Χιούμορ 1




Ιστορική αναδρομή της έννοιας

«Η ζωή του ανθρώπου χωρίζεται σε δύο μέρη:
Στο πρώτο μισό ευχόμαστε
να έρθει γρήγορα το δεύτερο.
Στο δεύτερο μισό ευχόμαστε
να ξαναγυρίσει το πρώτο» S.Freud

Αναζητώντας τον ορισμό του χιούμορ παρατηρούμε ότι ιστορικά η αγγλική λέξη humour ως εξέλιξη της λατινικής λέξης humor ή umor σημαίνει χυμός ή υγρασία και συνδέεται με την θεωρία «των χυμών του σώματος» που ανέπτυξε ο Ιπποκράτης, σύμφωνα με την οποία για να μπορέσει ο άνθρωπος να είναι υγιής και ευδιάθετος χρειάζεται να βρίσκονται σε μια ισορροπία οι χυμοί του.
Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η ψυχοσύνθεση των ανθρώπων διαμορφώνεται από τέσσερα συστατικά, τους χυμούς (το αίμα, το φλέγμα, τη χολή και τη μέλανα χολή). Καθένας χυμός έχει ένα χρώμα και συνδέεται με κάποιο στοιχείο της φύσης. Έτσι η φωτιά συνδέεται με τη κίτρινη χολή, ο αέρας με το αίμα και την αιματώδη χολή, το νερό με το φλέγμα ή βλέννα και η γη με τη μέλανα χολή. Κάθε άτομο διαθέτει μια συγκεκριμένη ιδιοσυγκρασία επειδή επικρατεί ένας συγκεκριμένο χυμός στο σώμα του έναντι των άλλων (Σταθαρού, Γαλάτου & Κοτρότσιου, 2012).
Ο Γαληνός τον 2ο αιώνα μ.Χ υιοθέτησε και επέκτεινε τη θεωρία του Ιπποκράτη αναζητώντας τα αίτια των ασθενειών στην ανώμαλη επικράτηση του ενός χυμού έναντι του άλλου και ορίζοντας τέσσερις κατηγορίες ανθρώπων:
 Τον αιματώδη, ο οποίος είναι καλόκαρδος και ευχάριστος,
 τον φλεγματικό ο οποίος είναι απαθής, αδιάφορος και κυνικός,
 τον μελαγχολικό ο οποίος είναι εσωστρεφής και σαρκαστικός και
 τέλος τον χολερικό, όπου είναι ευερέθιστος, επιθετικός και επικριτικός (Γιακουμάκη & Δερμεντζή 2005).
Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι Πλάτωνας και Αριστοτέλης ασχολήθηκαν με τον ορισμό του κωμικού εστιάζοντας στην αρνητική πλευρά του χιούμορ και συνδέοντας το κυρίως με την υποτίμηση του άλλου. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι την ίδια εποχή το χιούμορ εκφράζεται μέσω της τέχνης του θεάτρου, από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη.

Από τον 16ο αιώνα και μετά ο όρος μετασχηματίστηκε και με τη λέξη χιούμορ εννοούσαμε την ψυχική διάθεση ενός ατόμου καλή ή κακή. Η φιλοσοφική αναζήτηση του ορισμού τόσο του χιούμορ όσο και του γέλιου συνεχίστηκε από εξέχοντες φιλοσόφους όπως ο Thomas Hobbes (1558- 1679), ο Immanuel Kant (1724-1804), ο Arthur Sopenhauer (1788-1860), ο Anri Bergson (1858-1954). Από τον 18ο αιώνα και μετά το χιούμορ συνδέθηκε με θετικό περιεχόμενο, όπου όταν κάποιος κάνει χιούμορ έχει καλή πρόθεση. Ο 20ος αιώνας συνδέει το χιούμορ με τους Άγγλους ως ένα χαρακτηριστικό και αρετή τους ( Χανιωτάκης, 2010).

Οι σημερινοί μελετητές του χιούμορ θεωρούν ότι αποτελεί ένας όρος «ομπρέλα» καθώς περιλαμβάνει γνωστικές, συναισθηματικές, συμπεριφοριστικές, ψυχοφυσιολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Επομένως, για να μπορέσουμε να ορίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια το χιούμορ θα χρειαστεί να βρούμε έναν ορισμό ο οποίος περιλαμβάνει όσο δυνατόν περισσότερες από τις πλευρές που αναφέραμε προηγουμένως.

Οι Chapman και Foot (1975) θέλοντας να ορίσουν το χιούμορ διαπίστωσαν ότι μπορεί να είναι είτε ένα ερέθισμα, το οποίο αφορά οτιδήποτε προκαλεί γέλιο σε κάποιο άτομο. Ακόμα, χιούμορ μπορεί να είναι μια αντίδραση, η εύθυμη διάθεση που δημιουργείται. Επιπλέον, μπορεί να αποτελεί μια πνευματική διαδικασία, να είναι δηλαδή η ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται την αστεία και διασκεδαστική πλευρά των καταστάσεων.

Ο Raskin (1985, σ.2) στο βιβλίο του Semantic Mechanism of Humor αναγνωρίζει ότι το χιούμορ αποτελεί ένα πανανθρώπινο χαρακτηριστικό «…Ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο, το κοινωνικό ή οικονομικό κύρος, την κουλτούρα ή την εποχή, οι άνθρωποι είναι ικανοί να εκλαμβάνουν ένα ερέθισμα ως αστείο και να γελάνε. Διαφορετικοί άνθρωποι θα θεωρήσουν αστείο διαφορετικά ερεθίσματα. Μερικές ομάδες ατόμων που ορίζουν ως αστεία κάποια πράγματα μπορεί μια άλλη ομάδα ατόμων να τα ορίζει βαρετά. Πάραυτα, η ικανότητα της εκτίμησης και απόλαυσης του χιούμορ είναι παγκόσμια και τη μοιράζονται όλοι οι άνθρωποι». Επίσης, εστιάζοντας στις ψυχοφυσιολογικές πλευρές του χιούμορ, το θεωρεί εξίσου σημαντικό με τη γλώσσα, την ηθική, τη λογική. Αναφέρει ότι αποτελεί τόσο μια ικανότητα που έχουμε εκ γενετής, όσο και μια δεξιότητα η οποία καλλιεργείται μέσα από την μάθηση.

Ο ορισμός του Fry (1994) συμφωνεί με την παραπάνω νοηματοδότηση όταν θεωρεί το χιούμορ ως ένα γενετικό, βιολογικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φυλής, το οποίο συνεχίζει να αναπτύσσει την πολυπλοκότητα του, όσο μεγαλώνει το άτομο και αποκτά περισσότερες εμπειρίες. Επιπλέον, το χιούμορ έχει ένα νόημα, όταν κάποιο άτομο θεωρήσει μια κατάσταση χιουμοριστική τότε σημαίνει ότι την νοηματοδοτεί με τέτοιο τρόπο που να σχετίζεται με τον εαυτό του και τις εμπειρίες του ( OJha & Holmes, 2010).

Οι ψυχολόγοι μελετητές του χιούμορ χρησιμοποιούν τον όρο «αίσθηση του χιούμορ» όταν θέλουν να αναφερθούν στο γεγονός ότι αποτελεί μια ιδιότητα του ατόμου. Έτσι, σύμφωνα με τον Martin (2001) αίσθηση του χιούμορ αποτελεί η συνηθισμένη διαφοροποίηση σε όλα τα είδη συμπεριφοράς, εμπειριών, συναισθημάτων, στάσεων και ικανοτήτων που συνδέονται με την ψυχαγωγία, το γέλιο και τη χιουμοριστική διάθεση.

O Dubberley (1988) εστίασε στη γνωστική πλευρά του χιούμορ περιγράφοντας το ως μια διαδικασία, η οποία έχει ως συστατικά στοιχεία τη δημιουργικότητα και την φαντασία, κατά τη διάρκεια της οποίας τα άτομα έρχονται σε επαφή με δύο ασύμβατες πραγματικότητες. Η μια πραγματικότητα είναι διαστρεβλωμένη με δημιουργικό τρόπο και η άλλη αφορά μια πραγματική κατάσταση. Οι δύο πραγματικότητες που αντιλαμβανόμαστε τη στιγμή του χιουμοριστικού γεγονότος ενώ διέπονται από μια ασυμβατότητα μεταξύ τους κάποια στιγμή συνδέονται. Αυτή η σύνδεση μας σοκάρει και για να μπορέσουμε να απελευθερώσουμε την ένταση που έχει δημιουργηθεί ξεσπάμε σε γέλια. Οι παράγοντες που παρεισφρέουν ώστε να αντιληφθεί το άτομο κάτι ως αστείο είναι η κουλτούρα, η ιδεολογία, η κοινωνική θέση που κατέχει καθώς και η προσωπική του βιογραφία.

Έναν παρόμοιο ορισμό έδωσε ο Mc Ghee (1979 σ.6 οπ. αν. Loizou 2006) ορίζοντας το χιούμορ ως την «πνευματική δραστηριότητα της ανακάλυψης ή εκτίμησης του γελοίου ή της παράλογης ασυμβατότητας ιδεών, γεγονότων ή καταστάσεων».

Αντίθετα, ορισμένοι ερευνητές (Ausubel et al., 1980) επιθυμώντας να δώσουν έμφαση σε μια άλλη διάσταση του χιούμορ εκτός από τη γνωστική του πλευρά, έκαναν λόγο και για την συναισθηματική διάσταση ορίζοντας το ως μια κατάσταση χαράς και αγαλλίασης. Ο Rollo May (οπ. αν. Sultanoff, 1994) επίσης αναφέρει ότι: «το χιούμορ αποτελεί έναν τρόπο να δημιουργείς μια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό σου και το πρόβλημα, είναι ένας τρόπος να στέκεσαι πίσω και να κοιτάς το πρόβλημα από μια άλλη οπτική». Αυτή η έννοια της αποστασιοποίησης αποτελεί μια συναισθηματική κατάσταση, η οποία είναι μια απόκριση αλλά και ένα συστατικό του ίδιου του χιούμορ. Για να μπορέσει κάποιος να δημιουργήσει χιούμορ χρειάζεται να διαθέτει συναισθηματική αδιαφορία.

Η Reiger (2004 οπ. αν. Λούλιος, 2008) επίσης έκανε λόγο για την θεραπευτική ιδιότητα του χιούμορ, λέγοντας ότι αποτελεί έναν ενσωματωμένο μηχανισμό του ανθρώπου που βοηθάει στην αντιμετώπιση τραγικών, δύσκολων και στρεσσογόνων καταστάσεων.

Ο ορισμός της μας θυμίζει πολύ τον ορισμό που έδωσε ο Freud, (1972) για το χιούμορ θεωρώντας τον ως τον σημαντικότερο μηχανισμό άμυνας, ο οποίος έχει την δυνατότητα να απαλλάσσει το άτομο από δυσάρεστα συναισθήματα και έτσι να αντιμετωπίζει τις όποιες δυσκολίες ενδέχεται να προκύψουν στην καθημερινότητα του.

Δίνοντας βάση στην συμπεριφορική διάσταση του χιούμορ ο Martin, (2007) το όρισε ως οποιαδήποτε δράση του ατόμου η οποία έχει ως στόχο να προκαλέσει το γέλιο ή την ευχαρίστηση.
Οι παραπάνω ορισμοί αντιμετωπίζουν το χιούμορ ως κάτι ατομικό είτε χαρακτηριστικό, είτε συναίσθημα, είτε συμπεριφορά. Στη συνέχεια, θα επικεντρωθούμε στην κοινωνική διάσταση του χιούμορ όπου πολλοί ερευνητές στην προσπάθεια τους να ορίσουν το χιούμορ κατανόησαν την σημαντικότητα τόσο του δημιουργού όσο και του αποδέκτη - ακροατηρίου. Συνεπώς, διαπίστωσαν ότι δεν είναι δυνατόν να ειδωθεί το χιούμορ ατομικά αλλά ως ένα κοινωνικό φαινόμενο, ως μια ιδιαίτερη μορφή επικοινωνίας η οποία βρίσκεται σε όλες τις κουλτούρες. Οι ερευνητές δεν έχουν ανακαλύψει καμία κουλτούρα που να μην διαθέτει χιούμορ ασχέτως με το ότι κάθε πολιτισμός διαθέτει τις δικές του νόρμες, αξίες και κανόνες ώστε να καθορίσει τα όρια που αφορούν το αποδεκτό περιεχόμενο του χιούμορ (Mc Ghee, 1979 oπ. αν. Ojha & Holmes, 2010).

Με βάση τα παραπάνω, το χιούμορ αναφέρεται σε οποιαδήποτε επικοινωνιακή στιγμή η οποία νοείται ως χιουμοριστική, δηλαδή αποτελείται είτε από λεκτική ή μη λεκτική επικοινωνία και η οποία παράγει μια θετική γνωστική ή συναισθηματική απάντηση για τους ακροατές (Romero & Cruthirds, 2006). Αντίστοιχο ορισμό έδωσε και η Mallet, (1995) όταν θεωρεί το χιούμορ ως την επικοινωνία που έχει ως στόχο την πρόκληση ευχαρίστησης Για να μπορέσει ωστόσο να υπάρξει η χιουμοριστική διαδικασία, αναγκαία συνθήκη αποτελεί η παρουσία ενός πομπού, ενός δέκτη και ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας δομημένο με κοινά νοήματα. Κάποιες φορές πομπός και δέκτης ταυτοποιούνται, όταν θυμόμαστε κάτι ή γελάμε με τον εαυτό μας (Χανιωτάκης, 2010).

Οι κοινωνιολόγοι που μελετούν το χιούμορ συχνά δίνουν σημασία περισσότερο στην αλληλεπίδραση που ενέχει η διαδικασία του χιούμορ παρά σε ορισμούς που βασίζονται στο περιεχόμενο. Για να αναγνωρίσουν το χιούμορ χρησιμοποιούν είτε την πρόθεση του ομιλητή, είτε την αντίδραση του ακροατηρίου. Η χιουμοριστική επικοινωνία λοιπόν, ορίζεται ως σχόλια τα οποία έχουν ως σκοπό τη δημιουργία ψυχαγωγίας (Fine, 1984, σ.84).

Ορισμένοι ερευνητές (Romero & Cruthirds, 2006) εστίασαν στις λειτουργίες του χιούμορ στις διαπροσωπικές σχέσεις. Έτσι, με τη χρήση του χιούμορ δημιουργείται μια «ανοιχτή» ατμόσφαιρα, αφυπνίζοντας θετικά συναισθήματα τα οποία βελτιώνουν την ακρόαση, την κατανόηση και την αποδοχή των μηνυμάτων. Ένα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά του χιούμορ, εξαιτίας της διφορούμενης φύσης του είναι ότι επιτρέπει σε κάποιον να ασκήσει κριτική χωρίς να προκαλέσει αρνητικές διαπροσωπικές επιδράσεις. Αυτό συμβαίνει επειδή το χιούμορ αφαιρεί από τους ανθρώπους την αίσθηση ότι απειλούνται.

Εν κατακλείδι, εφόσον κάναμε μια ανασκόπηση κάποιων σημαντικών ορισμών της έννοιας του χιούμορ στη παρούσα εργασία με τον όρο χιούμορ εννοούμε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του ανθρώπου, δηλαδή μια αίσθηση του χιούμορ, μια ευχάριστη ψυχολογική διάθεση και μια ιδιαίτερη μορφή λεκτικής ή μη λεκτικής επικοινωνίας που έχει ως στόχο να προκαλέσει γέλιο και ευχάριστη ατμόσφαιρα στους ακροατές (Χανιωτάκης, 2010).

πηγή:ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ:
με τίτλο
«Η χρήση του χιούμορ από τον σύμβουλο στη
συμβουλευτική διαδικασία: Μια ποιοτική έρευνα»


Μεταπτυχιακής φοιτήτριας:
Ξηνταροπούλου Μαριάννα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.