Η έννοια του Εθνικού εαυτού



Η έννοια του εθνικού εαυτού αποτελείται από δύο υπο-έννοιες (έθνος και εαυτός) οι οποίες παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες στην κατανόηση τους (Tilly, 1975). Όσον αφορά τον εαυτό γίνεται σαφές ότι στην πορεία της ανάπτυξης του ατόμου και της διαρκούς αλληλεπίδρασης με τα άλλα άτομα του περιβάλλοντός του το άτομο μαθαίνει να ξεχωρίζει τον εαυτό του από τους άλλους χρησιμοποιώντας γλωσσικά σύμβολα για να αναφερθεί στον εαυτό του, τα οποία είναι διαφορετικά από εκείνα που χρησιμοποιεί για να αναφερθεί στους άλλους (Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003).

Αναφορά στον «εαυτό» σημαίνει ότι το υποκείμενο γίνεται συγχρόνως αντικείμενο της δράσης του. Με αυτήν την έννοια ο εαυτός αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο: το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κάτι συγκεκριμένο, ως μία οντότητα με ορισμένες ιδιότητες οι οποίες αποτελούν τις διάφορες ταυτότητες του. Έχει μόνο μια προσωπική ταυτότητα και περισσότερες κοινωνικές.

Η έννοια της κοινωνικής ταυτότητας ως μέρος της αυτοαντίληψης του ατόμου έχει τρεις κύριες διαστάσεις(McCall & Simmons, 1966 Tajfel, 1981):

1.Το «αίσθημα ότι ανήκει» (belongingness) το άτομο σε ένα κοινωνικό υποσύνολο.
2.Κάποια κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά (commonness) ανάμεσα στο άτομο και σε αυτό το υποσύνολο.
3.Τη συνεκτικότητα (cohesion), δηλαδή τη θετική επικοινωνία του ατόμου με τα
άλλα μέλη του υποσυνόλου (Παπαοικονόμου, 2011).

Στη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας, η κοινωνική ταυτότητα είναι η πεποίθηση ενός ατόμου ότι ανήκει σε μια κοινωνική κατηγορία ή ομάδα (Tajfel, 1981). Μια κοινωνική ομάδα είναι ένα σύνολο ατόμων που ταυτίζονται κοινωνικά. Μέσω της
διαδικασίας της κοινωνικής σύγκρισης, τα άτομα, εφόσον θεωρούν ότι έχουν τα κοινά χαρακτηριστικά τα οποία συγκροτούν τη συλλογική τους ταυτότητα, κατηγοριοποιούνται ως ενδο-ομάδα (in-group), ενώ τα άτομα που διαφέρουν τα κατηγοριοποιούν ως εξω-ομάδα (out-group) (Κυρίτσης & Παπαοικονόμου, 2011).

Η έννοια της ταυτότητας δεν είναι μόνο πολυδιάστατη αλλά συγχρόνως και πολυεπίπεδη, και αυτό σημαίνει ότι κάθε άτομο ανήκει συγχρόνως σε περισσότερα υποσύνολα, μερικά από τα οποία απευθύνουν αντιφατικές απαιτήσεις προς το άτομο
(Smith, 1991).

Έχοντας έτσι περισσότερες επιμέρους ταυτότητες, τα άτομα βρίσκονται πολλές φορές ανάμεσα σε «διασταυρούμενα πυρά και αναγκάζονται να αποφασίσουν να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις μιας συγκεκριμένης ταυτότητας, που ενδεχομένως είναι ισχυρότερη και όχι μιας άλλης ταυτότητας. Έτσι, όταν για παράδειγμα υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην εθνική και στην πολιτική ταυτότητα, όπως συμβαίνει σε εθνικά διχασμένες κοινωνίες, το άτομο πρέπει να αποφασίσει ανάλογα με τη σπουδαιότητα (κεντρικότητα) των ταυτοτήτων του ως τι θα δράσει: ως μέλος της εθνικής κοινότητας ή ως μέλος ενός πολιτικού κόμματος (Φραγκουδάκη & Δραγώνα, 1997).

Όσον αφορά την έννοια του έθνους μπορεί να ειπωθεί ότι παρόλο που έγιναν πολλές προσπάθειες να καθιερωθούν αντικειμενικά κριτήρια κατάταξης μιας συλλογικότητας κάτω από τη στέγη ενός έθνους τα οποία είτε βασίζονταν σε μεμονωμένους παράγοντες (π.χ. γλώσσα) είτε σε έναν συνδυασμό (π.χ. γλώσσα, θρησκεία, κοινό έδαφος κ.α.), οι ορισμοί που προέκυψαν ανταποκρίνονται σε μερικά μόνο μέλη της ομάδας και κατά συνέπεια πάντα προκύπτουν εξαιρέσεις (Hobsbawm,
1994). Άλλωστε τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό του έθνους είναι από μόνα τους θολά, διφορούμενα και πολλές φορές αμφισβητήσιμα.

Η δυσκολία ορισμού του έθνους διαφάνηκε ήδη από το έργο του Walter Bagehot, ο οποίος παρουσίασε την ιστορία του δεκάτου ενάτου αιώνα ως ιστορία της «οικοδόμησης των εθνών», παρατηρώντας όμως ότι: «γνωρίζουμε τι είναι όταν δεν μας ρωτάτε, αλλά δεν μπορούμε πολύ γρήγορα να το εξηγήσουμε ή να το ορίσουμε» (Bagehot, 2002 :32).

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του τρόπου ταξινόμησης των ανθρώπινων όντων σε ομάδες είναι ότι κανένα κριτήριο δεν μπορεί να προσδιορίσει επαρκώς ποια από τις διαφορετικές ανθρώπινες συλλογικότητες θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «έθνος». Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα θα συμφωνούσαν ότι οι βασικές εθνικές γλώσσες, προφορικές ή γραπτές, δεν μπορούν να εμφανισθούν ως εθνικές πριν από την τυπογραφία, τη μαζική φιλολογία και συνεπώς, τη μαζική σχολική εκπαίδευση η οποία αποτελεί το βασικό κοινωνικοποιητικό παράγοντα ένταξης των νέων ανθρώπων στα διάφορα «έθνη» (Αβδελλά, 1997).

Απόσπασμα από την εργασία
του
Αντώνης Δ. Παπαοικονόμου

Εκπαιδευτικού – Μεταδιδακτορικού ερευνητή ΑΠΘ, Ειδικού Επιστήμωνα ΠΔ/407 Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Με τίτλο
Ο εθνικός εαυτός ως θεωρητική και κοινωνική
κατασκευή: σύγκριση των σχολικών εγχειριδίων
Ιστορίας στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου στην Ελλάδα
και στην Τουρκία.


πίνακας: René Magritte,

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.