Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ





Έννοια και Ορισμοί

Η έννοια των «αναπαραστάσεων» εισήχθη στην κοινωνιολογία από τον Durkeim (1898), ο οποίος προχώρησε στη διάκριση μεταξύ ατομικών και κοινωνικών αναπαραστάσεων. Για τον Durkeim, όπως η ατομική αναπαράσταση δεν περιορίζεται στην πνευματική λειτουργία του ατόμου, αλλά αποτελεί μια πολύπλοκη ψυχική διεργασία, αντίστοιχα και η κοινωνική αναπαράσταση δεν περιορίζεται στο σύνολο των ατομικών αναπαραστάσεων. Αν και η προσέγγισή του υπήρξε περισσότερο στατική, η συμβολή του υπήρξε σημαντική, καθώς η ίδια η έννοια της κοινωνικής αναπαράστασης υποδηλώνει την επικυριαρχία του κοινωνικού στο ατομικό113. Στη συνέχεια, ο ρουμανικής καταγωγής γάλλος κοινωνικός ψυχολόγος Serge Moscovici καθιέρωσε με το έργο του την επιστήμη της κοινωνικής ψυχολογίας, ως το φυσικό χώρο μελέτης των κοινωνικών αναπαραστάσεων.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις προσφέρουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να νοηματοδοτήσει κάτι που του είναι άγνωστο114. Καθώς καλούμαστε καθημερινά να κάνουμε το παράξενο οικείο και το αόρατο αντιληπτό115, χρησιμοποιούμε τις κοινωνικές αναπαραστάσεις ως κοινωνιογνωστική διεργασία μέσα από την οποία προσεγγίζουμε αντικείμενα, τα οποία μπορεί να αφορούν σε πρόσωπα, πράγματα, γεγονότα, ιδέες, θεωρίες κ.ό.κ. Ωστόσο, η αναπαράσταση δεν νοείται ως πιστό αντίγραφο του υπό ερμηνεία αντικειμένου, αλλά ως το προϊόν μιας εσωτερικής υποκειμενικής επεξεργασίας. Αφορά ουσιαστικά στην ψυχική αναπαραγωγή αυτού του αντικειμένου (προσώπου, κατάστασης κλπ).116
Σύμφωνα με το Moscovici,
«..οι κοινωνικές αναπαραστάσεις έχουν πάντοτε δύο όψεις: την όψη της εικόνας και την όψη της σημασίας, με την έννοια ότι αντιστοιχούν μια εικόνα σε κάθε σημασία και μια σημασία σε κάθε εικόνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν μια ειδική μορφή της συμβολικής σκέψης»(Παπαστάμου, 1989:418-419).

Η συμβολική σκέψη που δομείται σε αναπαράσταση είναι πάντοτε κοινωνικά προσδιορισμένη117. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν κομμάτι του πεδίου της κοινωνικής γνώσης118, όπως αυτό επεκτείνεται από την πρόσληψη και αποκωδικοποίηση των πληροφοριών, στην εσωτερική υποκειμενική επεξεργασία τους για την απόδοση χαρακτηρισμών σε άτομα και ομάδες και την εξαγωγή συμπερασμάτων «για την κρυφή, εσωτερική ψυχολογική ζωή τους» (Moscovici, 1995:71).


Διαδικασία σχηματισμού και λειτουργίες

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις, κατά το Moscovici, δημιουργούνται μέσα από δύο διαδικασίες, την αντικειμενοποίηση και την επικέντρωση/αγκυροβόληση. Η αντικειμενοποίηση οδηγεί στην συγκεκριμενοποίηση του αφηρημένου, στην υλοποίηση των εννοιών, στην αλλαγή του ορθολογικού της επιστημονικής γνώσης σε εικόνα ενός πράγματος, στην μετατροπή της επιστήμης σε κοινωνική γνώση και σε δίκτυο σημασιών.

Η επικέντρωση/αγκυροβόληση συνίσταται στην ενσωμάτωση ενός άγνωστου αντικειμένου σε ένα οικείο δίκτυο κατηγοριών, με σκοπό την κατανόηση και την εξήγησή του119. Η διαδικασία της αγκυροβόλησης έχει συμβολική σημασία. Κάθε κοινωνική αναπαράσταση αποτελείται από έναν πυρήνα κι από τα γύρω από αυτόν περιφερειακά στοιχεία τα οποία και οργανώνει. Όπως ένα σκάφος που έχει ρίξει άγκυρα και μπορεί να κινείται στην επιφάνεια του νερού μόνο στα όρια του κύκλου που ορίζεται από το μήκος του σχοινιού που το δένει με την άγκυρα120, έτσι και τα περιφερειακά στοιχεία μπορεί να αλλάζουν μέσα από την αλληλεπίδραση με τον «άλλο». Για να μετασχηματιστεί, όμως, ριζικά η αναπαράσταση, πρέπει να αμφισβητηθεί ο πυρήνας της121. Πειραματικές μελέτες έχουν επισημάνει ότι αναζητούμε τις πληροφορίες που επαληθεύουν τις απόψεις μας, ενώ παραμελούμε εκείνες που τείνουν να τις αποσταθεροποιήσουν122.

«Εάν έχουμε κάποια ιδέα ή κάποια αναπαράσταση γι’ αυτό που κάποιο άλλο πρόσωπο πρέπει να είναι, προσπαθούμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε να την επαληθεύσουμε. Ειδικότερα, διαμορφώνουμε τις σχέσεις, χειριζόμαστε την κατάσταση κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να προκαλέσουμε εκ μέρους του άλλου προσώπου τις συμπεριφορές που ανταποκρίνονται στην πίστη μας γι’ αυτό.» (Moscovici, 1995:77).

Παρόλο που οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αφορούν σε μεγάλο αριθμό προσώπων, αυτό δεν σημαίνει ότι συμμετέχουν όλοι ισότιμα στην δημιουργία τους. Καθώς οι κοινωνικές αναπαραστάσεις μεταδίδονται από τη μια γενιά στην άλλη, μπορεί να επιβάλλονται χωρίς συνειδητή συγκατάβαση. Μπορούν να είναι συνειδητές ή ασυνείδητες και, ενώ, στην πρώτη περίπτωση ελέγχονται γνωστικά και συναισθηματικά από τα υποκείμενα, στη δεύτερη, τα υποκείμενα ελέγχονται από αυτές123

Πέρα όμως από τις γνωστικές λειτουργίες, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις λειτουργούν καθοριστικά και ως προς τη συγκρότηση της ταυτότητας της ομάδας. Η αναπαράσταση της ίδιας της ομάδας είναι πάντα θεμελιωμένη σε μια υπερ-εκτίμηση ορισμένων από τα χαρακτηριστικά της, ώστε να διαφυλάττεται θετική εικόνα για την ομάδα124. Μέσα από τις διεργασίες της κοινωνικοποίησης τα μέλη μοιράζονται την ίδια αναπαράσταση γύρω από την ταυτότητά τους125. Άρα, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις διαθέτουν μια εξαιρετικής σημασίας ομογενοποιητική δύναμη126. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, η απειλή διάρρηξης του πυρήνα μιας κοινωνικής αναπαράστασης γίνεται αντιληπτή ως απειλή απέναντι στη συλλογική ταυτότητα της ομάδας. Οι ομάδες αντιστέκονται στην αλλαγή των γνώριμων κοινωνικών τους αναπαραστάσεων στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τη συνοχή τους127.

Οι συνέπειες των κοινωνικών αναπαραστάσεων, από τη στιγμή που διαδίδονται στην κοινωνία, είναι δυναμικές. Χαράσσονται στη σκέψη, στις ανθρώπινες σχέσεις, στο λόγο128, στις στάσεις129 και τις συμπεριφορές130 προς τους άλλους. 
 

Διάδοση Κοινωνικών Αναπαραστάσεων μέσα από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αντανακλώνται, τροποποιούνται, δημιουργούνται και διοχετεύονται από τα συστήματα επικοινωνίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης131. Για παράδειγμα, μια εφημερίδα μαζικής κυκλοφορίας έχει ρόλο επίκλησης κοινών αναπαραστάσεων που διευκολύνουν την επικοινωνία ανάμεσα στους αναγνώστες της ως προς ένα ευρύ φάσμα θεμάτων132. Γι’ αυτό, άλλωστε, είναι συνήθης η μελέτη των φαινομένων μαζικής επικοινωνίας μέσα από την θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων.

Κύριες μορφές επικοινωνίας που αφορούν στις κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι η διάδοση, η μετάδοση και η προπαγάνδα και συνδέονται με τις γνώμες, τις στάσεις και τα στερεότυπα. Σκοπός της διάδοσης είναι να παράγει γνώμες, μέσα από την πληροφόρηση γύρω από ένα αντικείμενο και όχι να προσανατολίζει προς ορισμένη δράση. Αναφέρεται στην πιο αντικειμενική σχέση επικοινωνίας, όπως αυτή που αναπτύσσεται μεταξύ του κοινού και του Τύπου. Η μετάδοσηαφορά στην διάδοση μηνυμάτων που εντάσσονται σε ενιαίο σύνολο πίστεων ή πεποιθήσεων μιας συγκεκριμένης ομάδας. Αποσκοπεί στην δημιουργία αναπαραστάσεων για την οικοδόμηση κοινών στάσεων και συμπεριφορών.

Η προπαγάνδαπροκύπτει μέσα από τις διομαδικές συγκρουσιακές σχέσεις. Όταν, δηλαδή, το αντικείμενο σύγκρουσης ενδέχεται να απειλήσει την ταυτότητα της ομάδας και την ενότητα της αναπαράστασης που έχει η ομάδα για την πραγματικότητα133. Σε αυτές τις περιπτώσεις,«..οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αιτιολογούν την ενεργοποίηση των κοινωνικών στερεοτύπων που, με τη σειρά τους, εκφράζονται στο επίπεδο της συμπεριφοράς η οποία, ξανά, αναπαράγει
τις αντίστοιχες κοινωνικές αναπαραστάσεις...»134(Παπαστάμου, 1989:426).

Το χαρακτηριστικό της προπαγάνδας βρίσκεται στην ένταση, στον έντονο διαχωρισμό μεταξύ σωστού και λάθους καθώς και την έλλειψη αποχρώσεων135.
Οι μορφές διάδοσης των κοινωνικών αναπαραστάσεων μέσα από τα μέσα επικοινωνίας συνδέονται με τους σκοπούςπου επιχειρούν να υλοποιήσουν. Η «επιτυχία» εκπλήρωσης των στόχων των ΜΜΕ κατά την δημιουργία κοινωνικών αναπαραστάσεων εξαρτάται από τη σύνδεση τους με προϋπάρχουσες νοηματικές δομές, ήτοι προκαταλήψεις και στερεότυπα. Ο Moscovici (1995) αναφέρει:

«Για να οδηγήσουμε κάποιον να αντιδράσει σε μια νέα πληροφορία, δεν πρέπει ούτε να του τη δώσουμε σε μεγάλη δόση, ούτε να «ανακατασκευάσουμε» τη σκέψη του. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τη συνδέσουμε, τροποποιώντας την αναπαράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται»(σ.97).

Συμπερασματικά, όταν γίνεται λόγος για δημιουργία κοινωνικών αναπαραστάσεων από τα ΜΜΕ, αυτό που εννοείται, είναι κυρίως η ανασύνθεση και η τροποποίηση κοινωνικών αναπαραστάσεων που ήδη λειτουργούν ερμηνευτικά και αποτυπώνονται στη δράση ατόμων
και ομάδων.

Εν περιλήψει, οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν έννοια μέσα από την οποία η κοινωνική ψυχολογία αποδίδει το αποτέλεσμα της εσωτερικής υποκειμενικής επεξεργασίας των πληροφοριών και την νοηματοδότηση αντικειμένων, προσώπων, ιδεών κ.ά. σε συλλογικό επίπεδο. Οι αναπαραστάσεις δεν αποτελούν πιστά αντίγραφα των αντικειμένων προς εξέταση. Καθώς αποτελούν αποτέλεσμα συμβολικής σκέψης και ψυχικής διεργασίας είναι πιθανό να είναι στρεβλωτικές. Συχνά, το ίδιο αντικείμενο ή κατάσταση αναπαριστάται με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές κοινωνίες.

Μια κοινωνική αναπαράσταση για κάτι ανοίκειο και αφηρημένο θα συγκεκριμενοποιηθεί (διαδικασία αντικειμενοποίησης) στη βάση της ήδη συγκεντρωμένης κοινωνικής γνώσης (διαδικασία αγκυροβόλησης). Μέσα από τις αναπαραστάσεις, τα μέλη μιας ομάδας μοιράζονται ένα κοινό κώδικα επικοινωνίας και συγκροτούν την ταυτότητα τους. Γι’ αυτό, αν και είναι πιθανό να μεταβληθούν τα περιφερειακά στοιχεία μιας κοινωνικής αναπαράστασης, ο πυρήνας δεν μεταβάλλεται εύκολα. Οι ομάδες αντιστέκονται στην αλλαγή των κοινωνικών αναπαραστάσεων, γιατί μέσα από αυτές παραμένουν συνεκτικές.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις μεταφέρονται στη σκέψη, το λόγο, τη συμπεριφορά και τις στάσεις, σε συνειδητόή ασυνείδητο επίπεδο. Η διάδοσή τους αποτελεί πολυεπίπεδη διαδικασία, στην οποία τα ΜΜΕ επιτελούν καθοριστικό ρόλο. Τα ΜΜΕ συμβάλλουν στη διάδοση των κοινωνικών αναπαραστάσεων και, ανάλογα με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η διάδοση αυτή μπορεί να λαμβάνει και τις μορφές της μετάδοσης ή της προπαγάνδας. Το εύρος της διάδοσης των κοινωνικών αναπαραστάσεων από τα ΜΜΕ βασίζεται στη σύνδεση τους με τα ήδη υπάρχοντα κοινωνικά στερεότυπα. Μέσα από αυτή την σύνδεση οι κοινωνικές αναπαραστάσεις τροποποιούνται και ανασυντίθενται από τα ΜΜΕ.

Σημειώσεις

113Γώγου-Κρητικού, 1994:116, Μαντόγλου, 1995:13
114 Potter, 2004: 202
115 Farr, 1995:119
116 Ναυρίδης, 1994: 158
117Jodelet, 1984 στο Μαντόγλου, 1995:16-17
118 Jodelet, 1995:129
119, Ναυρίδης, 1994: 172-174, Μαντόγλου, 1995:19-21
120 Ναυρίδης, 1994: 174
121 Μαντόγλου, 1995:33
122 Moscovici, 1995:75
123 Παπαστάμου, 1989:418, Ναυρίδης, 1994: 158-159, Moscovici, 1995:82
124 Όπως αναφέρει ο Lacroix(1972) «Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάποια
αναπαράσταση του εαυτού της και χωρίς να δίνει αξία στον εαυτό της μέσα σε αυτή την
αναπαράσταση» (σ.11 στο Παπαστάμου, 2008:186, υποσημείωση 3).
125 Abric, 1996:55
126 Potter, 2004:205
127 Παπαστάμου, 1989:263, Μαντόγλου, 1995:21
128 Moscovici, 1995:84-85
129 Potter, 2004: 214-215
130Abric, 1996β:101-125
131 Farr, 1995:109
132 Potter, 2004: 205
133 Παπαστάμου, 1989:420-421, Μαντόγλου, 1995:27-30
134 Τα αποσιωπητικά όπως στο πρωτότυπο.
135 Παπαστάμου, 1989:421

Πηγή:
απόσπασμα 
από την

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
της
Δεμένικας Κωνσταντίνας,

με τίτλο
Πολιτική Κοινωνικοποίηση και Κοινωνικές Αναπαραστάσεις μέσα από τα ΜΜΕ.
Το παράδειγμα της υποδοχής γερμανικών δημοσιευμάτων από τον ελληνικό Τύπο”

Φωτο:http://cahier-de-dessin.centerblog.net/

Δεν υπάρχουν σχόλια: