Ψάχνεις... καμιά φλεβίτσα να σκοτώσεις




Στο πρώτο ραντεβού ο Λεό, ένα παλικάρι τριάντα χρονών, ήρθε με καλοκαιρινά μπράτσα ζωγραφισμένα με τατουάζ, με σκουλαρίκια και χαϊμαλιά στο λαιμό. Την εποχή εκείνη ο πατέρας του είχε νοικιάσει ένα μεγάλο σπίτι στην Βούλα και έμενε μαζί με την κοπέλα του, την γυναίκα του, όπως έλεγε η οποία ήταν περίπου εφτά χρόνια μεγαλύτερή του. Ο Λεό δεν δούλευε, αν και είχε τελειώσει σχέδιο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, και όπως έλεγε ο πατέρας του, είχε ταλέντο. Εκείνος του προσέφερε δουλειά στο γραφείο που είχε σαν αρχιτέκτονας-μηχανικός αλλά ο Λεό πέρναγε τις ημέρες χωρίς να κάνει τίποτα.

  Κάθισε κουρασμένα “ Η μάνα μου και ο πατέρας δεν είναι η μάνα μου και πατέρας μου, μόνο η αδελφή μου είναι αδελφή μου, διότι μας υιοθέτησαν και τους δύο”, είπε σαν πρώτη πληροφορία χωρίς να προλάβω να του μιλήσω και μετά, απλώθηκε στην καρέκλα σαν να τον είχες περάσει από  οικοδομή.

“Κούραση” τον ρώτησα. “ Ναι είμαι κουρασμένος γιατί δεν κάνω τίποτα”, είπε χαμογελώντας. “Υιοθεσία.” επανέλαβα... “Τι σημαίνει για σένα;” “Δεν σημαίνει τίποτα έτσι το είπα για να βοηθήσω το έργο σας” έκανε με ένα χαμόγελο.

“Θα μου πεις κάποια στοιχεία για να βοηθήσεις επίσης το έργο μου ”. “ Βεβαίως ότι θέλετε άλλωστε έχω συνηθίσει στις συνεντεύξεις” είπε με το ίδιο χαμόγελο στα χείλη. “ Έχεις δώσει  αλλού”;  “ Βέβαια, στο ΚΕΘΕΑ, στο 18ανω, στη κλινική, να δείτε πως τι λένε, μου διαφεύγει τώρα, και αλλού, και αλλού.”

“Πότε ξεκίνησες τις ουσίες και με τι”; “ Στα δέκα επτά με χασίσι”. “Τσιγάρο από πια ηλικία καπνίζεις”; του είπα. “ Α!! απλό τσιγάρο από τα δέκα τρία νομίζω, έχω ξεχάσει.”. “Και μετά” μικρή παύση “Και μετά ήρθαν τα άλλα. Στα δέκα εννιά ήπια ηρωίνη και μετά χάπια, τρυπάκια, κρακ, και ότι έβγαινε στο εμπορείο. Τελευταία χάπια και ηρωίνη”  

“Πως έκανες χρήση.” “Όλες τις μορφές χρήσης” είπε χαμογελώντας. “Μύτη, αλουμινόχαρτο.. βάρεμα. Τώρα μόνο από την μύτη διότι φλέβες δεν υπάρχουν και καταλαβαίνεις γιατρέ το να ψάχνεις με το εκατοστόμετρο το σώμα σου για να βρεις καμιά φλεβίτσα να  σκοτώσεις δεν μου άρεσε και πολύ.”

“Προβλήματα υγείας ”; “Έχω ηπατίτιδα C  γιατρέ και πρέπει κάτι να κάνω.” “ Πολύ καιρό.” “Είναι δύο χρόνια που το έμαθα “Η κοπέλα σου το ξέρει.” “Το ξέρει”, είπε μονολεκτικά.

“ Προβλήματα με την δικαιοσύνη” “ Πια δικαιοσύνη” είπε και ανασηκώθηκε από την θέση του. “ Τέλος πάντων”, ψιθύρισε και ξανακάθισε. “Όπως όλοι κάτι εκκρεμεί για μένα, αλλά έχω το χαρτί και θα την σκαπουλάρω που λένε.” 

“Από εκπαίδευση” “Τέλειωσα Λύκειο και σχέδιο, αλλά δεν έχω καταφέρει να δουλέψω.” “Πού σε ποια σχολή”. “Εγώ γιατρέ έχω πάει και Αμερική για να σπουδάσω Animetion, αλλά δεν έκανα τίποτα και γύρισα εξαρτημένος από το κρακ. Τέλος πάντων τελείωσα εδώ μια ιδιωτική σχολή, σοβαρή όμως”.

Όταν σταμάτησα της ερωτήσεις φαινόταν ότι δεν είχε τίποτα άλλο να πει. Μια τοξική σιωπή απλώθηκε ανάμεσά μας και περίμενε να περάσει η ώρα με ένα παγωμένο χαμόγελο. “Μπορώ να φύγω, έχουμε τίποτα άλλο να πούμε;” Δεν μου φαινόταν πως είχε καταλάβει για πιο λόγο ερχόταν. Τα λεπτά περνούσαν βαριά και ατελείωτα και η ατμόσφαιρα που εξέπεμπε ήταν τόσο αρρωστημένη, που αισθανόμουν πως θα αρρώσταινα και εγώ. Στην ουσία δεν υπήρχε. 

‘Όχι ο Λεό δεν υπήρχε!! Ότι βλέπαμε από αυτόν ήταν ένα φάντασμα στο μυαλό του καθένα, είτε αυτό ήταν το μητρικό, το πατρικό, αδελφικό ή συντροφικό. Ήταν το φάντασμα της προσδοκίας των άλλων.

 Ο Λεό είχε πεθάνει από καιρό, αλλά κανείς δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Δολοφονήθηκε υπαρξιακά σιγά, σιγά, χωρίς να το καταλάβουν οι δικοί του. Το σώμα του ήταν εδώ, αλλά εκείνος δεν κατάφερε ποτέ να γίνει ο εαυτός του. Πέθανε την ώρα που όλοι πίστευαν πως τον οδηγούσαν στην ζωή. Στην ουσία τον οδηγούσαν στην αφάνεια, από τότε που ήταν παιδί. Από τότε που δεν του επιτράπηκε να διαπραγματευτεί την παρουσία του σαν αυτόνομο άτομο.

Ο Λεό ήταν το συμπλήρωμα της μάνας του, το αντικείμενο επιθυμίας του πατέρα του, το μπιμπελό στο οικογενειακό μύθο της οικογένειας του. Ο Λεό ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από Λεό. Δέχτηκε την ετερονομία σαν στοιχείο της προσωπικότητας του. Με τον ίδιο τρόπο τώρα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ηρωίνη. Η ηρωίνη στο κάτω, κάτω τα γραφής του προσέφερε μια ταυτότητα ξεχωριστή από αυτή που του προσέφεραν οι άλλοι. Αυτή την ταυτότητα ανακάλυπτα και έκλαιγα μέσα μου για τον ζωντανό νεκρό που είχα απέναντί μου.  


Κερεντζής Λάμπρος

Φωτό: Michael Vincent Manalo


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Αρχάγγελος του σκότους ήταν… της ασφαλείας

Ρατσισμός: Αίτια – Συνέπειες

Η αυτοχειρία ενός 14χρονου