Η παραπομπή στη βία και την εγκληματικότητα είναι το πιο χαρακτηριστικό πλαίσιο στο οποίο εντοπίζεται η παρουσίαση της ψυχικής ασθένειας στα ΜΜΕ, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την πλούσια διεθνή βιβλιογραφία. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, έρευνες στην Αμερική καταγράφουν ότι τα ΜΜΕ σταθερά προβάλλουν την εικόνα του ψυχικά ασθενή σε σύνδεση με την εγκληματικότητα και με τρόπο που αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό. Η δραστηριοποίηση ομάδων υπεράσπισης των ατόμων με ψυχικές διαταραχές συνέβαλε σταδιακά στο να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους από το έγκλημα στις αιτίες και την αντιμετώπιση της διαταραχής, αλλά, παρ’ όλα αυτά, η επικινδυνότητα του ψυχικά ασθενή παρέμεινε κεντρικός άξονας της προσέγγισης του θέματος.

Μια ανασκόπηση των δελτίων ειδήσεων στη Μ. Βρετανία κατέγραψε ότι τα άτομα με ψυχική ασθένεια σχεδόν πάντα παρουσιάζονταν με αρνητικό τρόπο, ως βίαιοι, φονιάδες ή βιαστές, ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως αντικείμενα χλευασμού, ενώ, ως προς το πλαίσιο στο οποίο εντοπίστηκε η κάλυψη του θέματος της ψυχικής ασθένειας, οι αναφορές στη βία υπερτερούσαν έναντι των θετικών προσεγγίσεων σε αναλογία τέσσερα προς ένα.

Η τρομολαγνεία και ο διασυρμός όσων, με τον ένα ή άλλο τρόπο, συνδέονται με την ψυχική ασθένεια φάνηκε να αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στα λαϊκά έντυπα. Η πριμοδότηση της παραμέτρου της βίας και της επικινδυνότητας στην ειδησεογραφική κάλυψη του θέματος της ψυχικής ασθένειας επιβεβαιώνεται και από τα ευρήματα έρευνας στη Ιταλία, αλλά και στην Ελλάδα.

Για την ελληνική πραγματικότητα, ο «ψυχοπαθής δολοφόνος», ο «σχιζοφρενής με το πριόνι», ο «μανιακός βιαστής», ο «δράκος», ο «κανίβαλος», είναι μερικοί μόνο από τους πιο στομφώδεις χαρακτηρισμούς που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς - και κατά κόρον - για την περιγραφή στυγερών εγκλημάτων και αποσκοπούν στη συγκινησιακή διέγερση που προκαλεί η υποτιθέμενη επικινδυνότητα του ψυχικά ασθενή. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, ακόμα και όταν δεν αναφέρονται ρητά στην αιτιακή σύνδεση της διαταραγμένης ψυχικής υγείας με την εγκληματικότητα, το λιγότερο, την υπονοούν, αναπαράγοντας έτσι τα σχετικά στερεότυπα.

Η παρουσίαση της ψυχικής ασθένειας σε σύνδεση με τη βία και την επικινδυνότητα αποτελεί την προεξάρχουσα αναπαράσταση όχι μόνο στα δελτία ειδήσεων και την ειδησεογραφία γενικότερα, αλλά, σε μεγαλύτερο ακόμα βαθμό ίσως, στα προϊόντα μυθοπλασίας που διακινούνται από τα ΜΜΕ. Η κινηματογραφική παραγωγή, ειδικά οι ταινίες που, λόγω της εμπορικής τους απήχησης, κυρίως προβάλλονται από την τηλεόραση, αλλά και προγράμματα που απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό, «σαπουνόπερες», σειρές «κοινωνικού» περιεχομένου κλπ., επιβεβαιώνουν την προτίμηση των μέσων ενημέρωσης για τη στερεοτυπική απεικόνιση του ψυχικά ασθενή.

Πρέπει, ωστόσο, εδώ, προς χάριν της αντικειμενικότητας, να παραδεχθεί κανείς ότι, κατά τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον και μιλώντας ως επί το πλείστον για το δυτικό κόσμο, αυτού του είδους οι ακραία τρομολαγνικές διατυπώσεις έχουν σε ένα βαθμό υποχωρήσει ή μετριαστεί ως προς τη συχνότητα και την υπερβολή τους, τουλάχιστον στη μερίδα των ΜΜΕ που θέλουν να χαρακτηρίζονται από κάποια ποιότητα και αρχές δεοντολογίας. Ειδικά στην έντυπη δημοσιογραφία, το ποσοστό των δημοσιευμάτων που αναφέρεται στην υποτιθέμενη βία και επικινδυνότητα των ψυχικά ασθενών έχει μειωθεί σε σχέση με παλαιότερες καταγραφές. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι και οι στάσεις της κοινής γνώμης έχουν βελτιωθεί σχετικά με παλαιότερες εποχές, όπου οι αναπαραστάσεις του κοινού σχετικά με την ψυχική ασθένεια ήταν ολοκληρωτικά βυθισμένες στην άγνοια και τα παραπλανητικά στερεότυπα.Η διαμεσολάβηση των ΜΜΕ στη διάχυση των επιστημονικών πεποιθήσεων στο ευρύ κοινό, η προβολή ψυχολογικών θεμάτων αλλά και η σταδιακή εγκατάλειψη των παραδοσιακών κοινωνικών δομών, στις οποίες, κυρίως, βρίσκονται ριζωμένες οι εσφαλμένες αντιλήψεις και οι προκαταλήψεις, σίγουρα συνέβαλαν στη στροφή της κοινής γνώμης προς μια πιο θετική αντιμετώπιση των ατόμων με ψυχική ασθένεια.

Η περίπτωση της σχιζοφρένειας

Η σχιζοφρένεια αποτελεί μια «ειδική περίπτωση» τόσο στις αναπαραστάσεις του κοινού νου όσο και στα ΜΜΕ. Η λέξη «σχιζοφρένεια» είναι μια λέξη που φαντάζει μυστηριώδης, δυσοίωνη, σκληρή, νοσηρή.

Η σχιζοφρένεια φαίνεται να έχει αποτυπωθεί με τα πιο μελανά χρώματα στις αναπαραστάσεις του κοινού νου και να συμπυκνώνει την ουσία της ψυχικής παρέκκλισης, με όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά της βίας, της επικινδυνότητας, της παράλογης, ακατανόητης, απρόβλεπτης συμπεριφοράς και είναι, κατά πολύ, η πιο έντονα στιγματισμένη διαταραχή.

Η λέξη «σχιζοφρένεια» αποτελεί για τον κοινό νου την πιο χαρακτηριστική και έντονα χρωματισμένη παραπομπή στην ψυχική ασθένεια, κοινώς, στην «τρέλα». Πολύ εύκολα, λοιπόν, σχεδόν αυτόματα, ο «τρελός» των παραδοσιακών λαϊκών αναπαραστάσεων ή ο «ψυχοπαθής δολοφόνος» των σχετικών κινηματογραφικών και τηλεοπτικών απεικονίσεων ταυτίζεται συνειρμικά με τον άνθρωπο που έχει σχιζοφρένεια.

Η μεταφορική χρήση του όρου «σχιζοφρένεια»

Μια σημαντική παράμετρος, ενδεικτική των διαστάσεων που έχει εκλάβει ο όρος σχιζοφρένεια στη σύγχρονη συλλογική του αναπαράσταση, είναι η χρήση του με μεταφορική σημασία. Η έκταση που παίρνει η μεταφορική χρήση του όρου «σχιζοφρένεια» είναι ιδιαίτερα εμφανής στις δημοσιογραφικές πρακτικές που ακολουθούνται με σκοπό να αποδώσουν έμφαση, ένταση και ακρότητα.

Η χρήση του, ως σχήμα λόγου, εκτείνεται σε πολλά και ποικίλα θεματικά πλαίσια: Στην πολιτική ή στον κοινωνικό προβληματισμό συχνά χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την αντιφατικότητα και την ανασφάλεια που προκαλεί η διεθνής πολιτική κατάσταση, ή ως έκφραση απαξίωσης σε πολιτικά πρόσωπα και στρατηγικές. Πολύ εύστοχη θεωρείται η χρήση του για να υποδηλώσει τις χαώδεις διαστάσεις που παίρνει η ζωή στις μεγάλες πόλεις του δυτικού κόσμου. Στο πεδίο της τέχνης, επίσης, χρησιμοποιείται αρκετά συστηματικά, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στην ελευθεριότητα και την έλλειψη περιορισμών που χαρακτηρίζει την καλλιτεχνική δημιουργικότητα.

Στην ελληνική πραγματικότητα, πέρα από τα παραπάνω θέματα, πολύ χαρακτηριστική υπήρξε η χρήση στο θέμα του χρηματιστηρίου, ενώ συστηματικά υιοθετείται και από αθλητικούς συντάκτες, ως εκφραστικό μέσο για τις ακρότητες και την πόλωση που παρατηρείται στον αθλητικό χώρο. Ο όρος σχιζοφρένεια χρησιμοποιείται και για την περιγραφή αντιφατικών και ακραίων συνθηκών ακόμα και στα μετεωρολογικά δελτία.

Έρευνα στην οποία έγινε σύγκριση της συχνότητας μεταφορικής χρήσης του όρου «σχιζοφρένεια» και του όρου «καρκίνος» στον Τύπο, έδειξε ότι το 28% των δημοσιευμάτων που περιείχαν τη λέξη «σχιζοφρένεια» αναφέρονταν σε αυτή με μεταφορικό τρόπο, σε αντίθεση με τα δημοσιεύματα για τον καρκίνο, από τα οποία μόνο το 1% έκανε χρήση του όρου με μεταφορική σημασία. Σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα η «σχιζοφρένεια» αποδίδεται σε καταστάσεις που, είτε σχετίζονται με βίαιη και παράξενη συμπεριφορά, είτε παρομοιάζονται με τη διαταραχή διχασμένης προσωπικότητας.

Πρόσφατη έρευνα που διεξήχθη στον ελληνικό χώρο σχετικά με τη χρήση του όρου «σχιζοφρένεια» στον τύπο έδειξε ότι, και στη χώρα μας, η μεταφορική χρήση του όρου υπερκάλυπτε την κυριολεκτική αναφορά στην ασθένεια και ότι οι σημασίες που εκλάμβανε κατά τη μεταφορική χρήση αφορούσαν σε κατά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό τη σημασία της σχιζοφρένειας ως αντίφασης ή αντίθεσης σε σχέση με τις άλλες αποδιδόμενες σημασίες.

Στην έννοια της αντίφασης που αποδίδεται στον όρο «σχιζοφρένεια» κατά τη μεταφορική του χρήση λανθάνει η ταύτιση της ασθένειας με τον παραλογισμό, τη ρήξη της λογικής, αλλά, πολύ περισσότερο, με τη σύγχυση της σχιζοφρένειας με τη διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων.

Η παρανόηση ότι η σχιζοφρένεια ταυτίζεται με τη διχασμένη προσωπικότητα, ένας από τους πιο διαδεδομένους «μύθους» που αφορούν τη νόσο, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ετυμολογία της λέξης (σχάση των φρενών), η οποία, ωστόσο, επιλέχθηκε από τον Bleuler, που πρώτος εισήγαγε τον όρο, για να δηλώσει την αναντιστοιχία σκέψης και συναισθήματος και, γενικότερα, τη διάσπαση των νοητικών λειτουργιών και την απώλεια μιας ενιαίας αίσθησης του εαυτού, που παρατηρείται στους πάσχοντες από τη νόσο.

Στον Τύπο, αλλά και στη λογοτεχνική παραγωγή γενικότερα, η λανθασμένη αυτή σύνδεση αποδεικνύεται ιδιαίτερα δημοφιλής ως σχήμα λόγου, όταν θέλει κανείς να εκφράσει με περίτεχνο τρόπο μια αντίφαση ή μια συγκρουσιακή κατάσταση, μια κατάσταση πάντως αρνητικά φορτισμένη. Είναι προφανές, πάντως, ότι η μεταφορική χρήση του όρου είναι δυσφημιστική και απαξιωτική, καθώς στις αναπαραστάσεις του κοινού νου ο ασθενής ταυτίζεται με τις πιο αρνητικές διαστάσεις της ασθένειάς του.

Άρθρο της
Μαρίνας Οικονόμου,
Επίκουρης Καθηγήτριας Ψυχιατρικής

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.