“Για το καλό σου”.



Σαν Παλιό Σινεμά

Στο παλιό “καλό” κινηματογράφο ήμασταν μάρτυρες - και ήμαστε ακόμα, στο βαθμό που κάθε βράδυ υπάρχει και μια παλιά ταινία στην τηλεόραση - μιας ψευδό-αντιπαράθεσης ανάμεσα στους γονείς και τα “παιδιά” με στόχο την αποκατάσταση τους μέσω του γάμου. Ο γάμος, εκείνη την εποχή, ήταν το ζητούμενο για την επιτυχή αναπαραγωγή της κοινωνίας. Ήταν το γεγονός το οποίο θα έλυνε όλα τα προβλήματα του “παιδιού” χωρίς να αναφέρεται στο τι προβλήματα προκύπτουν μετά από αυτόν. Ήταν ένας οικογενειακός στόχος ο οποίος δεν είχε συνέχεια εφόσον οι όλες σχεδόν οι ταινίες τελείωναν με τους νεόνυμφους να βγαίνουν από την εκκλησία.

Ο γάμος ήταν η ιερή στιγμή όπου συναντιόνταν η φτώχεια και ο πλούτος. Ήταν η επίλυση του κοινωνικού προβλήματος μόνο σαν οικονομικού γι' αυτό το κριτήριο για την επιτυχία του ήταν η εργασία του μέλλοντα γαμπρού, ή, η προίκα της νύφης. Η όλη πλοκή λοιπόν συγκεντρωνόταν στην επιλογή του μέλλοντος γαμπρού, ή της μέλλουσας νύφης όπου η επέμβαση των γονέων ήταν καταλυτική.

Αυτό το σημείο μας ενδιαφέρει όπου παρουσιάζει το δικαίωμα των γονέων να διαχειρίζονται το παρόν και το μέλλον “των παιδιών τους” σαν να είναι δικά τους Δικαιωματικά όριζαν και καθόριζαν τόσο την επιλογή του προσώπου που θα νυμφευόταν “το παιδί τους” όσο και τις περαιτέρω διαδικασίες που αφορούσε την σχέση πριν και μετά από το μυστήριο. Όλη αυτή η οικογενειακή επιχείρηση της επιβολής έβρισκε την δικαίωσή της στην έκφραση “Για το καλό σου”.

Έτσι το “Για το καλό σου” ήταν ο βασικός λόγος πάνω στον οποίον κτιζόταν η κυριαρχία του γονέα και η αναγκαστική υποχώρηση και η αναγνώριση της από “το παιδί”. Όμως σε αυτή την αντιπαράθεση “τα παιδιά”, ήταν ενήλικες, της παντρειά που λέμε, ο λόγος τους όμως δεν είχε καμιά πέραση στην αντιπαράθεση με τον γονέα. Στον παλιό “καλό” σινεμά λοιπόν ήμαστε μάρτυρες τις ατελείωτης κυριαρχίας του γονέα, όχι πάνω σε ανήλικα “παιδιά” αλλά σε ενήλικες οι οποίοι δεν είχαν το δικαίωμα να αποφασίσουν για το μέλλον τους.

Μετά από τον παλιό καλό σινεμά, παρακολουθώντας μερικά σύγχρονα σήριαλ διαπιστώνουμε ότι οι καταστάσεις δεν έχουν αλλάξει πολύ, απλά στο “Για το καλό σου” σήμερα το λόγο δεν έχουν μόνο οι γονείς, αλλά όλη η ευρύτερη οικογένεια. Μέα από τα σήριαλ που παρουσιάζουν οικογενειακές σχέσεις το υποκείμενο φαίνεται περισσότερο μπερδεμένο διότι δεν έχει να κάνει μόνο με την γνώμη των γονέων, αλλά για το “Για το καλό σου” πρέπει να υπολογίσει αδέλφια, ξαδέλφια, πεθερές και πεθεροί κ.λ.π. Έτσι το δικαίωμα απόφασης δεν ανήκει στο υποκείμενο, αλλά είναι μια διαδικασία την οποία μοιράζεται ολόκληρη η οικογένεια.

Θα ήθελα να σταθώ σε αυτό ακριβώς το διαχρονικό γεγονός της αφαίρεσης του δικαιώματος “του παιδιού” να αποφασίζει για τον εαυτό του που αφειδώς μας παρέχει το θέαμα. Στην έλλειψη ορίων στην οικογένεια καθέτως, ανάμεσα στους γονείς και τα “παιδιά” αλλά και οριζοντίως ανάμεσα στα αδέλφια. Διότι από την στιγμή που το “παιδί” κάνει μια σχέση, ή χρειάζεται να πάρει μια απόφαση, τόσο στην εποχή του καλού ελληνικού σινεμά, όσο και σήμερα, η οικογένεια έχει λόγο όχι μόνο για την επιλογή του αλλά και για την έκβασή της και όλη αυτή η κατάσταση δικαιολογείται με το “Για το καλό σου”.

Στην μικρή μας χώρα λοιπόν, το “Για το καλό σου”, είναι η έκφραση η οποία συνοψίζει μια νοοτροπία που διέπει τις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις ανήλικου/ενήλικου και όχι μόνο. Είναι η έκφραση μέσω της οποίας παραχωρείται, κοινωνικά το δικαίωμα στον ενήλικο-γονέα να αποφασίσει και να καθορίσει τις καταστάσεις που αφορούν τον ανήλικο-παιδί, ακόμα και όταν έχει ενηλικιωθεί..

Η Αντίληψη της Πραγματικότητας

Στην οικογένεια, την εποχή του καλού ελληνικού σινεμά αλλά και σήμερα, ο γονέας φαίνεται ότι έχει πάντα στο μυαλό του ότι το “παιδί του” δεν αντιλαμβάνεται την κοινωνική πραγματικότητα και είναι εδώ για να του υπενθυμίζει, τι πρέπει να κάνει κάθε φορά. Έτσι το “Για το καλό σου” εκφράζει σε ένα πρώτο πλάνο, την ανωτερότητα του γονέα σαν γνώστη της πραγματικότητας και σε ένα δεύτερο πλάνο διατηρεί και αναπαράγει την ανεπάρκεια του “παιδιού του” σε σχέση με αυτή.
Αν στην σχέση γονέα/παιδιού έχουμε δύο διαφορετικές πραγματικότητες, αυτή του παιδιού, και αυτή του γονέα, ο γονέας θεωρεί την δική του πραγματικότητα σαν αντικειμενική και έτσι εκλογικεύει την τάση επιβολής και υποταγής “του παιδιού” στην δική του επιθυμία. Άρα, κάθε φορά που ο γονέας αναφέρεται στην αντικειμενική πραγματικότητα δεν μιλάει παρά για την δική του, διότι αντικειμενική πραγματικότητα δεν υπάρχει εφόσον δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από κανένα εμπλεκόμενο στην σχέση γονέα/παιδιού.

Το “Για το καλό σου”, λοιπόν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα έτσι όπως την διαβλέπει ο γονέας και μέσα από αυτόν όπως την ορίζει η ίδια η κοινωνία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο γονεϊκός ρόλος είναι ένας κανονιστικός κοινωνικά ρόλος ο οποίος στόχο έχει την διαμόρφωση του “παιδιού”. Ο γονέας εφαρμόζει μια κοινωνική λειτουργία αναγκαία στην αναπαραγωγή της κοινωνίας μέσω της οικογένειας. Αυτό οφείλεται στην ισχύ που του παρέχει το κοινωνικό σύστημα, η οποία είναι μεγάλη μπροστά στην ανεπάρκεια που αισθάνεται το “παιδί του”. Έτσι η ισχύς του γονέα δεν έχει σχέση μόνο με την θέση του στην συγκεκριμένη οικογένεια, αλλά αντλεί την δύναμή της από την κοινωνική αναπαράσταση του ρόλου του - ιδίως του πατέρα - σαν στοιχείο βασικό, της κοινωνικής επιβολής και συμμόρφωσης του πολίτη, μέσα από τους αιώνες . Ο γονέας λοιπόν, ασκεί κοινωνικά το έργο της κοινωνικοποίησης μέσω της οποίας επιτελείται η αναπαραγωγή του κοινωνικού στάτους της εκάστοτε κοινωνίας.

Άρα το “Για το καλό σου” εκφράζει την επανάληψη μια διαχρονικής νοοτροπίας ανάμεσα στις γενιές με τέτοιο τρόπο ώστε, η επιβολή από την μια στην άλλη, να αποκτά τα δικαιώματά της και να δικαιολογείται σαν μια φυσιολογική κατάσταση η οποία περιδιαβαίνει τους αιώνες και αναπαράγει την εξουσία του γονέα μέσα από την υποταγή του παιδιού.

Η Κατάσταση Επιβολής


Ο κανονιστικός ρόλος του γονέα, του επιτρέπει να λειτουργεί κοινωνικά μέσα από την υποκειμενική του στάση. Δηλαδή του παρέχεται την δυνατότητα από την μια να ενεργεί προσωπικά αλλά να το “κρύβει” μέσα από την κοινωνική διάσταση του ενεργήματος του. Διότι κάθε φορά μέσα από το κοινωνικά κανονιστικό ρόλο ο γονέας προβάλει τις δικές του επιθυμίες σαν επιθυμίες που πρέπει να υιοθετήσει το “παιδί του”. Αυτές οι “επιθυμίες” είναι επηρεασμένες από χαμένες προσωπικές του ευκαιρίες. Η στάση του λοιπόν συμφωνεί με τις κοινωνικές προδιαγραφές της εξουσίας και της επιβολής σαν στοιχείο αναπαραγωγής και συνοχής της κοινωνίας μέσα από την λειτουργία του στην οικογένεια . Και όλα αυτά επιτυγχάνονται με δικαιολογία το “Για του καλό του”.

Έτσι κάτω από τον μανδύα της κοινωνικής λειτουργία του ρόλου του γονέα, κρύβεται η προσωπική-ψυχολογική διάσταση στην σχέση γονέα/παιδιού του και αντλεί την δικαιολογία να επιβάλει τις αποφάσεις του όχι σαν κατάσταση επικυριαρχίας του πάνω στην σχέση, αλλά σαν φυσιολογικής ανησυχίας και δικαιολογημένης επέμβασης.

Το“Για του καλό του” λοιπόν εκφράζει μια εκλογίκευση η οποία παρέχει τόσο κοινωνικά όσο και προσωπικά το δικαίωμα στο γονέα να ορίσει και να καθορίσει το μέλλον “του παιδιού του” σαν στοιχείο έκφρασης της αγάπης και του ενδιαφέροντος του. Την αίσθηση αυτή δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε σαν περιεχόμενο της γονεϊκής σχέσης, αλλά σαν διαδικασία. Σαν διαδικασία διότι κάθε φορά που ο γονέας αναγορεύεται σε γνώστης των επιθυμιών, και των ενεργημάτων που πρέπει να ακολουθήσει το “παιδί του”, εκτός ότι προβάλει τις δικές του επιθυμίες, στην ουσία γίνεται και ο διαμορφωτής τους. Δηλαδή διαδικασία επιβολής δεν ξεκινά από την στιγμή της αντίρρησης, αλλά από την στιγμή της σύλληψης μιας σκέψης η οποία δεν συμφωνεί με αυτό που ορίζει “καλό” ο γονέας.

Οι Εσωτερικές Διεργασίες της Σχέσης

Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι στην σχέση γονέα/παιδιού η επιβολή έχει τόσο λεπτές διακυμάνσεις μέσα από την μίμηση, την ταύτιση και την εσωτερίκευση, ώστε να μπορέσει να αντιληφθεί τόσο ο γονέας όσο και το παιδί την δύναμη της παρουσίας τους μέσα στην σχέση. Ότι όλες αυτές οι διαδικασίες συμβαίνουν και για τα δύο μέλη της σχέσης σε ένα ήμι-συνειδησιακό επίπεδο όπου ο έλεγχος της δεν είναι ξεκάθαρος όσο και αν φαίνεται.

Ο γονέας και το παιδί, ή μάλλον “το παιδί” “συναντάει” το γονέα σε ψυχολογικό επίπεδο μέσα του. Συναντάει “το παιδί” που ήταν κάποτε ο γονέας και τότε ο διάλογος ανάμεσα στα δύο “παιδιά” μπορεί να πάρει πολλές διαστάσεις. Διαστάσεις, οι οποίες είναι δύσκολο να γίνουν παραδεχτές και να βγουν στην επιφάνεια της σχέσης. Διαστάσεις, οι οποίες έχουν σχέση με τους φόβους, τις αγωνίες, τις ανησυχίες του γονέα από τότε που αυτός ήταν παιδί, αλλά και τους φόβους, τις αγωνίες, τις ανησυχίες “παιδιού του”.

Η παρουσία του “παιδιού” πάντα “ξυπνάει” “το παιδί” που ο γονέας ήταν κάποτε. “ Ξυπνάει” μέσα του η εποχή που και για αυτόν, όταν ήταν παιδί, είχε εφαρμοστεί το “Για το καλό σου” και του είχε “επιβληθεί” μια λύση από τους δικούς του γονείς την οποία είχε αναγκαστεί να ακολουθήσει ή όχι με το ανάλογο αντίτιμο. Μια λύση για την οποία μπορεί να είχε μετανοιώσει αλλά δεν μπορούσε να το παραδεχτεί.

Εφόσον ο γονέας είχε υποστεί σαν παιδί, “Για το καλό του”, κάποιες αποφάσεις που τον καθόρισαν κοινωνικά και ψυχολογικά, δεν βλέπει τίποτα το μεμπτό να επαναλάβει την διαδικασία που είχε υποστεί εφόσον μέσα του, ψυχολογικά, αλλά και έξω του, κοινωνικά έχει προσλάβει “φυσιολογικές” διαστάσεις.

Εσωτερίκευση και Διαφοροποίηση

Αν κατά την γνώμη του γονέα, το παιδί του δεν είναι σε θέση να καταλάβει ότι όλα αυτά τα κάνει από την απεριόριστη αγάπη που τρέφει στο πρόσωπό του, τότε κατά την γνώμη του παιδιού, ο γονέας δεν μπορεί να καταλάβει ότι όλα αυτά τα κάνει διότι θέλει να κυριαρχήσει στις αποφάσεις του, κάτι που το αποσταθεροποιεί και δεν το βοηθάει να κατασκευάσει την ταυτότητα του. Έτσι για το γονέα θα φανεί περίεργο, όχι το ότι ωθεί “το παιδί του” σε μια απόφαση την οποία δεν θέλει, αλλά διότι εκείνο αντιδρά και αντιστέκεται στην “καλή” του πρόθεση.

Άρα το “Για του καλό του” έρχεται επίσης να παραβλέψει την διαφορετικότητα “του παιδιού” καθώς και την τάση άρνησης σαν ένα στοιχείο που φέρνει αναταραχή στην σχέση και δημιουργεί προβλήματα. Διότι η άρνηση του “παιδιού” στην υπακοή το μόνο στοιχείο το οποίο θα έπρεπε να τραβήξει την προσοχή του γονέα είναι η διαφοροποίηση. Διότι η άρνηση προβάλλει την διαφοροποίηση, δηλαδή την προβολή της ιδιαιτερότητας του παιδιού και την αναζήτηση της ταυτότητας του μέσα από αυτή.
Δυστυχώς την διαφοροποίηση ο γονέας την θεωρεί σαν τεκμήριο αναταραχής και έχει να κάνει με αίσθηση της προσωπικής του αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση έτσι όπως την εκλαμβάνει ο γονέας στην σχέση με το “παιδί του” δυστυχώς τον μικραίνει. Τον στέλνει στο “παιδί” που ήταν κάποτε και τότε μέσα του συναντιούνται δύο “παιδιά” και όχι ένα ενήλικος και ένας ανήλικος. Η διαφοροποίηση όμως δεν είναι στοιχείο αναταραχής με την έννοια που προσδίδει ο γονέας, αλλά μια κατάσταση επαναδιαπραγμάτευσης της σχέσης γονέα/παιδιού.

Από την στιγμή που την διαφοροποίηση ο γονέας την εκλαμβάνει σαν άρνηση και αντίσταση στην αυθεντία που αντιπροσωπεύει, τότε η σχέση με το “παιδί του” εκλαμβάνεται σαν διαμάχη, όπου αισθάνεται να αμφισβητείται, όπως αναφέραμε, και φαίνεται ότι καταλύεται η ισχύς του. Εδώ όμως θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στους γονείς ότι η ισχύς τους είναι τεράστια “μέσα” στα παιδιά τους και οι διαστάσεις της δεν φαίνονται με “γυμνό” μάτι. Αυτό που βλέπουμε καθημερινά στην σχέση γονέα/παιδιού είναι η κορυφή του παγόβουνου θα έλεγα και όχι η πραγματική της διάσταση.

Η Ισχύς του γονέα είναι η εσωτερικευμένη εικόνα του, η εσωτερίκευση της φωνής και της συμπεριφοράς του, η εσωτερίκευση των φόβων και του άγχους του. Ο γονέας “κατοικεί” το παιδί του διότι μέσα από την ταύτιση μαζί του θα μπορέσει, “το παιδί” να υπάρξει και να λειτουργήσει σαν υποκείμενο. Η διαδικασία της εσωτερίκευση καθώς και της μίμησης λαμβάνουν χώρα κατά την διάρκεια της παιδικής ηλικίας και όχι μόνο. Στην εφηβεία φαίνεται ότι ξεκινάει η αμφισβήτηση των εσωτερικευμένων προτύπων η οποία μπορεί να μην τελειώσει ποτέ. Η αμφισβήτηση όμως αυτή, είναι σημαντική για την διαμόρφωση της ταυτότητα του νέου ανθρώπου

Η άρνηση ”του παιδιού”

Η άρνηση και η διαφοροποίηση λοιπόν, δεν έχει να κάνει μόνο με τον γονέα που είναι “έξω” από το παιδί, αλλά και με τον γονέα που έχει “μέσα” του Δεν έχει να κάνει με την μείωση της ισχύος του γονέα, αλλά με την διαπραγμάτευση της ισχύος του “παιδιού”. Δηλαδή όσο ο εσωτερικευμένος γονέας μειώνει την επιρροή του τόσο το παιδί “μεγαλώνει” στα μάτια του. Όσο ο εξωτερικός γονέας επιμένει και υποβάλλει την γνώμη του τόσο “μεγαλώνει” μέσα στο “παιδί του” και τόσο εκείνο “μικραίνει” στα μάτια του.

Η άρνηση του παιδιού είναι μια προσπάθεια ύπαρξης του παιδιού μέσα από το προσωπικό του βίωμα, την προσωπική του πράξη. Αυτή η πράξη για να μπορέσει να σταθεί πρέπει να στραφεί ενάντια στο γονέα, πρέπει να τον αμφισβητήσει για να βρεί το νόημα της και αυτό περιλαμβάνεται στον παιδαγωγικό ρόλο του γονέα σαν στοιχείο που οδηγεί στην αυτονόμηση “του παιδιού.
Η άρνηση του παιδιού λοιπόν είναι ένας πλούτος για τον γονέα και όχι μια καταστροφή διότι προβάλλει το παιδαγωγικό του έργο εφόσον προβάλλει την δυνατότητα που εκείνος έχει παραχωρήσει στο “παιδί του”,από την μία, και την ικανότητα του παιδιού από την άλλη, να διεκδικήσει την ζωή του και να της δώσει την πορεία που αυτό θέλει.

Συμπεράσματα

Για τους παραπάνω λόγους η παραχώρηση του δικαιώματος του παιδιού να διαχειρίζεται και να αποφασίζει για το μέλλον του μεγαλώνει την ισχύ του γονέα σαν παράγοντα και σαν συνθήκη της ελευθερίας “του παιδιού” παρά την περιορίζει.

Το “Για του καλό του” λοιπόν μπορεί να πάρει μια άλλη διάσταση η οποία δεν θα στηρίζεται στην επιβολή της απόφασης του γονέα, αλλά στην παραχώρηση και την εξασφάλιση εκείνου του χώρου/χρόνου μέσα στον οποίο το “παιδί” μπορεί να βιώσει κάνοντας πράξη την υπευθυνότητα απέναντι στην ζωή του.

Μια άλλη διάσταση όπου μπορεί να αποφασίσει για τον μέλλον του, χωρίς να φοβάται ότι θ' αξιολογηθεί άσχημα, αλλά αντιθέτως να γνωρίζει ότι ο γονέας είναι στο πλάι του για να τον υποστηρίξει, σε όποια απόφαση και να πάρει.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:JACQUELINE KIRSCH

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.