Το παιδί και ο Θάνατος

α) Οι γονείς

Οι ενήλικες δεν αισθάνονται καθόλου καλά να μιλήσουν στα παιδιά για τον θάνατο κάποιου προσφιλούς προσώπου και πολύ περισσότερο εάν ακολουθήσει το πένθος της οικογένειας, το οποίο το παιδί πρέπει να βιώσει. Βέβαια είναι πολύ λογικό ένας ενήλικας, όταν βρεθεί μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση να θελήσει να ξεφύγει από αυτή, και σαν πρώτη αντίδραση να την αρνηθεί,να κάνει ότι δεν υπάρχει. Αυτή η αντίδραση θεωρείται φυσιολογική και είναι ένας μηχανισμός άμυνας μέσα από τον οποίο το άτομο προσπαθεί να διατηρήσει την συγκρότηση του εαυτού του, η οποία κινδυνεύει από ένα τέτοιο γεγονός. Αυτή η άρνηση της ύπαρξης του θανάτου είναι το πρώτο βήμα του ενήλικα σε ένα δρόμο οδυνηρό που ανοίγει μπροστά του η απώλεια.

Αν υπάρχουν παιδιά, η συνήθης συμπεριφορά των ενήλικων είναι να τα απομακρύνουν, διότι σκέπτονται ότι η θέα του πτώματος και η θλίψη που το περιβάλλει μπορεί να προκαλέσουν ψυχολογική βλάβη σε αυτά.

Σε αυτή όμως την περίπτωση η απομάκρυνση, μπορεί να δημιουργήσει ένα άλλο πρόβλημα. Η απομόνωση του παιδιού δεν του επιτρέτρέπει την συμμετοχή στην τελετή, η οποία αφορά το θάνατο. Με αυτό τον τρόπο είναι, σαν να μην το προετοιμάζουν για την γενική αντίληψη του γεγονότος που λέγεται ζωή, της οποίας ο θάνατος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της.

Συνήθως οι γονείς προσπαθούν να απομακρύνουν τα παιδιά στέλνοντας τα να μείνουν για λίγο καιρό κάπου αλλού, ή αν μείνει εκεί, αποφεύγουν να κάνουν συζητήσεις γύρω από αυτό το θέμα. Μια τέτοια συμπεριφορά των ενηλίκων, μπορεί να μετατρέψει τον θάνατο σε ταμπού, στερώντας από τα παιδιά την δυνατότητα να τον ζήσουν, αυτόν αλλά και την φλίψη που τον περιβάλει. Στην ουσία αν οι γονείς ακολουθήσουν μια τέτοια πολιτική, ρισκάρουν σοβαρά να τραβήξουν την προσοχή του παιδιού περισσότερο, σε αυτό που γίνεται και ζει η οικογένεια και να καταστήσουν το γεγονός της απώλεια πιο δραματικό, προκαλώντας του φόβο και την αγωνία σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι πρέπει.

Πρέπει να ξέρουμε ότι παρουσιάζοντας τον θάνατο με ηρεμία και σεβασμό, στην ουσία δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στην ζωή. Διότι η ζωή αποκτά σημασία ακριβώς από την παρουσία του θανάτου.

Βέβαια σωστό είναι, οι γονείς να κάνουν τα πάντα για να αποφύγουν να πληγώσουν τα παιδιά τους. Δηλαδή πρέπει να αξιολογήσουν την ωριμότητα τους και να μην τα εκθέσουν σε καταστάσεις που αυτά δεν μπορούν να υποφέρουν. Καλό λοιπόν είναι αν μπορούνε, παρ' όλο το πένθος που περνάνε, να τα βοηθήσουν να εκφράσουν την επιθυμία τους. Δηλαδή να τους δώσουν την ελευθερία να διαλέξουν αν θέλουν να δουν, ή να συμμετάσχουν στην τελετή, ή όχι.

Η ωριμότητα των γονέων παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή την περίπτωση. Αυτή θα τους βοηθήσει να μην προβάλουν στα παιδιά τους τις αγωνίες και τους φόβους τους, αλλά να σκεφτούν πρώτα τις πραγματικές τους ψυχολογικές ανάγκες.
Αν ανατρέξουμε σε παλιές εποχές και σε διηγήσεις των παλιών, καταλαβαίνουμε ότι τον θάνατο, τότε τον βιώνανε πιο απλά και ότι τα παιδιά μπορούσαν να παρευρεθούν σε αυτόν με τον δικό τους τρόπο. Δηλαδή ενώ παραδείγματος χάριν, πέθαινε ο παππούς αυτά μπορούσαν να είναι έξω ή και εκεί δίπλα με όλη την οικογένεια και να παίζουν χωρίς να βιώνουν την απώλεια σαν κάτι ολέθριο και δραματικό.

Η Gristine Longaker, η οποία διευθύνει στις Η.Π.Α. σεμινάρια εκπαίδευσης για την συνοδεία αυτών που πεθαίνουν και η οποία συμμετέχει στην δημιουργία μονάδων παρηγορητικής περίθαλψης γράφει σε ένα σημαντικό σύγγραμμα της.
Από την στιγμή που έχουμε να κάνουμε με τον θάνατο, τα παιδιά ανακαλύπτουν και αφομοιώνουν την κατανόηση που οι γονείς δείχνουν για αυτόν. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται πως οι γονείς ζουν τον θάνατο. Αντιλαμβάνονται αν για αυτούς αποτελεί ένα γεγονός αρνητικό που θέλουν οπωσδήποτε να αποφύγουν, ή, αντιθέτως το ζουν σαν κάτι φυσιολογικό και αναπόφευκτο στοιχείο της ζωής και της αγάπης που νιώθουμε για τον άνθρωπο που έφυγε. Ο τρόπος που αντιδρούν οι γονείς στην παρουσία του θανάτου επηρεάζει την αντίδραση των παιδιών προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο”. Το θέμα λοιπόν του θανάτου απαιτεί από την σχέση γονέα-παιδί λεπτότητα όσον αφορά τους χειρισμούς, την διακριτικότητα και την εμπιστοσύνη, χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στο παιδί να προσαρμοστεί σιγά, σιγά σε μια μη αναστρέψιμη πραγματικότητα, η οποία είναι φορέας φόβων και φαντασιώσεων.

β) Τα παιδιά

Τα παιδιά δεν μπορούν να δουν τον θάνατο με τον ίδιο τρόπο που τον βλέπουν οι ενήλικες.Πρώτον γιατί οι διανοητικές τους λειτουργίες είναι διαφορετικές και δεύτερον διότι δεν έχουν την ίδια εμπειρία με αυτή των ενηλίκων.

Έτσι ένα παιδί 2 χρονών δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίσει το θέμα του θανάτου. Δεν μπορεί να το κατανοήσει και να το βιώσει. Από τα 2 όμως μέχρι τα 7 χρόνια το παιδί συνδέει το θάνατο με την εξαφάνιση. Τον συνδέει με κάτι που “φεύγει”. Είναι λοιπόν σημαντικό με ποιο τρόπο οι γονείς το προσεγγίζουν και του δίνουν να καταλάβει τι συμβαίνει. Σε αυτό ακριβώς το επίπεδο εκφράζεται η υπευθυνότητα τους.

Με ποιόν λοιπόν τρόπο να απαντήσουν στις ερωτήσεις του χωρίς να δημιουργήσουν αρνητικές φαντασιώσεις;
Παραδείγματος χάριν είναι τελείως αδέξιο να πούμε σε ένα παιδί για τον παππού που πέθανε. “Ο παππούς έφυγε” δηλαδή να μην αντιληφθούμε ότι το παιδί δεν το καταλαβαίνει αυτό και μάλιστα θα αναρωτηθεί “ έφυγε χωρίς να μου πει ένα γεια!”
Για να μιλήσουμε για τον θάνατο στα παιδιά πρέπει να μιλήσουμε με λόγια που απεικονίζουν την πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπ' όψιν την ηλικία τους. Δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε λόγια που θα προσπαθούν να καλύψουν την πραγματικότητα και τα οποία, στην ουσία κρύβουν τον δικό μας φόβο και την δική μας ανικανότητα να αποδεχτούμε την αλήθεια.

Η Francoise Dolto, Γαλλίδα ψυχαναλύτρια λέει πως,

"εάν η αλήθεια δεν λέγεται με τους ίδιους όρους με τους οποίους οι ενήλικες αντιμετωπίζουν τα δεινά τους, τότε τα παιδιά δημιουργούν μέσα στο κεφάλι τους φαντασιώσεις. Πρέπει η πραγματικότητα να εκφράζεται μέσα από λόγια αληθινά. Δηλαδή μέσα από την εμπειρία των καταστάσεων."
Η Francoise Dolto προτείνει σε μια τέτοια περίπτωση να πούμε στα παιδιά για κάποιον που πέθανε:
-Πέθανε διότι τελείωσε η ζωή του, ενώ εμείς ελπίζαμε ότι θα συνέχιζε να ζει σαν και σένα.
-Είναι καλό να είσαι ζωντανός.
-Δεν είναι κακό που πέθανε.
“Δεν είναι κακό που πέθανε' Αυτή η δήλωση μπορεί να φανεί σκληρή και ακατάλληλη να ειπωθεί σε ένα παιδί, αλλά αν το σκεφτούμε καλύτερα δεν είναι καθόλου άσχημη. Αυτή η δήλωση δείχνει ότι υπάρχει ένας φυσικός νόμος τον οποίον δεν μπορούμε να μην αποδεχτούμε όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι και αυτός ο νόμος είναι νόμος της ζωής. Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε. Αυτό μπορεί να προκαλέσει πόνο και θλίψη, αλλά δεν είναι κακό.
Δια μέσου μια τέτοιας φιλοσοφίας και αντιμετώπισης του θανάτου από τους ενήλικες, το παιδί μπορεί να μάθει σιγά, σιγά, να μην θεωρεί την απώλεια τόσο δραματική.

Επίσης είναι σίγουρο ότι το παιδί θα αναρωτηθεί για το, τι γίνεται μετά από το θάνατο. Μπορεί να θέσει ερωτήσεις όπως “Τι υπάρχει μετά”;¨” Τι κάνουν οι άνθρωποι μετά από το θάνατο”.
Για να απαντήσουμε σε τέτοιου είδους ερωτήσεις, πρέπει να υπολογίσουμε την ψυχοδιανοητική δυναμική του παιδιού καθώς και τις προσωπικές μας πεποιθήσεις (θρησκευτικές, ή όχι)

Βασικός κανόνας είναι να επιτρέψουμε στο παιδί να εκφράσει αυθεντικά και με ειλικρίνεια πως ζει αυτή την κατάσταση. Είναι σημαντικό να το αφήσουμε να εκδηλώσει την δικιά του εμπειρία και τον δικό του τρόπο να βλέπει τα πράγματα.

Μπορούμε να του πούμε για τον παππού ή για κάποιο άλλο πρόσωπο που πέθανε ότι, δεν θα μπορεί πλέον να τον δει, αλλά ότι θα κρατήσει μέσα στην καρδιά του και στο μυαλό του την ανάμνηση του και ότι ο παππούς μπορεί να κρατάει και εκείνος την ανάμνηση του και μπορεί να το θυμάται συνεχώς.
Καλό είναι να του πούμε την αλήθεια, ότι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τι γίνεται μετά από τον θάνατο κάποιου, διότι δεν γνωρίζουμε και δεν έχουμε την εμπειρία. Όπως επίσης, πρέπει να το πληροφορήσουμε ότι κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει. Αυτή την στάση πρέπει να υιοθετήσουμε και με τα πιο μικρά παιδιά. Κατ' αρχάς να τους επιτρέψουμε, όπως είπαμε, να εκφράζουν την περιέργειά τους και μετά να τους απαντήσουμε ειλικρινά και τίμια, αποφεύγοντας την δραματοποίηση του του γεγονότος.

Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι είναι πολύ σημαντικό, ο γονέας να μην περιμένει την απώλεια μέσα στο σπίτι του για να μάθει στο παιδί του τι είναι ο θάνατος. Μπορεί να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που έχει στην καθημερινότητα και να μιλήσει για τον θάνατο με έναν άλλο τρόπο, όπως παραδείγματος χάριν στην περίπτωση του θανάτου ένός ζώου Το καλύτερο σε αυτή την περίπτωση είναι, αντί να αποτρέψουμε το παιδί μας να δει αυτό το θέαμα να πλησιάσουμε το νεκρό ζώο και να του εξηγήσουμε τι συμβαίνει.

Βέβαια μερικά παιδιά επιμένουν να μάθουν περισσότερα και μπορούν να θέσουν την ερώτηση “ Μαμά θα πεθάνω και εγώ” Ξέρουμε ότι μια τέτοια ερώτηση δεν θα ήθελε να την ακούσει κανείς γονέας, είναι όμως τόσο φυσιολογική στην περίπτωση της απώλεια, που πρέπει να την περιμένουμε. Και εδώ πρέπει να είμαστε ειλικρινείς όσο επιτρέπεται και να του απαντήσουμε ότι δεν γνωρίζουμε πότε και πως θα πεθάνει κάποιος. και ότι, κανείς δεν το γνωρίζει αυτό για τον εαυτό του και για αυτό ακριβώς το λόγο πρέπει, να ζούμε την ζωή μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να είμαστε γεμάτοι από αγάπη και ευτυχία.

Σε μεγαλύτερες ηλικίες ο τρόπος με τον οποίο ένας γονέας μπορεί να διαχειρίστεί την ύπαρξη του θανάτου, εξαρτάται από τις επιρροές και τις εμπειρίες του παιδιού. Ένα παιδί 9-10 χρονών έχει μια αντίληψη πολύ πιο ρεαλιστική για τον θάνατο. Αυτή την εντύπωση μπορεί να την έχει αποκτήσει είτε μέσω του σχολείου, είτε μέσω της κουλτούρας, είτε μέσω των θρησκευτικών πεποιθήσεων της χώρας που κατοικεί και ανήκει.

Στην εφηβεία κάθε έφηβος αντιδρά διαφορετικά και με τρόπο, πιο προσωπικό στον θάνατο ενός γονέα ή ενός αδελφού ή κάποιου οικογενειακού προσώπου. Αν θέλουμε να τον βοηθήσουμε πρέπει να είμαστε έτοιμοι και “ανοικτοί¨να δεχτούμε οποιαδήποτε αντίδραση και με την μεγαλύτερη νηφαλιότητα που μπορούμε.

Πρέπει να έχουμε υπ' όψιν ότι η εφηβεία είναι η ηλικία της αμφισβήτησης και πολλοί από αυτούς θα αμφισβητήσουν και θα διαφοροποιηθούν από την ερμηνεία που η θρησκεία προσφέρει για τον θάνατο. Θα προσπαθήσουν να προβάλουν τις δικές τους ερμηνείες πάνω σε τον θάνατο.

Πρέπει επίσης να έχουμε υπ' όψιν ότι η φιλία και η αγάπη σε αυτή την ηλικία, αποτελούν βασικές αξίες και μέσα από αυτές θα μπορέσει, ο έφηβος να αντιμετωπίσει την αγωνία και την αποξένωση την οποία νιώθει από την παρουσία του θανάτου. Πρέπει να αποδεχθούμε αυτή του την ανάγκη και να δεχτούμε την παρουσία των φίλων του. Να αποδεχτούμε ότι μπορεί να περνάει περισσότερο χρόνο μαζί τους και ότι μιλάει περισσότερο με αυτούς παρά με εμάς..
Σε περίπτωση απώλειας οι νέοι έχουν την ανάγκη να τους ακούσει κάποιος, με καλοσύνη και κατανόηση χωρίς όρους. Γι αυτό καλό είναι αν μας το ζητήσει να μοιραστούμε μαζί του τον πόνο του να είμαστε "ανοιχτοί" παρά να κλειστούμε σε μια πεισματική σιωπή ή μια προσποιητή αδιαφορία.

Κερεντζής Λάμπρος
πίνακας: Robert Noir

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.