Η “εσωτερική φυλακή”


Πολλοί άνθρωποι βιώνουν ένα εγκλεισμό που κανένα αντικειμενικό στοιχείο δεν μαρτυρά και όμως συμπεριφέρονται σαν να έχουν χάσει την ελευθερία τους, ή να μην την έχουν βρει ποτέ. Σε αυτή την περίπτωση όπως και ο φυλακισμένος, το υποκείμενο νιώθει μόνο, υποτιμημένο με χαμένα τα δικαιώματά του, χωρίς την αίσθηση της σημαντικότητας του.
Ξέχωρα λοιπόν, από την εξωτερική φυλακή που όλοι γνωρίζουμε, για κάποιον που έχει παραβιάσει τον νόμο, υπάρχει και η “ εσωτερική φυλακή” που δεν εκπληρεί αντικειμενικά κριτήρια, αλλά συναισθηματικά. Μια φυλακή λοιπόν μπορεί να υπάρξει και ν' αναβιώσει σαν “εσωτερική” μέσα από το συναίσθημα του υποκειμένου που νιώθει περιορισμένο και ανίκανο να πάρει αποφάσεις και να ελέγξει την ζωή του. Η “εσωτερική φυλακή” παίρνει σάρκα και οστά από την παρουσία ενός “ψυχολογικού προβλήματος” που περιορίζει το υποκείμενο και του καθορίζει τις συνθήκες του εγκλεισμού του.
Πολλοί άνθρωποι κουβαλάνε ένα “ψυχολογικό πρόβλημα” σαν να είναι η φυλακή τους. Ένα πρόβλημα που τους περιορίζει, τους απομονώνει, τους υπονομεύει και δεν τους επιτρέπει να βιώσουν την ελευθερία της ύπαρξής τους. Ένα πρόβλημα το οποίο όμως φαίνεται σαν να μην θέλουν να το απαρνηθούν. Σαν να τους αρέσει να είναι μέσα σε αυτό. Σαν να τους προσφέρει μια μια θαλπωρή που η υγεία δεν μπορεί να τους την προσφέρει.
Από την μια στεναχωριούνται από την παρουσία του και θέλουν να ξεφύγουν και από την άλλη το αναπαράγουν και γατζωμένοι επάνω του διανύουν την ζωή τους σαν μάρτυρες που πρέπει να εξιλεωθούν και να υπομείνουν την μοίρα τους. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση συνήθειας, όπου το πρόβλημα έχει λάβει τις “φυσιολογικές” του διαστάσεις εσωτερικά και εξωτερικά του υποκειμένου και δεν αποτελεί παρά μια μορφή επαναληπτικής λειτουργίας αποτροπής του άγχους, παρ' όλο που το αναπαράγει.
Εδώ το πρόβλημα έχει ένα λειτουργικό ρόλο τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και συλλογικό. Ατομικό, διότι απαγορεύει στο υποκείμενο να ενεργήσει ελεύθερα. Αυτή η απαγόρευση το “προστατεύει” ώστε να μην εκτεθεί σε ρίσκα που θεωρούνται από τον ίδιο και το περιβάλλον του επικίνδυνα για την ασφάλεια του. Συλλογικό, διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ατομικό, επειδή το εκδηλώνει ένα άτομο, αλλά αυτό όντας μέρος μιας οικογενειακής ομάδας - το πρόβλημα του - γίνεται συλλογικό και η λειτουργικότητα του έχει σχέση με την ομάδα και την θέση του μέσα σε αυτή.
Κατ' αρχάς λοιπόν η “εσωτερική φυλακή” δεν είναι μια ατομική κατασκευή, αλλά μια συλλογική και δεν απευθύνεται μόνο σε ένα άτομο, αλλά και σε ένα ζευγάρι, καθώς και σε μια ολόκληρη οικογένεια. Και στις δύο περιπτώσεις λειτουργεί σαν “βόλεμα” που αποτρέπει από καταστάσεις που θεωρούνται από το υποκείμενο, ή την ομάδα που ανήκει, πιο επικίνδυνες από το ίδιο το πρόβλημα.
Κατά δεύτερον, η “εσωτερική φυλακή” έρχεται να απαντήσει σε ψυχολογικές ανάγκες του υποκειμένου, ή της ομάδας του για σταθερότητα και ισορροπία των σχέσεων. Εκφράζει μια ανάγκη επιμονής στην επανάληψη της πραγματικότητας. Σαν αντίσταση στην αλλαγή1, στην διαφοροποίηση, πράγμα που προσδίδει, όπως είπαμε, μια ικανοποίηση ακόμα και όταν υπάρχει ένα πρόβλημα. Σε αυτή την περίπτωση το πρόβλημα καθορίζει την ομοιόσταση του συστήματος.
Το βασικό στοιχείο που προσδίδει δυναμικότητα στο “πρόβλημα” και το καθιστά κινητήριο δύναμη των εξελίξεων είναι η εξάρτηση. Αυτό σημαίνει ότι τα υποκείμενα έχουν βιώσει στο παρελθόν καταστάσεις οι οποίες τα έχουν βοηθήσει, ή όχι να αναπτύξουν μια “εσωτερική ελευθερία”. Αντίθετα το συναισθηματικό φορτίο που έχουν εισπράξει τα καθιστούν εξαρτημένα από το περιβάλλον καθώς και το περιβάλλον από αυτά και έτσι αναπτύσσεται η ανελευθερία με την μορφή της “εσωτερικής φυλακής”.
Η εξάρτηση είναι το αποτέλεσμα μιας εμμονής και μετατροπής του υποκειμένου σε αντικείμενο της προβολικής διαδικασίας της οικογένειας, όπως είχα αναφέρει σε ένα άλλο άρθρο μου, “Η εξουσία της αδυναμίας, ή, ο “προτεινόμενος ασθενής”2. Δηλαδή ότι το υποκείμενο μπορεί να γίνει, ή  αντικείμενο μιας αγάπης ψυχαναγκαστικής, η οποία το εξαρτά από το γονέα και δεν του επιτρέπει να αναπτυχθεί, και να αυτονομηθεί, ή να γίνει αντικείμενο προβολής των αρνητικών συναισθημάτων των γονέων και να ιδιοποιηθεί τα στοιχεία της ανεπάρκειας, της αδυναμίας και της νοσηρότητας που διέπει το οικογενειακό σύστημα, όπου και σε αυτή την περίπτωση το υποκείμενο αδυνατεί να αναλάβει τον εαυτό του. Η μια περίπτωση δεν αναιρεί την άλλη , αλλά αλληλοσυμπληρώνονται.
Έτσι το υποκείμενο μπορεί να έχει βιώσει καταστάσεις στην οικογένεια οι οποίες φανερώνουν από την μια την υπερβολική, την χωρίς όριο αγάπη, ή το αντίθετο, την απουσία της. Με αυτό τον τρόπο η κατασκευή της “εσωτερικής φυλακής” πρόκειται για μια πραγματικότητα που όπως ισχυρίζομαι, δεν συμμετέχει μόνο το υποκείμενο, αλλά και το οικογενειακό του περιβάλλον.
Η οικογενειακές ζωές των ανθρώπων είναι γεμάτες από συναισθηματικές ελλείψεις. Είναι στιγματισμένες από βίαιες συγκρούσεις, από εκδικητικούς χωρισμούς, από καταθλιπτικές μητέρες ανίκανες να μεταδώσουν την θαλπωρή στα παιδιά τους. Μητέρες που κοιτάν την καριέρα τους και δεν αφιερώνουν στα παιδιά το χρόνο που χρειάζονται. Είναι γεμάτες από αδιάφορους πατέρες, που θεωρούν την παρουσία τους αρκετή στην οικονομική προσφορά και μόνο. Που θεωρούν ότι τα παιδιά έχουν μόνο ανάγκη την μαμά τους και αυτοί είναι ελεύθεροι να δαπανούν τον χρόνο τους με τους φίλους ξαναζώντας μια εφηβεία που έχουν χάσει, αλλά δεν θέλουν να το παραδεχτούν.
Μέσα από τέτοιες καταστάσεις και τόσες άλλες, το “παιδί” μπορεί να αναπτύξει μια ελλειπτική συμπεριφορά. Μια συμπεριφορά που δηλώνει την δυσκολία να προσαρμοστεί να νιώσει ελεύθερο, στο βαθμό που οι παρά πάνω οικογενειακοί παράγοντες είναι ενεργοί ακόμα και όταν γίνεται ενήλικας. Το ερώτημα που τίθεται είναι, κατά πόσο το “ψυχολογικό πρόβλημα” με την μορφή που το περιγράψαμε επιτρέπει στο υποκείμενο να φθάσει στην ενηλικίωση, ή καλλιεργεί και αναπαράγει μια παιδικότητα, μια ανωριμότητα. 
Η ανωριμότητα αναπαράγεται όταν δεν επιτρέπουμε στο υποκείμενο να αναπτυχθεί συναισθηματικά μέσα από καινούργια ερεθίσματα, από βιώματα που ξεφεύγουν από τον οικογενειακό έλεγχο. Στην περίπτωση που συμβεί αυτό, προκαλείται άγχος, προκαλείται φόβος του αγνώστου, του “καινούργιου”, του διαφορετικού, όταν απομακρύνεται από τα τελετουργικά δεδομένα της οικογένειας. Δυστυχώς η επανάληψη αυτών των οικογενειακών δεδομένων τα οποία αναπαράγουν την πραγματικότητα σαν ίδια και απαράλλαχτη, με το πέρασμα των χρόνων, το καθηλώνουν συναισθηματικά και το ακινητοποιούν, έτσι ώστε να μεγαλώνει οργανικά, αλλά να παραμένει παιδί συναισθηματικά.
Άρα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η “εσωτερική φυλακή”δεν είναι τίποτα περισσότερο, ούτε τίποτα λιγότερο από την έλλειψη ανάπτυξης της αυτονομίας του υποκειμένου και την διατήρησή του σε μια κατάσταση συναισθηματικής εξάρτησης. Από κάποια στιγμή και μετά, η κατάσταση αυτή ικανοποιεί τόσο το ίδιο, όσο και την κοινωνική ομάδα που ανήκει, παρόλο που δεν του επιτρέπει να βιώσει ελεύθερα τον εαυτό του, τις επιθυμίες του και να δοκιμάσει τις ικανότητές του.
Η “εσωτερική φυλακή” εμπεριέχει τη θαλπωρή του προβλήματος! Τα χαρακτηριστικά της, είτε προσφέρουν την αγάπη και τη φροντίδα, είτε την έλλειψη τους, την προσφέρουν, ή την στερούν από το υποκείμενο, όχι για αυτό που “είναι”, αλλά για αυτό που οι άλλοι θέλουν να “είναι”. 
 Με λίγα λόγια η “εσωτερική φυλακή”, επιζητά να “είμαι” για τον άλλον, αυτό που δεν θα ήθελα να “είμαι” για τον εαυτό του.
Κερεντζής Λάμπρος
Φωτογραφία – έργο Rudolf Schwarzkogler

1"Η αντίσταση στην αλλαγή" http://kerentzis.blogspot.gr/2012/05/blog-post_26.html

2Η εξουσία της αδυναμίας, ή, ο “προτεινόμενος ασθενής” http://kerentzis.blogspot.gr/2017/04/blog-post_29.html

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.