Ο Τοξικομανής είναι θύμα και κομιστής της κοινωνικής βίας





Τα βρωμερά λιβάδια της τοξικότητας απλώνονται στο κέντρο της πόλης. Νιώθω πως η γνώση δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την αποσύνθεση του μυαλού και την τραγικότητα των ηρώων της. Η τοξικότητα των ουσιών κουβαλά μια δικιά της γνώση, μια δικιά της εμπειρία κτισμένη, κατασκευασμένη από χρόνια. Η κοινωνική ανάγκη ύπαρξης της σαρώνει τα πάντα. Η ύπαρξη του ναρκωτικού είναι αναγκαία με την μορφή που το πολιτικό σύστημα αποζητάει, όχι μόνο για να βγάζει χρήματα, αλλά για να κρατά την θυσία σαν βασικό στοιχείο της επιβίωσης του. Άρα η τοξικομανία είναι κομμάτι του κοινωνικού συστήματος, είναι μέσα του, όπως οι χρήστες είναι μέσα στην πόλη. 
 
Μέσα στην πόλη κουνιούνται σαν βρικόλακες της ημέρας, που βγήκαν στους δρόμους αφού εγκατέλειψαν και εγκαταλείφθηκαν από άγιες οικογένειες με εγκληματικές διαθέσεις αδιαφορίας. Οικογένειες που έχουν χωθεί κάτω από το τρύπιο δέρμα τους, οικογένειες που προσπαθούν να τους ξεχάσουν και να τις ξεχάσουν. Τους βλέπεις σαν παιδιά που φύτρωσαν στα πεζοδρόμια, που βλάστησαν πάνω στην άσφαλτο, με τα ρούχα μουτζουρωμένα από τον λαστιχένιο αέρα που φρενάρει ανεξέλεγκτα πάνω στο στήθος. 
 
Άνθρωποι διάτρητοι από την τελετουργική θυσία που εκτελούν μόνοι τους με θύμα τον εαυτό τους, μπροστά στα μάτια του ενάρετου πλήθους μιας άγριας κοινωνίας. Θύματα και θυσιαστές συγχρόνως μιας αδικίας που ζητά την εκδίκηση και όπου δεν βρίσκει άλλο κορμί εκτός από το δικό τους για να την πραγματοποιήσει. Τόνοι από σαπισμένα κομμάτια οικογενειακής βίας κρύβονται μέσα τους. Κρατούν κρυμμένο τον εαυτό τους, φυλακισμένο που οδηγείται στο βωμό του θυσιαστηρίου, που ψάχνει τον εξαγνισμό, την αγιοσύνη μέσα από την αφάνεια. Τόνοι από την τυφλή δικαιοσύνη διαχρονικών παραπτωμάτων που επανέρχονται μέσα στις λίμνες των δακρύων προσπαθώντας να αναβαπτιστούν μπροστά στον μεγάλο δικαστή, την ανώνυμη επωνυμία της κοινωνίας. 
 
Η βία της ενοχής κυλάει από πάνω τους και δεν είναι μόνο η δική τους ενοχή αλλά μια συλλογή ενοχή. Διαχρονικές ενοχές κυλάνε μέσα τους, έξω τους που προσπαθούν να εκφράσουν και να διαμορφώσουν το πλαίσιο του ρημαγμένου βλέμματος για να κολυμπήσουν στην λήθη χωρίς κανένας να καταλάβει τίποτα. Χωρίς κανείς να καταλάβει την οικογενειακή συλλογικότητα που εκφράζει το εγχείρημά τους. Χωρίς κανένας να περάσει κάτω από το στιγματισμένο δέρμα, κάτω από το χαμένο βλέμμα, πίσω από την πυρπολημένη οδοντοστοιχία, που αναζητά τον δολοφόνο σαν σωτήρα τον θύμα σαν θύτης. 
 
Παρατημένοι από όλους και από όλα, με μόνη σύντροφο την απιστία και την αγωνία μιας αγάπης που δεν πραγματώνεται παρά μόνο με την εκμηδένιση τους, προχωρούν με σίγουρα βήματα προς αυτή την εκμηδένιση, θέλοντας να σβήσουν τα χνάρια που ντροπιάζουν αυτούς και τους μακρινούς ενάρετους συγγενείς τους. Η Θυσία η εκδίκηση και η νόμιμη τιμωρία συναντιούνται πάνω στο κορμί τους. Όλοι και όλα είναι μέσα και έξω από αυτό το κορμί. Όλα ζητάν την δικαίωσή τους, όλα ζητά την ανεύρεσης της ειρηνικής ζωής τους, την επαναφορά στους παλιούς δρόμους της κοινωνικής βίας που τους μεγάλωσαν. Διότι ο χρήστης είναι ο κομιστής αυτής της κοινωνικής βίας.
 
Αυτής της βίας που στην αρχή γέμισε το οικογενειακό περιβάλλον και μετά γέμισε το είναι του. Το γέμισε και το ξέρασε στο πεζοδρόμιο ανάμεσα στα πλήθη που διαδηλώνουν για την ημέρα κατά των ναρκωτικών.

Τα πλήθη και οι οργανώσεις που δεν αναφέρονται, δεν απαιτούν, δεν ακουμπάνε την απλή, λογική κίνηση που θα αλλάξει το σύστημα, την ΑΝΤΙΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΉ ΠΟΛΙΤΙΚΉ, δεν ταυτίζονται με το σοφό λόγο του Σπινόζα ότι “την χαρά της εξάρτησης θα την πολεμήσεις με μια άλλη χαρά, μια χαρά μεγαλύτερη από αυτή της εξάρτησης".

Κερεντζής Λάμπρος 
 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.