Bία και επιθετικότητα των εφήβων στην αθλητική δραστηριότητα

Της Iωάννας Η. Μάστορα, BA, MED, PHD*
Καθηγήτρια Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας

Ι. Εισαγωγή

Η κρίση που παρατηρήθηκε στον υψηλό αγωνιστικό αθλητισμό είχε τον αντίκτυπό της και στις αθλητικές δραστηριότητες των εφήβων.Το 1971, δύο ερευνητές οι Ogilvie & Tutko δημοσιεύουν ένα άρθρο με τίτλο: «Σπορ: Αν θέλεις να οικοδομήσεις χαρακτήρα, δοκίμασε κάτι άλλο». Απόρροια των αντιαθλητικών συμπεριφορών ήταν η ανάπτυξη προβληματισμού, η οποία έδωσε το έναυσμα για επιστημονική έρευνα και μελέτη φαινομένων όπως η βία, ο φανατισμός και η φαρμακοδιέγερση. Το θέμα της βίας κι επιθετικότητας στον αθλητισμό, τα τελευταία χρόνια, πήρε σημαντικές διαστάσεις κι έγινε καθημερινό κοινωνικό φαινόμενο. Οι βιαιότητες που συμβαίνουν στον αθλητισμό συναντιούνται και στην ιστορική πορεία της ανθρωπότητας. Βιαιότητες είχαμε στην αρχαία Ρώμη (στις αρένες με τους μονομάχους), στο Βυζάντιο (στον ιππόδρομο, με τον οποίο συνδέεται η περίφημη στάση του Νίκα), στο Μεσαίωνα (με τους ιπποτικούς αγώνες) καθώς και στην Αγγλία του περασμένου αιώνα. Βέβαια, η σημερινή βία έχει άλλες αφετηρίες κι άλλες γενεσιουργούς αιτίες από ό,τι η βία στο παρελθόν. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο.

ΙΙ. Έρευνες
Η δεκαετία του 80, είναι η εποχή που οι αθλητικοί ψυχολόγοι παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες έρευνες για τη συμμετοχή στον αθλητισμό, την αθλητική βία και τη δεοντολογία. Δημοσιεύεται μια σειρά από εμπειρικές μελέτες που χρησιμοποιούν διαφορετικές ψυχολογικές προσεγγίσεις κι ερευνητικές μεθόδους. Σχεδόν χωρίς εξαίρεση, αυτές οι μελέτες έχουν συνοψιστεί από τους Shields & Bredemeier (1995), οι οποίοι και δικαίωσαν τη δήλωση των Ogilvie & Tutko. Μερικά από τα πορίσματα των ερευνών αυτών είναι τα ακόλουθα:
Ø Φαίνεται ότι οι κανόνες και τα ήθη στα σπορ (δηλαδή αυτά που τηρούνται κατά τη διάρκεια ενός αθλητικού αγώνα) αναστέλλουν τους κανονικούς κανόνες της ζωής (Bredemeier, 86, McIntosh, 1979).
Ø Παρατηρείται αύξηση της επιθετικότητας, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή σε αγώνες ή σε αθλητικές δραστηριότητες.
Ø Οι μορφές κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, που καλλιεργούνται στον αθλητισμό υψηλού αγωνιστικού επιπέδου ίσως να μην βοηθούν ή ακόμη και να εμποδίζουν την ηθική εξέλιξη των νέων.
Ø Η ηθική σκέψη των καλαθοσφαιριστών του Γυμνασίου βρίσκεται σε πολύ χαμηλότερα ηθικά επίπεδα από εκείνα των μη αθλητών.
Ø Τα κορίτσια είναι πιο πιθανό να εγκρίνουν μια συμπεριφορά βασιζόμενη στο «Ευ Αγωνίζεσθαι, από ότι τα αγόρια και επίσης δίνουν λιγότερη έμφαση στη «νίκη με κάθε κόστος» (Regnier, 1984; Mielke, 1993).

Από ότι υποστηρίζεται στις μελέτες αυτές, η κινητική δραστηριότητα από μόνη της δεν είναι επαρκής να βοηθήσει στην ηθική ανάπτυξη των νέων. Αντίθετα, πολλές φορές μπορεί να δημιουργηθεί επιθετική ή και εγωκεντρική νοοτροπία δηλαδή, κάποιος έφηβος να εκδηλώσει ιδιαίτερη μορφή αντικοινωνικής συμπεριφοράς που αναφέρεται στην έντονη πρόθεσή του να βλάψει κάποιον άλλο και να προκαλέσει βλάβη με σωματική, λεκτική ή ψυχολογική επίθεση. Η επιθετικότητα παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων. Δημιουργεί προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις των εφήβων συναθλητών και μεταξύ αθλητών - προπονητή ή και κριτών με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η ομαλή λειτουργία της ομάδας. Σύμφωνα με τον Dreikurs, (συμπεριφοριστική θεωρία των ορμών), οι νέοι έχουν την ανάγκη να προσελκύσουν την προσοχή συμμαθητών και δασκάλων (συναθλητών και προπονητών), να αντιδράσουν στην παρουσία των μεγάλων και να δείξουν έτσι τη δύναμή τους, να εκδικηθούν με βίαιο τρόπο όσους τους περιφρονούν ή κακολογούν και να αποσυρθούν όταν δεν επιβεβαιώσουν την παρουσία τους.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι οι μελέτες των Bredemeier & Shields (1986 a,b), Bredemeier (1994; 1995b) και άλλων ερευνητών (Crown & Heatherighton, 1989; Knoppers, 1988; Knoppers, Zuidema & Meyer, 1989) έχουν δείξει ότι υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στον αθλητισμό και στη ζωή. Ακόμη οι μελέτες αυτές έχουν αποδείξει ότι η ηλικία, το φύλο, ο τύπος των σπορ, η ένταση της άσκησης, και το επίπεδο του αγώνα είναι καθοριστικοί παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τον ηθικό προσανατολισμό στον αθλητισμό.

Υπάρχουν διαφορές μεταξύ των αθλημάτων. Υπάρχουν αθλήματα που μπορεί να προκαλέσουν σωματική σύγκρουση ή συνωστισμό (ποδόσφαιρο, χόκεϊ, ράγκμπι, χειροσφαίριση, καλαθοσφαίριση) κι άλλα που δεν περιέχουν τη σωματική επαφή και δεν παράγουν εύκολα βίαιες ενέργειες (καταδύσεις, στίβος, συγχρονική κολύμβηση, ενόργανη γυμναστική). Επίσης, ως προς τη βία του αγωνιστικού χώρου πρέπει να κάνουμε άλλη μια διάκριση: Η βία χωρίζεται στην αυθόρμητη βία και στη συνειδητή βία. Αυθόρμητη βία ονομάζονται εκείνες οι επιθετικές ενέργειες του ατόμου, που δημιουργούνται ως αντίδραση του ατόμου σε ένα εξωτερικό ερέθισμα, χωρίς βαθύτερη σκέψη για παράδειγμα όταν μας χτυπήσει κάποιος και πονέσουμε, τότε αντιδρούμε γρήγορα κι ανάλογα. Τη συνειδητή βία, τη συναντάμε κυριότερα στον αγωνιστικό αθλητισμό των ενηλίκων, όπου υπάρχουν μεγάλα συμφέροντα, ενώ την αυθόρμητη κατά κύριο λόγο στον σχολικό αθλητισμό των παιδιών και των εφήβων όπου οι επιθετικές ενέργειες δεν είναι προγραμματισμένες, αλλά πηγάζουν από τις στιγμιαίες συνθήκες (Μουντάκης, 1992; 2000).

Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τη βία σε αυτή που γίνεται μέσα στον αθλητικό χώρο από τους αθλούμενους και τη βία που γίνεται έξω από τους αθλητικούς χώρους από τους οπαδούς. Έτσι, το νέο άτομο κλεισμένο όλη τη βδομάδα στο σπίτι ή στο σχολείο χωρίς σωστούς κοινωνικούς προσανατολισμούς κι οποιεσδήποτε ηθικές αναστολές ζητά να δράσει να συγκρουστεί με κάποιους για να δείξει τι αξίζει. Η κοινωνία αποδέχεται κατά κάποιο τρόπο τον χουλιγκανισμό, καθώς συνήθως οι παραβάτες δεν τιμωρούνται, όπως στις υπόλοιπες κοινωνικές παραβάσεις. Να σημειωθεί ότι μεγάλος όγκος των hooligans είναι έφηβοι 15-19 ετών.

Γύρω από τη βία του αθλητισμού έχουν αναπτυχθεί πολλές θεωρίες όπως η θεωρία των ορμών & των ενστίκτων, της ψυχικής ματαίωσης, η θεωρία της πειθούς και της μίμησης, η θεωρία της ετικέτας, η θεωρία της καθημερινότητας. Όλες αυτές όμως είναι μονοδιάστατες. Αντίθετα, η θεωρία της πολυδιάστατης αιτιολόγησης προσπαθεί να επισημάνει περισσότερους παράγοντες. Τέτοιοι είναι ο ρόλος των ΜΜΕ, το κοινωνικοπολιτικό σύστημα αξιών, η κοινωνικοποίηση του ατόμου, ο τύπος του αθλήματος, οι στόχοι της αθλητικής δράσης, οι προσδοκίες από τον αγώνα, οι πελατειακές σχέσεις των σωματείων με τους οργανωμένους οπαδούς.

ΙΙΙ. Η ανάγκη για εκπαιδευτική επένδυση

Εμφανίζεται λοιπόν έντονα η ανάγκη της εκπαιδευτικής παρέμβασης στον αθλητισμό για να στηρίξει το ιδεολογικό του πλαίσιο. Η εκπαιδευτική παρέμβαση πρέπει να είναι ευέλικτη και κριτική και παράλληλα εποικοδομητική. Δεν πρέπει να ασχολείται μόνο με την καταστολή και την επανόρθωση των καταχρήσεων. Οι περισσότερες από τις λύσεις που έχουν προταθεί αφορούνκυρίως κατασταλτικά μέτρα, γεγονός που συνεπάγεται μεγαλύτερη αστυνομική παρουσία στους δρόμους κι αυστηρότερες ποινές σε περίπτωση υποτροπής. Παρόλο που χρειάζονται πολλά από τα κατασταλτικά αυτά μέτρα, είναι επίσης σημαντικό, να καθιερώσουμε, ως κοινωνία, εξίσου αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα, ώστε να βοηθήσουμε τους νέους να αποφύγουν το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης, με την υποστήριξη που θα παρέχουμε στους νέους τη στιγμή που είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Ευθύς εξαρχής, η παρέμβαση αυτή συνδέθηκε με τα ιδεώδη του αθλητισμού και τις Ολυμπιακές Αρχές. Για τους διανοητές, άλλωστε, του σύγχρονου αθλητισμού κι Ολυμπισμού η εκπαιδευτική παρέμβαση είναι υποχρέωση του Ολυμπιακού Κινήματος. Η Αθλητική Παιδεία και η Ολυμπιακή Φιλοσοφία πρέπει να περάσει στα εκπαιδευτικά προγράμματα των σχολείων εφόσον κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα μηνύματα τους συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ηθικού κι ολοκληρωμένου ανθρώπου.

ΙΙΙ. Διεθνείς συμβάσεις

Επιπλέον, η αναγκαιότητα της εκπαιδευτικής παρέμβασης στον αθλητισμό διασφαλίζεται μέσω διεθνών συμβάσεων και μέσω του Κώδικα του Συμβουλίου της Ευρώπης για τον Αθλητισμό και το Φίλαθλο Πνεύμα. Ως ομάδες στόχοι αυτής της εκπαιδευτικής παρέμβασης προσδιορίζονται οι αθλητές και οι αθλητικοί παράγοντες όλων των επιπέδων, οι μαθητές σχολείου, οι γονείς και οι δάσκαλοί τους.

Πρωταρχικός στόχος και επίκεντρο του Κώδικα Αθλητικής Δεοντολογίας του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι το Τίμιο Παιγνίδι για τα παιδιά και για τους νέους ανθρώπους, καθώς αναγνωρίζεται ότι τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι του σήμερα είναι οι ενήλικες αθλητές και τα μελλοντικά αστέρια του αθλητισμού. Ο Κώδικας απευθύνεται στα ιδρύματα και στους ενήλικες, που ασκούν μια άμεση ή έμμεση επιρροή στη συμμετοχή και την ασχολία των νέων ανθρώπων με τον αθλητισμό. Ο Κώδικας ενστερνίζεται τις έννοιες του δικαιώματος των παιδιών και των νέων ανθρώπων να συμμετέχουν και να απολαμβάνουν την ασχολία τους με τον αθλητισμό, και τις ευθύνες των ιδρυμάτων και των ενηλίκων να προωθούν την ιδέα του τίμιου παιγνιδιού και να εξασφαλίζουν ότι αυτά τα δικαιώματα γίνονται σεβαστά.

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Μανιφέστο για τους Νέους και τον Αθλητισμό (άρθρο 4), το σπίτι και η οικογένεια είναι οι πρώτες μονάδες κοινωνικοποίησης κι έχουν ένα μοναδικό ρόλο να παίξουν: την ενθάρρυνση των παιδιών να αναπτύξουν ένα δραστήριο και υγιή τρόπο ζωής. Το σχολείο έχει το ζωτικό έργο να παρέχει μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στις φυσικές και πνευματικές δραστηριότητες του νέου ανθρώπου. Τα σχολεία πρέπει να ενθαρρύνονται να εκπαιδεύουν τους μαθητές στην αθλητική ηθική από μικρή ηλικία και πρέπει να παρέχεται υποστήριξη από τα αρμόδια όργανα στους εκπαιδευτικούς.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.