Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Ο ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ




ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΣΩΝ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΦΥΛΑ:

ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο φεμινισμός είναι μια συλλογή κοινωνικών θεωριών, πολιτικών κινήσεων και ηθικών φιλοσοφιών, σε μεγάλο βαθμό παρακινούμενη από ή αναφερόμενη σε εμπειρίες γυναικών, ιδιαίτερα σε σχέση με την κοινωνική, πολιτική και οικονομική τους κατάσταση. Ως κοινωνικό κίνημα, ο φεμινισμός εστιάζεται κατά πολύ στον περιορισμό ή εξάλειψη της φυλετικής ανισότητας και στην προώθηση των δικαιωμάτων, των συμφερόντων και των ζητημάτων των γυναικών στην κοινωνία.

Η φεμινιστική θεωρία αναδύθηκε τη δεκαετία του ’70 δηλώνοντας πως η σύγχρονη κοινωνία και οι κατασκευές της (νόμοι, θρησκεία, πολιτική, τέχνη κ.λ.π.) είναι βασικά προϊόντα των ανδρών και επομένως, έχουν πατριαρχικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τους οπαδούς της θεωρίας αυτής, η καλύτερη λύση για την καταπίεση των γυναικών θα ήταν η αντικατάσταση της πατριαρχίας με έναν πολιτισμό ισότιμο απέναντι στα δύο φύλα ή ένας διαχωρισμός των φύλων.

Στο κεφάλαιο που ακολουθεί, αναλύονται οι έννοιες του Φιλελεύθερου Φεμινισμού, του Μαρξισμού – Φεμινισμού, του Ριζοσπαστικού Φεμινισμού και τέλος, μια ιστορική αναδρομή για τον Φεμινισμό της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια.

1.1. Φιλελεύθερος Φεμινισμός

Ο φιλελεύθερος φεμινισμός, (Wikipedia, 2013) είναι μια μορφή φεμινισμού που υποστηρίζει πως η ισότητα των γυναικών μπορεί να επιτευχθεί με νόμιμα μέσα και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς να υπάρξει σύγκρουση με την ομάδα των ανδρών. Με τα σημερινά στάνταρ, ο φιλελεύθερος φεμινισμός είναι μια κάπως συντηρητική μορφή φεμινισμού, αν και έχει τις ρίζες του παραδοσιακά στον φιλελευθερισμό. Ο φιλελεύθερος φεμινισμός τείνει προς μια ισότητα ομοιότητας με τους άνδρες (όχι ένας φεμινισμός διαφορών). Ο φιλελεύθερος φεμινισμός κατανοεί την πολιτική υπό ατομιστικούς όρους και στοχεύει στην μεταρρύθμιση παρόντων «φιλελεύθερων» πρακτικών στην κοινωνία, παρά στην υποστήριξη μιας συλλήβδην επαναστατικής αλλαγής. Οι φιλελεύθεροι φεμινιστές τείνουν προς την υποστήριξη της νομιμοποίησης των γάμων ατόμων ιδίου φύλου, καθώς και της πολυγαμίας (που περιλαμβάνει την πολυγυνία και την πολυανδρία). Η άποψή τους είναι πως η κυβέρνηση δεν έχει κανένα δικαίωμα να ορίζει ποιο είδος ομόφωνης σχέσης θα συνάψουν οι πολίτες. Οι φιλελεύθεροι φεμινιστές τείνουν να είναι επίσης υπέρ της επιλογής όσον αφορά στις συζητήσεις για την [έκτρωση]. Ένα κοινό επιχείρημα που δίνεται γι´ αυτή τη θέση είναι πως κάθε άτομο πρέπει να έχει τον έλεγχο του σώματός του, και αυτό τους δίνει το δικαίωμα να παίρνουν ιατρικές αποφάσεις. Εξαιτίας της προσέγγισης αυτής στην αυτοδιάθεση, οι φιλελεύθεροι φεμινιστές τείνουν να υποστηρίζουν τη νομιμοποίηση ή αποποινικοποίηση της πορνείας, θέση που συχνά αντικρούεται από τους ριζοσπαστικούς φεμινιστές και από το θρησκευτικό δικαίωμα. Οι φιλελεύθεροι φεμινιστές τείνουν να βλέπουν την ποινικοποίηση της πορνείας ως μία νομοθετική πράξη βασισμένη στον πατριαρχικό έλεγχο επί των προσωπικών και επιχειρηματικών υποθέσεων των γυναικών, και γι’ αυτό καταπιεστική.

O φιλελεύθερος φεμινισμός μοιράζεται με τη φιλελεύθερη πολιτική θεωρία και τη φιλοσοφία του διαφωτισμού τις αρχές της ατομικότητας, της ισοτιμίας, της ελευθερίας, της αυτονομίας και της αυτοεκπλήρωσης, (Αθανασιάδου, 2002). Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, κοινωνικά δικαιώματα, προνόμια και ευκαιρίες πρέπει να προσφέρονται ισότιμα σε άνδρες και γυναίκες ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες της ζωής τους, οι οποίες μέχρι τον 18ο αιώνα τουλάχιστον καθοριζόταν από τη γέννησή τους. Πράγματι, οι ρίζες της φιλελεύθερης ιδεολογίας βρίσκονται στην ανάπτυξη της αστικής τάξης, η οποία προσπάθησε να κατασκευάσει 12 μια ελεύθερη κοινωνική οργάνωση, αδέσμευτη από ιεραρχίες καταγωγής και δεσμούς γέννησης.

Όπως αναφέρει ο Sapiro (1990), σύμφωνα με τη φιλελεύθερη ιδεολογία, οι πατριαρχικές σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα θεωρήθηκαν το ίδιο άδικες και ανυπόστατες, όπως αυτές ανάμεσα στο μονάρχη και στο άτομο. Οι φιλελεύθερες φεμινίστριες ισχυρίζονται ότι, όπως οι άνδρες, έτσι και οι γυναίκες γεννιούνται ελεύθερες και ίσες. Επομένως, οι διαφορές ανάμεσα στα φύλα δεν οφείλονται στη βιολογία, αλλά σε σεξιστικά στερεότυπα και στη διαφορετική εκπαίδευση ανδρών και γυναικών, γεγονός που διορθώνεται με την κατάλληλη κοινωνικοποίηση.

Η Δεληγιάννη-Κουϊμτζή (1994) μεταφέροντας τις αρχές που αποτελούν τη βάση των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των γυναικών, αναφέρει πως αυτές συνίστανται α) στην πρόκριση της «προσωπικής ολοκλήρωσης» ανδρών και γυναικών, ως βασικού στόχου της εκπαίδευσης, β) στην άποψη ότι «ίσο» σημαίνει «ίδιο» και όχι «αντίστοιχο» και γ) στην αντίληψη ότι οι έννοιες «διάκριση» και «ανισότητα» έχουν διαφορετικό περιεχόμενο, αφού η πρώτη υποδηλώνει μια κατάσταση, ενώ η δεύτερη μια πρακτική η οποία είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνη για την άρνηση των ίσων ευκαιριών και της κοινωνικής εκτίμησης των γυναικών σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό επίσης που διαφοροποιεί τις δύο έννοιες είναι η παθητικότητα που χαρακτηρίζει την ανισότητα, καθώς και το ότι σπάνια αυτή αναγνωρίζεται από όσους/ες την υφίστανται, σε αντιδιαστολή με τον ενεργητικό χαρακτήρα της διάκρισης και την ξεκάθαρη αναγνώρισή της από την πλευρά αυτών που την επιβάλλουν.

1.2 Μαρξισμός – Φεμινισμός

Ο Μαρξιστικός φεμινισμός, σύμφωνα με τη Δεληγιάννη-Κουϊμτζή (1994), είναι μια υποκατηγορία της φεμινιστικής θεωρίας, που εστιάζει στην αποσύνθεση του καπιταλισμού ως τρόπου για την απελευθέρωση των γυναικών και δηλώνει πως ο καπιταλισμός, ο οποίος αυξάνει την οικονομική ανισότητα, την εξάρτηση, την πολιτική σύγχυση και τελικά τις μη υγιείς κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι η ρίζα της καταπίεσης των γυναικών.

Μερικοί φεμινιστές της περιόδου αυτής ένιωσαν πως η έμφαση που δίνεται στην κριτική εναντίον της πατριαρχίας ήταν αρκετά περιοριστική και παραπλανητική και έτσι σύντομα αναδείχθηκαν φεμινιστές που ξεκίνησαν να αναλύουν την κατάσταση των γυναικών μέσω μιας βασισμένης στις τάξεις μαρξιστικής/σοσιαλιστικής προοπτικής.

Σύμφωνα με τη Μαρξιστική θεωρία, στις καπιταλιστικές κοινωνίες το άτομο σχηματίζεται μέσα από τις ταξικές σχέσεις. Δηλαδή, οι ικανότητες των ανθρώπων, οι ανάγκες και τα ενδιαφέροντά τους θεωρούνται πως καθορίζονται από τον τρόπο παραγωγής που χαρακτηρίζει την κοινωνία στην οποία κατοικούν.

Οι μαρξιστές φεμινιστές, σύμφωνα με την Mackkinnon (1982), βλέπουν την ανισότητα των φύλων να καθορίζεται τελικά από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τους μείζονες κοινωνικούς διαχωρισμούς ως σχετιζόμενους με τις τάξεις. Η υποταγή της γυναίκας θεωρείται ως μία μορφή καταπίεσης που διατηρείται, γιατί εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου και της ηγετικής τάξης. Οι μαρξιστές φεμινιστές έχουν επίσης επεκτείνει την παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση, θεωρώντας την οικιακή εργασία σαν έμμισθη εργασία.

Οι αναλύσεις των Μαρξιστριών Φεμινιστριών για το γυναικείο ζήτημα, (Feminist, 2013) στηρίζονται στη θεωρία του Engels για τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στο γάμο - ως πρωταρχικού θεσμού της καταπίεσης των γυναικών - και στην ατομική ιδιοκτησία που είναι συνδεδεμένη αδιάρρηκτα με τον καπιταλισμό και την ταξική κοινωνία. Υποστηρίζουν ότι οι γυναίκες θα επιτύχουν την απελευθέρωσή τους μέσα από τους κοινούς αγώνες τους με τους άνδρες της εργατικής τάξης για την αλλαγή του οικονομικού συστήματος. Εχθρός των γυναικών, λένε, δεν είναι οι άνδρες, αλλά ο Καπιταλισμός - κοινός εχθρός των γυναικών και των ανδρών. Θεωρούν ότι οι άλλες αναλύσεις εξυπηρετούν την άρχουσα τάξη, ότι αποσιωπούν τις ταξικές αντιθέσεις και ότι οι άλλες Φεμινίστριες αποπροσανατολίζουν με τη δράση τους τον αγώνα καθυστερώντας έτσι την επανάσταση.

1.3 Ριζοσπαστικός Φεμινισμός

Ο Ριζοσπαστικός Φεμινισμός, (Feminist, 2013) γεννήθηκε στην Αμερική στο τέλος της δεκαετίας του ‘60 σαν ένα εντελώς νέο ρεύμα, όχι μόνο γιατί είναι η πρώτη φορά που οι εμπειρίες των γυναικών προσεγγίζονται με πολιτικούς όρους, αλλά και γιατί για πρώτη φορά τίθενται σε αμφισβήτηση θέματα που άλλες φεμινιστικές προσεγγίσεις δεν είχαν αγγίξει καν, και επαναπροσδιορίζει αυτό που λέγεται πολιτική. Ξεκινάει από τη θέση ότι οι διακρίσεις κατά του κοινωνικού φύλου των γυναικών - κάτι που εθεωρείτο γενικώς ως "φυσική" κατάσταση - επηρεάζουν κάθε πλευρά της ζωής. Αντί να εξετάζει το δημόσιο τομέα - τους πολιτικούς παραδοσιακούς θεσμούς - για να βρει την απάντηση στο γιατί οι γυναίκες καταπιέζονται σε παγκόσμια κλίμακα, θέτει κατευθείαν το αξίωμα ότι "το προσωπικό είναι πολιτικό" και εξετάζει με ποιο τρόπο ελέγχεται η ανθρώπινη αναπαραγωγή από θεσμούς όπως ο γάμος, η αναγκαστική ετεροφυλοφιλία και η μητρότητα. Οι απλές μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα δεν μπορούν ν' αγγίξουν καν την βαθύτερη ουσία της καταπίεσης.

Οι Ριζοσπάστριες Φεμινίστριες είναι γυναίκες που προέρχονται κατευθείαν από το Κίνημα για την Απελευθέρωση των Γυναικών χωρίς να έχουν καμία σύνδεση με άλλα πολιτικο-φιλοσοφικά συστήματα και θέλουν να φτιάξουν ένα εντελώς νέο κοινωνικό σύστημα.

Όλες πιστεύουν ότι το κίνημα πρέπει να συγκροτείται αυτόνομα και μόνο από γυναίκες. Οι Ριζοσπάστριες Φεμινίστριες δημιουργούν φεμινιστικές εναλλακτικές δραστηριότητες: από χωριστές κοινότητες γυναικών και επιχειρήσεις - όπως καφενεία, βιβλιοπωλεία και δισκογραφικές εταιρείες - ως νέα θρησκευτικά σχήματα και υπηρεσίες υγιεινής με στόχο την ανάδειξη ενός γυναικείου πολιτισμού. Όλα αυτά συνιστούν ένα επαναστατικό τρόπο ζωής όχι μόνο γιατί βοηθούν τις γυναίκες να αποκτούν και να διαχειρίζονται ανάγκες που δεν κάλυπτε η πατριαρχική κοινωνία, αλλά και να οικοδομούν μια νέα φεμινιστική κοινωνία.

Η ανάγκη για μια γυναικοκεντρική ανάλυση προέκυψε από τη συνεχή αμφισβήτηση των δομών και των αξιών που έχουν κατασκευαστεί από τους άνδρες. Αναζητώντας μια διαφορετική από την πατριαρχία μορφή, οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες θέλουν να ανακτήσουν τις αξίες που είχαν χαρακτηριστεί γυναικείες και είχαν υποτιμηθεί στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες.

1.4 Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια

Η Δαράκη (1995), αναφέρει ότι ο φεμινισμός στην Ελλάδα πήρε συγκεκριμένη μορφή από το 1860. Τα κινήματα κατά της καταπίεσης στη γυναίκα σ’ όλο τον κόσμο είχαν τον αντίκτυπό τους και στη χώρα μας.

Η γυναίκα ως χθες, όπως αναφέρουν οι Αβδέλα και Ψαρά (1985), θεωρούνταν ανίκανη να κερδίσει τη ζωή της χωρίς την ανδρική βοήθεια. Και όμως, η γυναίκα σήμερα σε όλες τις πολιτισμένες χώρες έχει τα ίδια δικαιώματα με τον άνδρα.

Σύμφωνα με το (Τovima, 2013) η ημέρα της 8η Μαρτίου είναι αφιερωμένη στους αγώνες που έδωσαν και δίνουν οι γυναίκες για ισότητα. Μια επέτειος για προβληματισμό, αλλά και απολογισμό του ζητήματος. Όμως, υπάρχουν σαφέστατα δείγματα μιας θετικής πορείας. Μιας πορείας κατακτήσεων του «γυναικείου κινήματος». Τα πρώτα «σκιρτήματα» του «γυναικείου κινήματος» στην Ελλάδα της δεκαετίας του ‘30 προοιωνίζονταν μια καλύτερη θέση της Ελληνίδας στην κοινωνική πυραμίδα. Ωστόσο, ακόμη και οι πλέον αισιόδοξες πρωταγωνίστριες της περιόδου αυτής δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι τις επόμενες δεκαετίες οι Ελληνίδες θα έκαναν άλματα ως προς τη συμμετοχή τους στα κοινά, και μάλιστα σε μια βαλκανική σχετικά φτωχή χώρα, με το βαρύ φορτίο μιας αρκετά συντηρητικής παράδοσης, οι αγροτικές καταβολές της οποίας ευνοούσαν την επικράτηση μοντέλων πατριαρχικού χαρακτήρα. Όλα όμως αλλάζουν. Έκθεση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για την ισότητα κατέταξε την Ελλάδα στην 20ή θέση παγκοσμίως όσον αφορά τη θέση και τα δικαιώματα των γυναικών. Είναι μια σημαντική επιτυχία, αν ληφθεί υπόψη ότι η χώρα μας βρίσκεται μπροστά από προηγμένα βιομηχανικά κράτη, όπως είναι η Ιταλία. Εκτός από τον αγώνα και τις προσπάθειες των ίδιων των γυναικών, βασικό ρόλο διαδραμάτισε η ίδια η πολιτεία. Από τη δεκαετία του ‘80 και μετά υπήρξε και η πολιτική βούληση για την προώθηση της ισότητας. Πέρα από το Σύνταγμα, το 1983 η Βουλή υπερψήφισε χωρίς κανένα πρόβλημα νομοθετικές ρυθμίσεις που έδωσαν μεγάλη ώθηση στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ισότητας μεταξύ των δύο φύλων. Παραδείγματος χάριν, η κατάργηση της προίκας, όσο και αν σήμερα φαίνεται περίεργο, ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τη συγκεκριμένη περίοδο η Ελλάδα βρέθηκε στην πρωτοπορία του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου όσον αφορά το οικογενειακό δίκαιο. Στην κατάκτηση αυτή συνέβαλε αποφασιστικά το δυναμικό γυναικείο κίνημα της εποχής. Το 1993 είχαμε και νέο σημαντικό βήμα. Για πρώτη φορά οι συλλογικές συμβάσεις μεταξύ ΓΣΕΕ και εργοδοτών αναγνωρίζουν και γραπτώς την ισότητα ανδρών και γυναικών στον εργασιακό χώρο. Αναμφισβήτητα οι κατακτήσεις αυτές έδωσαν νέα ώθηση στην ισότιμη συμμετοχή των γυναικών σε πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής. Οι γυναίκες έχουν προχωρήσει με μεγάλα βήματα στην εκπαίδευση, στη μόρφωση και στην αγορά εργασίας». Ωστόσο μένουν ακόμη πολλά να γίνουν. Αυτό που πρέπει να αλλάξει και γίνονται αγώνες γι' αυτό είναι η νοοτροπία. Στερεότυπα και ρόλοι παραμένουν και το καθεστώς των διακρίσεων εντείνεται όταν υπάρχουν μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Σε κοινωνίες που περνούν μεταβατικές περιόδους, όπως και η δική μας, τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στην έξαρση της βίας κατά των γυναικών, στον αποκλεισμό από κέντρα λήψης αποφάσεων, όπως παραδείγματος χάριν η πολιτική.

Το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα, σύμφωνα με την Χαραλάμπους, μπήκε, λοιπόν, σε καινούριες συνθήκες και ο φεμινισμός σε όλο τον κόσμο τείνει να αποβάλλει ολοένα και περισσότερο την παλιά του μορφή αναφορικά με κάποιες ακρότητες που άλλοτε προκαλούσαν τη γενική ειρωνεία. Παρόλα αυτά η σύγχρονη άποψη για το φεμινισμό είναι ιδιαίτερα απαξιωτική, αφού οι ίδιες οι γυναίκες τον απαρνιούνται, συχνά τον χλευάζουν και θεωρούν αχρείαστη τώρα πια την ύπαρξή του. Ο φεμινισμός κερδίζει αρνητικούς χαρακτηρισμούς που εκτείνονται από το «ξεπερασμένος» ως το «αδιάφορος». Υπάρχει η κοινή άποψη ότι σήμερα οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες Ο σύγχρονος φεμινισμός έχει ν’ αντιμετωπίσει πολυπρόσωπες προκλήσεις, ξεκινώντας από την επικρατούσα αντίληψη ότι ο καθένας πρέπει να αναλάβει μόνος του τις προσωπικές του ευθύνες απέναντι στα προβλήματά του και καταλήγοντας, στο ότι τα μαζικά κινήματα, όπως ο φεμινισμός, που είχαν σκοπό να αλλάξουν τον κόσμο έχουν αποτύχει, απογοητεύοντας έτσι τους ανθρώπους και απομακρύνοντάς τους από τις πολιτικές ιδεολογίες και διαδικασίες.

Η ΕΙΣΑΓΩΓΉ από την
«Πτυχιακή Εργασία»
με τίτλο
Απόψεις του φοιτητικού πληθυσμού για τα στερεότυπα και τους ρόλους των δύο φύλων

των σπουδαστριών

Γραμματικού Θεώνη
Πετραλή Ελένη

Σαβουιδάκη Ιωάννα

πίνακας :THEODORE BENDA

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Ο Πολιτικός Λόγος και οι Κοινωνικές Ψευδαισθήσεις



Ο φόβος και οι πολίτες

Αιώνες τώρα, η πορεία της ανθρωπότητας τον φόβο χρησιμοποίησε για να φθάσει στο σήμερα. Μπαμπάδες, βασιλιάδες και θεοί διάνυσαν με ματωμένα βήματα την στράτα του υποκειμένου, περάσαν κάτω από την σάρκα του, και εναπόθεσαν τον σπόρο της ανεπάρκειας σαν αναπτυξιακό συστατικό της ύπαρξης. Το υποκείμενο έχει μάθει να θαυμάζει τον φόβο, να τον βάζει μέσα του και γύρω από αυτόν να κτίζει τον εαυτό του. Μέσα από αυτόν ψάχνει να κρύψει την ύπαρξή του, να αποφύγει την υπευθυνότητα των αναστεναγμών του, να μην υπάρχει.

Ο φόβος είναι το πανάρχαιο κατασκεύασμα πάνω στο οποίο στήθηκαν αυτοκρατορίες, βασιλείες και φασιστικά καθεστώτα που ονομάζονται τον τελευταίο αιώνα μετά-νεωτεριστικές δημοκρατίες της ψευδαισθητικής καθημερινότητας. Μέσα σε αυτές το υποκείμενο κρύβει την ύπαρξή του αναζητώντας την ασφάλεια που καμιά οικογένεια δεν το παραχώρησε χωρίς να πληρώσει με τον φόβο και την υποταγή. Χωρίς να πληρώσει με την υιοθέτηση αυτού που το σκοτώνει, για να αποφύγει τον υπαρξιακό θάνατο, και να οδηγηθεί στην αποδοχή της εξουσίας, αναπαράγοντας την ασφάλεια της υποταγής, ή διαλέγοντας την ανασφάλεια της αντίστασης.

Κανένας “πατέρας” δεν κέρδισε την θέση του χωρίς να υποκύψει στο φόβο και χωρίς να κάνει τους άλλους να υποκύψουν σε αυτόν. Ατελείωτες στρατιές φοβισμένων παιδιών έγιναν ενήλικες μέσα από το φόβο που μεγάλωσε μαζί τους και έγινε ένα με την ύπαρξή τους. Ο φόβος ήταν και είναι η πολιτιστική σκυτάλη που περνάει μια γενεά στην άλλη καθορίζοντας την καθυπόταξη σαν το συστατικό του μέλλοντος που γυρνάει στο παρελθόν. Λιγοστοί ήταν αυτοί που σήκωσαν το κεφάλι μόνο και μόνο για να τους το κόψουν!

Πατέρας, βασιλιάς και θεός πιασμένοι χέρι, χέρι διαβαίνουν αιώνες του υποκείμενου μετατρέποντας το σε αντικείμενο των εσωτερικευμένων διαβουλεύσεων του φόβου και της ανασφάλειας. Στο σύμπαν της μετά-νεωτερικότητας οι μυθικές παρουσίες τους μυθοποιήθηκαν ακόμα περισσότερο και πήραν διαστάσεις σωτήριες ενώνοντας την παρουσία τους με τον πολιτικό λόγο. Έτσι το υποκείμενο κουρασμένο σέρνεται μπροστά στα τεράστιες οθόνες με τις οποίες στόλισε το περιβάλλον της μιζέριας του. Μέσα από αυτές προσπαθεί να συμμετάσχει στην μυσταγωγία του λυτρωτικού αποπροσανατολισμού του. Προσπαθεί να χαρεί το εύρος της, να χαθεί μέσα του, ν' αφήσει πίσω την πραγματικότητα που το πληγώνει και να τυλιχτεί με την καλλιεργημένη ψευδαίσθηση που ημερεύει την αγωνία της ύπαρξης που κατατρώει τα σωθικά. Ο φόβος της πραγματικότητας ενεδρεύει κάθε στιγμή και οι κουρασμένοι πολίτες είναι ευάλωτα ευχαριστημένοι να απομακρύνονται από αυτόν μέσα από την ψεύτικη αποφυγή του.

Μέσα από τον φόβο, έμαθαν να περιμένουν ένα καινούργιο Μεσσία να κατεβαίνει τα χρυσοποίκιλτα σκαλοπάτια της διασημότητας. Χαίρονται την κορμοστασιά του λόγου του, την θολή εμπιστοσύνη του βλέμματος του, το δέος που αναδύει την αγαπημένη παραίσθησης της ζεστής αγκαλιάς του. Αφημένοι μέσα σε αυτή προσπαθούν να δραπετεύσουν από τον εαυτό τους. Σωτήρες που σκόρπισαν την ελπίδα στους αιώνες συνεχίζουν με τα μέσα που προσφέρει ο καθένας να κάνουν την παρουσία τους. Έτσι σήμερα τεράστιες οθόνες φέρνουν τους μετά-νεωτερικούς Μεσσίες στο σαλόνι του σπιτιού. Τα χαρακτηριστικά τους χαράσσονται στην ψυχή και ταιριάζουν με τις χαρακιές του φόβου της παιδικής ηλικίας. Συνταυτίζουν τις υπάρξεις τους και ενώ φαίνεται ότι η μια χαρακιά επουλώνει την άλλη στην ουσία την ανοίγει πιο πολύ. Για τον απλούστατο λόγο ότι ο φόβος και ο Μεσσίας πηγαίνουν μαζί. Ο ένας τροφοδοτεί το άλλον, έτσι ώστε η εξάρτηση από τους δύο να μην τελειώνει ποτέ.

Στην ουσία ο Μεσσία δεν είναι αυτός που έρχεται να διώξει τον φόβο, αλλά αυτός που τον κουβαλάει. Οι κουρασμένοι πολίτες δεν μπορούν να το πιστέψουν αυτό. Περιμένουν ένα καινούργιο λόγο που θα χαϊδέψει τα φοβισμένα αυτιά τους, που θα φέρει κοντά τα χαμένα ιδανικά μιας μιας προδομένης παιδικότητας που ποτέ δεν έγιναν πραγματικότητα. Που θα φέρει κοντά το φανταστικό διάκοσμο μιας μελλοντικής κοινωνικής ευτυχίας που ακόμα και αν δεν πραγματοποιήθηκε είναι εδώ για να γιατρεύει την στυγνή διαχειρισημότητα της οικονομίας. Στην ουσία περιμένουν από το Μεσσία κάτι το διαφορετικό από την στυγνή παρουσία των οικονομικών συντελεστών της μεταπρατισής τους. Οι μεταμοντέρνοι εραστές του αδιανόητου, που η ματαιοδοξία τους, τους οδήγησε στην άσκηση της πολιτικής σε αυτό έχουν επιστρατευτεί. Να κατασκευάζουν τα σκαλοπάτια του παραδείσου μέσα από το λόγο τους. Μέσα από αυτόν οι πολιτικοί γίνονται Μεσσίες μπροστά στα προδομένα υποκείμενα που με κούραση κουβαλάνε ιδιότητα του πολίτη.

Οι πολιτικοί άνδρες

Οι πολιτικοί άνδρες αγάπησαν την εξουσία και θήτευσαν στην υπακοή της, βάζοντας σαν πρώτο μέλημά τους την διάδοσή της μέσα από τα διάτρητα σαρκία του ναρκισσισμού τους. Πολιτικοί άνδρες όλων των αποχρώσεων παρελαύνουν ακούραστοι με την ελπίδα να γίνουν κάποτε “Πατέρες του έθνους”. Με την ελπίδα να αναπαράγουν τον θαυμασμό και την υποταγή, σαν τα δύο άκρα που αποκλείουν την ελευθερία, διαλαλώντας την δήθεν δημοκρατία. Με αυτό τον τρόπο επένδυσαν στο σιγανό θάνατο της ελπίδας του πολίτη για να θρέψουν την δική τους.

Οι πολιτικοί άνδρες, παρ' όλες τις διαφορές τους, συμφωνούν να είναι πάντα πρόσχαροι. Να είναι έτοιμοι να κρύψουν μια πραγματικότητα που τους ελέγχει, εμφανίζοντας την ότι αυτοί την ελέγχουν. Πάντα προσεγμένα πρόσχαροι, πάντα ακούραστοι, πάντα ανοιχτοί, να σφίξουν το χέρι του υποκειμένου. Πάντα χύνεται η ελπίδα χωρίς σταματημό από τα αλλοπαρμένα βλέμματα τους. Ποτέ δεν σταματάνε να προτείνουν πανάρχαιες λύσεις για καινούργιες, διαφωνώντας σε αυτό που συμφωνούν. Φαντάζουν γεμάτοι δύναμη, αποφασιστικότητα, πολλές φορές χωρίς συναισθηματισμούς, κάτι που αρέσει στο πολίτη. Αυτή η ηγετική μορφή που προβάλουν αυτή η σκληρότητα που δείχνουν, φαίνεται ότι καλύπτει το υποκείμενο ακόμα και όταν είναι εναντίον του. Έτσι καλλιεργούν την ανασφάλεια, εκπέμποντας την ψευδαίσθηση της ασφάλειας.

Φοράνε προσωπεία που κρύβουν την τραγωδία που περιμένει κάθε γενιά κρυμμένη, κάτω από τα ευχολόγια για μια νέα εποχή. Θολά πρόσωπα ενός θιάσου, που χάνονται και ξαναβρίσκονται με το πέρασμα των χρόνων καταλαμβάνοντας τους ρόλους παλιών επαγγελματιών του λόγου για μια εξαϋλωμένη πραγματικότητα. Επιβάλλονται σαν διάτονοι αστέρες καθορίζοντας το στερέωμα της αμφιβολίας με τον πολιτικό λόγο της φτωχιάς που πλούσια σκορπούν στο ζαλισμένο πλήθος. Έρχονται σαν προστάτες, σαν τεράστιοι μπαμπάδες με εκείνες τις αγκαθωτές αγκαλιές που κανένα παιδί δεν χωράει μέσα τους παρά μόνο για να το παραβιάσουν. Έτσι ο πολίτης γίνεται ένα παιδί μέσα από το ψεύτικο πλαίσιο μια προστασίας η οποία λειτουργεί πάντα υπέρ τους. Ο πολίτης-παιδί μεταφέρει το τραύμα μέσα στην άγρια πόλη προσπαθώντας να επουλώσει την αιμορραγία, αλλά κάθε φορά που ο λόγος του πολιτικού φαίνεται επουλωτικός τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει η πληγή του να μεγαλώσει. Έτσι μέσα από την σκόνη με την οποία ντύνει την πραγματικότητα, ο πολιτικός λόγος χαϊδεύει τα διψασμένα ημισφαίρια του πολίτη-παιδί για ενδιαφέρον και προσοχή, για προστασία και ασφάλεια.

Ο θυσιαστικός λόγος σαν πολιτικός

Απομονωμένο μέσα στο πλήθος, πεταμένο στην δανική θαλπωρή του οικονομικού συστήματος, με την αίσθηση της κοροϊδίας σαν στοιχείο μιας πραγματικότητας που δυσκολεύεται να την αναγνωρίσει, το υποκείμενο, νοιώθει σαν αντικείμενο σκοτεινών διαβουλεύσεων. Προσπαθεί μάταια να διαχειριστεί τα ποσοστά ύπαρξης που θα του απομείνουν πριν συμπληρωθεί ο χρόνος παραμονής του σε αυτή την ματαιότητα που τον περιτριγυρίζει. Προδομένο από τον ίδιο του τον εαυτό - αυτόν που πίστεψε ότι τα όνειρα και οι κοινωνικές προσδοκίες κάποτε ευοδώνονται - στέκεται απέναντι στην ψευδαίσθηση που καλλιεργείται από τον πολιτικό λόγο, για να μπορέσει να επανακτήσει την ελπίδα. Η αφηγηματική του ψευδαίσθηση αραδιάζει εικόνες ευημερίας σε ανήλια και βρώμικα πεζοδρόμια και το υποκείμενο προσπαθεί να τυλιχτεί με αυτές, να μην αντικρίσει την πραγματικότητα της μεταπράτησης του σε εμπόρευμα φτηνό και αμελητέο.

Στην επιφάνεια της οθόνης, παρελαύνουν πρόσωπα που κέρδισαν την αναγνωρισιμότητα μέσω της ενασχόλησής τους με τα κοινά. Χαμογελαστά προσωπεία που με μια ξεδιάντροπη σιγουριά σκεπάζουν στην φαιά ουσία του υποκειμένου με την ισχύ ενός ανίσχυρου πολιτικού λόγου, που διοχετεύεται από κανάλια επικοινωνίας μεγαλώνοντας το ανύπαρκτο κύρος του. Μέσα από την διαμεσολάβησή του με την πραγματικότητα αποκτά την ικανότητα να μεταλλάσσει την χημεία των οργάνων αντίληψης, στάζοντας σταγόνα, σταγόνα το δηλητήριο της ανεπάρκειας του, και δημιουργώντας το λεηλατημένο χωρόχρονο ύπαρξης του υποκειμένου σαν πολίτη.

Οι κοινωνικές ψευδαισθήσεις είναι προϊόν της βιομηχανίας του θεάματος στην οποία ο πολιτικός είναι ο πρωταγωνιστής. Είναι ο τραγωδός, αυτός που πρώτος έχει σκύψει το κεφάλι στις μεγάλες δυνάμεις και μέσα από την υποταγή του έρχεται να διδάξει με το παράδειγμά του το πλήθος. Είναι το γέννημα και το θρέμμα, ενός σαδιστικού καθεστώτος, που εκκολάπτει το μαζοχισμό και τον διανέμει στα φοβισμένα πλήθη. Ο λόγος του είναι ετοιμασμένος για να διατηρεί την ψευδαίσθηση του θυσιαστηρίου της καθημερινότητας στα αναγκαία όρια για την επιβίωση του οικονομικού συστήματος. Καταγίνεται με την αναπαράσταση μια πραγματικότητας όπου η σαδιστική παρουσία του είναι αναγκαία για την λειτουργία των μαζοχιστικών ψευδαισθήσεων. Είναι φτιαγμένος για να καλλιεργήσει την υποταγή κρυμμένη μέσα από την ελπίδα που ιδιοποιείται σαν να είναι κτήμα του.

Η δική του τάση κυριαρχίας συναντά την κατασκευασμένη διαχρονικά τάση υποταγής του υποκειμένου. Η επικράτηση του σαν μεσάζων ανάμεσα στο υποκείμενο και την πραγματικότητα κάνει το ασήμαντο σημαντικό και διαμορφώνει την πραγματικότητα μέσα από το βλέμμα της οικονομικής κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρώτον, ο κυριαρχικός λόγος του πολιτικού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και δεύτερον ότι η κυριαρχία του δεν είναι άλλη από αυτή της οικονομίας από την οποία είναι και ο ίδιος κυριαρχημένος. Άρα η κυριαρχικότητα του λόγου του συνοψίζεται στην ικανότητα να προβάλλει σαν φυσιολογική μια πραγματικότητα που μαστίζεται από το παραλογισμό.

Ο κυριαρχικός λόγος του πολιτικού καλλιεργεί την υποταγή χαϊδολογώντας την ανασφάλεια και τους παιδικούς φόβους του υποκειμένου. Αναλαμβάνει να ντύσει την ύπαρξη του με το φόβο και την υποταγή ενώ διαλαλεί ότι μάχεται για την ελευθερία του, δηλαδή Βοηθάει στην επανάληψη των καταστάσεων μέσα από τις οποίες λέει ότι θα το βγάλει. Έρχεται να καλύψει την κατασκευασμένη ανεπάρκεια του υποκειμένου και να το βγάλει από τον δύσκολο δρόμο της απόφασης. Το υποκείμενο λουφάζει στην θεσούλα που του εξασφαλίζει την μιζέρια της ασφάλειας που δεν είναι παρά η ανασφάλεια που καραδοκεί κάθε πράξη του. Έτσι όσο αποφεύγει την πράξη τόσο γλυτώνει και από την ανασφάλεια. Η αποφυγή της κοινωνικής πράξης δεν είναι παρά η αποδοχή της κοινωνικής θυσίας.

Δεν είμαστε πολύ μακριά από τις τελετουργίες που προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τους θεούς. Ο θεός της οικονομίας θέλει και αυτός τις τελετουργίες τους. Η φωνή του πολιτικού απλώνεται σαν την φωνή του μέγιστου εκστασιασμένου ιεράρχη μπροστά στο ιερό βωμό της καθημερινότητας του υποκειμένου. Ο ανίσχυρος πολιτικός λόγος δυναμώνει προβάλλοντας τις θυσιάστηκες τελετουργικές στους ναούς του χρήματος. Αυτός λοιπόν καθορίζει τους όρους της θυσίας, διότι η θυσία πραγματώνεται με την εξαγορά του χρόνου ύπαρξης των νέων γενεών και ορίζει το μέλλον της από την ικανότητα της μεταπράτησης των υπάρξεων σε εμπόρευμα φορτωμένο στα καμιόνια του χρόνου. Δυστυχώς ακόμα και σήμερα στον “πολιτισμένο κόσμο” η Θυσία είναι μια πρακτική που κανείς δεν αρνείται τον παραλογισμό της, αντίθετα εξαίρουν όπως παλιά, τις ευγερτικές επιδράσεις της στην ανάπτυξη της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας. Η θυσία είναι ένα από τα βασικά συστατικά της λειτουργίας του οικονομικού συστήματος.

Τα θύματα πορεύονται συγκινημένα από την θαλπωρή του πόνου και της προσμονής της αγάπης. Κατευθύνονται μόνα τους στο δρόμο της λύτρωσης που φέρνει την υποταγή σαν το βασικό χαρακτηριστικό ενός ευτυχισμένου κοινωνικού θανάτου. Το θύμα έχει διδαχτεί αυτή την συμπεριφορά από τα γεννοφάσκια του. Στην πορεία του μέχρι τον βωμό, όσες φορές προσπάθησε να “σηκώσει κεφάλι” συγγενείς γνωστοί και ξένοι το συμβούλευαν να συμμορφωθεί, να υποκύψει, να δεχτή την θυσία για να μπορέσει να επιβιώσει. Οι θεατές είναι και αυτοί θύματα των οποίων η ώρα δεν έχει έρθει. Τρέμουν και χαίρονται συγχρόνως που δεν είναι αυτοί στην θέση του θύματος. Ο πολιτικός λόγος λοιπόν, τα συνοδεύει, τους δείχνει το νόημα των πεπραγμένων, καθορίζει τους στόχους, δικαιολογεί την θυσία και της δίνει το εξαγνιστική της μορφή σαν κατάσταση που αναγεννά την κοινωνία.

Συμπεράσματα

Η ισχύ του πολιτικού λόγου συνίσταται:

Στην δυνατότητα του να καθοδηγεί ανεμπόδιστα, τα βήματά του υποκειμένου στο θυσιαστικό βωμό της οικονομίας, προβάλλοντας την σαν πορεία δημιουργίας.

Και στην ικανότητα που δείχνει στην κατασκευή ενός σαδομαζοχιστικού παρόντος, προβάλλοντας το σαν προϋπόθεση ενός απελευθερωμένου μέλλοντος.

Κερεντζής Λάμπρος

Ζωγραφική σε τοίχο του Περού του Cusco.

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Κοινωνική κρίση και έκλυση ψύχωσης




Ο όρος «κρίση» δεν είναι ψυχαναλυτικός. Λαμβάνοντας την ετυμολογία του εκ του κρίνω που σημαίνει αφενός διατυπώνω μια κρίση, αφετέρου διαχωρίζομαι, αποχωρίζομαι εξού και το λατινικό crevi, κάθε κρίση, είτε κοινωνική είτε οικονομική είτε ηθική είτε τέλος υποκειμενική, σχετίζεται με μια τομή, με μια ρωγμή. Κάτι νέο εισάγεται στις έως τότε κοινωνικές ή υποκειμενικές συντεταγμένες -και μάλιστα, ως επί το πλείστον, αυτή η εισαγωγή συντελείται βίαια- και οι προκείμενες καλούνται να βρουν κάποιους τρόπους ώστε να επανέλθει μια καινούρια ισορροπία.

Όπως αναφέρει ο Ζ. Α. Μιλλέρ, «στην διάρκεια μιας κρίσης ο λόγος, οι λέξεις, οι συνήθειες, οι ρουτίνες, ολόκληρος δηλαδή ο συμβολικός μηχανισμός, ξαφνικά αποδεικνύεται ανεπαρκής για να στομώσει ένα πραγματικό που δεν κάνει παρά του κεφαλιού του»[1].

Σχολιάζοντας το παραπάνω ας υπογραμμίσουμε τα εξής:

Α) Η κρίση σχετίζεται με τον χρόνο, αντικειμενικό ή υποκειμενικό, η συνέχεια του οποίου διατελεί σε εκκρεμότητα. Η κρίση μπορεί να διαρκεί ή να είναι βραχεία, οι συνέπειές της όμως ως προς το πώς βιώνεται από το ίδιο το υποκείμενο, ποικίλλουν:

α) ο χρόνος μπορεί να σταματήσει, να παγώσει, για παράδειγμα μετά από έναν ψυχικό τραυματισμό, συνέπεια ενός σεισμού,
β) ο χρόνος μπορεί να επιταχυνθεί σε σημείο που το άτομο να χάσει τις υποκειμενικές του συντεταγμένες,
γ) μπορεί επίσης να ακινητοποιηθεί, συνέπεια ενός πένθους που βυθίζει, για παράδειγμα, το υποκείμενο σε μια κατάθλιψη,
δ) είτε, τέλος, το υποκείμενο να βρεθεί εκτός χρόνου μέσα από μια αυτοκτονική διάπραξη.

Β) Η κάθε κρίση σχετίζεται επίσης με το συμβολικό σύστημα, δηλαδή με τη γλώσσα η οποία ενώπιον της κρίσης, υψώνει ένα τοίχος. Οι λέξεις, σε έναν πρώτο χρόνο, αδυνατούν να μας δώσουν μια εξιστόρηση για το τι συνέβη, μια επικοινωνία περί του τραυματικού γεγονότος, η γλώσσα λοιπόν βρίσκεται ενώπιον του αδύνατου να αντέξει, του ανείπωτου, αυτού που δεν μπορεί να φανταστεί οπότε ο συμβολικός ιστός καθίσταται αδύνατος, αναποτελεσματικός.

Γ) Τέλος, θα πούμε ότι αυτή η αδυνατότητα του συμβολικού να ανταπεξέλθει της κρίσης σχετίζεται με την οπή που διανοίχτηκε σε αυτό εξαιτίας της παρείσφρησης του πραγματικού. Τι είναι το πραγματικό; Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με την ψυχανάλυση, η έννοια του πραγματικού διαφέρει της έννοιας της πραγματικότητας. Το πραγματικό είναι εκτός νοήματος, το αδύνατον προς συμβολοποίηση και κατ’ επέκταση εκτός απώθησης.

Στο γραπτό του «Το Σεμινάριο για ″Το κλεμμένο γράμμα″» ο Λακάν αναφέρει ότι ο αυτοματισμός της επανάληψης «έχει τη βάση του σε ό,τι αποκαλέσαμε εν-ιστάμενη εμμονή (insistence) της σημαίνουσας αλυσίδας και αυτήν την έννοια την αναδείξαμε ως σύστοιχη με την εξ-ιστάμενη τοπική (ex–sistence) όπου πρέπει να τοποθετήσουμε το υποκείμενο του ασυνειδήτου…»[2].

Ο όρος της εξ-ιστάμενης τοπικής ορίζει το πραγματικό και αφορά έναν πυρήνα εκτός συμβολικού και φαντασιακού. Με άλλα λόγια ο εν λόγω όρος είναι ετερογενής τόσο προς το συμβολικό όσο και προς το υποκείμενο και δείχνει την έκκεντρη θέση του υποκειμένου του ασυνειδήτου. Πέραν λοιπόν της επανάληψης το υποκείμενο, ως υποκείμενο του ασυνειδήτου, λαμβάνει την καταγωγή του από ένα ετερογενές στοιχείο, ένα υπόλοιπο που είναι δείκτης απόλαυσης, εκτός συμβολοποίησης.

Κατά την διάρκεια κοινωνικών κρίσεων παρατηρούνται αλλαγές, είτε θετικές είτε αρνητικές. Μια οικονομική κρίση, ένας πόλεμος για παράδειγμα, μπορεί να συνιστά κίνητρο για ένα υποκείμενο ώστε να επινοήσει νέους τρόπους παραγωγής για να ανταπεξέλθει της κρίσης. Οι τέχνες επίσης, κατά την διάρκεια μιας κρίσης, αναπτύσσονται διαφορετικά, καινοτομούν, δημιουργούνται νέα ρεύματα. Από την άλλη πλευρά, επειδή μια κρίση φέρνει το υποκείμενο στα ψυχικά του όρια και δη στην υπερπήδηση αυτών των ορίων, η κρίση συντελεί με την σειρά της στην έκλυση των συμπτωμάτων του.

Στην νεύρωση εκδηλώνεται άγχος, πανικός και κάθε είδους νευρωτικά συμπτώματα –φοβικά, ψυχαναγκαστικά, υστερικές σωματομετατροπές κλπ. Το νευρωτικό υποκείμενο μπορεί πιο εύκολα να ανταπεξέλθει μιας κρίσης, η αποδιοργάνωσή του είναι, θα λέγαμε, μερική. Αντίθετα, στην ψύχωση έχει παρατηρηθεί ότι κατά τη διάρκεια μιας κρίσης μπορεί να πυροδοτηθεί ένα ψυχωτικό επεισόδιο. Το ψυχωτικό υποκείμενο είναι πιο επιρρεπές κατά την διάρκεια κοινωνικών κρίσεων να υποστεί βαθύτερες αποδιοργανώσεις και αποσταθεροποιήσεις που αγγίζουν την υποκειμενική του ταυτότητα και τούτο συμβαίνει διότι η πατρική μεταφορά, δηλαδή το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ή τα υποκατάστατά του, δεν εγγράφονται υπό μορφή απώθησης και φαντασίωσης στην δομή του.

Πιο ειδικά, αυτό παρατηρήθηκε αρχικά στην περίπτωση Λαντρύ[3]. Επρόκειτο για έναν έγγαμο άνδρα, πατέρα δυο παιδιών, ο οποίος κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου προέβη σε είκοσι τέσσερις εγκληματικές διαπράξεις. Ο πόλεμος δηλαδή ως οικονομική κρίση συντέλεσαν στην έκλυση της ψύχωσής του η οποία εκδηλώθηκε υπό μορφή εγκληματικών διαπράξεων. Στην δίκη του ομολόγησε ότι προέβη σε αυτές τις διαπράξεις υπό το κράτος οικονομικής δυσπραγίας και ότι οι άτυποι αρραβώνες με τις άτυχες γυναίκες που τις έκαιγε σε έναν φούρνο για να εξαφανίσει τα ίχνη τους, είχαν ως στόχο τα περιουσιακά τους στοιχεία τα οποία ο ίδιος σφετεριζόταν για να θρέψει την νόμιμη οικογένειά του.

Γνωρίζουμε ότι η έκλυση μιας ψύχωσης υπακούει σε αυτό που ο Λακάν ονομάζει οι γόνιμες στιγμές[4]. Αυτές οι γόνιμες στιγμές θα μπορούσαν να εντοπίζονται στο πλαίσιο μιας σχεδόν οιδιπόδειας κατάστασης: πρόκειται, για παράδειγμα, όσον αφορά το παρανοϊκό έγκλημα, για μια ατυχή συνάντηση με τον Ένα Πατέρα ο οποίος έρχεται και καταλαμβάνει εμβόλιμα τη θέση τρίτου στο φαντασιακό ζευγάρι που το ψυχωτικό υποκείμενο είχε συνάψει με τον άλλο(η).

Όταν αυτό το φαντασιακό ζευγάρι κλυδωνιστεί, τότε το υποκείμενο επιδέχεται να προβεί σε μια εγκληματική διάπραξη προσκειμένου να περισώσει κάτι από το είναι του. Ας υπενθυμίσουμε άλλωστε ότι ο Λακάν ορίζει την παράνοια ως «αυτή που ταυτίζει την απόλαυση στον τόπο του Άλλου ως τέτοιον»[5].

Με άλλα λόγια, όταν το υποκείμενο προβαίνει σε μια εγκληματική διάπραξη βρίσκεται υπό το κράτος μιας απόλαυσης που εντοπίζεται στον Άλλο, δηλαδή ο Άλλος έχει αποκτήσει καθεστώς κακού και το υποκείμενο άγεται υπό το κράτος αυτής της παραληρηματικής βεβαιότητας.

Σε αυτά τα υποκείμενα παρατηρείται επίσης μια δυσκολία στην σύναψη κοινωνικού δεσμού, τόσο κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, όσο και κατά την ενήλικη ζωή τους. Παρατηρείται επίσης απουσία αναπληρωματικών μηχανισμών (γράψιμο, τέχνη, επιστήμη) οι οποίοι θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν την ανεπάρκεια ενός ορίου, ενός νόμου, ενός φρένου ως προς την απόλαυση που κατακλύζει το υποκείμενο, ελλείψει λειτουργίας της πατρικής μεταφοράς, καθότι διακλεισμένη, ακυρωμένη. Επίσης, στο ιστορικό αυτών των ατόμων υπάρχει σημαντική παρουσία και άλλων μορφών διαπράξεων (αυτοκτονικές, over dose, τραυματισμοί κλπ.).

Στην σημερινή εποχή, εποχή που σημαδεύεται από διαρκείς κρίσεις, είναι σημαντικό να εξετάσουμε και άλλους τρόπους έκλυσης ψύχωσης, αναφερόμενοι στην τελευταία κλινική του Λακάν, την κλινική της απόλαυσης[6]. Είναι σημαντικό δηλαδή να επερωτήσουμε το ζήτημα της κρίσης έχοντας ως αφετηρία όχι μόνον τις γόνιμες στιγμές έκλυσης των κλασσικών ψυχώσεων (παράνοια, σχιζοφρένεια, μελαγχολία, μανιοκατάθλιψη) αλλά και ό,τι ονομάζουμε στιγμές έκλυσης των κανονικόμορφων ψυχώσεων.

Οι τελευταίες μπορούν να ιδωθούν υπό το πρίσμα της τελευταίας κλινικής του Λακάν, αυτήν του βορρόμειου κόμβου, την κλινική της απόλαυσης. Οι εν λόγω ψυχώσεις, αν και στατιστικά πολύ συχνές, είναι δυσδιάκριτες ως προς την συμπτωματολογία τους, υπό την έννοια της ύφεσης ή και της παντελούς απουσίας στοιχειωδών ψυχωτικών φαινομένων (παραλήρημα, νεολογισμοί, ψευδαισθήσεις, νοητική αποδιοργάνωση, αυτοματισμοί κλπ.). Εντούτοις, μπορούν να διακριθούν διότι υπακούουν στην εξής τριάδα: έκλυση, ξέκομμα, αποσύνδεση.

Ο Ζακ Αλέν Μιλέρ θα προσεγγίσει την κανονικόμορφη ψύχωση, τόσο συχνή στην εποχή μας, μέσω μιας τριπλής εξωτερικότητας[7]: α) μια κοινωνική εξωτερικότητα, β) μια σωματική εξωτερικότητα, γ) μια υποκειμενική εξωτερικότητα, ειδοποιά γνωρίσματα της αποσύνδεσης του υποκειμένου.

Πρόκειται για υποκείμενα στα οποία έχει διαταραχθεί το αίσθημα ζωής σύμφωνα με μια ή και με όλες τις παραπάνω εξωτερικότητες. Στην πρώτη περίπτωση εξωτερικότητας η κοινωνική ταύτιση του υποκειμένου είναι σαθρή, με άλλα λόγια το υποκείμενο βρίσκεται σε αρνητική σχέση με την κοινωνική του ταύτιση, εξού και το ξέκομμά του ή η αποσύνδεσή του από τον κοινωνικό ιστό. Στη δεύτερη περίπτωση παρατηρούμε μια εξωτερικότητα του υποκειμένου με τον σωματικό Άλλο. Το σώμα δηλαδή και η συνεκτικότητά του ως ολότητα τείνει προς διάλυση και το υποκείμενο είναι αναγκασμένο να επινοήσει νέους τρόπους ή τεχνητούς δεσμούς ώστε να επανοικειοποιηθεί το σώμα του. Στην τρίτη περίπτωση έχει παρατηρηθεί μια σταθερή ταύτιση του υποκειμένου με το απόρριμμα. Αυτή η ταύτιση δεν είναι συμβολική αλλά είναι πραγματική. Έτσι, ο υποκειμενικός Άλλος ανιχνεύεται πολύ εύκολα σε αυτήν την εμπειρία του κενού και της ασάφειας που τόσο συχνά χαρακτηρίζει το κανονικόμορφο ψυχωτικό υποκείμενο.

Έτσι, για παράδειγμα, είναι διαφορετικό να μιλάμε για έκλυση ψύχωσης σε μια στιγμή κοινωνικής κρίσης κατά την διάρκεια της οποίας το υποκείμενο έκανε μια ατυχή συνάντηση με τον Ένα Πατέρα που συνιστά την θεώρηση της πρώτης κλινικής του Λακάν, και διαφορετικό να μιλάμε για μια έκλυση ψύχωσης συνέπεια μιας αποδέσμευσης του φαντασιακού από το συμβολικό ή το πραγματικό. Στην δεύτερη περίπτωση η εν λόγω αποδέσμευση, συνέπεια για παράδειγμα μιας έως τότε εξισορροπητικής φαντασιακής ταύτισης, ή μιας εγκατάλειψης του υποκειμένου από τον Άλλο, καταδεικνύουν την διάλυση του κόμβου και την παρείσφρυση του πραγματικού.

Σε αυτήν την περίπτωση η κοινωνική εξωτερικότητα και η υποκειμενική εξωτερικότητα είναι στοιχεία συμπτωματικά που μας δείχνουν ότι το υποκείμενο βρίσκεται σε κρίση και ότι η έκλυση ψύχωσης συντελείται ή έχει ήδη συντελεστεί.

Είναι σημαντικό λοιπόν το πώς θα απαντήσουμε και τι θέση θα έχουμε ενώπιον τέτοιων υποκειμένων. Μια απάντηση μέσα από καθιερωμένες στάσεις μπορεί να έχει καταστροφικά αποτελέσματα και να συντελέσει, όπως εύστοχα σημειώνει η Hannah Arendt[8], σε μια νέα, επιπρόσθετη κρίση.

Από
την
ΝΤΟΡΑ ΠΕΡΤΕΣΗ
Δρ Ψυχανάλυσης, μέλος της Παγκόσμιας Εταιρείας Ψυχανάλυσης.


Βιβλιογραφία:
1. J. A. Miller, «La crise financière vue par J. A. Miller», Paris, Marianne,10, octobre 2008.
2. Jacques Lacan, Το σεμινάριο για «Το κλεμμένο γράμμα», Αθήνα, Πατάκη, 2010, σ. 11.
3. Francesca Biagi Chai, Le cas Landru à la lumière de la psychanalyse, Paris, Imago, 2007.
4. J. Lacan, Ecrits, «D’une question préliminaire à tout traitement possible de la psychose», Paris, Seuil, 1966.
5. J. Lacan, «Présentation des Mémoires d’un névropathe», Autres écrits, Paris, 2001, Seuil, σ. 215.
6. Théodora Pertessi, Vers une clinique de la jouissance, thèse doctorat en psychanalyse, Université Paris VIII, 2009.
7. Ζακ Αλέν Μιλέρ, «Επιστρέφοντας στην κανονικόμορφη ψύχωση», Fort-Da, Νο 3, Αθήνα, Ψυχογιός, 2013, Μετ. Α. Αθανασιάδου.
8. Hannah Arendt, Totalitarisme et banalité du mal, Paris, PUF débats, 2011, σ. 112.


πηγή:http://crime-in-crisis.com/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%AD%CE%BA%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%88%CF%8D%CF%87%CF%89%CF%83%CE%B7%CF%82/

Φτογραφία: Kasia Derwinska

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

“Για το καλό σου”.



Σαν Παλιό Σινεμά

Στο παλιό “καλό” κινηματογράφο ήμασταν μάρτυρες - και ήμαστε ακόμα, στο βαθμό που κάθε βράδυ υπάρχει και μια παλιά ταινία στην τηλεόραση - μιας ψευδό-αντιπαράθεσης ανάμεσα στους γονείς και τα “παιδιά” με στόχο την αποκατάσταση τους μέσω του γάμου. Ο γάμος, εκείνη την εποχή, ήταν το ζητούμενο για την επιτυχή αναπαραγωγή της κοινωνίας. Ήταν το γεγονός το οποίο θα έλυνε όλα τα προβλήματα του “παιδιού” χωρίς να αναφέρεται στο τι προβλήματα προκύπτουν μετά από αυτόν. Ήταν ένας οικογενειακός στόχος ο οποίος δεν είχε συνέχεια εφόσον οι όλες σχεδόν οι ταινίες τελείωναν με τους νεόνυμφους να βγαίνουν από την εκκλησία.

Ο γάμος ήταν η ιερή στιγμή όπου συναντιόνταν η φτώχεια και ο πλούτος. Ήταν η επίλυση του κοινωνικού προβλήματος μόνο σαν οικονομικού γι' αυτό το κριτήριο για την επιτυχία του ήταν η εργασία του μέλλοντα γαμπρού, ή, η προίκα της νύφης. Η όλη πλοκή λοιπόν συγκεντρωνόταν στην επιλογή του μέλλοντος γαμπρού, ή της μέλλουσας νύφης όπου η επέμβαση των γονέων ήταν καταλυτική.

Αυτό το σημείο μας ενδιαφέρει όπου παρουσιάζει το δικαίωμα των γονέων να διαχειρίζονται το παρόν και το μέλλον “των παιδιών τους” σαν να είναι δικά τους Δικαιωματικά όριζαν και καθόριζαν τόσο την επιλογή του προσώπου που θα νυμφευόταν “το παιδί τους” όσο και τις περαιτέρω διαδικασίες που αφορούσε την σχέση πριν και μετά από το μυστήριο. Όλη αυτή η οικογενειακή επιχείρηση της επιβολής έβρισκε την δικαίωσή της στην έκφραση “Για το καλό σου”.

Έτσι το “Για το καλό σου” ήταν ο βασικός λόγος πάνω στον οποίον κτιζόταν η κυριαρχία του γονέα και η αναγκαστική υποχώρηση και η αναγνώριση της από “το παιδί”. Όμως σε αυτή την αντιπαράθεση “τα παιδιά”, ήταν ενήλικες, της παντρειά που λέμε, ο λόγος τους όμως δεν είχε καμιά πέραση στην αντιπαράθεση με τον γονέα. Στον παλιό “καλό” σινεμά λοιπόν ήμαστε μάρτυρες τις ατελείωτης κυριαρχίας του γονέα, όχι πάνω σε ανήλικα “παιδιά” αλλά σε ενήλικες οι οποίοι δεν είχαν το δικαίωμα να αποφασίσουν για το μέλλον τους.

Μετά από τον παλιό καλό σινεμά, παρακολουθώντας μερικά σύγχρονα σήριαλ διαπιστώνουμε ότι οι καταστάσεις δεν έχουν αλλάξει πολύ, απλά στο “Για το καλό σου” σήμερα το λόγο δεν έχουν μόνο οι γονείς, αλλά όλη η ευρύτερη οικογένεια. Μέα από τα σήριαλ που παρουσιάζουν οικογενειακές σχέσεις το υποκείμενο φαίνεται περισσότερο μπερδεμένο διότι δεν έχει να κάνει μόνο με την γνώμη των γονέων, αλλά για το “Για το καλό σου” πρέπει να υπολογίσει αδέλφια, ξαδέλφια, πεθερές και πεθεροί κ.λ.π. Έτσι το δικαίωμα απόφασης δεν ανήκει στο υποκείμενο, αλλά είναι μια διαδικασία την οποία μοιράζεται ολόκληρη η οικογένεια.

Θα ήθελα να σταθώ σε αυτό ακριβώς το διαχρονικό γεγονός της αφαίρεσης του δικαιώματος “του παιδιού” να αποφασίζει για τον εαυτό του που αφειδώς μας παρέχει το θέαμα. Στην έλλειψη ορίων στην οικογένεια καθέτως, ανάμεσα στους γονείς και τα “παιδιά” αλλά και οριζοντίως ανάμεσα στα αδέλφια. Διότι από την στιγμή που το “παιδί” κάνει μια σχέση, ή χρειάζεται να πάρει μια απόφαση, τόσο στην εποχή του καλού ελληνικού σινεμά, όσο και σήμερα, η οικογένεια έχει λόγο όχι μόνο για την επιλογή του αλλά και για την έκβασή της και όλη αυτή η κατάσταση δικαιολογείται με το “Για το καλό σου”.

Στην μικρή μας χώρα λοιπόν, το “Για το καλό σου”, είναι η έκφραση η οποία συνοψίζει μια νοοτροπία που διέπει τις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις ανήλικου/ενήλικου και όχι μόνο. Είναι η έκφραση μέσω της οποίας παραχωρείται, κοινωνικά το δικαίωμα στον ενήλικο-γονέα να αποφασίσει και να καθορίσει τις καταστάσεις που αφορούν τον ανήλικο-παιδί, ακόμα και όταν έχει ενηλικιωθεί..

Η Αντίληψη της Πραγματικότητας

Στην οικογένεια, την εποχή του καλού ελληνικού σινεμά αλλά και σήμερα, ο γονέας φαίνεται ότι έχει πάντα στο μυαλό του ότι το “παιδί του” δεν αντιλαμβάνεται την κοινωνική πραγματικότητα και είναι εδώ για να του υπενθυμίζει, τι πρέπει να κάνει κάθε φορά. Έτσι το “Για το καλό σου” εκφράζει σε ένα πρώτο πλάνο, την ανωτερότητα του γονέα σαν γνώστη της πραγματικότητας και σε ένα δεύτερο πλάνο διατηρεί και αναπαράγει την ανεπάρκεια του “παιδιού του” σε σχέση με αυτή.
Αν στην σχέση γονέα/παιδιού έχουμε δύο διαφορετικές πραγματικότητες, αυτή του παιδιού, και αυτή του γονέα, ο γονέας θεωρεί την δική του πραγματικότητα σαν αντικειμενική και έτσι εκλογικεύει την τάση επιβολής και υποταγής “του παιδιού” στην δική του επιθυμία. Άρα, κάθε φορά που ο γονέας αναφέρεται στην αντικειμενική πραγματικότητα δεν μιλάει παρά για την δική του, διότι αντικειμενική πραγματικότητα δεν υπάρχει εφόσον δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από κανένα εμπλεκόμενο στην σχέση γονέα/παιδιού.

Το “Για το καλό σου”, λοιπόν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα έτσι όπως την διαβλέπει ο γονέας και μέσα από αυτόν όπως την ορίζει η ίδια η κοινωνία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο γονεϊκός ρόλος είναι ένας κανονιστικός κοινωνικά ρόλος ο οποίος στόχο έχει την διαμόρφωση του “παιδιού”. Ο γονέας εφαρμόζει μια κοινωνική λειτουργία αναγκαία στην αναπαραγωγή της κοινωνίας μέσω της οικογένειας. Αυτό οφείλεται στην ισχύ που του παρέχει το κοινωνικό σύστημα, η οποία είναι μεγάλη μπροστά στην ανεπάρκεια που αισθάνεται το “παιδί του”. Έτσι η ισχύς του γονέα δεν έχει σχέση μόνο με την θέση του στην συγκεκριμένη οικογένεια, αλλά αντλεί την δύναμή της από την κοινωνική αναπαράσταση του ρόλου του - ιδίως του πατέρα - σαν στοιχείο βασικό, της κοινωνικής επιβολής και συμμόρφωσης του πολίτη, μέσα από τους αιώνες . Ο γονέας λοιπόν, ασκεί κοινωνικά το έργο της κοινωνικοποίησης μέσω της οποίας επιτελείται η αναπαραγωγή του κοινωνικού στάτους της εκάστοτε κοινωνίας.

Άρα το “Για το καλό σου” εκφράζει την επανάληψη μια διαχρονικής νοοτροπίας ανάμεσα στις γενιές με τέτοιο τρόπο ώστε, η επιβολή από την μια στην άλλη, να αποκτά τα δικαιώματά της και να δικαιολογείται σαν μια φυσιολογική κατάσταση η οποία περιδιαβαίνει τους αιώνες και αναπαράγει την εξουσία του γονέα μέσα από την υποταγή του παιδιού.

Η Κατάσταση Επιβολής


Ο κανονιστικός ρόλος του γονέα, του επιτρέπει να λειτουργεί κοινωνικά μέσα από την υποκειμενική του στάση. Δηλαδή του παρέχεται την δυνατότητα από την μια να ενεργεί προσωπικά αλλά να το “κρύβει” μέσα από την κοινωνική διάσταση του ενεργήματος του. Διότι κάθε φορά μέσα από το κοινωνικά κανονιστικό ρόλο ο γονέας προβάλει τις δικές του επιθυμίες σαν επιθυμίες που πρέπει να υιοθετήσει το “παιδί του”. Αυτές οι “επιθυμίες” είναι επηρεασμένες από χαμένες προσωπικές του ευκαιρίες. Η στάση του λοιπόν συμφωνεί με τις κοινωνικές προδιαγραφές της εξουσίας και της επιβολής σαν στοιχείο αναπαραγωγής και συνοχής της κοινωνίας μέσα από την λειτουργία του στην οικογένεια . Και όλα αυτά επιτυγχάνονται με δικαιολογία το “Για του καλό του”.

Έτσι κάτω από τον μανδύα της κοινωνικής λειτουργία του ρόλου του γονέα, κρύβεται η προσωπική-ψυχολογική διάσταση στην σχέση γονέα/παιδιού του και αντλεί την δικαιολογία να επιβάλει τις αποφάσεις του όχι σαν κατάσταση επικυριαρχίας του πάνω στην σχέση, αλλά σαν φυσιολογικής ανησυχίας και δικαιολογημένης επέμβασης.

Το“Για του καλό του” λοιπόν εκφράζει μια εκλογίκευση η οποία παρέχει τόσο κοινωνικά όσο και προσωπικά το δικαίωμα στο γονέα να ορίσει και να καθορίσει το μέλλον “του παιδιού του” σαν στοιχείο έκφρασης της αγάπης και του ενδιαφέροντος του. Την αίσθηση αυτή δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε σαν περιεχόμενο της γονεϊκής σχέσης, αλλά σαν διαδικασία. Σαν διαδικασία διότι κάθε φορά που ο γονέας αναγορεύεται σε γνώστης των επιθυμιών, και των ενεργημάτων που πρέπει να ακολουθήσει το “παιδί του”, εκτός ότι προβάλει τις δικές του επιθυμίες, στην ουσία γίνεται και ο διαμορφωτής τους. Δηλαδή διαδικασία επιβολής δεν ξεκινά από την στιγμή της αντίρρησης, αλλά από την στιγμή της σύλληψης μιας σκέψης η οποία δεν συμφωνεί με αυτό που ορίζει “καλό” ο γονέας.

Οι Εσωτερικές Διεργασίες της Σχέσης

Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι στην σχέση γονέα/παιδιού η επιβολή έχει τόσο λεπτές διακυμάνσεις μέσα από την μίμηση, την ταύτιση και την εσωτερίκευση, ώστε να μπορέσει να αντιληφθεί τόσο ο γονέας όσο και το παιδί την δύναμη της παρουσίας τους μέσα στην σχέση. Ότι όλες αυτές οι διαδικασίες συμβαίνουν και για τα δύο μέλη της σχέσης σε ένα ήμι-συνειδησιακό επίπεδο όπου ο έλεγχος της δεν είναι ξεκάθαρος όσο και αν φαίνεται.

Ο γονέας και το παιδί, ή μάλλον “το παιδί” “συναντάει” το γονέα σε ψυχολογικό επίπεδο μέσα του. Συναντάει “το παιδί” που ήταν κάποτε ο γονέας και τότε ο διάλογος ανάμεσα στα δύο “παιδιά” μπορεί να πάρει πολλές διαστάσεις. Διαστάσεις, οι οποίες είναι δύσκολο να γίνουν παραδεχτές και να βγουν στην επιφάνεια της σχέσης. Διαστάσεις, οι οποίες έχουν σχέση με τους φόβους, τις αγωνίες, τις ανησυχίες του γονέα από τότε που αυτός ήταν παιδί, αλλά και τους φόβους, τις αγωνίες, τις ανησυχίες “παιδιού του”.

Η παρουσία του “παιδιού” πάντα “ξυπνάει” “το παιδί” που ο γονέας ήταν κάποτε. “ Ξυπνάει” μέσα του η εποχή που και για αυτόν, όταν ήταν παιδί, είχε εφαρμοστεί το “Για το καλό σου” και του είχε “επιβληθεί” μια λύση από τους δικούς του γονείς την οποία είχε αναγκαστεί να ακολουθήσει ή όχι με το ανάλογο αντίτιμο. Μια λύση για την οποία μπορεί να είχε μετανοιώσει αλλά δεν μπορούσε να το παραδεχτεί.

Εφόσον ο γονέας είχε υποστεί σαν παιδί, “Για το καλό του”, κάποιες αποφάσεις που τον καθόρισαν κοινωνικά και ψυχολογικά, δεν βλέπει τίποτα το μεμπτό να επαναλάβει την διαδικασία που είχε υποστεί εφόσον μέσα του, ψυχολογικά, αλλά και έξω του, κοινωνικά έχει προσλάβει “φυσιολογικές” διαστάσεις.

Εσωτερίκευση και Διαφοροποίηση

Αν κατά την γνώμη του γονέα, το παιδί του δεν είναι σε θέση να καταλάβει ότι όλα αυτά τα κάνει από την απεριόριστη αγάπη που τρέφει στο πρόσωπό του, τότε κατά την γνώμη του παιδιού, ο γονέας δεν μπορεί να καταλάβει ότι όλα αυτά τα κάνει διότι θέλει να κυριαρχήσει στις αποφάσεις του, κάτι που το αποσταθεροποιεί και δεν το βοηθάει να κατασκευάσει την ταυτότητα του. Έτσι για το γονέα θα φανεί περίεργο, όχι το ότι ωθεί “το παιδί του” σε μια απόφαση την οποία δεν θέλει, αλλά διότι εκείνο αντιδρά και αντιστέκεται στην “καλή” του πρόθεση.

Άρα το “Για του καλό του” έρχεται επίσης να παραβλέψει την διαφορετικότητα “του παιδιού” καθώς και την τάση άρνησης σαν ένα στοιχείο που φέρνει αναταραχή στην σχέση και δημιουργεί προβλήματα. Διότι η άρνηση του “παιδιού” στην υπακοή το μόνο στοιχείο το οποίο θα έπρεπε να τραβήξει την προσοχή του γονέα είναι η διαφοροποίηση. Διότι η άρνηση προβάλλει την διαφοροποίηση, δηλαδή την προβολή της ιδιαιτερότητας του παιδιού και την αναζήτηση της ταυτότητας του μέσα από αυτή.
Δυστυχώς την διαφοροποίηση ο γονέας την θεωρεί σαν τεκμήριο αναταραχής και έχει να κάνει με αίσθηση της προσωπικής του αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση έτσι όπως την εκλαμβάνει ο γονέας στην σχέση με το “παιδί του” δυστυχώς τον μικραίνει. Τον στέλνει στο “παιδί” που ήταν κάποτε και τότε μέσα του συναντιούνται δύο “παιδιά” και όχι ένα ενήλικος και ένας ανήλικος. Η διαφοροποίηση όμως δεν είναι στοιχείο αναταραχής με την έννοια που προσδίδει ο γονέας, αλλά μια κατάσταση επαναδιαπραγμάτευσης της σχέσης γονέα/παιδιού.

Από την στιγμή που την διαφοροποίηση ο γονέας την εκλαμβάνει σαν άρνηση και αντίσταση στην αυθεντία που αντιπροσωπεύει, τότε η σχέση με το “παιδί του” εκλαμβάνεται σαν διαμάχη, όπου αισθάνεται να αμφισβητείται, όπως αναφέραμε, και φαίνεται ότι καταλύεται η ισχύς του. Εδώ όμως θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στους γονείς ότι η ισχύς τους είναι τεράστια “μέσα” στα παιδιά τους και οι διαστάσεις της δεν φαίνονται με “γυμνό” μάτι. Αυτό που βλέπουμε καθημερινά στην σχέση γονέα/παιδιού είναι η κορυφή του παγόβουνου θα έλεγα και όχι η πραγματική της διάσταση.

Η Ισχύς του γονέα είναι η εσωτερικευμένη εικόνα του, η εσωτερίκευση της φωνής και της συμπεριφοράς του, η εσωτερίκευση των φόβων και του άγχους του. Ο γονέας “κατοικεί” το παιδί του διότι μέσα από την ταύτιση μαζί του θα μπορέσει, “το παιδί” να υπάρξει και να λειτουργήσει σαν υποκείμενο. Η διαδικασία της εσωτερίκευση καθώς και της μίμησης λαμβάνουν χώρα κατά την διάρκεια της παιδικής ηλικίας και όχι μόνο. Στην εφηβεία φαίνεται ότι ξεκινάει η αμφισβήτηση των εσωτερικευμένων προτύπων η οποία μπορεί να μην τελειώσει ποτέ. Η αμφισβήτηση όμως αυτή, είναι σημαντική για την διαμόρφωση της ταυτότητα του νέου ανθρώπου

Η άρνηση ”του παιδιού”

Η άρνηση και η διαφοροποίηση λοιπόν, δεν έχει να κάνει μόνο με τον γονέα που είναι “έξω” από το παιδί, αλλά και με τον γονέα που έχει “μέσα” του Δεν έχει να κάνει με την μείωση της ισχύος του γονέα, αλλά με την διαπραγμάτευση της ισχύος του “παιδιού”. Δηλαδή όσο ο εσωτερικευμένος γονέας μειώνει την επιρροή του τόσο το παιδί “μεγαλώνει” στα μάτια του. Όσο ο εξωτερικός γονέας επιμένει και υποβάλλει την γνώμη του τόσο “μεγαλώνει” μέσα στο “παιδί του” και τόσο εκείνο “μικραίνει” στα μάτια του.

Η άρνηση του παιδιού είναι μια προσπάθεια ύπαρξης του παιδιού μέσα από το προσωπικό του βίωμα, την προσωπική του πράξη. Αυτή η πράξη για να μπορέσει να σταθεί πρέπει να στραφεί ενάντια στο γονέα, πρέπει να τον αμφισβητήσει για να βρεί το νόημα της και αυτό περιλαμβάνεται στον παιδαγωγικό ρόλο του γονέα σαν στοιχείο που οδηγεί στην αυτονόμηση “του παιδιού.
Η άρνηση του παιδιού λοιπόν είναι ένας πλούτος για τον γονέα και όχι μια καταστροφή διότι προβάλλει το παιδαγωγικό του έργο εφόσον προβάλλει την δυνατότητα που εκείνος έχει παραχωρήσει στο “παιδί του”,από την μία, και την ικανότητα του παιδιού από την άλλη, να διεκδικήσει την ζωή του και να της δώσει την πορεία που αυτό θέλει.

Συμπεράσματα

Για τους παραπάνω λόγους η παραχώρηση του δικαιώματος του παιδιού να διαχειρίζεται και να αποφασίζει για το μέλλον του μεγαλώνει την ισχύ του γονέα σαν παράγοντα και σαν συνθήκη της ελευθερίας “του παιδιού” παρά την περιορίζει.

Το “Για του καλό του” λοιπόν μπορεί να πάρει μια άλλη διάσταση η οποία δεν θα στηρίζεται στην επιβολή της απόφασης του γονέα, αλλά στην παραχώρηση και την εξασφάλιση εκείνου του χώρου/χρόνου μέσα στον οποίο το “παιδί” μπορεί να βιώσει κάνοντας πράξη την υπευθυνότητα απέναντι στην ζωή του.

Μια άλλη διάσταση όπου μπορεί να αποφασίσει για τον μέλλον του, χωρίς να φοβάται ότι θ' αξιολογηθεί άσχημα, αλλά αντιθέτως να γνωρίζει ότι ο γονέας είναι στο πλάι του για να τον υποστηρίξει, σε όποια απόφαση και να πάρει.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας:JACQUELINE KIRSCH

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Η αποκάλυψη της ζωής και η αποκάλυψη του εαυτού.



Η αποκάλυψη της ζωής

Η αποκάλυψη της ζωής έρχεται μόνο μέσα πλέρια συμμετοχή σε αυτή. Συνιστάται από την έκθεση σε οποιοδήποτε ερέθισμα που μετουσιώνεται σε βίωμα το οποίο μας διαμορφώνει προσπαθώντας να το διαμορφώσουμε. Αποτελεί μια προσωπική εμπειρία την οποία κανένας άλλος δεν μπορεί να βιώσει παρά μόνο εμείς.

Το βίωμα λοιπόν είναι το αποτέλεσμα της συμμετοχής μας στη ζωή μέσα από το οποίο αποκτά την σημασία της. Μαρτυρά τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε απέναντι της και την προσπάθεια να την διαμορφώσουμε σύμφωνα με τις προσδοκίες μας. Το βίωμα λοιπόν δεν έχει σχέση με την ζωή αυτή καθ' εαυτή, αλλά με τον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε. Ο τρόπος που την αντιλαμβανόμαστε μας οδηγεί στην συνειδητοποίηση του εαυτού σαν κατασκευαστή της, σαν τον παράγοντα που της δίνει μορφή, σαν ένα γεγονός που δεν ανήκει σε κανένα άλλον, παρά μόνο σε εμάς. Κατά συνέπεια η ζωή είμαστε εμείς και εμείς είμαστε η ζωή.

Η κατάσταση αυτή δηλώνει ότι, οτιδήποτε συμβαίνει περνά μέσα από εμάς, για εμάς. Δηλαδή αυτό που υπάρχει “έξω” από εμάς, παίρνει την μορφή του και αποκτά την σημασία του μόνο “μέσα” από εμάς. Το “βάθος” ή το “εύρος” του δεν έχει να κάνει παρά μόνο με το “βάθος” ή το δικό μας “εύρος”. Κατά συνέπεια η αποκάλυψη της ζωής δεν εκπληρώνεται τόσο με την ανακάλυψη του “έξω” από εμάς, άλλα συντελείται περισσότερο με την ανακάλυψη του “μέσα” μας, σε σχέση πάντα με αυτό το “έξω”.

Η αποκάλυψη του εαυτού

Η αποκάλυψη της ζωής δεν είναι παρά η αποκάλυψη του εαυτού! Η αποκάλυψη της παρουσίας του, του τρόπου να διαχειρίζεται τις καταστάσεις που τον αφορούν, της σημασίας που αποδίδουμε σε αυτό που του συμβαίνει. Διότι, η ικανότητα να αντιληφθούμε ότι το προσωπικό βίωμα είναι εκείνο που μας καθοδηγεί, εξαρτάται από την εμπιστοσύνη που έχουμε στις αντιληπτικές μας ικανότητες, δηλαδή από την σημασία που μάθαμε να δίνουμε στον ίδιο μας τον εαυτό.

Η αποκάλυψη του εαυτού επιτελείται όταν θεωρήσουμε την ύπαρξή του σαν ουσιαστικό ενεργητικό παράγοντα της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος, αποδίδοντας του την σημασία που του αρμόζει. Όσο υπολογίζουμε στο κριτήριο του και ήμαστε σίγουροι για τις επιλογές του, τόσο το κριτήριο όσο και οι επιλογές διαμορφώνουν το χώρο του βιώματος σαν κάτι προσωπικό,ξέχωρο, ιδιωτικό. Αντίθετα, όσο το βίωμα μας δεν είναι ο οδηγός της διαμόρφωσης της πραγματικότητας, αλλά επαφίεται σε εξωτερικούς παράγοντες (πρόσωπα, καταστάσεις) να ορίζουν το πεδίο των ενεργημάτων μας, τόσο η πραγματικότητα γίνεται άξενη και τόσο ο ίδιος εαυτός αντιμετωπίζεται σαν κάποιος επίσης ξένος.

Η αποκάλυψη λοιπόν της ζωής έχει να κάνει με την αποκάλυψη του ίδιου του εαυτού σαν το βιωματικό της κέντρο. Δηλαδή ο εαυτός είναι το εργαστήριο της ζωή, διότι “μέσα” σ' αυτόν συμβαίνει ότι συμβαίνει “έξω” από αυτόν. Μόνο μέσα από την δική του αποκάλυψη μπορούμε να κατανοήσουμε και να ορίσουμε την μορφή που παίρνει η ζωή μας.

Τα “όρια” του είναι πολύ μεγαλύτερα από αυτά που νομίζουμε, ή έχουμε μάθει να νομίζουμε. Το “βάθος” και το “εύρος” του είναι ένα ακόρεστος εμπειρικός χωρόχρονος όπου χρειαζόμαστε “ξεναγό” για να τον “διαβούμε“. Χρειαζόμαστε “μεταφραστή” για να καταλάβουμε την γλώσσα του. Χρειάζεται να γίνουμε “ερευνητές” και να “ξετρυπώσουμε” τα θολά τοπία που επιμελώς έμαθε να κρύβει σε ανήλια μέρη μέσα του.

Η αποκάλυψή του δεν είναι κάτι εύκολο, διότι αποτελεί ένα με έναν άλλο τρόπο την αποκάλυψη της ίδιας της ζωής. Ατελείωτα εμπόδια ορθώνονται μπροστά μας. Αμυντικοί μηχανισμοί μπαίνουν σε λειτουργία τόσο από τον ίδιο όσο και από το περιβάλλον. Παράγοντες που συντηρούν το παρελθόν του αναπαράγοντας το μέλλον με την μορφή συνηθισμένων τελετουργιών, στέκονται στο διάβα μας.

Η ασφάλεια και η ενοχή ξεπροβάλλουν σε κάθε βήμα. Ο φόβος της υπευθυνότητας, ο φόβος της απελευθέρωσης του κυριαρχεί τόσο στον ίδιο όσο και στο περιβάλλον του. Ο φόβος στηρίζεται στον αποχωρισμό και την μοναχικότητα. Στηρίζεται στην καλλιεργημένη αίσθηση προδοσίας του “άλλου” από την σημαντικότητα που αποκτά ο εαυτός μέσα από την αναζήτησή του.

Η αποκάλυψη του εαυτού ξεκινάει, όταν η σημαντικότητα που του αποδίδουμε ξεπερνά την σημαντικότητα των άλλων όχι σαν προϊόν μιας εγωιστικής στάσης, αλλά με την συνειδητοποίηση της παρουσία του σαν διαμορφωτή της πραγματικότητας που τον διαμορφώνει.

Η αποκάλυψη του εαυτού επιτελείται όταν αντισταθούμε τους παράγοντες εκείνους που υποτιμούν την παρουσία του και απαιτούν την καθυπόταξη του.

Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Cameron Gray

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Σημείωση περί τέχνης



Πρώτη εκδοχή, αποσπασματική

Η τέχνη είναι η σκοτεινή επιθυμία των πραγμάτων. Αγωνιώδες λέξεις λαχταρούν να μπουν στο ποίημα, φτωχά τοπία ολοκληρώνονται στο πίνακα, άρρωστοι άνθρωποι γίνονται όμορφοι εντός της. Που σημαίνει: ο καλλιτέχνης εξυψώνει τα πράγματα που επιλέγει να απεικονίσει, τα αποσπά από τις πολλές τυχαίες, συμβατικές σχέσεις, τα απομονώνει και τα τοποθετεί, αυτά τα μοναχικά πράγματα, σε μια απλή, καθαρή επικοινωνία μαζί τους. Αν αγαπά ένα πράγμα, τότε στην σκιά του προβαίνει σα αναρίθμητες σιωπηλές εξομολογήσεις και του εμπιστεύεται εκατοντάδες μυστικά. Όμως οι προσωπικές αισθήσεις προβάλλουν πίσω από αυτό το ένα, στενό πράγμα και τον πιέζουν να βάλει ένα νέο πρόσχημα πλάι σε αυτό το πρώτο, το περιορισμένο πρόσχημα, και στο τρίτο και στο τέταρτο πρόσχημα να χτίσει εκείνο το τοίχος, πίσω από το οποίο η ζωή του γίνεται θυελλώδης. Και τα πράγματα μοιάζουν παράξενα οικεία, εκείνα που σιγά σιγά γίνονται προσχήματα του Βαθιές άγνωστες στον ίδιο το καλλιτέχνη σχέσεις δένουν το ένα με το άλλο. Μοιάζουν πια μεταξύ του. Τα σκοτεινά του περιγράμματα φέρουν (...)

Δεύτερη εκδοχή

Η τέχνη είναι η σκοτεινή επιθυμία των πραγμάτων Όλα τους θέλουν να γίνουν εικόνες των μυστικών μας. Ευχαρίστως θα εγκατέλειπαν το ξεθωριαμένο τους νόημα για να ενδυθούν κάποια από τις μύχιες νοσταλγίες μας. Διεισδύουν στις δονούμενες αισθήσεις μας διψώντας να γίνουν τα προσχήματα των συναισθημάτων μας. Δραπετεύουν από το συμβατικό. Θέλουν να είναι ότι εμείς τα θεωρήσουμε ευγνώμονα και πρόθυμα θα πάρουν τα νέα ονόματα που θα τους χαρίσει ο καλλιτέχνης. Είναι σαν τα παιδιά που παρακαλούν να τα πάρουμε μαζί μας σε ένα ταξίδι: δεν θα τα καταλάβουν όλα, αλλά οι χιλιάδες σκόρπιες και τυχαίες εντυπώσεις θα αποτυπωθούν απλά και όμορφα στο πρόσωπό τους. Έτσι θέλουν να σταθούν τα πράγματα μπροστά από τις εξομολογήσεις του καλλιτέχνη, αν τα διαλέξει για πρόσχημα στο έργο του: να αποσιωπούν και να ανακαλύπτουν συνάμα. Σκοτεινά, μα φωτισμένα από το πνεύμα του σαν τα πολλά πρόσωπα στο τραγούδι της ψυχής του.

Τούτο το κάλεσμα αφουγκράζεται ο καλλιτέχνης:την επιθυμία των πραγμάτων να γίνουν η γλώσσα του. Αυτός θα τα εξυψώσει από τις δυσβάσταχτες και ανούσιες σχέσεις του συμβατικού στους σπουδαίους συσχετισμούς του βαθύτερου είναι του.

1898

Απόσπασμα από το Βιβλίο

ΜΙΚΡΑ ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

του
RAINER MARIA RILKE

πίνακας Paul Cézanne

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Το τραύμα...τι τραύμα; Ποιο τραύμα;




Ηλιόλουστες μέρες

Ηλιόλουστες μέρες που αιμορραγούν, σέρνονται κάτω από το δέρμα του υποκειμένου. Έξω από αυτό, συναντώνται πρόσωπα που προσπαθούν μέσα από χαμόγελα να φέρουν στην επιφάνεια την έκφραση μιας περίσσειας οδύνης που χάνεται εκεί που η σκέψη δεν μπορεί να διεισδύσει, πάρα μόνο με την βοήθεια ακροβατών της ψυχαναλυτικής σχολής .

Ηλιόλουστες μέρες που αιμορραγούν θρονιάστηκαν στην άκρη του μυαλού και χαίρονται την έλλειψη της ηδονής και την ύπαρξη της οδύνης. Ατελείωτα συμβάντα που έρχονται να επιτελέσουν το έργο του παρελθόντος στο παρόν. Τρίζουν τα δόντια τους μέσα στο βαθύ σκοτάδι του ονείρου, που το υποκείμενο περιδιαβαίνει στα τυφλά, χωρίς ένα χέρι μητρικό να οδηγεί τις ευαίσθητες αρτηρίες του μακριά από τις αιμορραγικές κρίσεις του φοβισμένου μυαλού.

Το μητρικό χέρι σαν μια διαφάνεια. Δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της παρουσίας του. Μένει μια απατηλή οπτασία που χάνεται αφήνοντας το υποκείμενο να φαντασιώνεται την απουσία του. Να νομίζει ότι αυτό φταίει για αυτή. Η αίσθηση ενός μετεώρου, απροσδιόριστου σχήματος που εξαφανίζεται μόλις το υποκείμενο πλησιάζει, δεν μπορεί να δημιουργήσει την σιγουριά μιας ύπαρξης που νομίζει ότι εξαφανίζεται όταν την πλησιάζουν.

Ηλιόλουστες μέρες που αιμορραγούν μπροστά στην τεράστια και απειλητική πραγματικότητα των εσωτερικών, σιωπηλών συμβάντων της οικογενειακής ζωής και των εκκρίσεων γονεϊκών μοναχικών κρίσεων, πάνω στο άνθος της ηλικίας του υποκειμένου. Η εγκατάλειψη που ποτέ δεν συνειδητοποιήθηκε το εύρος της, διότι η διαφορετικότητα της παρουσίας της, μπερδεύει τα μαθηματικά σαΐνια μιας αυταρχικής οικογενειοκρατίας, είναι εδώ και παίρνει μορφές και διαστάσεις που κανείς δεν μπορεί να τις προλάβει. Ο φόβος, και αυτός εδώ! Σκάβει τα λαγούμια του μέσα στο χρόνο και ξοφλάει τα διαγεννεολογικά γραμμάτια με υπογραφές πάνω στο δέρμα της ψυχής του.

Απωθημένες οικογενειακές επιθυμίες.

Ο μελετημένος τρόμος, απλωμένος στο διάβα του υποκειμένου. Το τραύμα δεν είναι παρά η μετάπλαση του υποκειμένου, σε αντικείμενο της επιθυμία του άλλου. Οι φόβοι του, οι αγωνίες, κατασκευάζονται από τις απωθημένες οικογενειακές επιθυμίες. Η ενοχή και η ντροπή μεγαλώνουν, προσπαθώντας όμως να τις κρύψει, να τις εξαφανίσει... κινδυνεύει να χαθεί το ίδιο. Τυλίγουν το κορμί του τα βράδια καθώς νιώθει να εξαρτάται - έτσι αφημένο και φοβισμένο - στα πληγωμένα δωμάτια της ζωής τους. Μάταια προσπαθεί να βρει την θέση του μέσα στην πλήρη διαταραχή ενός περιβαλλοντικού χώρου, που το καταβροχθίζει χωρίς την δυνατότητα αντιρρήσεων από μέρος του.

Νιώθει την οικογενειακή ενοχή να το ξαπλώνει στα βρόμικα σεντόνια της που του περιορίζουν την ανάσα. Κρύβουν τον ορίζοντα της χαράς. Φασκιώνουν την ηδονή. Φαίνεται ότι προσπαθούν, μέσα από αυτό το αγκάλιασμα, να σκεπάσουν προστατευτικά την δική του ενοχή, αλλά κρύβουν την ντροπή της οικογένειας. Με πόση ευκολία, τέτοιου είδους τελετουργίες, αναπαράγουν την ενοχή και λειτουργούν σαν ένας κρυφός μηχανισμός που δεν την κρατά μόνο ζωντανή, αλλά την δυναμώνει. Η οικογένεια κλαίει και οδύρεται στην προσπάθεια να μεγαλώσει τα παιδιά της χωρίς να τους λείψει τίποτα, όμως τα υποκείμενα κουβαλάν την μυθική κληρονομιά του τραύματος της, και κανείς δεν το καταλάβει.

Σαν κομιστής της ζωής, η οικογένεια είναι συγχρόνως και κομιστής αγωνίας. Αυτές οι δύο ιδιότητες επενεργούν χωρίς τα μέλη της να το αντιλαμβάνονται. Το υποκείμενο παραδομένο στην ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής περιμένει καρτερικά τις εκδηλώσεις της καταπίνοντας την απογοήτευση, καταπίνοντας την ματαίωση, μαζεύοντας την γλυκόπικρη προσδοκία του, σαν τοξικό κατάλοιπο, πολύ βαθιά μέσα στα σπλάχνα του.

Δεν υπάρχουν αντιστάσεις! Το υποκείμενο δεν μπορεί να αντισταθεί σε τίποτα που νομίζει ότι του δίνει νόημα. Με ανοιχτά τα μενεξεδένια χείλη του φιλάει ένα κόσμο μολυσμένο από την βία και την απανθρωπιά, νομίζοντας ότι εισπνέει το καθαρό οξυγόνο της γέννησης και της ανάπτυξης μιας ευλογημένης ανθρωπότητας. Όμως, όπως η οικογένεια έτσι και η ανθρωπότητα τον αγκαλιάζει στην προβληματική αγκαλιά της. Του διηγείται παραμύθια με ακρωτηριασμένες νεράιδες που πετάνε πάνω από το κρεβατάκι της βρεφικής του ηλικίας. Του μεταβιβάζουν την κληρονομιά του φόβου, που ταξιδεύει από γενιά σε γενιά.

Το τραύμα είναι το αποτέλεσμα μιας βίας

Το τραύμα δεν φαίνεται. Κανείς δεν το αναγνωρίζει. Κανείς δεν το παραδέχεται σαν δικό του περιεχόμενο, αλλά το αποδίδει στον άλλον. Το τραύμα κατασκευάζει το υποχρεωτικό σύμπαν της συμμόρφωσης. Το τραύμα είναι λειτουργικά, ένας συμμορφωτής! Είναι ένα τελετουργικό κόσμημα στην κοινωνική προσαρμογή των ευνουχισμένων υπάρξεων που μάταια φτασμένοι φιλόσοφοι και ψυχολόγοι, τρύπησαν τα παντελόνια του μυαλού τους για να το ερμηνεύσουν. Το μόνο που πέτυχαν είναι να παραμείνουν μόνοι τους, παρ όλη την προσπάθεια να πλησιάσουν τον κόσμο. Και ο κόσμος απόμακρος μέσα από το τραύμα. Απόμακρος και απειλητικός όπως παλιά. Έτσι και τώρα υφαίνει την αγωνία της ύπαρξη, την αγωνία της ανεξήγητης τιμωρίας για τον ερχομό στον επίγειο παράδεισου του τρόμου.

Το τραύμα είναι το αποτέλεσμα μια βίας που δεν ομολογήθηκε ποτέ, που αποσιωπήθηκε που ταξίδεψε μέσα στο χρόνο χωρίς κανείς να το καταλάβει. Συνδέεται με την αξιοπρέπεια του υποκειμένου, με την λειψή αίσθηση της ατελέσφορης ένταξης του. Έχει σχέση με την ελευθερία. Με την προσπάθεια του υποκειμένου να είναι ο εαυτός του. Με την ανικανότητα της αυτονομίας του. Έχει σχέση με το “κρυφό” που καταφέρνει να απομονώνει τα μέλη της οικογένειας, ενώ εκείνα ψάχνουν απεγνωσμένα την επαφή. Έχει σχέση με την ντροπή, με το φόβο του πόνου, με την μοναξιά. Έχει σχέση με το οικογενειακό τραύμα για το οποίο ποτέ δεν έχει μιλήσει κανείς.

Το τραύμα είναι το αποτέλεσμα μιας ανομολόγητης βίας που αναπαράγεται μέσα από την σιωπή. Μιας βίας που αντιλαμβάνονται όλοι διότι είναι περασμένη στο πετσί τους σαν σταυρουδάκι κρεμασμένο στο λαιμό τους. Το τραύμα οδηγεί το υποκείμενο και κάθε άλλο συγγενικό μέλος, με τελετουργικά έκτροπα, στο θάλαμο της οικογενειακής και κοινωνικής ένταξης.

Το υποκείμενο μαζεύει τον φόβο του μέσα από διεργασίες που δεν έχουν καμιά σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα του. 'Όλα συμβαίνουν βαθιά, σε ανήλια μέρη του ψυχικού οργάνου. Με αυτό τον τρόπο ψάχνει για ένα “εσωτερικό” διάδρομο σαν διέξοδο από τα αποστερημένα κεφάλαια της προσωπικής του αφήγησης, μακριά από την “φυσιολογικότητα” της ματαίωσης του οικογενειακού του αφηγήματος.

Σιωπηλές εγγραφές της βίας

Το τραύμα έρχεται από μακριά και επηρεάζει την προσπάθεια επίπλωσης του εαυτού. Το τραύμα είναι τυφλό και τυφλώνει. Καίει τις αντιστάσεις του οργανισμού και δεν παρέχει την ελευθερία της αποδοχής ή της άρνησης. Εγκαταστεί την ατμόσφαιρά του, το δηλητηριασμένο οξυγόνο του χωρίς το υποκείμενο να το πάρει χαμπάρι, χωρίς κανένας να καταλάβει ότι το μικρόβιο είναι εδώ, βαθιά βαλμένο στα σπλάχνα του. Γι αυτό και δεν μπορεί να το περιγράψει, δεν μπορεί να του δώσει σχήμα και μορφή. Το τραύμα μεταβιβάζει τα μικρόβια του φόβου, σαν να είναι η θεία μετάληψη μιας κοινωνίας εκκωφαντικά βίαιης, και αρμονικά άδικης.

Το υποκείμενο προσπαθεί να το αποφύγει, αλλά όπου και να κρυφτεί, κρύβεται και αυτό μαζί του. Είναι εκεί κουρνιασμένο μέσα του. Μια μικρή δηλητηριώδης ανάσα που προσπαθεί να μην της δώσει σημασία, να την έχει έτσι κοιμισμένη μέσα του, αλλά κάποιες στιγμές, η εξωτερική βια της πραγματικότητας - η οποία ήταν πάντα σύμμαχός του - το ξυπνά. Το κάνει να σηκωθεί μέσα του και να πάρει τις απειλητικές του διαστάσεις, με μια συχνότητα που εξαντλεί τον οργανισμό με την επαναληπτικότητα της. Σε κανένα κρυφό σημείο του ορίζοντα δεν μπορεί να το κρύψει. Το καθετί τον αφήνει εκτεθειμένο στον πόνο του.

Αυτή είναι η ζωή του τραύματος. Έτσι ανασταίνεται κάθε φορά. Την ευκαιρία αυτή περιμένει για να βγει, να εμφανιστεί, και να κυριεύσει την καθημερινότητα του υποκειμένου, με το χαμόγελο του τρόμου και την υποχρεωτική βασιλεία της αγωνία στην κέντρο του μυαλού. Και το μυαλό μπερδεμένο με την χρονική ασυνέπεια να το τυλίγει.

Το υποκείμενο οδηγείται από τον ίδιο του τον εαυτό μπροστά στο σπασμένο καθρέφτη προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια από την ορφάνια του εαυτού του. Η ορφάνια θηλάζει το τραύμα. Ρουφά το δηλητηριασμένο γάλα της μοναξιά και της απόρριψης. Το μπουκώνει με την αδιαφορία και την παραμέληση. Ετοιμάζει την ενοχή και την αυτομομφή σαν το μόνο διέξοδο του υποκειμένου από το πόνο της στερημένης ύπαρξης. Το τραύμα σαν ένα εσωτερικό εργαλείο απο-κύτταρο-ποίησης του οργανισμού εργάζεται καθώς αυτός αναπτύσσεται. Βήματα που τρεκλίζουν στις κοιλάδες του προσωπικού φθόνου για την κατάντια του εαυτού του. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στο σπασμένο καθρέφτη καθώς ξαναπλώνει τα κομμάτια του πάνω στο τραπέζι του άδηλου χρόνου.

Ελλειμματικές τροχιές μέσα στο χρόνο καταγραμμένες σε παρελθόν και παρόν περιμένουν το υποκείμενο να μπει στα όρια τους. Γεγονότα γνωστά και άγνωστα διαμορφώνουν τις σιωπηλές εγγραφές της βίας. Η έλλειψη αναπαραστατικής προοπτικής του υποκειμένου έρχεται να σκάψει εσωτερικά το κενό που χρειάζεται για να χαθεί στο μη-νόημα, της πάντα γεμάτης με νοήματα ορφάνιας. Κινείται χωρίς να βλέπει τους άλλους αλλά το κυριότερο δεν βλέπει τον εαυτό του. Το τραύμα της λήθης και η λήθη του τραύματος πάνε μαζί.

Το τραύμα περιορίζει τον ορίζοντα των ενεργημάτων του υποκειμένου. Το κλείνει, το οδηγεί έξω από την καθημερινότητα ενοχοποιώντας την παρουσία του, δημιουργώντας την επιθυμία απουσίας.Τα αποτυπώματα της ορφάνιας βρομίζουν το μυαλό και το σώμα μάταια κρύβεται για να μην καταλάβουν οι άλλοι το στίγμα του. Μάταια προσπαθεί να ξεριζώσει αυτή την αίσθηση από μέσα του, νιώθει να την ακολουθεί σαν να κρατάει αλυσοδεμένο το νόημα της ζωής του.

Μέσα σε αυτές τις καταστάσεις το υποκείμενο περιμένει κάποιον να τον πάρει από το χέρι και να το οδηγήσει στο φως. Περιμένει μια ανεκπλήρωτη μητρότητα να επανεμφανιστεί στην πόρτα του δωματίου του, ή, μια πατρότητα να εκδηλώσει επιτέλους την παρουσία της. Περιμένει το χαμόγελο να ανθίσει στα χείλια του κόσμου που αυτός κατασκευάζει μέσα από το βλέμμα του. Περιμένει το “φως. Το “φως” όμως δεν βρίσκεται εκεί έξω. Βρίσκεται εκεί που ούτε το υποκείμενο ούτε και η οικογένεια του το βλέπουν. Το “φως” είναι “εσωτερικό” και για τους δύο. Εναπόκειται στις ξεχασμένες ικανότητες τους να επαναπροσδιορίζουν τις καταστάσεις. Στην χαμένη δυνατότητα να παρατηρούν μέσα τους, ψάχνοντας την κρυμμένη ανθεκτικότητα τους.

Το τραύμα αυτό έχει πετύχει. Έχει πετύχει την αφαίρεση του ελέγχου της πραγματικότητας της οικογένειας καθώς και την αφαίρεση του ελέγχου της καθημερινότητας του υποκειμένου. Η κατάσταση αυτή καταστρέφει την ανθεκτικότητα τόσο της οικογένεια όσο και του υποκειμένου.

Με ποιο τρόπο

Οικογενειακή ανθεκτικότητα και ανθεκτικότητα του υποκειμένου συναντιόνται στο χώρο/χρόνο της υποτίμηση τους. Συναντιούνται στην απογοήτευση από την ανικανότητα, όπως είπαμε, του ελέγχου των καταστάσεων. Με ποιο τρόπο μπορεί να αντιστραφεί αυτό το κλίμα, αναρωτιούνται εδώ και χρόνια οι επαΐοντες των ψυχικών αναταράξεων. Χρειάζεται μια εργασία προς απόκτηση των απολεσθέντων. Μια εργασία κατασκευής μιας καινούργιας εμπιστοσύνης ανάμεσα στο υποκείμενο και την οικογένεια του, ανάμεσα στην οικογένεια και τον κόσμο που την περιβάλλει. Χρειάζεται λένε, οι ελλειμματικές τροχιές τους να βρουν την πληρότητα τους. Έτσι ώστε και η οικογένεια να νιώσει ότι ασκεί έλεγχο στο παρόν, αναγνωρίζοντας το παρελθόν της, με στόχευση το μέλλον της, αλλά και το υποκείμενο μέσα της να νιώσει την ασφάλεια και την θαλπωρή από την σιγουριά της στόχευση του που είναι και στόχευση της.

Σε αυτή την περίπτωση η οικογένεια ίσως, χρειάζεται:

α) Να αναγνωρίσει την δοκιμασία που περνάει το υποκείμενο και να δημιουργήσει τις συνθήκες που θεωρούνται αναγκαίες για να την περάσει όσο ανώδυνα γίνεται. Αυτό δεν σημαίνει να το καταγγείλει, ούτε να το κρίνει, αλλά να το αποδεχτεί σαν μια δοκιμασία που ανήκει σε όλη την οικογένεια.

β) Να επανοργανώσει τις τελετουργικές μορφές λειτουργίας, οι οποίες έχουν να κάνουν με τον τρόπο επικοινωνίας, είτε με τον λόγο, είτε με την συμπεριφορά. Δηλαδή ακουμπώντας στις ήδη συμπεριφορές να εστιαστεί στην “ανακάλυψη” νέων οι οποίες θα καταλάβουν την θέση των παλιών. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η επανδιαπραγμάτευση για μια νέα “ταυτότητα” τόσο για την ίδια όσο και για το υποκείμενο.

γ) Έτσι να επανακαθορίσει το μύθο της, δηλαδή να επανατροφοδοτήσει τις δυνάμεις που η ίδια έχει για να αντιμετωπίζει καταστάσεις κρίσης και να μεταλλάξει την άσχημη εικόνα που έχει για τον εαυτό της, από μια αποτυχημένη και ξοφλημένη περίπτωση σε μια δυναμική ελπιδοφόρα δύναμη που διαμορφώνει το παρόν της και καθορίζει το μέλλον της.

Με τους παραπάνω τρόπους το υποκείμενο μπορεί να βρει στην οικογένεια αυτό που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει το τραύμα. Διότι:

α) Ίσως χρειάζεται μια συναισθηματική “οικογενειακή” κοιλιά να το κλείσει μέσα της, να μην νιώθει μόνο του.

β) Ίσως χρειάζεται την εκδήλωση του ενδιαφέροντος της, με την προσοχή που αρμόζει προς ένα έργο τέχνης. Όχι φωνές, όχι βίαιες κινήσεις. Αυτές - το αναφέραμε πάρα πάνω - αφού ξυπνήσουν το τραύμα μετά το νανουρίζουν φροντίζοντας την ανάπτυξή του.

γ) Ίσως χρειάζεται μια καινούργια αφήγηση με λόγια που μαζεύουν τα κομματάκια του καθρέφτη και ξαναενώνουν την μορφή του παρέχοντας του την δυνατότητα, να την ξαναπεριγράψει.

Με αυτό τον τρόπο, δίνεται η ευκαιρία στο υποκείμενο να ελέγξει, να σκεφτεί, να οργανώσει τις καταστάσεις, να κάνει τις σκέψεις του πράξη περιορίζοντας το απεριόριστο της συγκίνησης.

Με αυτό το τρόπο, επαναενεργοποιείται το νόημα των πραγμάτων. Δυναμώνει η ελπίδα της επανάκτησης αυτού που χάθηκε. Η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση θα ξαναπάρουν την θέση τους, δυναμώνοντας την παρουσία του μέσα, αλλά και έξω από την οικογένεια.

Συμπέρασμα

Όλες αυτές οι διεργασίες, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, συντελούν στην δημιουργία μιας προσωπικής, αλλά και οικογενειακής ζώνης ανθεκτικότητας απέναντι στο τραύμα. Συντείνουν στην ανακάλυψη ενός νέου τρόπου οικογενειακής και ατομικής διαχείρισης και μετουσίωσης του τραύματος, από στέρηση σε αφθονία, από μοναξιά σε κοινωνικότητα, από αυτοτιμωρία σε αυτοπροβολή... με λίγα λόγια η μετουσίωση της αποτυχίας σε ευκαιρία για εξέλιξη και ανάπτυξη του εαυτού!!

Κερεντζής Λάμπρος

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Η μητρική φροντίδα και σωματική ανάπτυξη του βρέφους.(ένα παράδειγμα)



Ο René Spitz,ήδη από το 1941 έφερε στο φως τις πρώτες ερευνητικές αποδείξεις αναφορικά με τις επιδράσεις της μητρικής φροντίδας και του οικογενειακού περιβάλλοντος πάνω στην ψυχική και σωματική ανάπτυξη του βρέφους. Ο Spitz συνέκρινε την ανάπτυξη νεογνών που μεγάλωσαν σε ένα ορφανοτροφείο με αυτή των νεογνών που μεγάλωσαν σε ένα βρεφοκομείο γυναικείων φυλακών. Τα δύο ιδρύματα τηρούσαν κανόνες υγιεινής και παρείχαν επαρκές φαγητό, καθώς και κάλυψη ιατρικής φροντίδας.

Τα βρέφη στο βρεφοκομείο της φυλακής φροντίζονταν από τις μητέρες τους, οι οποίες –παρότι ήταν φυλακισμένες και μακριά από τις οικογένειές τους– είχαν τη δυνατότητα να αλληλεπιδρούν με τα μωρά τους, να εκφράζουν την τρυφερότητά τους, παρόλο τον περιορισμένο χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους καθημερινά, βάσει του προγράμματος των φυλακών.

Αντιθέτως, στο ορφανοτροφείο τα βρέφη φροντίζο­ταν από νοσοκόμες, κάθε μία από τις οποίες είχε την ευθύνη της φροντίδας αρκετών εξ αυτών. Ως αποτέλεσμα, τα βρέφη στο ορφανοτροφείο είχαν πολύ λιγότερες επαφές με άλλους ανθρώπους από ό,τι τα βρέφη στο βρεφοκομείο της φυλακής.

Ανάμεσα στα δύο ιδρύματα υπήρχε ακόμη μία σημαντική διαφορά. Στο βρεφοκομείο της φυλακής τα κρεβατάκια ήταν ανοικτά, έτσι ώστε τα βρέφη να μπορούν να βλέπουν τις δραστηριότητες που γίνονταν στον χώρο, να βλέπουν για παράδειγμα άλλα μωρά να παίζουν ή να παρατηρούν τις μητέρες και το προσωπικό που εργαζόταν. Αντιθέτως, στο ορφανοτροφείο τα κάγκελα των κρεβατιών ήταν καλυμμένα με σεντόνια που εμπόδιζαν τα βρέφη να βλέπουν έξω. Αυτό περιόριζε σημαντικά την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον, δημιουργώντας έναν κλειστό και απομονωμένο χώρο, στερημένο από πληθώρα αισθητικών και κοινωνικών ερεθισμάτων.

Ομάδες νεογέννητων παιδιών και από τα δύο ιδρύματα παρακολουθήθηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της ζωής τους.

Με την ολοκλήρωση των πρώτων τεσσάρων μηνών, τα βρέφη στο ορφανοτροφείο είχαν καλύτερες επιδόσεις σε μια σειρά αναπτυξιακών δοκιμασιών σε σχέση με αυτά που μεγάλωναν στο βρεφοκομείο της φυλακής. Στη συνέχεια όμως, και μέχρι τα τέλη του πρώτου έτους, οι κινητικές και πνευματικές επιδόσεις των παιδιών στο ορφανοτροφείο ήταν πολύ χαμηλότερες από αυτές των παιδιών στο βρεφοκομείο της φυλακής.

Πολλά από τα παιδιά που μεγάλωναν στο ορφανοτροφείο ανέπτυξαν ένα σύνδρομο που ο Spitz ονόμασε ιδρυματοποίηση και που σήμερα καλύπτεται από τον όρο ανακλητική κατάθλιψη. Τα παιδιά αυτά εμφάνισαν έντονα σημάδια απόσυρσης με μείωση της περιέργειας και της χαράς, καθώς επίσης και μια επιρρέπεια σε λοιμώξεις.

Στο τέλος του δεύτερου και τρίτου έτους της ηλικίας τους, τα παιδιά που μεγάλωναν στο βρεφοκομείο της φυλακής ήταν παρόμοια στη συμπεριφορά με αυτά που μεγάλωναν σε φυσιολογικές οικογένειες στο σπίτι: βάδιζαν καλά και είχαν ικανοποιητική ανάπτυξη του προφορικού λόγου. Αντιθέτως, η ανάπτυξη των παιδιών στο ορφανοτροφείο υπολειπόταν σημαντικά. Λίγα παιδιά μπορούσαν να περπατήσουν, ενώ και η ομιλία τους περιοριζόταν σε λίγες μόνο λέξεις, σε αντιδιαστολή με την αναμενόμενη εικόνα ανάπτυξης της χρονολογικής τους ηλικίας, όπου συναντάται η ανάπτυξη ενός ευρέος λεξιλογίου.

Απόσπασμα από το άρθρο
Η ανάδυση του τραύματος της πρώιμης παιδικής ηλικίας στην ψυχική συμπτωματολογία των ενηλίκων
των
Γ. Μπούρας, Β’ Ψυχιατρική Κλινική, ΕΚΠΑ, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Αττικόν», Αθήνα,
Ε. Λαζαράτου A΄ Ψυχιατρική Κλινική, ΕΚΠΑ, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Αθήνα

Πηγή:
Όλο το άρθρο στην διεύθυνση
http://www.psych.gr/documents/psychiatry/23.2-GR-2012-SUP-39.pdf

φωτογραφία του Lucien Blumer 1930