Ο Πολιτικός Λόγος και οι Κοινωνικές Ψευδαισθήσεις



Ο φόβος και οι πολίτες

Αιώνες τώρα, η πορεία της ανθρωπότητας τον φόβο χρησιμοποίησε για να φθάσει στο σήμερα. Μπαμπάδες, βασιλιάδες και θεοί διάνυσαν με ματωμένα βήματα την στράτα του υποκειμένου, περάσαν κάτω από την σάρκα του, και εναπόθεσαν τον σπόρο της ανεπάρκειας σαν αναπτυξιακό συστατικό της ύπαρξης. Το υποκείμενο έχει μάθει να θαυμάζει τον φόβο, να τον βάζει μέσα του και γύρω από αυτόν να κτίζει τον εαυτό του. Μέσα από αυτόν ψάχνει να κρύψει την ύπαρξή του, να αποφύγει την υπευθυνότητα των αναστεναγμών του, να μην υπάρχει.

Ο φόβος είναι το πανάρχαιο κατασκεύασμα πάνω στο οποίο στήθηκαν αυτοκρατορίες, βασιλείες και φασιστικά καθεστώτα που ονομάζονται τον τελευταίο αιώνα μετά-νεωτεριστικές δημοκρατίες της ψευδαισθητικής καθημερινότητας. Μέσα σε αυτές το υποκείμενο κρύβει την ύπαρξή του αναζητώντας την ασφάλεια που καμιά οικογένεια δεν το παραχώρησε χωρίς να πληρώσει με τον φόβο και την υποταγή. Χωρίς να πληρώσει με την υιοθέτηση αυτού που το σκοτώνει, για να αποφύγει τον υπαρξιακό θάνατο, και να οδηγηθεί στην αποδοχή της εξουσίας, αναπαράγοντας την ασφάλεια της υποταγής, ή διαλέγοντας την ανασφάλεια της αντίστασης.

Κανένας “πατέρας” δεν κέρδισε την θέση του χωρίς να υποκύψει στο φόβο και χωρίς να κάνει τους άλλους να υποκύψουν σε αυτόν. Ατελείωτες στρατιές φοβισμένων παιδιών έγιναν ενήλικες μέσα από το φόβο που μεγάλωσε μαζί τους και έγινε ένα με την ύπαρξή τους. Ο φόβος ήταν και είναι η πολιτιστική σκυτάλη που περνάει μια γενεά στην άλλη καθορίζοντας την καθυπόταξη σαν το συστατικό του μέλλοντος που γυρνάει στο παρελθόν. Λιγοστοί ήταν αυτοί που σήκωσαν το κεφάλι μόνο και μόνο για να τους το κόψουν!

Πατέρας, βασιλιάς και θεός πιασμένοι χέρι, χέρι διαβαίνουν αιώνες του υποκείμενου μετατρέποντας το σε αντικείμενο των εσωτερικευμένων διαβουλεύσεων του φόβου και της ανασφάλειας. Στο σύμπαν της μετά-νεωτερικότητας οι μυθικές παρουσίες τους μυθοποιήθηκαν ακόμα περισσότερο και πήραν διαστάσεις σωτήριες ενώνοντας την παρουσία τους με τον πολιτικό λόγο. Έτσι το υποκείμενο κουρασμένο σέρνεται μπροστά στα τεράστιες οθόνες με τις οποίες στόλισε το περιβάλλον της μιζέριας του. Μέσα από αυτές προσπαθεί να συμμετάσχει στην μυσταγωγία του λυτρωτικού αποπροσανατολισμού του. Προσπαθεί να χαρεί το εύρος της, να χαθεί μέσα του, ν' αφήσει πίσω την πραγματικότητα που το πληγώνει και να τυλιχτεί με την καλλιεργημένη ψευδαίσθηση που ημερεύει την αγωνία της ύπαρξης που κατατρώει τα σωθικά. Ο φόβος της πραγματικότητας ενεδρεύει κάθε στιγμή και οι κουρασμένοι πολίτες είναι ευάλωτα ευχαριστημένοι να απομακρύνονται από αυτόν μέσα από την ψεύτικη αποφυγή του.

Μέσα από τον φόβο, έμαθαν να περιμένουν ένα καινούργιο Μεσσία να κατεβαίνει τα χρυσοποίκιλτα σκαλοπάτια της διασημότητας. Χαίρονται την κορμοστασιά του λόγου του, την θολή εμπιστοσύνη του βλέμματος του, το δέος που αναδύει την αγαπημένη παραίσθησης της ζεστής αγκαλιάς του. Αφημένοι μέσα σε αυτή προσπαθούν να δραπετεύσουν από τον εαυτό τους. Σωτήρες που σκόρπισαν την ελπίδα στους αιώνες συνεχίζουν με τα μέσα που προσφέρει ο καθένας να κάνουν την παρουσία τους. Έτσι σήμερα τεράστιες οθόνες φέρνουν τους μετά-νεωτερικούς Μεσσίες στο σαλόνι του σπιτιού. Τα χαρακτηριστικά τους χαράσσονται στην ψυχή και ταιριάζουν με τις χαρακιές του φόβου της παιδικής ηλικίας. Συνταυτίζουν τις υπάρξεις τους και ενώ φαίνεται ότι η μια χαρακιά επουλώνει την άλλη στην ουσία την ανοίγει πιο πολύ. Για τον απλούστατο λόγο ότι ο φόβος και ο Μεσσίας πηγαίνουν μαζί. Ο ένας τροφοδοτεί το άλλον, έτσι ώστε η εξάρτηση από τους δύο να μην τελειώνει ποτέ.

Στην ουσία ο Μεσσία δεν είναι αυτός που έρχεται να διώξει τον φόβο, αλλά αυτός που τον κουβαλάει. Οι κουρασμένοι πολίτες δεν μπορούν να το πιστέψουν αυτό. Περιμένουν ένα καινούργιο λόγο που θα χαϊδέψει τα φοβισμένα αυτιά τους, που θα φέρει κοντά τα χαμένα ιδανικά μιας μιας προδομένης παιδικότητας που ποτέ δεν έγιναν πραγματικότητα. Που θα φέρει κοντά το φανταστικό διάκοσμο μιας μελλοντικής κοινωνικής ευτυχίας που ακόμα και αν δεν πραγματοποιήθηκε είναι εδώ για να γιατρεύει την στυγνή διαχειρισημότητα της οικονομίας. Στην ουσία περιμένουν από το Μεσσία κάτι το διαφορετικό από την στυγνή παρουσία των οικονομικών συντελεστών της μεταπρατισής τους. Οι μεταμοντέρνοι εραστές του αδιανόητου, που η ματαιοδοξία τους, τους οδήγησε στην άσκηση της πολιτικής σε αυτό έχουν επιστρατευτεί. Να κατασκευάζουν τα σκαλοπάτια του παραδείσου μέσα από το λόγο τους. Μέσα από αυτόν οι πολιτικοί γίνονται Μεσσίες μπροστά στα προδομένα υποκείμενα που με κούραση κουβαλάνε ιδιότητα του πολίτη.

Οι πολιτικοί άνδρες

Οι πολιτικοί άνδρες αγάπησαν την εξουσία και θήτευσαν στην υπακοή της, βάζοντας σαν πρώτο μέλημά τους την διάδοσή της μέσα από τα διάτρητα σαρκία του ναρκισσισμού τους. Πολιτικοί άνδρες όλων των αποχρώσεων παρελαύνουν ακούραστοι με την ελπίδα να γίνουν κάποτε “Πατέρες του έθνους”. Με την ελπίδα να αναπαράγουν τον θαυμασμό και την υποταγή, σαν τα δύο άκρα που αποκλείουν την ελευθερία, διαλαλώντας την δήθεν δημοκρατία. Με αυτό τον τρόπο επένδυσαν στο σιγανό θάνατο της ελπίδας του πολίτη για να θρέψουν την δική τους.

Οι πολιτικοί άνδρες, παρ' όλες τις διαφορές τους, συμφωνούν να είναι πάντα πρόσχαροι. Να είναι έτοιμοι να κρύψουν μια πραγματικότητα που τους ελέγχει, εμφανίζοντας την ότι αυτοί την ελέγχουν. Πάντα προσεγμένα πρόσχαροι, πάντα ακούραστοι, πάντα ανοιχτοί, να σφίξουν το χέρι του υποκειμένου. Πάντα χύνεται η ελπίδα χωρίς σταματημό από τα αλλοπαρμένα βλέμματα τους. Ποτέ δεν σταματάνε να προτείνουν πανάρχαιες λύσεις για καινούργιες, διαφωνώντας σε αυτό που συμφωνούν. Φαντάζουν γεμάτοι δύναμη, αποφασιστικότητα, πολλές φορές χωρίς συναισθηματισμούς, κάτι που αρέσει στο πολίτη. Αυτή η ηγετική μορφή που προβάλουν αυτή η σκληρότητα που δείχνουν, φαίνεται ότι καλύπτει το υποκείμενο ακόμα και όταν είναι εναντίον του. Έτσι καλλιεργούν την ανασφάλεια, εκπέμποντας την ψευδαίσθηση της ασφάλειας.

Φοράνε προσωπεία που κρύβουν την τραγωδία που περιμένει κάθε γενιά κρυμμένη, κάτω από τα ευχολόγια για μια νέα εποχή. Θολά πρόσωπα ενός θιάσου, που χάνονται και ξαναβρίσκονται με το πέρασμα των χρόνων καταλαμβάνοντας τους ρόλους παλιών επαγγελματιών του λόγου για μια εξαϋλωμένη πραγματικότητα. Επιβάλλονται σαν διάτονοι αστέρες καθορίζοντας το στερέωμα της αμφιβολίας με τον πολιτικό λόγο της φτωχιάς που πλούσια σκορπούν στο ζαλισμένο πλήθος. Έρχονται σαν προστάτες, σαν τεράστιοι μπαμπάδες με εκείνες τις αγκαθωτές αγκαλιές που κανένα παιδί δεν χωράει μέσα τους παρά μόνο για να το παραβιάσουν. Έτσι ο πολίτης γίνεται ένα παιδί μέσα από το ψεύτικο πλαίσιο μια προστασίας η οποία λειτουργεί πάντα υπέρ τους. Ο πολίτης-παιδί μεταφέρει το τραύμα μέσα στην άγρια πόλη προσπαθώντας να επουλώσει την αιμορραγία, αλλά κάθε φορά που ο λόγος του πολιτικού φαίνεται επουλωτικός τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει η πληγή του να μεγαλώσει. Έτσι μέσα από την σκόνη με την οποία ντύνει την πραγματικότητα, ο πολιτικός λόγος χαϊδεύει τα διψασμένα ημισφαίρια του πολίτη-παιδί για ενδιαφέρον και προσοχή, για προστασία και ασφάλεια.

Ο θυσιαστικός λόγος σαν πολιτικός

Απομονωμένο μέσα στο πλήθος, πεταμένο στην δανική θαλπωρή του οικονομικού συστήματος, με την αίσθηση της κοροϊδίας σαν στοιχείο μιας πραγματικότητας που δυσκολεύεται να την αναγνωρίσει, το υποκείμενο, νοιώθει σαν αντικείμενο σκοτεινών διαβουλεύσεων. Προσπαθεί μάταια να διαχειριστεί τα ποσοστά ύπαρξης που θα του απομείνουν πριν συμπληρωθεί ο χρόνος παραμονής του σε αυτή την ματαιότητα που τον περιτριγυρίζει. Προδομένο από τον ίδιο του τον εαυτό - αυτόν που πίστεψε ότι τα όνειρα και οι κοινωνικές προσδοκίες κάποτε ευοδώνονται - στέκεται απέναντι στην ψευδαίσθηση που καλλιεργείται από τον πολιτικό λόγο, για να μπορέσει να επανακτήσει την ελπίδα. Η αφηγηματική του ψευδαίσθηση αραδιάζει εικόνες ευημερίας σε ανήλια και βρώμικα πεζοδρόμια και το υποκείμενο προσπαθεί να τυλιχτεί με αυτές, να μην αντικρίσει την πραγματικότητα της μεταπράτησης του σε εμπόρευμα φτηνό και αμελητέο.

Στην επιφάνεια της οθόνης, παρελαύνουν πρόσωπα που κέρδισαν την αναγνωρισιμότητα μέσω της ενασχόλησής τους με τα κοινά. Χαμογελαστά προσωπεία που με μια ξεδιάντροπη σιγουριά σκεπάζουν στην φαιά ουσία του υποκειμένου με την ισχύ ενός ανίσχυρου πολιτικού λόγου, που διοχετεύεται από κανάλια επικοινωνίας μεγαλώνοντας το ανύπαρκτο κύρος του. Μέσα από την διαμεσολάβησή του με την πραγματικότητα αποκτά την ικανότητα να μεταλλάσσει την χημεία των οργάνων αντίληψης, στάζοντας σταγόνα, σταγόνα το δηλητήριο της ανεπάρκειας του, και δημιουργώντας το λεηλατημένο χωρόχρονο ύπαρξης του υποκειμένου σαν πολίτη.

Οι κοινωνικές ψευδαισθήσεις είναι προϊόν της βιομηχανίας του θεάματος στην οποία ο πολιτικός είναι ο πρωταγωνιστής. Είναι ο τραγωδός, αυτός που πρώτος έχει σκύψει το κεφάλι στις μεγάλες δυνάμεις και μέσα από την υποταγή του έρχεται να διδάξει με το παράδειγμά του το πλήθος. Είναι το γέννημα και το θρέμμα, ενός σαδιστικού καθεστώτος, που εκκολάπτει το μαζοχισμό και τον διανέμει στα φοβισμένα πλήθη. Ο λόγος του είναι ετοιμασμένος για να διατηρεί την ψευδαίσθηση του θυσιαστηρίου της καθημερινότητας στα αναγκαία όρια για την επιβίωση του οικονομικού συστήματος. Καταγίνεται με την αναπαράσταση μια πραγματικότητας όπου η σαδιστική παρουσία του είναι αναγκαία για την λειτουργία των μαζοχιστικών ψευδαισθήσεων. Είναι φτιαγμένος για να καλλιεργήσει την υποταγή κρυμμένη μέσα από την ελπίδα που ιδιοποιείται σαν να είναι κτήμα του.

Η δική του τάση κυριαρχίας συναντά την κατασκευασμένη διαχρονικά τάση υποταγής του υποκειμένου. Η επικράτηση του σαν μεσάζων ανάμεσα στο υποκείμενο και την πραγματικότητα κάνει το ασήμαντο σημαντικό και διαμορφώνει την πραγματικότητα μέσα από το βλέμμα της οικονομικής κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρώτον, ο κυριαρχικός λόγος του πολιτικού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και δεύτερον ότι η κυριαρχία του δεν είναι άλλη από αυτή της οικονομίας από την οποία είναι και ο ίδιος κυριαρχημένος. Άρα η κυριαρχικότητα του λόγου του συνοψίζεται στην ικανότητα να προβάλλει σαν φυσιολογική μια πραγματικότητα που μαστίζεται από το παραλογισμό.

Ο κυριαρχικός λόγος του πολιτικού καλλιεργεί την υποταγή χαϊδολογώντας την ανασφάλεια και τους παιδικούς φόβους του υποκειμένου. Αναλαμβάνει να ντύσει την ύπαρξη του με το φόβο και την υποταγή ενώ διαλαλεί ότι μάχεται για την ελευθερία του, δηλαδή Βοηθάει στην επανάληψη των καταστάσεων μέσα από τις οποίες λέει ότι θα το βγάλει. Έρχεται να καλύψει την κατασκευασμένη ανεπάρκεια του υποκειμένου και να το βγάλει από τον δύσκολο δρόμο της απόφασης. Το υποκείμενο λουφάζει στην θεσούλα που του εξασφαλίζει την μιζέρια της ασφάλειας που δεν είναι παρά η ανασφάλεια που καραδοκεί κάθε πράξη του. Έτσι όσο αποφεύγει την πράξη τόσο γλυτώνει και από την ανασφάλεια. Η αποφυγή της κοινωνικής πράξης δεν είναι παρά η αποδοχή της κοινωνικής θυσίας.

Δεν είμαστε πολύ μακριά από τις τελετουργίες που προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τους θεούς. Ο θεός της οικονομίας θέλει και αυτός τις τελετουργίες τους. Η φωνή του πολιτικού απλώνεται σαν την φωνή του μέγιστου εκστασιασμένου ιεράρχη μπροστά στο ιερό βωμό της καθημερινότητας του υποκειμένου. Ο ανίσχυρος πολιτικός λόγος δυναμώνει προβάλλοντας τις θυσιάστηκες τελετουργικές στους ναούς του χρήματος. Αυτός λοιπόν καθορίζει τους όρους της θυσίας, διότι η θυσία πραγματώνεται με την εξαγορά του χρόνου ύπαρξης των νέων γενεών και ορίζει το μέλλον της από την ικανότητα της μεταπράτησης των υπάρξεων σε εμπόρευμα φορτωμένο στα καμιόνια του χρόνου. Δυστυχώς ακόμα και σήμερα στον “πολιτισμένο κόσμο” η Θυσία είναι μια πρακτική που κανείς δεν αρνείται τον παραλογισμό της, αντίθετα εξαίρουν όπως παλιά, τις ευγερτικές επιδράσεις της στην ανάπτυξη της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας. Η θυσία είναι ένα από τα βασικά συστατικά της λειτουργίας του οικονομικού συστήματος.

Τα θύματα πορεύονται συγκινημένα από την θαλπωρή του πόνου και της προσμονής της αγάπης. Κατευθύνονται μόνα τους στο δρόμο της λύτρωσης που φέρνει την υποταγή σαν το βασικό χαρακτηριστικό ενός ευτυχισμένου κοινωνικού θανάτου. Το θύμα έχει διδαχτεί αυτή την συμπεριφορά από τα γεννοφάσκια του. Στην πορεία του μέχρι τον βωμό, όσες φορές προσπάθησε να “σηκώσει κεφάλι” συγγενείς γνωστοί και ξένοι το συμβούλευαν να συμμορφωθεί, να υποκύψει, να δεχτή την θυσία για να μπορέσει να επιβιώσει. Οι θεατές είναι και αυτοί θύματα των οποίων η ώρα δεν έχει έρθει. Τρέμουν και χαίρονται συγχρόνως που δεν είναι αυτοί στην θέση του θύματος. Ο πολιτικός λόγος λοιπόν, τα συνοδεύει, τους δείχνει το νόημα των πεπραγμένων, καθορίζει τους στόχους, δικαιολογεί την θυσία και της δίνει το εξαγνιστική της μορφή σαν κατάσταση που αναγεννά την κοινωνία.

Συμπεράσματα

Η ισχύ του πολιτικού λόγου συνίσταται:

Στην δυνατότητα του να καθοδηγεί ανεμπόδιστα, τα βήματά του υποκειμένου στο θυσιαστικό βωμό της οικονομίας, προβάλλοντας την σαν πορεία δημιουργίας.

Και στην ικανότητα που δείχνει στην κατασκευή ενός σαδομαζοχιστικού παρόντος, προβάλλοντας το σαν προϋπόθεση ενός απελευθερωμένου μέλλοντος.

Κερεντζής Λάμπρος

Ζωγραφική σε τοίχο του Περού του Cusco.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.