την συνάδελφο (γκόμενα).

Του ζήτησε λίγο χρόνο για να το σκεφτεί, αλλά σε αυτό το χρονικό διάστημα η φίλη της από την πόλη του συζύγου την πληροφόρησε πως εκείνος όχι μόνο δεν έχει ξεκόψει αλλά κυκλοφορεί και δημοσίως μαζί της. Αυτό την έκανε να πάει σε ένα δικηγόρο και να προχωρήσει σε ασφαλιστικά μέτρα.

Η Δέλτα ήταν σε μια πολύ άσχημη κατάσταση και δεν έβλεπε καμιά βοήθεια από πουθενά αλλά αντιθέτως βρισκόταν ανάμεσα σε δυο οικογένειες οι οποίες η κάθε μία από την μεριά της την πίεζαν να δεχτεί το δικό της.

Από την μεριά της οικογένειας της εκείνη προσπαθούσε μέσα στην δυστυχία της να αποδείξουν το αλάνθαστο και μυθικό πρότυπο το οποίο καλλιέργησαν μέχρι τώρα για τον εαυτό της και το οποίο, όποιο παιδί το αμφισβητούσε ήταν έτοιμη να χρησιμοποιήσει την δυσκολία του σαν απόδειξη της ανωτερότητας τους.

Έτσι μάνα, πατέρας, και αδελφή, όλοι είχαν στραφεί εναντίον της, ζητώντας να κάνει αυτό που θέλουν χωρίς να λαμβάνουν υπ΄ όψιν την ψυχολογική αλλά και κοινωνική της κατάσταση, θεωρώντας ότι μια τέτοια συμπεριφορά άρμοζε στην φύση της σαν κόρη η οποία “δεν τους άκουσε” και έκανε του "κεφαλιού της".


Από την μεριά της οικογένειας του συζύγου, τόσο οι γονείς του όσο και ο ίδιος την έκαναν να νιώθει σαν ξένο σώμα, σε μια ξένη πόλη. Μετά από την προδοσία του ένιωθε ότι η οικογένεια του είχε γίνει ένα σώμα, και την αντιμετώπιζαν σαν κάποια που ήρθε να θίξει ένα μέλος της, και σε επέκταση την ίδια την οικογένεια. 

Έτσι μάνα, πατέρας, αδελφός, όλοι είχαν στραφεί εναντίον της, ζητώντας τον συμβιβασμό και την υποταγή, θεωρώντας ότι μια τέτοια συμπεριφορά  άρμοζε στην φύση της σαν γυναίκα του γιου τους και μητέρα του παιδιού του.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:
Frederique Manley


Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Επικινδυνότητα και ψυχική διαταραχή



Εισαγωγή

Το ερώτημα εάν ένα άτομο με ψυχική διαταραχή είναι επικίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο ή το άμεσο περιβάλλον του τίθεται με αυξημένη συχνότητα στις μέρες μας. Τίθεται από κοινωνικές υπηρεσίες, μέσα μαζικής ενημέρωσης, συναδέλφους άλλων ειδικοτήτων, συγγενείς και –ακόμα συχνότερα ίσως– από άτομα που ουδέποτε έχουν σχετισθεί με κάποιον που έχει ή είχε ψυχιατρικό πρόβλημα.

Ο ψυχίατρος που αναλαμβάνει να εκτιμήσει την επικινδυνότητα πολύ συχνά το κάνει με «βαριά καρδιά», καθώς έχει συναίσθηση των δυσκολιών μιας τέτοιας εκτίμησης και των συνεπειών που μια λανθασμένη εκτίμηση μπορεί να έχει στον ενήλικα ο οποίος αξιολογείται. Δεν είναι λίγες οι φορές που επιστήμονες αρνούνται να αναλάβουν ή προσπαθούν να αποφύγουν το έργο αυτό έχοντας συνείδηση των δυσκολιών. Η αποφυγή όμως ανάληψης ενός ρόλου αφήνει το πεδίο ανοιχτό σε άλλους με λιγότερες δεξιότητες και γνώσεις και στην ουσία λιγότερο «χρήσιμους» στην αναζήτηση της αλήθειας.

Στο επίκεντρο επομένως του προβληματισμού –τουλάχιστον όσον αφορά τους ψυχιάτρους– δεν θα πρέπει να τίθεται η συμμετοχή τους ή μη στην αξιολόγηση της πιθανολογούμενης επικινδυνότητας κάποιου ασθενούς, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να βοηθήσουν αυτή τη διαδικασία, ενημερώνοντας και διαφωτίζοντας εκείνους που τους ανέθεσαν αυτό το καθήκον, για τα θέματα που είναι αρμόδιοι.

Η εκτίμηση της επικινδυνότητας είναι αναμφισβήτητα ένα ζήτημα για το οποίο είναι καλύτερα εφοδιασμένοι από οποιονδήποτε άλλο. Η σωστή ενημέρωση και πληροφόρηση βοηθάει επίσης στην αποφυγή της άκριτης αποδοχής στερεοτύπων και στιγματιστικών εικόνων, οι οποίες συχνά θεωρούνται «δεδομένες». Ο κινηματογράφος, για παράδειγμα, έχει δώσει εικόνες που πολλές φορές στη συνείδηση του κοινωνικού συνόλου αποκτούν χαρακτηριστικά στερεοτύπων, τα οποία επηρεάζουν αρνητικά την αντιμετώπιση και την επαφή με άτομα που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές. 
 

Περί επικινδυνότητας

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η έννοια της επικινδυνότητας αυτή καθαυτή είναι διφορούμενη και επιδέχεται πολλές ερμηνείες: η νομική και η ψυχιατρική επικινδυνότητα συνιστούν δύο διαφορετικές έννοιες. Πολλές φορές, η επικινδυνότητα –όπως θεωρείται από τους νομικούς – βρίσκεται σε αντίθεση με τα πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα και τις θεωρίες για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ειδικότερα, η νομική έννοια της επικινδυνότητας –όπως έχει περιγραφεί (Shah 1978)– θεωρείται ότι πηγάζει «μέσα» από τον άνθρωπο και αποτελεί ένα μάλλον σταθερό χαρακτηριστικό ενός ατόμου (εξ ου και η ευκολία με την οποία οι δικηγόροι μιλούν για την «ορμέμφυτη» επιθετικότητα και επικινδυνότητα).

Από την άλλη πλευρά, η ψυχιατρική και η ψυχολογία έχουν δείξει ότι όλες οι ανθρώπινες συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ περιβαλλοντικών παραγόντων με την προσωπικότητα και τη βιολογική κατάσταση του υποκειμένου στη δεδομένη στιγμή. Αυτές οι πολύ μεγάλες αποκλίσεις οπτικής καθιστούν σχεδόν αδύνατο στον ψυχίατρο και τον ψυχολόγο να απαντήσουν με ένα «ναι ή ένα όχι» στο νομικό ερώτημα αν κάποιος είναι επικίνδυνος.

Όποιος αγνοήσει αυτό το γεγονός οδηγείται σε εννοιολογική σύγχυση και μάταια προσπαθεί να απαντήσει σε σχετικά ερωτήματα («Θα διαπράξει αυτός ο άνθρωπος νέο έγκλημα;»), τα οποία δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν επιστημονικά. Είναι ευθύνη των παιδοψυχίατρων και των ψυχιάτρων να εκπαιδεύσουν και να ενημερώσουν τους δικαστές και τους δικηγόρους ώστε να καταλάβουν ότι τα ερωτήματα που θέτουν δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν μονολεκτικά.


Πρόβλεψη της επικινδυνότητας

Όπως ανέφερε και ο Prins (1986), «η πρόβλεψη της επικινδυνότητας είναι κάτι πολύ επικίνδυνο». Όσον αφορά στην ασφάλεια και την προστασία των παιδιών, έχει μεγαλύτερη σημασία η ελαχιστοποίηση των «εσφαλμένων αρνητικών» (των ατόμων δηλαδή που κρίνονται ως μη επικίνδυνα αλλά στην πραγματικότητα είναι επικίνδυνα και κακοποιούν παιδιά στο μέλλον) από την πλευρά της ατομικής ελευθερίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όμως είναι πιο σημαντική η ελαχιστοποίηση των «ψευδώς θετικών» (των ατόμων δηλαδή που κρίνονται ως επικίνδυνα και γι’ αυτό στερούνται την ελευθερία τους, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι επιρρεπή στη βία και δεν εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά).

Η πρόβλεψη της επικινδυνότητας δεν γίνεται «από το τίποτα». Μπορεί να ζητηθεί για πράξεις ή συμπεριφορές που έχουν ήδη εκδηλωθεί τουλάχιστον μία φορά. Η πρόβλεψη, άρα, πρέπει να αφορά την εκτίμηση της πιθανότητας το μελετώμενο άτομο να επαναλάβει την ίδια δραστηριότητα. Δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί λόγου χάρη η επικινδυνότητα ενός ατόμου που έχει ήδη διαπράξει φόνο παρά μόνο για φόνο και βαρεία σωματική βλάβη. Η εκτίμηση της επικινδυνότητας για ανθρωποκτονία, επί παραδείγματι, ενός κλέφτη δεν διαφέρει από εκείνου που δεν έχει καταδίκες για κλοπές.


Παράγοντες κινδύνου

Οι παράγοντες κινδύνου για βίαιη συμπεριφορά παρατίθενται και αναλύονται με σειρά βαρύτητας. Πρώτα παρατίθενται οι σοβαρότεροι και σημαντικότεροι παράγοντες επικινδυνότητας και στη συνέχεια οι λιγότερο σημαντικοί.

Πρώτος λοιπόν παράγοντας επικινδυνότητας είναι το άρρεν φύλο και σε δεύτερο –αλλά σχεδόν εξίσου σημαντικό βαθμό– το νεαρό της ηλικίας. Εργασίες, επιδημιολογικές μελέτες αλλά και η κοινή εμπειρία επιβεβαιώνουν ότι η νεαρή ηλικία και το ανδρικό φύλο έχουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην επιθετικότητα, επικινδυνότητα, παραβατικότητα.

Όταν βαδίζουμε τη νύχτα σε έναν έρημο δρόμο και διασταυρωθούμε με ένα νέο άνδρα, πρέπει να προσέχουμε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εάν συναντήσουμε υπό τις ίδιες συνθήκες μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας. Περαιτέρω, το προηγούμενο ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς είναι το ισχυρότερο προγνωστικό στοιχείο για την πρόβλεψη. Η προηγούμενη λοιπόν πράξη/συμπεριφορά, πρέπει να μελετάται λεπτομερώς και να λαμβάνονται υπόψη όλες οι πληροφορίες που παρέχουν σχετικά στοιχεία. Στη διερεύνηση της προηγούμενης πράξης εξυπακούεται ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και πληροφορίες για την ψυχοδιανοητική κατάσταση του δράστη αλλά και στοιχεία από το περιβάλλον. Επομένως, όσο λεπτομερέστερο είναι το ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς τόσο πιο άρτια και χρήσιμη θα είναι η εκτίμηση επικινδυνότητας. Η βίαιη συμπεριφορά που έχει επαναληφθεί περισσότερο της μίας φοράς προσφέρει πολλά επιπλέον στοιχεία.

Η ύπαρξη χρήσης ουσιών που επιδρούν στο ΚΝΣ πρέπει να αξιολογείται ειδικά, καθώς και οι «εξωτερικές» συνθήκες όταν διαπράχθηκε η πράξη της παιδικής κακοποίησης. Πρέπει σε τελική ανάλυση ο ειδικός να μπορεί να απαντήσει –στον βαθμό του εφικτού– σε ερωτήματα του τύπου: «Θα γίνονταν αυτή η πράξη αν ο δράστης δεν είχε πιεί καθόλου αλκοόλ;» ή «αν είχε πιεί παραπάνω θα γινόταν κάτι διαφορετικό;».

Όλα τα παραπάνω αποτελούν τα ασφαλέστερα προγνωστικά στοιχεία επικινδυνότητας και φυσικά είναι παντελώς άσχετα με το ψυχιατρικό ιστορικό ή την ψυχιατρική διάγνωση ενός ατόμου. Πρέπει να τονισθεί ότι τα στοιχεία αυτά έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στην επικινδυνότητα παρά η ψυχιατρική διάγνωση. Τα χαρακτηριστικά όμως αυτά σε κάποιον ο οποίος πάσχει και από μία ψυχιατρική διαταραχή (αλλά όχι όλες τις ψυχιατρικές διαταραχές) μπορεί να αυξήσουν περαιτέρω τον κίνδυνο.

Ποιες είναι οι ψυχικές διαταραχές που ενδέχεται να αυξήσουν την επικινδυνότητα;

Κατ’ αρχάς η εξάρτηση. Η εξάρτηση από τα ναρκωτικά σχετίζεται με τη μεγαλύτερη παραβατικότητα. Οι ελληνικές φυλακές κατακλύζονται από εξαρτημένους, οι οποίοι –στη συντριπτική τους πλειονότητα– κρατούνται για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών (ιδίως κατοχή και διακίνηση). Η παραβατικότητα αυτή (στο μεγαλύτερό της ποσοστό) δεν είναι βίαιη, στοιχίζει όμως πάρα πολύ τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κοινωνικού συνόλου.

Όπως διαφαίνεται συχνά στις μελέτες, ο παράγοντας προσωπικότητα επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στην παραβατική συμπεριφορά των ασθενών. Στην παραβατικότητα εμπλέκονται ψυχοπαθητικά διαχρονικά χαρακτηριστικά, όπως η δίχως τύψεις κατα­πάτηση των δικαιωμάτων των συνανθρώπων, η παρορμητικότητα, η διακαής αναζήτηση νέων ερεθισμάτων, η αδυναμία βίωσης συμπάθειας και φιλαλληλίας.

Mε δεδομένα όλα τα παραπάνω, τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά καθώς ο άδικος στιγματισμός των ψυχικά πασχόντων έχει δημιουργήσει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από όσα σκόπευε να επιλύσει (όπως λόγου χάρη τη μείωση του κινδύνου για το κοινωνικό σύνολο), πρέπει να αναφερθεί ότι η σχιζοφρένεια είναι η ψυχική διαταραχή για την οποία πλέον γνωρίζουμε χωρίς αμφιβολία ότι σχετίζεται σε ένα μικρό πλην όμως υπαρκτό ποσοστό της με τη βία.

Τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των βίαιων ατόμων με σχιζοφρένεια προσιδιάζουν με τα χαρακτηριστικά των βίαιων ατόμων χωρίς σχιζοφρένεια: άρρεν φύλο, νεαρή ηλικία,χρήση/εξάρτηση τοξικών του ΚΝΣ ουσιών (αλκοόλ, κάνναβης), μέλος μειονότητας είναι τα χαρακτηριστικά που αυξάνουν την επικινδυνότητα στα άτομα με σχιζοφρένεια.

Πέραν όμως αυτών των στοιχείων, έρευνες έδειξαν ότι υπάρχουν και κάποια στοιχεία της ψυχοπαθολογίας που επιβαρύνουν την κατάσταση. Αυτά είναι: παραληρητικές ιδέες απειλούμενης προσβολής της ατομικής ασφάλειας, της αξιοπρέπειας και της ατομικότητας της προσωπικής ζωής, διαταραγμένη αυτοεκτίμηση ή αξιολόγηση της ατομικής ακεραιότητας και παραληρητικές ιδέες ερωτικού βίου είναι δυνατό κυρίως στην οξεία φάση τους να εμπλέκονται με επικίνδυνη προς τους άλλους συμπεριφορά.

Οι ψευδαισθήσεις, η ψυχοκινητική ανησυχία και η κατατονική διέγερση αποτελούν επιπρόσθετα ενισχυτικά ερεθίσματα. Η επικινδυνότητα για βίαιη συμπεριφορά αυξάνεται σε άτομα που δεν έχουν τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση, δεν λαμβάνουν τακτικά την ενδεικνυόμενη φαρμακευτική αγωγή και είναι άστεγοι.

Καταλήγοντας, αξίζει να τονισθεί ότι η βία των ψυχικά πασχόντων που σχετίζεται αιτιολογικά με τη διαταραχή τους αντιμετωπίζεται με καλύτερη θεραπεία των διαταραχών αυτών. Στη δε θεραπεία είναι απαραίτητο να περιλαμβάνεται τόσο η αποκατάσταση όσο και η κοινωνική επανένταξη των πασχόντων. Είναι απόλυτη ανάγκη να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να αποφευχθεί ο διπλός στιγματισμός των ψυχικά πασχόντων. Ιδίως μετά από εγκληματικές πράξεις βίας που διαπράχθηκαν από πάσχοντες και προβάλλονται έντονα από τα μέσα πληροφόρησης, θα πρέπει οι ειδικοί να αποτελούν συνηγόρους της λογικής οι οποίοι στηρίζονται σε πραγματικά στοιχεία. Η γνώση των πραγματικών κινδύνων και η λήψη των κατάλληλων παρεμβατικών μέτρων είναι πολύ σημαντική, καθώς έτσι αποκαλύπτονται διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις της κοινής γνώμης και αποθαρρύνονται πολιτικές στιγματισμού.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δουζένης Α., Λύκουρα Λ., Ψυχιατροδικαστική, Εκδόσεις Πασχαλίδη, Αθήνα 2008.

Sawnson J. W. et al., "A National study of Violent Behavior in Persons With Schizophrenia",
Arch. Gen. Psychiatry63 (2006), 490-499.

Blumenthal S., Levander T., Violence and Mental Disorder: A Critical Aid to the Assessment and

Management of Risk. London, England, Jessica Kingsley, 2000.

Naudts K., Hodgins S., "Neurobiological Correlates of Violent Behavior Among Persons With
Schizophrenia", Schizophrenia Bulletin32 (3), (2006), 562572


Πηγή:
ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ
σύγχρονες προσεγγίσεις – προβληματισμοί


άρθρο του

Αθανάσιου Δουζένη
Επίκουρος καθηγητής Ψυχιατροδικαστικής
Β ́ Ψυχιατρική Kλινική ΕΚΠΑ Αττικό Νοσοκομείο

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ SOCIAL MEDIA



Social Media ή Social Network

Σύμφωνα με τον Andrea Kaplan και Michael Haenlein ορίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως ένα γκρουπ με βάση Διαδικτυακές εφαρμογές που αξιοποιούν τα ιδεολογικά και τεχνολογικά θεμέλια του Web 2.0 (δηλαδή του Internet που χρησιμοποιούμε), και που επιτρέπουν την ανταλλαγή ιδιοχρησιμοποιούμενων δεδομένων. Ως επί το πλείστον, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιούνται μέσω κινητών τηλεφώνων και μέσω διαδικτυακών βάσεων και δημιουργούν διαδραστικές πλατφόρμες μέσω των οποίων οι επισκέπτες – χρήστες και οι ομάδες χρηστών μπορούν να ανταλλάξουν πληροφορίες, να συζητήσουν, να δημιουργήσουν, να μοιραστούν δημοσιεύσεις από άλλα site, blogs, forums ή άλλα social media με ως αποτέλεσμα την διαρκή ροή πληροφοριών

Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του διαδικτύου, από τα μέσακαι έως τα τέλη της δεκαετίας του 1990, πολλές επιχειρήσεις φοβούνταν ότι οι εργαζόμενοι θα έχαναν χρόνο σερφάροντας άσκοπα, για αυτό προσπάθησαν να ελέγξουν την πρόσβασή τους σε αυτό. Παρότι ορισμένοι εργαζόμενοι όντως σέρφαραν άσκοπα, πολλοί ανακάλυψαν τρόπους να αξιοποιήσουν τη δύναμη του Internetώστε να βελτιώσουν τη δουλειά τους, και το διαδίκτυο γρήγορα εξελίχθηκε σε πολύτιμη πηγή πληροφοριών, εξαιρετικό εργαλείο έρευνας και μέσο παρακολούθησης του ανταγωνισμού.

Η τελευταία τεχνολογική καινοτομία που εμφανίστηκε στον χώρο εργασίας είναιτα SocialMedia–Facebook, LinkedIn, Twitter, Ning, Plaxo,– τα οποία έφερανεπανάσταση στον τρόπο που επικοινωνούμε, δημιουργούμε δίκτυα καιανταλλάσσουμεπληροφορίες.

Τα Social Mediaείναι απόρροια του Web2.0, όπου ο κάθε χρήστης έχει πρόσβαση στη δημοσίευση περιεχομένου αλλά και στη διαδραστικότητα με το δημοσιευμένο περιεχόμενο ή άλλους χρήστες. Μια εικονικήδιαδικτυακή κοινότητα, όπου μπορεί να χτιστεί ένα ατομικό δίκτυο από φίλους, συνεργάτες ή ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα.

Τα SocialMedia είναι ο συνδυασμός της τεχνολογίας, της διαδικτυακής κοινωνικοποίησης και της πληροφορίας (κείμενο, ήχος, video και φωτογραφίες). ΤαSocial Media μπορούν και εκφράζονται μέσα από διάφορες τεχνολογικές πλατφόρμες, όπως αυτές των Forum, Blog, Wikis, Message Boards, Podcasts,PictureSharing, MusicSharing, Online Gaming, κλπ. και αναπτύσσονται μαζί με την ανάπτυξη της σχέσης των χρηστών με το διαδίκτυο.

Η διαφορά με τις παραδοσιακές μορφές επικοινωνίας είναι αρχικά το εύρος που μπορεί να μεταδοθεί η πληροφορία και κατά δεύτερον ότι ο χρήστης είναι ο βασικός πρωταγωνιστής. Τα Social Mediaείναι ένα σύγχρονο απλοποιημένο εργαλείο επικοινωνίας.

Υπάρχουν αρκετοί τρόποι που προσφέρεται διαδραστικότητα στα μέλη από το κάθε δίκτυο, όπως e-mail, άμεσα μηνύματα, videoκ.ά.
Τα βασικά τους χαρακτηριστικά είναι τα εξής:

Συμμετοχή (participation): Ενθαρρύνουν τις συνεισφορές και την ανάδραση για όσους ενδιαφέρονται. Καθιστούν ασαφή τα όρια μεταξύ των μέσων ενημέρωσης και του κοινού. Οι περισσότερες κοινωνικές υπηρεσίες των μέσων ενημέρωσης είναι ανοιχτές στη συμμετοχή και στην ανατροφοδότηση. Ενθαρρύνουν την ψηφοφορία, τα σχόλια, και την ανταλλαγή πληροφοριών. Υπάρχουν σπάνια οποιαδήποτε εμπόδια στην πρόσβαση και τη χρήση τουπεριεχομένου

Συνεκτικότητα (connectedness): Τα περισσότερα είδη των κοινωνικών
μέσων μαζικής ενημέρωσης δίνουν πρωτεύοντα ρολό στη συνεκτικότητα τουςκάνοντας χρήση συνδέσεων με άλλες ιστοσελίδες , πόρους και ανθρώπους

Συνομιλία (conversation): Ενώ τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης είναι σχετικά με το broadcasting (περιεχόμενο που μεταδίδεται η διανέμεται σε ένα ευρύ κοινό), τα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης είναι ορθότερο να θεωρηθούν ως ένας τρόπος
συνομιλίας μεταξύ δύοατόμων.

Κοινότητα (community): Tα κοινωνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης επιτρέπουν στις κοινότητες να σχηματίζονται γρήγορα και να επικοινωνούν μεταξύ τους αποτελεσματικά. Οι κοινότητες μπορούν να έχουν κοινά συμφέροντα όπως είναι τα κοινά μουσικά ακούσματα, κοινές πολιτικές ή αθλητικές πεποιθήσεις και άλλα πολλά.

Πλεονεκτήματα:

Τα Social Media έχουν συγκεντρώσει αρκετές και ουσιαστικές θετικές κριτικές, μίας και προωθούν την δημοκρατία καθώς και την παγκοσμιοποίηση αφού ακούγονται και δημοσιεύονται όλες οι γνώμες και οι απόψεις από όλες τις γωνιές της Γης.

Βασικότερο τους πλεονέκτημα είναι η συνεχής και εύκολη ανατροφοδότηση σχετικά με τη συμπεριφορά και τον βαθμό ικανοποίησης των καταναλωτών, γεγονός που διευκολύνει την έρευνα και συμβάλλει στην ανάπτυξη της επιχείρησης, άρα συμβάλουν και στην αύξηση του ΑΕΠ μίας χώρας.

Αναλυτικότερα, τα οφέλη τους είναι:

1. Η δυνατότητα που προσφέρεται στην επιχείρηση να απευθυνθεί σε αγορά τεράστιου μεγέθους, χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς.

2. Οι άμεσες θέσεις εργασίας που δημιουργεί ο ίδιος ο κλάδος της πληροφορικής. Στον ευρύτερο χώρο των Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής απασχολούνται πάνω από 6 εκατομμύρια εξειδικευμένα στελέχη στην Ευρώπη.

3. Η μεγιστοποίηση της αξίας της επιχείρησης και μετέπειτα της οικονομίας

4. Η δυνατότητα διεύρυνσης των γνώσεων και των πνευματικών οριζόντων του ατόμου αλλά και του οργανισμού

5. Η δυνατότητα άμεσης, ενημέρωσης για οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο Η χρήση online κοινωνικών δικτύων προσφέρει στους χρήστες τους πολλά οφέλη και πλεονεκτήματα. Στην περίπτωση του social networking, τα οφέλη είναι πολλά και πραγματικά. Ωστόσο, μόνο εάν οι οργανισμοί σκεφτούν δημιουργικά για το πλαίσιο χρήσης των social media θα καταφέρουν να αποκομίσουν αυτά τα οφέλη.

Μειονεκτήματα:

Στα Social Media, ασκείται αρκετή και σκληρή κριτική, όσον αναφορά την αποκλειστικότητα που τα διακρίνει από άλλα site και γενικά η εύκολη μεταφορά πληροφοριών από τον έναν πομπό στον άλλο καταλύοντας και κλονίζοντας την έννοια της εχεμύθειας και γενικά της εμπιστοσύνης της αξιόπιστης πληροφορίας, αλλά και τo προσωπικό απόρρητο του καθενός. Οι Ιστοσελίδες των Κοινωνικών Δικτύων εγκυμονούν κινδύνους, όπως είναι οι εξωτερικές εισβολές στα εταιρικά ΙΤ δίκτυα. Επιθέσεις από χάκερ ή κακόβουλα λογισμικά που ενδέχεται να προσπαθήσουν να αποκτήσουν πληροφορίες και δεδομένα και πιθανώς να βλάψουν.

Τα κυριότερα μειονεκτήματα των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης είναι:

1. Κόστος χρόνου που συνεπάγεται η διαδικασία ενημέρωσης των πελατών, η δημιουργία και επεξεργασία πληροφοριών.

2. Μη αποδοχή της νέας εφαρμογής από το προσωπικό της εταιρείας λόγω έλλειψη γνώσεων και δεξιοτήτων,

3. Μη ασφαλές περιβάλλον κατά την δημοσίευση πληροφοριών στο Διαδίκτυο, και

4. Ελεύθερη δημοσίευση κριτικών από αστοιχείωτους και ανταγωνιστές. Ένα γεγονός το οποίο δεν αναφέρθηκε είναι ότι τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι άκρως εθιστικά προς το κοινό. Ο εθισμός του υπαλλήλου μπορεί να έχει τα καλά του όσον αναφορά την κοινητικότητα της επιχείρησης διαδικτυακά, αλλά μπορεί κάλλιστα να επηρεάσει την απόδοση του. Συγκεκριμένα αυτό το φαινόμενο δεν οδηγεί μόνο σε αντιπαραγωγικότητα αλλά και σε απώλεια χρημάτων.

Απόσπασμα
από την διπλωματική εργασία
του
ΜΑΝΩΛΑΚΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
με τίτλο

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΤΙΣ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ. ΟΡΟΛΟΣ ΤΩΝ SOCIAL MEDIA

Κολάζ :http://www.medusacorsica.com/category/photo/

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ





Έννοια και Ορισμοί

Η έννοια των «αναπαραστάσεων» εισήχθη στην κοινωνιολογία από τον Durkeim (1898), ο οποίος προχώρησε στη διάκριση μεταξύ ατομικών και κοινωνικών αναπαραστάσεων. Για τον Durkeim, όπως η ατομική αναπαράσταση δεν περιορίζεται στην πνευματική λειτουργία του ατόμου, αλλά αποτελεί μια πολύπλοκη ψυχική διεργασία, αντίστοιχα και η κοινωνική αναπαράσταση δεν περιορίζεται στο σύνολο των ατομικών αναπαραστάσεων. Αν και η προσέγγισή του υπήρξε περισσότερο στατική, η συμβολή του υπήρξε σημαντική, καθώς η ίδια η έννοια της κοινωνικής αναπαράστασης υποδηλώνει την επικυριαρχία του κοινωνικού στο ατομικό113. Στη συνέχεια, ο ρουμανικής καταγωγής γάλλος κοινωνικός ψυχολόγος Serge Moscovici καθιέρωσε με το έργο του την επιστήμη της κοινωνικής ψυχολογίας, ως το φυσικό χώρο μελέτης των κοινωνικών αναπαραστάσεων.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις προσφέρουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να νοηματοδοτήσει κάτι που του είναι άγνωστο114. Καθώς καλούμαστε καθημερινά να κάνουμε το παράξενο οικείο και το αόρατο αντιληπτό115, χρησιμοποιούμε τις κοινωνικές αναπαραστάσεις ως κοινωνιογνωστική διεργασία μέσα από την οποία προσεγγίζουμε αντικείμενα, τα οποία μπορεί να αφορούν σε πρόσωπα, πράγματα, γεγονότα, ιδέες, θεωρίες κ.ό.κ. Ωστόσο, η αναπαράσταση δεν νοείται ως πιστό αντίγραφο του υπό ερμηνεία αντικειμένου, αλλά ως το προϊόν μιας εσωτερικής υποκειμενικής επεξεργασίας. Αφορά ουσιαστικά στην ψυχική αναπαραγωγή αυτού του αντικειμένου (προσώπου, κατάστασης κλπ).116
Σύμφωνα με το Moscovici,
«..οι κοινωνικές αναπαραστάσεις έχουν πάντοτε δύο όψεις: την όψη της εικόνας και την όψη της σημασίας, με την έννοια ότι αντιστοιχούν μια εικόνα σε κάθε σημασία και μια σημασία σε κάθε εικόνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν μια ειδική μορφή της συμβολικής σκέψης»(Παπαστάμου, 1989:418-419).

Η συμβολική σκέψη που δομείται σε αναπαράσταση είναι πάντοτε κοινωνικά προσδιορισμένη117. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν κομμάτι του πεδίου της κοινωνικής γνώσης118, όπως αυτό επεκτείνεται από την πρόσληψη και αποκωδικοποίηση των πληροφοριών, στην εσωτερική υποκειμενική επεξεργασία τους για την απόδοση χαρακτηρισμών σε άτομα και ομάδες και την εξαγωγή συμπερασμάτων «για την κρυφή, εσωτερική ψυχολογική ζωή τους» (Moscovici, 1995:71).


Διαδικασία σχηματισμού και λειτουργίες

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις, κατά το Moscovici, δημιουργούνται μέσα από δύο διαδικασίες, την αντικειμενοποίηση και την επικέντρωση/αγκυροβόληση. Η αντικειμενοποίηση οδηγεί στην συγκεκριμενοποίηση του αφηρημένου, στην υλοποίηση των εννοιών, στην αλλαγή του ορθολογικού της επιστημονικής γνώσης σε εικόνα ενός πράγματος, στην μετατροπή της επιστήμης σε κοινωνική γνώση και σε δίκτυο σημασιών.

Η επικέντρωση/αγκυροβόληση συνίσταται στην ενσωμάτωση ενός άγνωστου αντικειμένου σε ένα οικείο δίκτυο κατηγοριών, με σκοπό την κατανόηση και την εξήγησή του119. Η διαδικασία της αγκυροβόλησης έχει συμβολική σημασία. Κάθε κοινωνική αναπαράσταση αποτελείται από έναν πυρήνα κι από τα γύρω από αυτόν περιφερειακά στοιχεία τα οποία και οργανώνει. Όπως ένα σκάφος που έχει ρίξει άγκυρα και μπορεί να κινείται στην επιφάνεια του νερού μόνο στα όρια του κύκλου που ορίζεται από το μήκος του σχοινιού που το δένει με την άγκυρα120, έτσι και τα περιφερειακά στοιχεία μπορεί να αλλάζουν μέσα από την αλληλεπίδραση με τον «άλλο». Για να μετασχηματιστεί, όμως, ριζικά η αναπαράσταση, πρέπει να αμφισβητηθεί ο πυρήνας της121. Πειραματικές μελέτες έχουν επισημάνει ότι αναζητούμε τις πληροφορίες που επαληθεύουν τις απόψεις μας, ενώ παραμελούμε εκείνες που τείνουν να τις αποσταθεροποιήσουν122.

«Εάν έχουμε κάποια ιδέα ή κάποια αναπαράσταση γι’ αυτό που κάποιο άλλο πρόσωπο πρέπει να είναι, προσπαθούμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε να την επαληθεύσουμε. Ειδικότερα, διαμορφώνουμε τις σχέσεις, χειριζόμαστε την κατάσταση κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να προκαλέσουμε εκ μέρους του άλλου προσώπου τις συμπεριφορές που ανταποκρίνονται στην πίστη μας γι’ αυτό.» (Moscovici, 1995:77).

Παρόλο που οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αφορούν σε μεγάλο αριθμό προσώπων, αυτό δεν σημαίνει ότι συμμετέχουν όλοι ισότιμα στην δημιουργία τους. Καθώς οι κοινωνικές αναπαραστάσεις μεταδίδονται από τη μια γενιά στην άλλη, μπορεί να επιβάλλονται χωρίς συνειδητή συγκατάβαση. Μπορούν να είναι συνειδητές ή ασυνείδητες και, ενώ, στην πρώτη περίπτωση ελέγχονται γνωστικά και συναισθηματικά από τα υποκείμενα, στη δεύτερη, τα υποκείμενα ελέγχονται από αυτές123

Πέρα όμως από τις γνωστικές λειτουργίες, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις λειτουργούν καθοριστικά και ως προς τη συγκρότηση της ταυτότητας της ομάδας. Η αναπαράσταση της ίδιας της ομάδας είναι πάντα θεμελιωμένη σε μια υπερ-εκτίμηση ορισμένων από τα χαρακτηριστικά της, ώστε να διαφυλάττεται θετική εικόνα για την ομάδα124. Μέσα από τις διεργασίες της κοινωνικοποίησης τα μέλη μοιράζονται την ίδια αναπαράσταση γύρω από την ταυτότητά τους125. Άρα, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις διαθέτουν μια εξαιρετικής σημασίας ομογενοποιητική δύναμη126. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, η απειλή διάρρηξης του πυρήνα μιας κοινωνικής αναπαράστασης γίνεται αντιληπτή ως απειλή απέναντι στη συλλογική ταυτότητα της ομάδας. Οι ομάδες αντιστέκονται στην αλλαγή των γνώριμων κοινωνικών τους αναπαραστάσεων στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τη συνοχή τους127.

Οι συνέπειες των κοινωνικών αναπαραστάσεων, από τη στιγμή που διαδίδονται στην κοινωνία, είναι δυναμικές. Χαράσσονται στη σκέψη, στις ανθρώπινες σχέσεις, στο λόγο128, στις στάσεις129 και τις συμπεριφορές130 προς τους άλλους. 
 

Διάδοση Κοινωνικών Αναπαραστάσεων μέσα από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αντανακλώνται, τροποποιούνται, δημιουργούνται και διοχετεύονται από τα συστήματα επικοινωνίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης131. Για παράδειγμα, μια εφημερίδα μαζικής κυκλοφορίας έχει ρόλο επίκλησης κοινών αναπαραστάσεων που διευκολύνουν την επικοινωνία ανάμεσα στους αναγνώστες της ως προς ένα ευρύ φάσμα θεμάτων132. Γι’ αυτό, άλλωστε, είναι συνήθης η μελέτη των φαινομένων μαζικής επικοινωνίας μέσα από την θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων.

Κύριες μορφές επικοινωνίας που αφορούν στις κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι η διάδοση, η μετάδοση και η προπαγάνδα και συνδέονται με τις γνώμες, τις στάσεις και τα στερεότυπα. Σκοπός της διάδοσης είναι να παράγει γνώμες, μέσα από την πληροφόρηση γύρω από ένα αντικείμενο και όχι να προσανατολίζει προς ορισμένη δράση. Αναφέρεται στην πιο αντικειμενική σχέση επικοινωνίας, όπως αυτή που αναπτύσσεται μεταξύ του κοινού και του Τύπου. Η μετάδοσηαφορά στην διάδοση μηνυμάτων που εντάσσονται σε ενιαίο σύνολο πίστεων ή πεποιθήσεων μιας συγκεκριμένης ομάδας. Αποσκοπεί στην δημιουργία αναπαραστάσεων για την οικοδόμηση κοινών στάσεων και συμπεριφορών.

Η προπαγάνδαπροκύπτει μέσα από τις διομαδικές συγκρουσιακές σχέσεις. Όταν, δηλαδή, το αντικείμενο σύγκρουσης ενδέχεται να απειλήσει την ταυτότητα της ομάδας και την ενότητα της αναπαράστασης που έχει η ομάδα για την πραγματικότητα133. Σε αυτές τις περιπτώσεις,«..οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αιτιολογούν την ενεργοποίηση των κοινωνικών στερεοτύπων που, με τη σειρά τους, εκφράζονται στο επίπεδο της συμπεριφοράς η οποία, ξανά, αναπαράγει
τις αντίστοιχες κοινωνικές αναπαραστάσεις...»134(Παπαστάμου, 1989:426).

Το χαρακτηριστικό της προπαγάνδας βρίσκεται στην ένταση, στον έντονο διαχωρισμό μεταξύ σωστού και λάθους καθώς και την έλλειψη αποχρώσεων135.
Οι μορφές διάδοσης των κοινωνικών αναπαραστάσεων μέσα από τα μέσα επικοινωνίας συνδέονται με τους σκοπούςπου επιχειρούν να υλοποιήσουν. Η «επιτυχία» εκπλήρωσης των στόχων των ΜΜΕ κατά την δημιουργία κοινωνικών αναπαραστάσεων εξαρτάται από τη σύνδεση τους με προϋπάρχουσες νοηματικές δομές, ήτοι προκαταλήψεις και στερεότυπα. Ο Moscovici (1995) αναφέρει:

«Για να οδηγήσουμε κάποιον να αντιδράσει σε μια νέα πληροφορία, δεν πρέπει ούτε να του τη δώσουμε σε μεγάλη δόση, ούτε να «ανακατασκευάσουμε» τη σκέψη του. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τη συνδέσουμε, τροποποιώντας την αναπαράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται»(σ.97).

Συμπερασματικά, όταν γίνεται λόγος για δημιουργία κοινωνικών αναπαραστάσεων από τα ΜΜΕ, αυτό που εννοείται, είναι κυρίως η ανασύνθεση και η τροποποίηση κοινωνικών αναπαραστάσεων που ήδη λειτουργούν ερμηνευτικά και αποτυπώνονται στη δράση ατόμων
και ομάδων.

Εν περιλήψει, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν έννοια μέσα από την οποία η κοινωνική ψυχολογία αποδίδει το αποτέλεσμα της εσωτερικής υποκειμενικής επεξεργασίας των πληροφοριών και την νοηματοδότηση αντικειμένων, προσώπων, ιδεών κ.ά. σε συλλογικό επίπεδο. Οι αναπαραστάσεις δεν αποτελούν πιστά αντίγραφα των αντικειμένων προς εξέταση. Καθώς αποτελούν αποτέλεσμα συμβολικής σκέψης και ψυχικής διεργασίας είναι πιθανό να είναι στρεβλωτικές. Συχνά, το ίδιο αντικείμενο ή κατάσταση αναπαριστάται με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές κοινωνίες.

Μια κοινωνική αναπαράσταση για κάτι ανοίκειο και αφηρημένο θα συγκεκριμενοποιηθεί (διαδικασία αντικειμενοποίησης) στη βάση της ήδη συγκεντρωμένης κοινωνικής γνώσης (διαδικασία αγκυροβόλησης). Μέσα από τις αναπαραστάσεις, τα μέλη μιας ομάδας μοιράζονται ένα κοινό κώδικα επικοινωνίας και συγκροτούν την ταυτότητα τους. Γι’ αυτό, αν και είναι πιθανό να μεταβληθούν τα περιφερειακά στοιχεία μιας κοινωνικής αναπαράστασης, ο πυρήνας δεν μεταβάλλεται εύκολα. Οι ομάδες αντιστέκονται στην αλλαγή των κοινωνικών αναπαραστάσεων, γιατί μέσα από αυτές παραμένουν συνεκτικές.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις μεταφέρονται στη σκέψη, το λόγο, τη συμπεριφορά και τις στάσεις, σε συνειδητόή ασυνείδητο επίπεδο. Η διάδοσή τους αποτελεί πολυεπίπεδη διαδικασία, στην οποία τα ΜΜΕ επιτελούν καθοριστικό ρόλο. Τα ΜΜΕ συμβάλλουν στη διάδοση των κοινωνικών αναπαραστάσεων και, ανάλογα με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η διάδοση αυτή μπορεί να λαμβάνει και τις μορφές της μετάδοσης ή της προπαγάνδας. Το εύρος της διάδοσης των κοινωνικών αναπαραστάσεων από τα ΜΜΕ βασίζεται στη σύνδεση τους με τα ήδη υπάρχοντα κοινωνικά στερεότυπα. Μέσα από αυτή την σύνδεση οι κοινωνικές αναπαραστάσεις τροποποιούνται και ανασυντίθενται από τα ΜΜΕ.

Σημειώσεις

113Γώγου-Κρητικού, 1994:116, Μαντόγλου, 1995:13
114 Potter, 2004: 202
115 Farr, 1995:119
116 Ναυρίδης, 1994: 158
117Jodelet, 1984 στο Μαντόγλου, 1995:16-17
118 Jodelet, 1995:129
119, Ναυρίδης, 1994: 172-174, Μαντόγλου, 1995:19-21
120 Ναυρίδης, 1994: 174
121 Μαντόγλου, 1995:33
122 Moscovici, 1995:75
123 Παπαστάμου, 1989:418, Ναυρίδης, 1994: 158-159, Moscovici, 1995:82
124 Όπως αναφέρει ο Lacroix(1972) «Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάποια
αναπαράσταση του εαυτού της και χωρίς να δίνει αξία στον εαυτό της μέσα σε αυτή την
αναπαράσταση» (σ.11 στο Παπαστάμου, 2008:186, υποσημείωση 3).
125 Abric, 1996:55
126 Potter, 2004:205
127 Παπαστάμου, 1989:263, Μαντόγλου, 1995:21
128 Moscovici, 1995:84-85
129 Potter, 2004: 214-215
130Abric, 1996β:101-125
131 Farr, 1995:109
132 Potter, 2004: 205
133 Παπαστάμου, 1989:420-421, Μαντόγλου, 1995:27-30
134 Τα αποσιωπητικά όπως στο πρωτότυπο.
135 Παπαστάμου, 1989:421

Πηγή:
απόσπασμα 
από την

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της
Δεμένικας Κωνσταντίνας,

με τίτλο
Πολιτική Κοινωνικοποίηση και Κοινωνικές Αναπαραστάσεις μέσα από τα ΜΜΕ.
Το παράδειγμα της υποδοχής γερμανικών δημοσιευμάτων από τον ελληνικό Τύπο”

Φωτο:http://cahier-de-dessin.centerblog.net/

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Οικογενειακά σενάρια αποσταθεροποιημένης σταθερότητας Νο 1














Μήπως έχεις κάτι και δεν θέλεις να μου πεις”





Η Λα και ο Σίγμα είναι παντρεμένοι πέντε χρόνια και έχουν ένα παιδί. 


Εργάζονται και οι δύο. Η Λα έχει μια καλή επαγγελματική σταδιοδρομία με 


προοπτικές εξέλιξης και είναι ικανοποιημένη για αυτό. Ο Σίγμα 


αναπτύσσεται και αυτός στο δικό του χώρο και αισθάνεται εξίσου καλά. 


Είναι αγαπημένο σαν ζευγάρι και δεν έχουν συγκρούσεις ή διαφωνίες εκτός 


από τις φυσιολογικές. Η Λα φαίνεται πιο δυναμική από τον Σίγμα στην 


σχέση. Είναι εκείνη που ορίζει, αξιολογεί και αποφασίζει για τις 


οικογενειακές υποθέσεις, πάντα βέβαια με την συγκατάβαση του Σίγμα.






Όλα πηγαίνουν καλά, αλλά την Λα την απασχολεί ότι ο Σίγμα αρκετές 


φορές αποτραβιέται και μένει σιωπηλός για κάποιο χρονικό διάστημα 


πράγμα που δεν μπορεί να το καταλάβει. Όταν συμβαίνει αυτό νιώθει 


άγχος είναι ανήσυχη και πηγαίνει κοντά του και τον ρωτάει 


επανειλημμένα “Μήπως έχεις κάτι και δεν θέλεις να μου πεις”. Εκείνος της 


απαντάει ότι δεν έχει τίποτα, αλλά αυτό δεν καθησυχάζει την Λα. 





Αναρωτιέται μήπως έχει κάνει κάτι εκείνη που δεν ήταν σωστό. Νιώθει 
 

ένοχη και τα βάζει με τον εαυτό της.


 Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθει μόνη και ανυπεράσπιστη. Αισθάνεται να 


απλώνεται μια απόσταση μεταξύ τους και φοβάται ότι αν χρειαστεί κάτι, 


εκείνος δεν θα δεχτεί να την βοηθήσει.




Αισθάνεται ότι χάνει την δύναμή της στην σχέση και φοβάται μήπως 


συμβεί κάτι αναπάντεχο το οποίο δεν θα μπορέσει να το ελέγξει. Η 


αδυναμία στη σχέση την κάνει να φοβάται ότι θα εξαρτηθεί ότι θα 


εγκλωβιστεί μέσα σε αυτή όπως η μητέρα της στην σχέση με τον πατέρα 


 της. Κάτι τέτοιες στιγμές σκέπτεται τον χωρισμό και τρομάζει.




Αυτό που είχε συμβεί στην οικογένεια καταγωγής της ήταν, ότι ο πατέρας 


ζήτησε να χωρίσει από την μητέρα της, πράγμα για το οποίο κανείς δεν 


ήταν έτοιμος. Ούτε η μητέρα ούτε και τα παιδιά. Τότε η μητέρα της είχε 


δείξει μια μεγάλη υποχωρητικότητα και είχε ανεχτεί την άσχημη 


συμπεριφορά του πατέρα, ο οποίος δεν έδινε σημασία στην ύπαρξή της 


καθώς και στη ύπαρξη των παιδιών. Ήταν εξαρτημένη οικονομικά από 


εκείνον και κατά κάποιο τρόπο είχε εγκλωβιστεί μέσα στην σχέση και δεν 


μπορούσε να πάρει κάποια απόφαση. Αυτό κράτησε αρκετά χρόνια μέχρι 


να αποφασίσει ο πατέρας της να φύγει με μια άλλη.





Σκέπτεται ότι η μόνη λύση που της απομένει για να μην συμβούν όλα αυτά 


που συνέβησαν στην μητέρα της είναι, να γίνει το αντίθετο από αυτήν 


ώστε να μην βρεθεί στην δική της κατάσταση. Να είναι δυνατή και να 


ελέγχει  την σχέση. Να είναι ανεξάρτητη οικονομικά και ικανή να ζήσει 


αυτή και το παιδί της ακόμα και αν ο Σίγμα φύγει.





Από την άλλη προσπαθεί να έχει το “πάνω χέρι” στην σχέση, κάτι που η 
 

μητέρα της δεν είχε καταφέρει ποτέ, ώστε να μπορεί να ελέγχει τις 


καταστάσεις για να μην συμβεί το αναπάντεχο. Αυτό την κάνει να κρατάει 


μια αυστηρή στάση, να ασκεί κριτική στην συμπεριφορά του Σίγμα, μέσα 


στο σπίτι, στην σχέση του με το παιδί, στην σχέση μεταξύ τους. Είναι θα 


λέγαμε γκρινιάρα και επικριτική.




Αυτή η κατάσταση κάνει τον Σίγμα να αποτραβιέται από την σχέση και να 


κλίνεται στην σιωπή του. Όσο εκείνος κλίνεται στην σιωπή του τόσο η Λα 


ανησυχεί και τον ρωτάει “μήπως έχεις κάτι και δεν θέλεις να μου πεις”. 


Εκείνος της απαντάει ότι δεν έχει τίποτα, αλλά αυτό δεν καθησυχάζει την 


Λα...




Κερεντζής Λάμπρος



πίνακας: Frederique Manley