Τα λεξιλογικά της κρίσης

Η λέξη κρίση είναι λέξη που έχει πολλές σημασίες· διότι, πέρα από την οικονομική κρίση, κρίση λέμε επίσης την ικανότητα να εκτιμούμε σωστά τις καταστάσεις, όπως ας πούμε στο κλισέ «ο λαός έχει μνήμη και κρίση» που αρέσκονται να λένε οι πολιτικοί (πάω στοίχημα πως από μέσα τους γελάνε εκείνη την ώρα), ή στις «ερωτήσεις κρίσεως» που μας έβαζαν στο σχολείο· επίσης, κρίση λέμε την κριτική, κρίση λέμε την απόφαση του δικαστηρίου, Κρίση λέμε, με κεφαλαίο, τη Δευτέρα Παρουσία, («η ώρα της Κρίσεως»), αλλά και την αξιολόγηση π.χ. των αξιωματικών που έχουν τις ετήσιες κρίσεις τους· επίσης κρίση λέμε την ξαφνική και βίαιη επιδείνωση μιας αρρώστιας, και γενικά την εμφάνιση οξέων συμπτωμάτων, όπως κρίση άσθματος ή σκωληκοειδίτιδας ή νευρική κρίση, που μετεξέλιξή τους είναι η οικονομική κρίση και οι συναφείς (π.χ. ενεργειακή κρίση) αλλά και οι άλλες μεταφορικές χρήσεις της λέξης, όπως η κρίση συνείδησης, η κρίση ταυτότητας,  Το ΛΚΝ μάλιστα όλες αυτές τις ιατρικές και τις μεταφορικές σημασίες τις αναγνωρίζει ως δεύτερο λήμμα, ομόηχο του πρώτου. 

Το λεξικό Μπαμπινιώτη, πάλι, περιέχει μια σημασία περισσότερη (τον όρο «κρίση» στη λογική), αλλά στην ετυμολογία δεν λέει, όπως θα έπρεπε, ότι σημασίες όπως «οικονομική κρίση» είναι μεταφραστικά δάνεια (ή αντιδάνεια;). Ακόμα και το ετυμολογικό του λεξικό λέει ότι οι σημασίες αυτές «οφείλονται σε επίδραση των ελληνογενών γαλλ. crise, αγγλ. crisis», διατύπωση που βρίσκω να έχει δυο ανακρίβειες, πρώτον ότι δεν είναι απλώς επίδραση αλλά καθαρό δάνειο και δεύτερον ότι ο όρος «ελληνογενής» συνήθως χρησιμοποιείται (από το ίδιο λεξικό) για νεολογισμούς που έχουν φτιαχτεί με ελληνικές ρίζες αλλά δεν υπήρχαν στα ελληνικά, π.χ. telephone. Αλλά έχω κόψει την τρίχα στα δεκάξι, οπότε σταματάω εδώ τη λεξικογραφική… κρίση.


Η κρίση, κρίσις στα αρχαία, προέρχεται, φυσικά, από το ρήμα κρίνω, το οποίο είχε αρχική σημασία «διαχωρίζω, κοσκινίζω» και ήδη από τον Όμηρο «αποφασίζω» και αργότερα «δικάζω». Κριτήρια ήταν τα δικαστήρια ήδη από την κλασική αρχαιότητα (παρόλο που από τότε υπήρχε και η σημερινή σημασία της λέξης), σημασία που διατηρείται και ενισχύεται στους χριστιανούς συγγραφείς, όπου έχουμε το «φοβερό κριτήριο», το δικαστήριο της μέλλουσας κρίσης, που έφτασε ακόμα και σε στίχους του Μάρκου Βαμβακάρη (μελοποιημένους από τον γιο του)

πεθαίνω εξαιτίας σου στον Άδη κατεβαίνω
στο φοβερό κριτήριο εκεί σε περιμένω
φυσικά περνώντας μέσα από μοτίβα δημοτικών τραγουδιών.

Από τη σημασία «δικάζω» και «καταδικάζω», το ρήμα κρίνω πήρε σε μεσαιωνικά κείμενα και τις σημασίες «τιμωρώ» ή «βασανίζω» κάποιον. Για να μείνουμε στον μέγιστο Ερωτόκριτο:

Σαν τραγουδήσω και σαν πω τον πόνο που με κρίνει,
μου φαίνεται πως είν’ νερό, και τη φωτιά μου σβήνει.

Μια και το έφερε η κουβέντα στα σχόλια άλλου άρθρου, να πούμε και για το κρίμα, που αρχικά, στην αρχαιότητα, σημαίνει «απόφαση, κρίση» και μετά, με τον χριστιανισμό, «θεϊκή κρίση, καταδίκη», φτάνοντας σήμερα να σημαίνει αφενός την αξιόμεμπτη πράξη, όχι όμως με την ποινική έννοια αλλά με την έννοια της παράβασης θείας εντολής ή ηθικής επιταγής, την αμαρτία, και αφετέρου την ατυχία ή αδικία. Έτσι, λέμε «το κρίμα στο λαιμό σου» ή «το φιλί δεν είναι κρίμα» (όπως στο τραγούδι), με την πρώτη έννοια, αλλά και «Τι κρίμα που δεν προλάβαμε…», με τη δεύτερη έννοια, με την οποία έχει το κρίμα γίνει και επιφώνημα λύπης, οίκτου ή συμπαθείας, π.χ. «Κρίμα τέτοιο παλικάρι», «Κρίμα στο μπόι σου» (άλλο τραγούδι). Και να πω ότι το λατινικό crimen, που γέννησε το αγγλογαλλικό crime (έγκλημα), δεν είναι, τουλάχιστον σύμφωνα με τα λεξικά, δάνειο από το κρίμα.

Από την άλλη μεγάλη σημασία του κρίνω («αποφασίζω», «εκφράζω γνώμη»), στα μεσαιωνικά χρόνια εμφανίστηκε, κατ’ επέκταση, η σημασία «μιλώ», κυρίως με τον τύπο «κρένω», που στη συνέχεια αυτονομήθηκε ως ξεχωριστή λέξη (αν και στο μεσαιωνικό λεξικό του ο Κριαράς εντάσσει το κρένω στο κρίνω και μας μπερδεύει), που βέβαια στις μέρες μας έχει ξεπέσει σε υπόληψη μια και εμείς το κρένω το έχουμε συνδέσει κυρίως με τον Μπαρμπαγιώργο. 

(Το έχει χρησιμοποιήσει και ο Σολωμός στον αθάνατο στίχο
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

 
αλλά, τι τα θέτε, ο κόντες ήταν ιταλομαθημένος, μπάσταρδος, ίσως εβραίος, και κουμουνιστής θα γινότανε αν ήταν μπορετό, δεν είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης).

Πριν από μερικά χρόνια, αν έλεγες «κρίση» χωρίς να το προσδιορίζεις, το μυαλό του συνομιλητή σου θα πήγαινε συνήθως στη νευρική κρίση· τώρα, χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει, η σκέτη κρίση είναι οικονομική. Και αυτό, πανευρωπαϊκά, μια και η λέξη κρίσις πέρασε στα λατινικά ως crisis και από εκεί σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά κυρίως με τη σημασία της επιδείνωσης μιας ασθένειας. Στις ευρωπαϊκές ακριβώς γλώσσες η λέξη μεταφέρθηκε και έξω από τον ιατρικό τομέα για να χαρακτηρίσει την κορύφωση μιας δύσκολης κατάστασης (για παράδειγμα, στα αγγλικά η σημασία αυτή καταγράφεται από το 1627, αναφορικά με την όξυνση στις σχέσεις Κοινοβουλίου και βασιλιά) και έτσι επέστρεψε και στα ελληνικά, σαν ένα είδος σημασιολογικού αντιδάνειου, για να μας παιδεύει.

Η κρίση επί πολλούς αιώνες ήταν πρωτόκλιτη, σαν τη βρύση. Στα μεσαιωνικά κείμενα βρίσκεις μόνο «τις κρίσες» στον πληθυντικό (ακόμα και «τας κρίσας» αιτιατική), όχι «τις κρίσεις», αλλά ο τύπος δεν άντεξε στη λόγια επέλαση. Οι περισσότεροι παλιότεροι δημοτικιστές έγραφαν «κρίσες», αλλά ο τελευταίος που χρησιμοποίησε τον τύπο αυτό πρέπει να ήταν ο Πάικος Νικολαΐδης-Ασιλάνης, ένας γερός λόγιος που είχε μεταφράσει κάμποσους αρχαίους. Σήμερα η κρίση ξανάγινε τριτόκλιτη, αβυσσαλέα και δυσκολοξεπέραστη.

Πηγή από το 

Το ιστολόγιο του 

Νίκου Σαραντάκου,

 για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

 https://sarantakos.wordpress.com/2010/07/01/krisis/

πίνακας:Richard Wright

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου