Οικογενειακά σενάρια αποσταθεροποιημένης σταθερότητας Νο 2





 Δεν έβλεπε καμιά βοήθεια από πουθενά


Η Δέλτα παντρεύτηκε στα 27 της τον άντρα που ερωτεύτηκε αφού είχε τελειώσει με τις σπουδές της και αφού είχε εξασφαλίσει και μια καλή εργασία με την βοήθεια των γονιών της. Οι γονείς της και γενικά η οικογένεια της δεν ήταν ευχαριστημένοι με την επιλογής της διότι θεωρούσαν ότι ο άντρας της καθώς και η οικογένεια του ήταν “παρακατιανοί”. Δεν αντιστοιχούσαν στα ανώτερα κοινωνικά πρότυπα που είχαν για την δική τους οικογένεια και τους θεωρούσαν “βλάχους” και “άξεστους”. Εντούτοις δέχτηκαν και ο γάμος έγινε, και ευτυχισμένοι οι νεόνυμφοι μπήκαν στο δικό τους σπίτι. 

Με την πάροδο του χρόνου ήρθε και ένα παιδάκι, όχι όμως με τις καλύτερες συνθήκες διότι ο σύζυγος εμφάνισε ένα πρόβλημα σε σχέση με την κινητικότητα του σπέρματος και αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε τεχνική γονιμοποίηση.
 
Στο διάστημα αυτό ο σύζυγός της σαν δημόσιος υπάλληλος, ζήτησε και πήρε μια μετάθεση στην πόλη της καταγωγής του, κοντά στους γονείς του. Αυτό δεν έγινε ευχάριστα αποδεχτό από την οικογένεια της, η οποία την παρότρυνε να μείνει κοντά τους αφήνοντας τον άντρα της να φύγει και να βλέπονται κάθε βδομάδα. 

Βέβαια η επαφή με την οικογένεια της δεν ήταν κάτι ευχάριστο για εκείνη. Η μητέρα της καθώς και ο πατέρας, συνέχιζαν να δείχνουν την “αντιπάθειά” τους προς το σύζυγο της και να λένε λόγια πίσω από την πλάτη του, όπως επίσης συνέχιζαν να κατηγορούν και εκείνη για την επιλογή της. Έτσι ακόμα και αν δεν το επιθυμούσε δέχτηκε να τον ακολουθήσει στην πόλη του.

Στην επαρχεία η Δέλτα άρχισε να εργάζεται σε μια κοινή επιχείρηση που είχαν μαζί με το πατέρα και τον αδελφός του συζύγου της. Η κατάσταση αυτή δημιουργούσε κάποια προβλήματα διότι ο πατέρας του ήταν ένας επίμονος άνθρωπος και ήθελε αυτός να έχει πάντα τον πρώτο λόγο.

Επίσης πρέπει να σημειώσουμε ότι ούτε και με την πεθερά της είχε καλή σχέση διότι σε ότι συνέβαινε μέσα στο ζευγάρι η πεθερά ήταν εκεί για να υπερασπιστεί το γιο της και να υπογραμμίσει την ανεπάρκειά της.

Σε παράπονα που έκανε στο σύζυγό της εκείνος την παρότρυνε να μην δίνει σημασία και να τον ανεχθεί μέχρι να αποτραβηχτεί από την εργασία λόγω ηλικίας.

Το διάστημα αυτό, κάθε φορά που τηλεφωνιόταν με την δική της οικογένεια και ιδίως με την μητέρα της, και της εξέθετε τους προβληματισμούς της, εκείνη της έλεγε ότι ήταν δικής της επιλογή αυτός ο άντρας και ότι θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνη της. Βέβαια δεν παρέλειπε να φορτώνει με κοσμητικά επίθετα εκείνον και την οικογένεια του, όπως είπαμε “Βλάχους”, “άξεστους” “επαρχιώτες” κ. λ. π.

Οι καταστάσεις άρχισαν να δυσκολεύουν πραγματικά όταν η Δέλτα πληροφορήθηκε από μια φίλη, που είχε κάνει στην καινούργια πόλη της κατοικίας της, ότι πρέπει να προσέχει τον σύζυγό της διότι δεν είναι και τόσο ήσυχος όσο φαίνεται. Αυτό την έκανε να ανησυχήσει πραγματικά και μετά από μια σχετική παρακολούθηση έμαθε ότι εκείνος είχε συνάψει ερωτική σχέση με μια συνάδελφό του και μάλιστα τους είδε και μαζί να βγαίνουν χαρούμενοι από ένα ξενοδοχείο της περιοχής.

Αισθάνθηκε προδομένη, απογοητευμένη και τηλεφώνησε στην μητέρα της για να την πληροφορήσει για το γεγονός και να πάρει κάποια συμπαράσταση. Η μητέρα της βρήκε την ευκαιρία να της υπενθυμίσει με αυστηρό ύφος ότι την είχε προειδοποιήσει για αυτό το γάμο, ότι ήταν πάντα απερίσκεπτη, ότι την έπιαναν πάντα κορόιδο διότι ήταν ευκολόπιστη και δεν είχε το θάρρος να πει την γνώμη της. Επίσης της είπε ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει για αυτή και το παιδί της ήταν να την δεχτεί ξανά στο σπίτι της.

Από την μεριά της οικογένειας του συζύγου στο γεγονός αυτό δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία αντιθέτως ένιωσε μια συμμαχία μαζί του και σαν να θεωρούσαν εκείνη υπεύθυνη που δεν μπόρεσε να “κρατήσει τον άντρα της”. Η μάνα του έλεγε :“Το παιδί της δεν θα έκανε κάτι αν δεν υπήρχε μια αιτία”.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η Δέλτα πήρε το παιδί της και γύρισε στο πατρικό της το οποίο ήταν αρκετά μεγάλο για να φιλοξενηθεί. Η επιστροφή της ήταν αρκετά οδυνηρή διότι ένιωσε ότι σε μια δύσκολη στιγμή η μητέρα της καθώς και η οικογένεια ενώ φαινόταν ότι την υποστήριζαν στο πρόβλημά της, καθημερινά την περνούσαν από ένα ελεγκτικό παροξυσμό του στυλ, “γιατί κλαις αφού δεν αξίζει”, “δεν πρέπει να ξαναγυρίσεις πίσω”, “ποτέ δεν άκουγες την γνώμη μας”, “πάντα ήμασταν εδώ για να σε βοηθούμε και αυτό δεν το εκτιμάς”. “ Δεν φταίμε εμείς που έμπλεξες έτσι” ' Πάντα ήσουν απερίσκεπτη”.

Και δεν ήταν μόνο η μητέρα της αλλά και ο πατέρας που έλεγε, “ Μην σκεφτείς να τα ξαναφτιάξεις με αυτόν, εγώ δεν θα τον δεχτώ μέσα στο σπίτι μου”. Και η αδελφή της έπαιρνε μέρος σε αυτή την ψυχική απομόνωση της, η οποία έμενε ακόμα με τους γονείς της και της είχε πει περισσότερο από μια φορά, “η επιστροφή σου αναστάτωσε την ησυχία της οικογένειας και θα έπρεπε να το είχες σκεφτεί καλά πριν πηδηχτείς με ένα τέτοιο άνθρωπο”. Με λίγα λόγια επενέβαιναν στην ζωή της ανεξέλεγκτα,και τις περισσότερες φορές ένιωθε να έχει χάσει τα δικαιώματα της σαν γυναίκα, μητέρα και σύζυγος.

Παρ΄ όλα αυτά η Δέλτα δεν ήθελε να χαλάσει τον γάμο της. Έβλεπε μπροστά της ένα πολύ δύσκολο μέλλον, σαν γυναίκα με ένα παιδί και μάλιστα κορίτσι. Δηλαδή έβλεπε την μελλοντική μοναξιά της, διότι ακόμα και αν έβρισκε κάποιον άνθρωπο, ποιος θα την επιβεβαίωνε ότι όταν το κοριτσάκι της μεγάλωνε εκείνος δεν θα άπλωνε τα χέρια του επάνω της. Γι αυτούς τους λόγους ήθελε να προσπαθήσει να σώσει τον γάμο της, αλλά καταλάβαινε ότι δεν μπορούσε να επανέλθει στην σχέση κάτω από τους ίδιους όρους.

Εκείνος στο τηλέφωνο της φαινόταν μετανιωμένος και της ζητούσε να βρεθούν και να συζητήσουν μήπως μπορέσουν να σώσουν τον γάμο τους. Για εκείνη το καλύτερο θα ήταν, ή ο σύζυγός της να πάρει μετάθεση από την πόλη του και να κατέβει στην πρωτεύουσα, ή να αλλάξουν ολοκληρωτικά οι όροι διαβίωσης στην πόλη του. Δηλαδή να φύγει ο πατέρας του από το μαγαζί και να περάσει στο όνομά το δικό της και του αδελφού του.

Έτσι μετά από ένα μήνα διάστασης συναντήθηκαν σε μια ουδέτερη πόλη και δέχτηκε άπειρες επιβεβαιώσεις από εκείνον ότι έχει μετανοήσει και ότι πρέπει να ξαναγυρίσει στο σπίτι τους. Του πρότεινε αυτό που θεωρούσε καλύτερο για αυτούς και το παιδί τους, δηλαδή να πάρει εκ νέου μετάθεση και να κατέβει στην πρωτεύουσα και να νοικιάσουν ένα καινούργιο σπίτι μακριά από την οικογένεια του και την δική της οικογένεια και να κάνουν μια καινούργια αρχή. Τελικά εκείνος φάνηκε ότι δέχτηκε την δεύτερη λύση που του πρότεινε να γυρίσει εκείνη στην πόλη του και την διαβεβαίωσε ότι γράψει το μαγαζί στο όνομά της και θα απομακρύνει τον πατέρα τους από αυτό. Δηλαδή ότι θα βάλει όριο στον πατέρα του καθώς και στην οικογένεια του και το σπουδαιότερο ότι έχει ξεκόψει από την συνάδελφο (γκόμενα).

Του ζήτησε λίγο χρόνο για να το σκεφτεί, αλλά σε αυτό το χρονικό διάστημα η φίλη της από την πόλη του συζύγου την πληροφόρησε πως εκείνος όχι μόνο δεν έχει ξεκόψει αλλά κυκλοφορεί και δημοσίως μαζί της. Αυτό την έκανε να πάει σε ένα δικηγόρο και να προχωρήσει σε ασφαλιστικά μέτρα.

Η Δέλτα ήταν σε μια πολύ άσχημη κατάσταση και δεν έβλεπε καμιά βοήθεια από πουθενά αλλά αντιθέτως βρισκόταν ανάμεσα σε δυο οικογένειες οι οποίες η κάθε μία από την μεριά της την πίεζαν να δεχτεί το δικό της.

Από την μεριά της οικογένειας της εκείνη προσπαθούσε μέσα στην δυστυχία της να αποδείξουν το αλάνθαστο και μυθικό πρότυπο το οποίο καλλιέργησαν μέχρι τώρα για τον εαυτό της και το οποίο, όποιο παιδί το αμφισβητούσε ήταν έτοιμη να χρησιμοποιήσει την δυσκολία του σαν απόδειξη της ανωτερότητας τους.

Έτσι μάνα, πατέρας, και αδελφή, όλοι είχαν στραφεί εναντίον της, ζητώντας να κάνει αυτό που θέλουν χωρίς να λαμβάνουν υπ΄ όψιν την ψυχολογική αλλά και κοινωνική της κατάσταση, θεωρώντας ότι μια τέτοια συμπεριφορά άρμοζε στην φύση της σαν κόρη η οποία “δεν τους άκουσε” και έκανε του "κεφαλιού της".


Από την μεριά της οικογένειας του συζύγου, τόσο οι γονείς του όσο και ο ίδιος την έκαναν να νιώθει σαν ξένο σώμα, σε μια ξένη πόλη. Μετά από την προδοσία του ένιωθε ότι η οικογένεια του είχε γίνει ένα σώμα, και την αντιμετώπιζαν σαν κάποια που ήρθε να θίξει ένα μέλος της, και σε επέκταση την ίδια την οικογένεια. 

Έτσι μάνα, πατέρας, αδελφός, όλοι είχαν στραφεί εναντίον της, ζητώντας τον συμβιβασμό και την υποταγή, θεωρώντας ότι μια τέτοια συμπεριφορά  άρμοζε στην φύση της σαν γυναίκα του γιου τους και μητέρα του παιδιού του.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:
Frederique Manley


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.