ΕΠΙΘΥΜΗΤΑ
ΚΑΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΑ ΣΩΜΑΤΑ


Τρωτά τα κριτήρια καθορισμού
του «φυσιολογικού»
σε αντιδιαστολή με
το «παρεκκλίνον»


ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΚΡΥΝΙΩΤΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αν ανατρέξει κανείς στην παγκόσμια ιστορία χωρίς να υιοθετήσει το εξελικτικό μοντέλο προόδου, εκπολιτισμού και θαυμαστών ανθρώπινων κατορθωμάτων, θα διαπιστώσει ότι είναι διάσπαρτη από φρικαλεότητες, από στρατηγικές περιθωριοποίησης, εξοστρακισμού αλλά και φυσικής εξόντωσης σωμάτων που μετατρέπονται σε σύμβολα ετερότητας, μορφών ζωής που κρίνονται ανάξιες να βιωθούν και ο θάνατός τους δεν συνιστά ανθρωποκτονία εφόσον επιτελείται στο όνομα ακριβώς της προόδου και του πολιτισμού και αδιαμφισβήτητων αξιών όπως είναι η ελευθερία, η ειρήνη, η κοινωνική τάξη πραγμάτων, η εθνική ασφάλεια και η δημοκρατία. Η ανάδειξη κάποιων σωμάτων ως διαφορετικών και δυνάμει απειλητικών ή προσβλητικών φανερώνει ότι ένας ουσιαστικός τρόπος να συγκροτηθεί και να επιβιώσει ένα
«εμείς» είναι μέσω της αντιδιαστολής του με τον «άλλον», τον ξένο, τον διαφορετικό.

Η ανάδειξη της ζωής και του θανάτου σε πολιτικό ζήτημα, σε ζήτημα της εξουσίας, οφείλεται κατ’ εξοχήν στο έργο του Μισέλ Φουκό. Για τον Φουκό ένα από τα βασικά φαινόμενα του 19ου αιώνα που σηματοδοτεί το πέρασμα στη νεωτερικότητα ήταν η άσκηση εξουσίας επί του ανθρώπου ως έμβιου όντος, με επακόλουθο την κυριαρχική πολιτικοποίηση της βιολογικής κατάστασης. Ο Φουκό επισημαίνει έτσι τη συνάρθρωση ανάμεσα στη διαχείριση της ανθρώπινης ζωής (βιοπολιτική) και στον επιστημονικό εξορθολογισμό και στην πολιτική διαχείριση του θανάτου.

Το σώμα σε αυτά τα συμφραζόμενα κατέχει κεντρική θέση: σύμβολο ζωής αλλά και θνητότητας, τρωτότητας αλλά και εμπρόθετης δράσης, συγκεντρώνει προσωπικά βιώματα και συναισθήματα συνυφασμένα με τα διακριτικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής τάξης, του φύλου, της φυλής, της εθνότητας, του σεξουαλικού προσανατολισμού. Το σώμα, κύριο μέσο για την κοινωνική τοποθέτηση του κατόχου του, εκτίθεται σε ποικίλες αναγνώσεις και αξιολογήσεις προκειμένου να ενταχθεί στην κατηγορία του «εμείς», στην κατηγορία του «φυσιολογικού» και «αποδεκτού» ή στην κατηγορία του «άλλου», του απόβλητου και κοινωνικά παρεκκλίνοντος. Επιβεβαιώνει έτσι τη συμμόρφωση στις κυρίαρχες κανονικότητες αλλά και εκφράζει την αμφισβήτηση ή υπονόμευσή τους. Το γεγονός ότι το σώμα δεν υφίσταται απλώς αλλά είναι ταυτόχρονα ικανό για δράση τού προσδίδει απειλητικές διαστάσεις τόσο για όσα πραγματοποιεί όσο και για την ποικιλία των σημασιών που διαμεσολαβεί. Ορίζει έτσι έναν τόπο πολιτικής διαμάχης και διεκδίκησης, ένα πεδίο που πρέπει να ρυθμιστεί και να ελεγχθεί. Η υλικότητά του βρίσκεται στο στόχαστρο και ένα ευρύ φάσμα λόγων - πρακτικών έχει ως κύριο μέλημα την αναζήτηση σωματικών σημαδιών κοινωνικής παρέκκλισης.

Στη λογική αυτή αντικειμενικά βιολογικά δεδομένα όπως είναι το φύλο, η φυλή, η εθνότητα, η αρτιμέλεια και η ηλικία μετατρέπονται σε κοινωνικά σημαντικές παραμέτρους που αποκτούν σημασία μέσα σε διπολικά σχήματα: κανονικός - μη κανονικός, άνδρας - γυναίκα, πολιτισμένος - απολίτιστος, ιθαγενής - Ευρωπαίος, λευκός - μαύρος, υγιής - άρρωστος. Η διπολική αυτή εννοιολόγηση δεν διακρίνει απλώς χαράσσοντας όρια. Περιγράφει και αξιολογεί τα σώματα τοποθετώντας τα σε μια κοινωνική ιεραρχία και διευκολύνει την προσπάθεια να οργανωθούν οι κοινωνικές σχέσεις με βάση διπολικές κατηγορίες όπως φυσιολογικό - μη φυσιολογικό, υγιές - παθολογικό, εθνικά ασφαλές - εθνικά επικίνδυνο.

Ε τσι τα σώματα των γυναικών, των μαύρων, των εβραίων, των ομοφυλοφίλων, των μεταναστών, των μουσουλμάνων συνιστούν σώματα που σε συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες θεωρήθηκαν και εξακολουθούν να θεωρούνται «ύλη εκτός τόπου», διασπαστικά για την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, απειλητικά απλώς επειδή υπάρχουν και ως τέτοια εξωθούνται στα όρια της κατηγορίας του ανθρώπινου.

Τα γνωρίσματα που συγκροτούν το φυσιολογικό και κατ’ επέκταση το μη φυσιολογικό δεν φέρουν έναν εγγενή χαρακτηρισμό. Αξιολογούνται θετικά ή αρνητικά ανάλογα με τα εκάστοτε κυρίαρχα κανονιστικά πρότυπα και τις επικρατούσες ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας. Αναλύονται και νομιμοποιούνται από τους κυρίαρχους επιστημονικούς λόγους (ας θυμηθούμε τη συμβολή της ανατομίας και της βιολογίας τον 17ο και 18ο αιώνα, της κοινωνικής ανθρωπολογίας τον 19ο αιώνα, της ιατρικής και της ευγονικής τον 20ό αιώνα στην επιστημονική νομιμοποίηση της κατωτερότητας των γυναικών, της εξόντωσης των μαύρων, των ιθαγενών, των Εβραίων, των Ρομά, των διανοητικά καθυστερημένων και των ομοφυλοφίλων την περίοδο του ναζισμού), διαχέονται και επιβάλλονται ώστε να μετατραπούν σε κοινή αντίληψη και παραδοχή, να περιβληθούν δηλαδή με κοινωνική συναίνεση.

Τα σώματα λοιπόν δεν υπάρχουν υπό τη μορφή μιας a priori ουσίας, δεν υπάρχουν πριν από τις πρακτικές και τις τεχνικές που τους επιβάλλονται. Είναι αποτέλεσμα ή σύμπτωμα κανονιστικών προτύπων, σημεία στα οποία και από τα οποία η πειθαρχική εξουσία της επιστημονικής γνώσης και η εκλαϊκευμένη ιδιοποίησή της ασκούνται. Τα σώματα ως εκ τούτου δεν μπορούν να νοηθούν ως ουδέτεροι τόποι. Αντιστοίχως, οι επιστημονικοί και οι κοινοί τρόποι απεικόνισης των σωμάτων δεν είναι ούτε ουδέτεροι ούτε αθώοι. Δεσμεύουν τα σώματα σε συστήματα παραγωγής γνώσης και σε κοινωνικές και υλικές ανισότητες. Οι ανθρώπινες έτσι ποικιλίες δεν συνιστούν μια φυσική κατάσταση σωματικής κατωτερότητας και ανεπάρκειας αλλά πηγάζουν από ένα σύστημα που στιγματίζει, περιθωριοποιεί και εξοντώνει ορισμένους τύπους σωμάτων.

Οπως υποστηρίζει η Judith Βutler, οι προσπάθειες για την καθιέρωση ορίων πάντοτε τελικά αποτυγχάνουν, όχι μόνο γιατί όσοι υποδεικνύονται ως απόβλητοι ή αποκλίνοντες μπορούν να αρνηθούν τα όρια που τους επιβάλλονται και να διεισδύσουν στα κέντρα από τα οποία αποκλείονται, αλλά και γιατί όλα τα σώματα, όλα τα υποκείμενα, είναι θεμελιωδώς ακάθαρτα. Επιτακτική λοιπόν διαγράφεται η ανάγκη να επανασημασιοδοτηθεί η ίδια η έννοια των ορίων: αντί να θεωρούμε τα όρια κάτι που λειτουργεί εξωτερικά, διαχωρίζοντας το ένα σώμα από το άλλο, να αναγνωρίσουμε τα όρια ως πιθανότητες, ως τόπους αναιρέσιμους.

Αν και δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τα απόβλητα ή τα «άλλα» σώματα, κυρίως γιατί αυτά καθιστούν την ταυτότητά μας και την αίσθηση του «εμείς» δυνατή, είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να αμφισβητούμε αυτοεπιβαλλόμενα ή ετεροεπιβαλλόμενα όρια που είναι αυθαίρετα, άδικα και καταπιεστικά.

Σε μια εποχή που οι τάσεις ομοιογενοποίησης και καθυπόταξης των σωμάτων παίρνουν τρομακτικές διαστάσεις, προέχει να αναγνωρίσουμε το άλλο, το διαφορετικό, το μη επιθυμητό σώμα ως τόπο αντίστασης στην πεπατημένη, ως μέσο αποσταθεροποίησης και αποδυνάμωσης των κυρίαρχων κανονικοτήτων.

Τον 20ό και 21ο αιώνα η ιδέα ότι η παρέκκλιση είναι θέμα σωματικής ουσίας επανέρχεται: η γενετική μηχανική, η νευροανατομία, η βιοτεχνολογία, οι τεχνικές ανάλυσης του DΝΑ συγκροτούν νέες δαιμονοποιημένες τάξεις σωμάτων. Μαζί με την πρόοδο που οι επιστήμες αυτές εξαγγέλλουν, συμβάλλουν ταυτόχρονα στη συγκρότηση, «αντικειμενική τεκμηρίωση» και νομιμοποίηση βιολογικών διαφορών, οι οποίες μεταφραζόμενες κοινωνικά εξισώνονται με κοινωνική κατωτερότητα και τροφοδοτούν τη διαφύλαξη ιεραρχικών σχέσεων και την αναζωπύρωση ποικίλων μορφών ρατσισμού, περιθωριοποίησης ή αποκλεισμού. Επιβεβαιώνεται έτσι για άλλη μία φορά η θέση του Φουκό σύμφωνα με την οποία η καινοτομία της νεότερης βιοπολιτικής έγκειται στο ότι τα βιολογικά δεδομένα γίνονται αυτόματα πολιτικά και ό,τι πολιτικοποιείται είναι αυτόματα βιολογικό δεδομένο.
Η ζωή και η πολιτική γίνονται ένα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου