ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

 

 Οι David Farrington Donad και West Cambridge και οι συνεργάτες τους από το Ινστιτούτο της εγκληματολογίας του Cambridge διεξήγαγαν μια πρωτότυπη έρευνα για την ανάπτυξη με περισσότερα από 400 αγόρια που μεγάλωσαν σε μια εργατική περιοχή του Λονδίνου(1990). 

Έγινε πρώτη αξιολόγηση των οικογενειών όταν τα παιδιά ήταν οκτώ ετών και οι ερευνητές κατάφεραν να παρακολουθήσουν το 95% περίπου του δείγματος μέχρι την ηλικία των 32 ετών. 

Το ένα πέμπτο του δείγματος καταδικάστηκαν όσο ήταν ανήλικοι, το ένα τρίτο μέχρι την ηλικία των 25 ετών και το 6% έγιναν χρόνιοι παραβάτες. Στην διάρκεια της μελέτης γινόταν τακτικά αξιολογήσεις μεταξύ των οποίων αναφορές από τα ίδια τα παιδιά, τους συνομηλίκους τους στο δημοτικό, τους δασκάλους και τους γονείς τους. 

Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα αυτής της μελέτης ήταν ότι, ακόμα και στο εσωτερικό αυτού του ομοιογενούς πληθυσμού, οι χειρότεροι παραβάτες διέφεραν από τους υπόλοιπους από την πρώιμη ηλικία ως προς όλες σχεδόν τις μεταβλητές που μετρήθηκαν. 

Τέσσερις ήταν οι κύριοι παράγοντες που επηρέασαν το αποτέλεσμα: 

Ο πρώτος ήταν οικονομικός- οι ενδεχόμενοι παραβάτες ήταν παιδιά που μεγάλωσαν σε φτωχές, πολύτεκνες οικογένειες, ζούσαν σε σε κακά σπίτια, με άνεργους πατέρες' 

δεύτερον από την ηλικία των οχτώ ετών είχαν διαπιστωθεί προβλήματα στο σχολείο: οι ενδεχόμενοι παραβάτες χαρακτηρίζονταν ταραξίες και υπερκινητικοί, με έλλειψη συγκέντρωσης, χαμηλό δείκτη νοημοσύνης και χαμηλές επιδόσεις' 

τρίτον το παραβατικό ή εγκληματικό αποτέλεσμα συνδεόταν με ανεπαρκή γονική φροντίδα και, συγκεκριμένα με ένα συνδυασμό παραμέλησης(τόσο υλικής, όσο και υπό την έννοια της ανεπαρκούς επίβλεψης) και τιμωρητικής, σκληρής αλλά ταυτόχρονα και αλλοπρόσαλλης πειθαρχίας. 

Τέλος σημαντικός παράγοντας ήταν η κουλτούρα εγκληματικής συμπεριφοράς στην οικογένεια. 

Αυτοί οι παράγοντες, σε συνδυασμό, δημιούργησαν μια αιτιατή αλληλουχία όπου η κακή αντιμετώπιση του παιδιού από τους γονείς στο πλαίσιο της φτώχειας και της ανασφάλειας σχετιζόταν με κακές σχολικές επιδόσεις, αργότερα με σκασιαρχείο, στην συνεχείς με ελάχιστες μή μη σταθερές προοπτικές εργασίας και, τέλος, με την εγκληματικότητα στην ενήλικη ζωή. 

Αξίζει να σημειωθείς ότι η ιδιαίτερη μορφή της ελλιπούς γονικής φροντίδας που διαπίστωσε ο Etzioni ( δηλαδή η απουσία λόγω εργασίας) δεν ήταν καθοριστικός παράγοντας, η ανεργία από την μεριά του πατέρα είχε περισσότερο προγνωστική σημασία, ενώ η εργασία της μητέρας έξω από το σπίτι δεν σχετιζόταν με τα παραπάνω προβλήματα

Απόσπασμα από το άρθρο
της LYNNE MURRAY
με τίτλο
Προσωπικοί και κοινωνικοί παράγοντες που επηρεάζουν την γονική φροντίδα και την προσαρμογή στην ενηλικίωση.
Από το βιβλίο
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΎ ΔΕΣΜΟΥ

WIFREDO LAM

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου