Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Ο ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ




ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΣΩΝ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΦΥΛΑ:

ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο φεμινισμός είναι μια συλλογή κοινωνικών θεωριών, πολιτικών κινήσεων και ηθικών φιλοσοφιών, σε μεγάλο βαθμό παρακινούμενη από ή αναφερόμενη σε εμπειρίες γυναικών, ιδιαίτερα σε σχέση με την κοινωνική, πολιτική και οικονομική τους κατάσταση. Ως κοινωνικό κίνημα, ο φεμινισμός εστιάζεται κατά πολύ στον περιορισμό ή εξάλειψη της φυλετικής ανισότητας και στην προώθηση των δικαιωμάτων, των συμφερόντων και των ζητημάτων των γυναικών στην κοινωνία.

Η φεμινιστική θεωρία αναδύθηκε τη δεκαετία του ’70 δηλώνοντας πως η σύγχρονη κοινωνία και οι κατασκευές της (νόμοι, θρησκεία, πολιτική, τέχνη κ.λ.π.) είναι βασικά προϊόντα των ανδρών και επομένως, έχουν πατριαρχικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τους οπαδούς της θεωρίας αυτής, η καλύτερη λύση για την καταπίεση των γυναικών θα ήταν η αντικατάσταση της πατριαρχίας με έναν πολιτισμό ισότιμο απέναντι στα δύο φύλα ή ένας διαχωρισμός των φύλων.

Στο κεφάλαιο που ακολουθεί, αναλύονται οι έννοιες του Φιλελεύθερου Φεμινισμού, του Μαρξισμού – Φεμινισμού, του Ριζοσπαστικού Φεμινισμού και τέλος, μια ιστορική αναδρομή για τον Φεμινισμό της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια.

1.1. Φιλελεύθερος Φεμινισμός

Ο φιλελεύθερος φεμινισμός, (Wikipedia, 2013) είναι μια μορφή φεμινισμού που υποστηρίζει πως η ισότητα των γυναικών μπορεί να επιτευχθεί με νόμιμα μέσα και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς να υπάρξει σύγκρουση με την ομάδα των ανδρών. Με τα σημερινά στάνταρ, ο φιλελεύθερος φεμινισμός είναι μια κάπως συντηρητική μορφή φεμινισμού, αν και έχει τις ρίζες του παραδοσιακά στον φιλελευθερισμό. Ο φιλελεύθερος φεμινισμός τείνει προς μια ισότητα ομοιότητας με τους άνδρες (όχι ένας φεμινισμός διαφορών). Ο φιλελεύθερος φεμινισμός κατανοεί την πολιτική υπό ατομιστικούς όρους και στοχεύει στην μεταρρύθμιση παρόντων «φιλελεύθερων» πρακτικών στην κοινωνία, παρά στην υποστήριξη μιας συλλήβδην επαναστατικής αλλαγής. Οι φιλελεύθεροι φεμινιστές τείνουν προς την υποστήριξη της νομιμοποίησης των γάμων ατόμων ιδίου φύλου, καθώς και της πολυγαμίας (που περιλαμβάνει την πολυγυνία και την πολυανδρία). Η άποψή τους είναι πως η κυβέρνηση δεν έχει κανένα δικαίωμα να ορίζει ποιο είδος ομόφωνης σχέσης θα συνάψουν οι πολίτες. Οι φιλελεύθεροι φεμινιστές τείνουν να είναι επίσης υπέρ της επιλογής όσον αφορά στις συζητήσεις για την [έκτρωση]. Ένα κοινό επιχείρημα που δίνεται γι´ αυτή τη θέση είναι πως κάθε άτομο πρέπει να έχει τον έλεγχο του σώματός του, και αυτό τους δίνει το δικαίωμα να παίρνουν ιατρικές αποφάσεις. Εξαιτίας της προσέγγισης αυτής στην αυτοδιάθεση, οι φιλελεύθεροι φεμινιστές τείνουν να υποστηρίζουν τη νομιμοποίηση ή αποποινικοποίηση της πορνείας, θέση που συχνά αντικρούεται από τους ριζοσπαστικούς φεμινιστές και από το θρησκευτικό δικαίωμα. Οι φιλελεύθεροι φεμινιστές τείνουν να βλέπουν την ποινικοποίηση της πορνείας ως μία νομοθετική πράξη βασισμένη στον πατριαρχικό έλεγχο επί των προσωπικών και επιχειρηματικών υποθέσεων των γυναικών, και γι’ αυτό καταπιεστική.

O φιλελεύθερος φεμινισμός μοιράζεται με τη φιλελεύθερη πολιτική θεωρία και τη φιλοσοφία του διαφωτισμού τις αρχές της ατομικότητας, της ισοτιμίας, της ελευθερίας, της αυτονομίας και της αυτοεκπλήρωσης, (Αθανασιάδου, 2002). Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, κοινωνικά δικαιώματα, προνόμια και ευκαιρίες πρέπει να προσφέρονται ισότιμα σε άνδρες και γυναίκες ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες της ζωής τους, οι οποίες μέχρι τον 18ο αιώνα τουλάχιστον καθοριζόταν από τη γέννησή τους. Πράγματι, οι ρίζες της φιλελεύθερης ιδεολογίας βρίσκονται στην ανάπτυξη της αστικής τάξης, η οποία προσπάθησε να κατασκευάσει 12 μια ελεύθερη κοινωνική οργάνωση, αδέσμευτη από ιεραρχίες καταγωγής και δεσμούς γέννησης.

Όπως αναφέρει ο Sapiro (1990), σύμφωνα με τη φιλελεύθερη ιδεολογία, οι πατριαρχικές σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα θεωρήθηκαν το ίδιο άδικες και ανυπόστατες, όπως αυτές ανάμεσα στο μονάρχη και στο άτομο. Οι φιλελεύθερες φεμινίστριες ισχυρίζονται ότι, όπως οι άνδρες, έτσι και οι γυναίκες γεννιούνται ελεύθερες και ίσες. Επομένως, οι διαφορές ανάμεσα στα φύλα δεν οφείλονται στη βιολογία, αλλά σε σεξιστικά στερεότυπα και στη διαφορετική εκπαίδευση ανδρών και γυναικών, γεγονός που διορθώνεται με την κατάλληλη κοινωνικοποίηση.

Η Δεληγιάννη-Κουϊμτζή (1994) μεταφέροντας τις αρχές που αποτελούν τη βάση των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των γυναικών, αναφέρει πως αυτές συνίστανται α) στην πρόκριση της «προσωπικής ολοκλήρωσης» ανδρών και γυναικών, ως βασικού στόχου της εκπαίδευσης, β) στην άποψη ότι «ίσο» σημαίνει «ίδιο» και όχι «αντίστοιχο» και γ) στην αντίληψη ότι οι έννοιες «διάκριση» και «ανισότητα» έχουν διαφορετικό περιεχόμενο, αφού η πρώτη υποδηλώνει μια κατάσταση, ενώ η δεύτερη μια πρακτική η οποία είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνη για την άρνηση των ίσων ευκαιριών και της κοινωνικής εκτίμησης των γυναικών σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό επίσης που διαφοροποιεί τις δύο έννοιες είναι η παθητικότητα που χαρακτηρίζει την ανισότητα, καθώς και το ότι σπάνια αυτή αναγνωρίζεται από όσους/ες την υφίστανται, σε αντιδιαστολή με τον ενεργητικό χαρακτήρα της διάκρισης και την ξεκάθαρη αναγνώρισή της από την πλευρά αυτών που την επιβάλλουν.

1.2 Μαρξισμός – Φεμινισμός

Ο Μαρξιστικός φεμινισμός, σύμφωνα με τη Δεληγιάννη-Κουϊμτζή (1994), είναι μια υποκατηγορία της φεμινιστικής θεωρίας, που εστιάζει στην αποσύνθεση του καπιταλισμού ως τρόπου για την απελευθέρωση των γυναικών και δηλώνει πως ο καπιταλισμός, ο οποίος αυξάνει την οικονομική ανισότητα, την εξάρτηση, την πολιτική σύγχυση και τελικά τις μη υγιείς κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι η ρίζα της καταπίεσης των γυναικών.

Μερικοί φεμινιστές της περιόδου αυτής ένιωσαν πως η έμφαση που δίνεται στην κριτική εναντίον της πατριαρχίας ήταν αρκετά περιοριστική και παραπλανητική και έτσι σύντομα αναδείχθηκαν φεμινιστές που ξεκίνησαν να αναλύουν την κατάσταση των γυναικών μέσω μιας βασισμένης στις τάξεις μαρξιστικής/σοσιαλιστικής προοπτικής.

Σύμφωνα με τη Μαρξιστική θεωρία, στις καπιταλιστικές κοινωνίες το άτομο σχηματίζεται μέσα από τις ταξικές σχέσεις. Δηλαδή, οι ικανότητες των ανθρώπων, οι ανάγκες και τα ενδιαφέροντά τους θεωρούνται πως καθορίζονται από τον τρόπο παραγωγής που χαρακτηρίζει την κοινωνία στην οποία κατοικούν.

Οι μαρξιστές φεμινιστές, σύμφωνα με την Mackkinnon (1982), βλέπουν την ανισότητα των φύλων να καθορίζεται τελικά από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τους μείζονες κοινωνικούς διαχωρισμούς ως σχετιζόμενους με τις τάξεις. Η υποταγή της γυναίκας θεωρείται ως μία μορφή καταπίεσης που διατηρείται, γιατί εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου και της ηγετικής τάξης. Οι μαρξιστές φεμινιστές έχουν επίσης επεκτείνει την παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση, θεωρώντας την οικιακή εργασία σαν έμμισθη εργασία.

Οι αναλύσεις των Μαρξιστριών Φεμινιστριών για το γυναικείο ζήτημα, (Feminist, 2013) στηρίζονται στη θεωρία του Engels για τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στο γάμο - ως πρωταρχικού θεσμού της καταπίεσης των γυναικών - και στην ατομική ιδιοκτησία που είναι συνδεδεμένη αδιάρρηκτα με τον καπιταλισμό και την ταξική κοινωνία. Υποστηρίζουν ότι οι γυναίκες θα επιτύχουν την απελευθέρωσή τους μέσα από τους κοινούς αγώνες τους με τους άνδρες της εργατικής τάξης για την αλλαγή του οικονομικού συστήματος. Εχθρός των γυναικών, λένε, δεν είναι οι άνδρες, αλλά ο Καπιταλισμός - κοινός εχθρός των γυναικών και των ανδρών. Θεωρούν ότι οι άλλες αναλύσεις εξυπηρετούν την άρχουσα τάξη, ότι αποσιωπούν τις ταξικές αντιθέσεις και ότι οι άλλες Φεμινίστριες αποπροσανατολίζουν με τη δράση τους τον αγώνα καθυστερώντας έτσι την επανάσταση.

1.3 Ριζοσπαστικός Φεμινισμός

Ο Ριζοσπαστικός Φεμινισμός, (Feminist, 2013) γεννήθηκε στην Αμερική στο τέλος της δεκαετίας του ‘60 σαν ένα εντελώς νέο ρεύμα, όχι μόνο γιατί είναι η πρώτη φορά που οι εμπειρίες των γυναικών προσεγγίζονται με πολιτικούς όρους, αλλά και γιατί για πρώτη φορά τίθενται σε αμφισβήτηση θέματα που άλλες φεμινιστικές προσεγγίσεις δεν είχαν αγγίξει καν, και επαναπροσδιορίζει αυτό που λέγεται πολιτική. Ξεκινάει από τη θέση ότι οι διακρίσεις κατά του κοινωνικού φύλου των γυναικών - κάτι που εθεωρείτο γενικώς ως "φυσική" κατάσταση - επηρεάζουν κάθε πλευρά της ζωής. Αντί να εξετάζει το δημόσιο τομέα - τους πολιτικούς παραδοσιακούς θεσμούς - για να βρει την απάντηση στο γιατί οι γυναίκες καταπιέζονται σε παγκόσμια κλίμακα, θέτει κατευθείαν το αξίωμα ότι "το προσωπικό είναι πολιτικό" και εξετάζει με ποιο τρόπο ελέγχεται η ανθρώπινη αναπαραγωγή από θεσμούς όπως ο γάμος, η αναγκαστική ετεροφυλοφιλία και η μητρότητα. Οι απλές μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα δεν μπορούν ν' αγγίξουν καν την βαθύτερη ουσία της καταπίεσης.

Οι Ριζοσπάστριες Φεμινίστριες είναι γυναίκες που προέρχονται κατευθείαν από το Κίνημα για την Απελευθέρωση των Γυναικών χωρίς να έχουν καμία σύνδεση με άλλα πολιτικο-φιλοσοφικά συστήματα και θέλουν να φτιάξουν ένα εντελώς νέο κοινωνικό σύστημα.

Όλες πιστεύουν ότι το κίνημα πρέπει να συγκροτείται αυτόνομα και μόνο από γυναίκες. Οι Ριζοσπάστριες Φεμινίστριες δημιουργούν φεμινιστικές εναλλακτικές δραστηριότητες: από χωριστές κοινότητες γυναικών και επιχειρήσεις - όπως καφενεία, βιβλιοπωλεία και δισκογραφικές εταιρείες - ως νέα θρησκευτικά σχήματα και υπηρεσίες υγιεινής με στόχο την ανάδειξη ενός γυναικείου πολιτισμού. Όλα αυτά συνιστούν ένα επαναστατικό τρόπο ζωής όχι μόνο γιατί βοηθούν τις γυναίκες να αποκτούν και να διαχειρίζονται ανάγκες που δεν κάλυπτε η πατριαρχική κοινωνία, αλλά και να οικοδομούν μια νέα φεμινιστική κοινωνία.

Η ανάγκη για μια γυναικοκεντρική ανάλυση προέκυψε από τη συνεχή αμφισβήτηση των δομών και των αξιών που έχουν κατασκευαστεί από τους άνδρες. Αναζητώντας μια διαφορετική από την πατριαρχία μορφή, οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες θέλουν να ανακτήσουν τις αξίες που είχαν χαρακτηριστεί γυναικείες και είχαν υποτιμηθεί στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες.

1.4 Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια

Η Δαράκη (1995), αναφέρει ότι ο φεμινισμός στην Ελλάδα πήρε συγκεκριμένη μορφή από το 1860. Τα κινήματα κατά της καταπίεσης στη γυναίκα σ’ όλο τον κόσμο είχαν τον αντίκτυπό τους και στη χώρα μας.

Η γυναίκα ως χθες, όπως αναφέρουν οι Αβδέλα και Ψαρά (1985), θεωρούνταν ανίκανη να κερδίσει τη ζωή της χωρίς την ανδρική βοήθεια. Και όμως, η γυναίκα σήμερα σε όλες τις πολιτισμένες χώρες έχει τα ίδια δικαιώματα με τον άνδρα.

Σύμφωνα με το (Τovima, 2013) η ημέρα της 8η Μαρτίου είναι αφιερωμένη στους αγώνες που έδωσαν και δίνουν οι γυναίκες για ισότητα. Μια επέτειος για προβληματισμό, αλλά και απολογισμό του ζητήματος. Όμως, υπάρχουν σαφέστατα δείγματα μιας θετικής πορείας. Μιας πορείας κατακτήσεων του «γυναικείου κινήματος». Τα πρώτα «σκιρτήματα» του «γυναικείου κινήματος» στην Ελλάδα της δεκαετίας του ‘30 προοιωνίζονταν μια καλύτερη θέση της Ελληνίδας στην κοινωνική πυραμίδα. Ωστόσο, ακόμη και οι πλέον αισιόδοξες πρωταγωνίστριες της περιόδου αυτής δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι τις επόμενες δεκαετίες οι Ελληνίδες θα έκαναν άλματα ως προς τη συμμετοχή τους στα κοινά, και μάλιστα σε μια βαλκανική σχετικά φτωχή χώρα, με το βαρύ φορτίο μιας αρκετά συντηρητικής παράδοσης, οι αγροτικές καταβολές της οποίας ευνοούσαν την επικράτηση μοντέλων πατριαρχικού χαρακτήρα. Όλα όμως αλλάζουν. Έκθεση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για την ισότητα κατέταξε την Ελλάδα στην 20ή θέση παγκοσμίως όσον αφορά τη θέση και τα δικαιώματα των γυναικών. Είναι μια σημαντική επιτυχία, αν ληφθεί υπόψη ότι η χώρα μας βρίσκεται μπροστά από προηγμένα βιομηχανικά κράτη, όπως είναι η Ιταλία. Εκτός από τον αγώνα και τις προσπάθειες των ίδιων των γυναικών, βασικό ρόλο διαδραμάτισε η ίδια η πολιτεία. Από τη δεκαετία του ‘80 και μετά υπήρξε και η πολιτική βούληση για την προώθηση της ισότητας. Πέρα από το Σύνταγμα, το 1983 η Βουλή υπερψήφισε χωρίς κανένα πρόβλημα νομοθετικές ρυθμίσεις που έδωσαν μεγάλη ώθηση στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ισότητας μεταξύ των δύο φύλων. Παραδείγματος χάριν, η κατάργηση της προίκας, όσο και αν σήμερα φαίνεται περίεργο, ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τη συγκεκριμένη περίοδο η Ελλάδα βρέθηκε στην πρωτοπορία του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου όσον αφορά το οικογενειακό δίκαιο. Στην κατάκτηση αυτή συνέβαλε αποφασιστικά το δυναμικό γυναικείο κίνημα της εποχής. Το 1993 είχαμε και νέο σημαντικό βήμα. Για πρώτη φορά οι συλλογικές συμβάσεις μεταξύ ΓΣΕΕ και εργοδοτών αναγνωρίζουν και γραπτώς την ισότητα ανδρών και γυναικών στον εργασιακό χώρο. Αναμφισβήτητα οι κατακτήσεις αυτές έδωσαν νέα ώθηση στην ισότιμη συμμετοχή των γυναικών σε πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής. Οι γυναίκες έχουν προχωρήσει με μεγάλα βήματα στην εκπαίδευση, στη μόρφωση και στην αγορά εργασίας». Ωστόσο μένουν ακόμη πολλά να γίνουν. Αυτό που πρέπει να αλλάξει και γίνονται αγώνες γι' αυτό είναι η νοοτροπία. Στερεότυπα και ρόλοι παραμένουν και το καθεστώς των διακρίσεων εντείνεται όταν υπάρχουν μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Σε κοινωνίες που περνούν μεταβατικές περιόδους, όπως και η δική μας, τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στην έξαρση της βίας κατά των γυναικών, στον αποκλεισμό από κέντρα λήψης αποφάσεων, όπως παραδείγματος χάριν η πολιτική.

Το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα, σύμφωνα με την Χαραλάμπους, μπήκε, λοιπόν, σε καινούριες συνθήκες και ο φεμινισμός σε όλο τον κόσμο τείνει να αποβάλλει ολοένα και περισσότερο την παλιά του μορφή αναφορικά με κάποιες ακρότητες που άλλοτε προκαλούσαν τη γενική ειρωνεία. Παρόλα αυτά η σύγχρονη άποψη για το φεμινισμό είναι ιδιαίτερα απαξιωτική, αφού οι ίδιες οι γυναίκες τον απαρνιούνται, συχνά τον χλευάζουν και θεωρούν αχρείαστη τώρα πια την ύπαρξή του. Ο φεμινισμός κερδίζει αρνητικούς χαρακτηρισμούς που εκτείνονται από το «ξεπερασμένος» ως το «αδιάφορος». Υπάρχει η κοινή άποψη ότι σήμερα οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες Ο σύγχρονος φεμινισμός έχει ν’ αντιμετωπίσει πολυπρόσωπες προκλήσεις, ξεκινώντας από την επικρατούσα αντίληψη ότι ο καθένας πρέπει να αναλάβει μόνος του τις προσωπικές του ευθύνες απέναντι στα προβλήματά του και καταλήγοντας, στο ότι τα μαζικά κινήματα, όπως ο φεμινισμός, που είχαν σκοπό να αλλάξουν τον κόσμο έχουν αποτύχει, απογοητεύοντας έτσι τους ανθρώπους και απομακρύνοντάς τους από τις πολιτικές ιδεολογίες και διαδικασίες.

Η ΕΙΣΑΓΩΓΉ από την
«Πτυχιακή Εργασία»
με τίτλο
Απόψεις του φοιτητικού πληθυσμού για τα στερεότυπα και τους ρόλους των δύο φύλων

των σπουδαστριών

Γραμματικού Θεώνη
Πετραλή Ελένη

Σαβουιδάκη Ιωάννα

πίνακας :THEODORE BENDA

Δεν υπάρχουν σχόλια: